Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ποίηση της παρακμής. Η μοντερνιστική τομή.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Dolmance, στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.

  1. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Στον αναγνώστη

    Η ανοησία, τ΄αμάρτημα, η απληστία και η πλάνη
    κυριεύουν τη σκέψη μας και φθείρουν το κορμί μας,
    κι΄ ευχάριστα τις τύψεις μας θρέφουμε στη ψυχή μας,
    καθώς που θρέφουν πάνω τους τις ψείρες οι ζητιάνοι.
    Στα μετανιώματα άνανδροι κι αμαρτωλοί ως την άκρια,
    ζητάμε πληρωμή ακριβή για κάθε μυστικό μας
    και ξαναμπαίνουμε εύκολα στο βούρκο τον παλιό μας,
    θαρρώντας πως ξεπλένεται με τα δειλά μας δάκρυα.
    Πάνω απ το προσκεφάλι μας ο Σατανάς γερμένος
    πάντα στα μάγια του κακού το νου μας νανουρίζει,
    την πιο ατσαλένια θέληση μεμιάς την εξατμίζει,
    αυτός ο Μέγας χημικός, ο Τετραπερασμένος.
    Ο Διάολος, το νήμα αυτός κρατά που μας κουνάει!
    Τα πράματα τα βρωμερά πιότερο τ΄ αγαπάμε,
    κι όλο και προς την Κόλαση κάθε στιγμή τραβάμε,
    με δίχως φρίκη, ανάμεσα στο σκότος που βρωμάει.
    Σαν το φτωχό ξαφαντωτή που πιπιλά με ζάλη
    μιας παλιάς πόρνης αγκαλιά πολιομαρτυρισμένη,
    κλεφτάτα αρπάζουμε κι΄ εμείς καμιά ηδονή θλιμμένη,
    που τηνε ξεζουμίζουμε σα σάπιο πορτοκάλι.
    Σαν ένα εκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
    μες το μυαλό μας κρεπαλούν του Δαίμονα τα πλήθη,
    κι όταν ανάσα παίρνουμε, ο Θάνατος στα στήθη
    σαν άϋλος ποταμός κυλά, σιωπηλά θρηνώντας.
    Αν το φαρμάκι κ΄ η φωτιά, κ΄ η βία και το μαχαίρι
    δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει
    στο πρόστυχο της μοίρας μας άθλιο καραβοπάνι,
    είναι που λείπει απ΄ την ψυχή το θάρρος κι απ΄ το χέρι.
    Μα μες στις σκύλες, τους σκορπιούς, τα φίδια, τα τσακάλια,
    τους πάνθηρες, τους πίθηκους, τους γύπες, τα θηρία
    που γρούζουν, σέρνουνται, αλυχτούν κι ουρλιάζουν με μανία
    μες των παθών μας το κλουβί, προβαίνει αγάλια,
    θεριό πιο βρώμικο, κακό, την ασκημιά να δείξει!
    Κι α δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,
    όλη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του
    θα ΄θελε να κατάπινε τον κόσμο – αυτό ΄ναι η πλήξη!-
    πού, μ΄ ένα δάκρυ αθέλητο στα μάτια της κοιτάζεις,
    καθώς καπνίζει τον ουκά, κρεμάλες να στυλώνει.
    Και ξέρεις, αναγνώστη, αυτό το τέρας πως δαγκώνει!
    - Ώ αναγνώστη υποκριτή, αδέρφι που μου μοιάζεις!

    ( Charles Baudelaire )
     
  2. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Πράσινο

    Έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου,
    στις Νότιες πολιτείες του πουθενά.
    Κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
    και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
    Ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή,
    είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της πραγματικότητας.
    Η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
    στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις,
    είναι αυτή η λεπτή γραμμή της επιλογής,
    μια επιλογή ανάμεσα στο τίποτα και το τίποτα.
    Να ξυπνάς το πρωί, για να βρεις μια δουλειά,
    όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα,
    εκτός από το όνειρο της απόδρασης.
    Υπήρξαν τόσο πολλά μέρη σαν αυτό.
    Ήταν μια δουλεία στη Louisiana,
    όπου έφευγα κάθε βράδυ κουρασμένος και άκεφος,
    για μια ακόμη νύχτα.
    Να γεμίζω ποτήρια και να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο
    και να σκέπτομαι μια κοπέλα στη δουλειά.
    Ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε,
    που έβριζε συνέχεια για σχεδόν τα πάντα.
    Ήθελα μόνο να την πηδήξω μια φορά
    και να φύγω από την πόλη.
    Το μόνο που τελικά έκανα, ήταν να φύγω από την πόλη,
    που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
    να μείνω στο πουθενά και να πάω στο πουθενά.
    Και φαντάζομαι, εάν είναι ακόμα ζωντανή,
    θα βρίζει ακόμη για κάτι.
    Αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
    κοντά στη φλέβα του λαιμού,
    το τέλος πλησιάζει από μόνο του.

    ( Charles Bukowski )
     
  3. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Ο θάνατος θα ‘ρθει

    Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου,
    αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
    απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
    κρυφός, σαν μια παλιά τύψη,
    ή μια παράλογη συνήθεια.
    Τα μάτια σου θα 'ναι μια άδεια λέξη,
    κραυγή που έσβησε, σιωπή.
    Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
    όταν μονάχη σκύβεις στον καθρέφτη.
    Ω αγαπημένη ελπίδα,
    αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς,
    πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.
    Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
    Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου.
    Θα 'ναι σαν ν' αφήνεις μια συνήθεια,
    σαν ν' αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη,
    ν' αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
    σαν ν' ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
    Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

    ( Cesare Pavese )
     
  4. brenda

    brenda FU very much

    Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ


    Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες

    Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

    Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους

    Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

    Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας

    Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

    Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου

    Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

    Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

    Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια


    - Μα που γύριζες

    Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

    Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες

    Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

    Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους

    Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.


    Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

    Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

    Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού

    Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

    Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
    Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο

    Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε

    Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του

    Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

    Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.


    Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

    Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος

    Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

    Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

    Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.


    Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι

    Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια

    Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

    Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές

    Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο


    Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,

    Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας

    Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
     
    Last edited: 10 Δεκεμβρίου 2014
  5. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Το ψοφίμι

    Ψυχή μου αγαπημένη, θυμάσαι αυτό το πράμα που είδαμε,
    εκείνη την ωραία καλοκαιρινή ημέρα:
    το σιχαμερό κουφάρι εκεί όπου έσβηνε το μονοπάτι,
    σαν σε κακόστρωτο κρεβάτι από χαλίκια.
    Τα πόδια στον αέρα, σαν την πόρνη σε ακόλαστα παιχνίδια,
    έκαιγε και ίδρωνε δηλητήρια,
    άνοιγε ξεδιάντροπα με απάθεια την κοιλιά του,
    βρώμα φαρμακερή τον αέρα να γεμίσει.
    Ο ήλιος ακτινοβολούσε το σάπιο κορμί του,
    σαν για να το καλομαγειρέψει, για να επιστρέψει
    στη φύση εκατό φορές όσα εκείνη είχε συνδυάσει, μία.
    Οι ουρανοί κοιτούσαν το περήφανο κουφάρι, σα λουλούδι ν’ ανοίγει.
    Τόσο έντονη ήταν η δυσωδία, αγάπη μου, που παραλίγο στο γρασίδι να λιποθυμήσεις.

    Οι μύγες βουίζαν δυνατά πάνω από τη σάπια κοιλιά του,
    απ' όπου ξεχύνονταν ένα σύνταγμα μαύρα τα σκουλήκια,
    ρέοντας σαν γλοιώδες πήγμα,
    πάνω στα ζωηρά σάρκινα κουρέλια του.
    Σαν κύματα ανεβοκατέβαιναν πάνω από αυτή τη μάζα όλα
    αυτά, ή ανάβλυζαν τρίζοντας ωσάν το πτώμα, γεμάτο αέρινη
    πνοή, να ζούσε πολλαπλασιαζόμενο.
    Αυτός ο κόσμος έπαιζε μια περίεργη μελωδία,
    σα νερά τρεχούμενα, σαν αέρας, σα σπόροι σιταριού
    ρυθμικά κοσκινισμένοι στα μεγάλα καλάθια.
    Οι μορφές σβήναν σαν σε ένα όνειρο,
    ένα σχέδιο με ομιχλώδες χρώμα
    σε ξεχασμένο καμβά, που ο ζωγράφος
    τελειώνει από μνήμης.
    Πίσω από τα βράχια κρυμμένη, μια φοβισμένη σκύλα
    μας παρακολουθούσε με άγρια μάτια, έτοιμη να κερδίσει το
    κομμάτι που όταν μας άκουσε να ερχόμαστε παράτησε.

    Αλλά κι εσύ θα γίνεις έτσι απεχθής
    κι εσύ έτσι θα σαπίσεις
    αστέρι των ματιών μου, ήλιε της ζωής μου,
    εσύ, άγγελε μου και πάθος μου!
    Ναι, έτσι θα είσαι, ω Βασίλισσα της Χάρης, όταν
    θα σε διαβάζουν και θα σε παραχώνουν,
    κάτω από πλούσια χορτάρια και όμορφα λουλούδια,
    για να λιώσεις δίπλα στα οστά των νεκρών.
    Τότε, Ομορφιά μου, πες στα σκουλήκια που θα σε
    καταβροχθίζουν με τα φιλιά τους, ότι κράτησα τη μορφή
    και τη θεϊκή ουσία των ερώτων μου στην αποσύνθεσή τους.

    ( Charles Baudelaire )
     
    Last edited: 12 Δεκεμβρίου 2014
  6. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών

    Τα μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών με μεσότοιχο,
    λένε που οι νεκροί με βραδινά σκουτέλια,
    δοκιμάζουν όλα τα φαγητά.
    Μου έτυχε να μην ξέρω αν έχω
    στην απέναντι καρέκλα μου νεκρό ή ζωντανό,
    τρώμε και καπνίζουμε με το ίδιο ύφος,
    όταν κουραζόμαστε, βγάζουμε το κεφάλι
    και το ακουμπάμε στο τραπέζι.
    Γεμίζουν τα τραπέζια κεφάλια στη σειρά,
    τα κορμιά είναι από κάτω πεσμένα
    για να ξεκουράζονται,
    βγάζοντας το μαύρο μάρμαρο για ν’ αλαφρώσουν
    - κρεμάστρες για τα κεφάλια σας κύριοι
    κι από μια γαβάθα για το αίμα σας - ,
    λέει το γκαρσόν περνώντας κάτω από τα τραπέζια.

    Συχνά μου τυχαίνει να μην ξέρω,
    αν έχω απέναντί μου νεκρό ή ζωντανό
    και τον γυμνώνω με βουβά ερωτήματα,
    το ίδιο σίγουρα κάνει κι αυτός
    κι ούτε ξέρει αν γυρίζω σπίτι μου,
    ή στον τάφο
    με τον ίδιο μεσότοιχο,
    ούτε κι εγώ ξέρω.
    Έχουμε όλοι τα ίδια κλειδιά,
    μεγάλα στην άκρη και παχιά σαν
    τα μάτια της κουκουβάγιας,
    μόνο για τη νύχτα.
    Το ίδιο γίνεται κι αν αλλάξουμε σακάκια,
    ακόμα και τις γυναίκες μας,
    που συμβαίνει να κοιμούνται με νεκρούς
    μετά το δείπνο,
    ή να μην ξέρουμε,
    όπως συχνά γίνεται στα ποιήματα μου.

    ( Θανάσης Τζούλης )
     
  7. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Το δώρο του Ηρακλείτου

    T' οβάλ που ναυαγεί
    την ηρεμία του καθρέφτη,
    είναι ένα μάτι με οσμή γάγγραινας,
    την αυγή πιέζοντας με δύναμη,
    την άκρη, λευτέρωσα τον άνεμο,
    ίσως να το γιάτρεψα,
    θυμάμαι σ’ όνειρο,
    ήταν η μάνα μου.

    Μου χάιδευε το πρόσωπο,
    κουνώντας κυκλικά τα δάχτυλα
    σαν κάποιον που ανάβει φωνές,
    στον έρημο βωμό της γέννησης,
    με τα δάκρυά της μετέωρα
    ανάμεσα στο πυκνό ίσκιωμα,
    όπου φυτεύει ρόδα δίχως μίσχο,
    και στην πηγή καταμεσής στα στήθη,
    τα λαβωμένα αστέρια,
    απ’ όπου αντλούσε φως.

    ( Francesco Marotta )
     
  8. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Ποίημα με τυχαία μνήμη

    Ότι πάμε πίσω στη ζωή μια μέρα, την επόμενη,
    κάποιον άλλο αιώνα, όπου ήμασταν ζωντανοί.
    Όταν η μουσική εξηγούσε τον εαυτό της σε μας, συχνά
    ατελής, και τίποτα δεν ήταν πιο αόριστο.
    Απ' την κοινοτοπία του ποιον ν' αγαπήσουμε και να χάσουμε,
    στη σειρά, τα φαντάσματα των ζωντανών στο ασπόνδυλο χιόνι.
    Ή και τώρα ακόμη, το καλοκαίρι, την ημέρα, μες στη νύχτα,
    όταν κάτι λησμονημένο, ξέχειλο, στρέφεται.
    Πίσω σ' εμάς με ειδωλολατρική ησυχία, έτσι που βλέπουμε,
    ποιοι στις εκμηδενισμένες λεπτομέρειες είμαστε πραγματικά.
    Σε ένα γραφείο που το φτιάξαμε μόνοι μας, αντικαθιστώντας
    κάποιου άλλου την ισόβια ποινή, κηλίδες που ξεραίνονται.
    Σε μια μεταξωτή γραβάτα μην έχοντας κανένα νόημα πέρα απ' του σήμερα,
    όταν ο μοναχικός την αϋπνία του αναπαύει.

    ( Adam Fitzgerald )
     
  9. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Απόσπασμα από Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

    Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο, πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν
    μυστηριώδεις υποθέσεις – την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα.
    Τ’ απογέματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν, μοιάζουν μ’ ένα
    παραμύθι που δε μας το τελείωσαν και γυρίζει και μας αναζητά.
    Η όταν ακούω ένα φλάουτο να παίζει το βράδυ, συλλογιέμαι πως
    όλα θα τελειώσουν κάποτε.
    Καμιά φορά βρέχει και κάθομαι σ’ ένα καφενείο, οι άνθρωποι όσο
    γερνάνε γίνονται πιο ξένοι.
    Κι είδα κάποιους απελπισμένους, να περιμένουν στους σιδηροδρομικούς
    σταθμούς, όχι για το ταξίδι, αλλά για τ’ όνειρο, ενώ οι στάλες της
    βροχής γράφουν μια μεγάλη επιστολή στα τζάμια.
    Ποιος τη στέλνει; Τι γράφει; Θ’ απαντήσεις;

    ( Τάσος Λειβαδίτης )
     
  10. Black Butterfly

    Black Butterfly Αηδιασμένη

    Εύγε, λατρεύω τον Λειβαδίτη.
     
  11. brenda

    brenda FU very much

    Και σε μας...


    Γυμνὰ χέρια

    ……Κανεὶς δὲ θὰ μάθει ποτὲ μὲ πόσες ἀγρυπνίες συντήρησα τὴ ζωή μου, γιατί ἔπρεπε νὰ προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμὴ ἀπ᾿ τὴν καταχθόνια δύναμη, ποὺ κρατοῦσε αὐτὴν τὴν

    ἀδιατάρακτη τάξη, φυσικά, ὅπως ἤμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μὲ κούραζαν, προτιμοῦσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νὰ βλέπω κρυμμένο τὸ μυστικὸ ποὺ φθείρουμε ζώντας, καὶ

    πῶς θὰ ἐπιστρέψουμε μὲ ἄδεια χέρια

    ……καὶ συχνὰ ἀναρωτιόμουν, πόσοι νὰ ὑπάρχουν, ἀλήθεια, στὸ σπίτι, καμιὰ φορᾷ, μάλιστα, μετροῦσα τὰ γάντια τους γιὰ νὰ τὸ ἐξακριβώσω, μὰ ἤξερα πὼς ἦταν κι οἱ ἄλλοι, ποὺ πονοῦσαν

    μὲ γυμνὰ χέρια, ἄλλοτε πάλι ἔρχονταν ξένοι ποὺ δὲν ξανάφευγαν, κι ἂς μὴν τοὺς ἔβλεπα, ἔβλεπα, ὅμως, τοὺς ἁμαξάδες τους ποὺ γερνοῦσαν καὶ πέθαιναν ἔξω στὸ δρόμο,

    ……ὥσπου βράδιαζε σιγὰ σιγά, κι ἀκουγόταν ἡ ἅρπα, ποὺ ἴσως, βέβαια, καὶ νὰ μὴν ἦταν ἅρπα, ἀλλὰ ἡ ἀθάνατη αὐτὴ θλίψη ποὺ συνοδεύει τοὺς θνητούς.

    Τάσος Λειβαδίτης, Γυμνὰ χέρια, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Ἀπ᾿ τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς ὑπηρέτη, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 80
     
  12. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Μοναχικοί Ταξιδιώτες

    Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
    κατά κανόνα σιωπηλοί,
    πιάνοντας θέση σε παράθυρο.
    Δεν έχουνε αποσκευές,
    δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
    Συνέχεια κοιτάζουν έξω.
    Αν κάποιος τους ρωτήσει που πηγαίνουνε,
    μοιάζουν σα να ’ρχονται από μακριά,
    σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.

    ( Χρίστος Λάσκαρης )