Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ποίηση της παρακμής. Η μοντερνιστική τομή.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Dolmance, στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.

  1. stratos83

    stratos83 Regular Member

    Το κοράκι

    του Έντγκαρ Άλαν Πόε...

    μετάφραση Κώστα Ουράνη:

    Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. «Κανένας ξένος», σκέφτηκα «οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο».
    Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
    Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα. Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: «Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι».
    Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, «Κύριε» είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα» κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.
    Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι «Ελεονόρα» μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
    Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.
    Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. «Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.
    ‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
    Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.
    Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. «Χωρίς λοφίο», ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
    Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!»
    Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια»..
     
  2. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Το παράπονο της βροχής

    Καθόμαστε αντίκρυ,
    δε μιλάμε,
    δεν κοιταζόμαστε καν.
    Μόνο ακούμε
    το παράπονο της βροχής,
    που τη φοβηθήκαμε
    και κρυφτήκαμε στις ομπρέλες μας,
    ο καθένας στη δικιά του.

    ( Δημήτρης Μ. Γαλάνης )
     
  3. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Minuit

    Ενάμιση Χ ενάμισι
    με το πνεύμα να οργιάζει.
    Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
    ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκαμήλου.
    Το μηδέν είναι ότι περισσότερο μπορεί,
    να υπάρξει σε κάποιου το κεφάλι.
    Σχάση.
    Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
    στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
    Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
    να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
    Την αθλιότητα.
    Πως είμαστε ανακατεμένοι
    σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.

    ( Γιάννης Λειβαδάς )
     
    Last edited: 18 Οκτωβρίου 2016
  4. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Η σκάλα

    Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι,
    οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια.
    Κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
    κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες,
    ένας καιρός ερείπιο
    κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
    και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

    Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη,
    με μολυβένια τώρα τα φτερά
    χάνοντας ολοένα ύψος, όπως τόσες
    απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο,
    αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, που μ’ έφερες…

    Ίλιγγοι και στροφές,
    τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους,
    χειρονομίες σακάτισσες,
    σκέψεις γριές σερνάμενες, πιασμένες απ’ τους τοίχους.
    Μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν,
    κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους,
    κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό,
    κλειδώνουνε τις πόρτες, ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους.
    Άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
    κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
    και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
    μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα.
    Κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων,
    στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια,
    γιατί ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα.
    Φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις,
    το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
    κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα.

    Όλες τις μοναξιές τις έζησα,
    ελπίζοντας και μη ελπίζοντας,
    όμως τη μοναξιά της τέχνης πως να την αντέξω,
    τη σκόνη πάνω στο βιβλίο,
    τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
    κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
    κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας.
    Είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
    το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
    ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
    που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες.

    Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος,
    σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται,
    παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα,
    σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά. Έτσι κι ο λόγος
    φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα,
    τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

    Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ‘γινε κι η δημιουργία διαστροφή
    και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες,
    δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον,
    όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα,
    όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα.

    Αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες,
    που να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
    να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

    ( Βύρων Λεοντάρης )
     
    Last edited: 20 Οκτωβρίου 2016
  5. Kostas.V.

    Kostas.V. ....Η αλήθεια βρίσκεται στους Sex Pistols....

    Το επάγγελμά μου το εξασκώ
    στο Κάιρο και στη Δαμασκό
    χρόνους εννιά και πλέον
    σαν ένας χαμαιλέων.

    Πρωί πρωί,χαράματα
    κόβω απ'τον ήλιο γράμματα
    στη γλώσσα που διαβάζουνε
    οι αγράμματοι κι αγιαζουνέ.

    Κατά τις έντεκα παρά
    το στήνω μες στην αγορά
    πουλάω φως ουράνιο
    στίχους απ'το κοράνιο.

    Πουλάω το όχι και το ναι
    κι όσα ποτέ δεν είδανε
    στη ΛεΪλά,στη Λεϊλέ
    πουλάω το ροζ και το βιολέ.

    Το επάγγελμά μου το εξασκώ
    στο Κάιρο και στη Δαμασκό
    χρόνους εννιά και πλέον
    σαν ένας χαμαιλέων.

    Δεν είμαι Μωαμεθανός
    ούτε και ανήκω κανενός
    σ'όσους και να πάω τόπους
    ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους,

    Σε όσους και να πάω τόπους...!

    Δεν είμαι Μωαμεθανός
    ούτε και ανήκω κανενός
    σ'όσους και να πάω τόπους
    ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους!


    Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
     
  6. echo

    echo ***

    Και ένας νομπελίστας πλέον ποιητής.


    A tear goes down my day is real
    but your drying eye upon the shame
    Each needs a road for me from you
    what paradise? what can I do?
    That die for my and the day is dark
    I can’t believe for your touch
    What I could find oh time is right
    If I fell in love to fall in love
    To fall in love with you

    The day is dark, our time is right
    day in the night deep in the night
    I can’t yet be back I heard my- surprise
    I see it in your lips I knew it in your eyes
    Well I feel your love and I feel no shame
    I can’t unleash your horde I call your name
    What you’re to me what can I do?
    To fall in love to fall in love
    To fall in love with you

    It just rolls upon the sand
    ever this for now I’m made a man
    can make you see what I can find
    I know it in my days ah in my daily mind
    Oh will ages roll will ages fly?
    I hear your name where angels lie.
    What do I know? for to come it’s true
    To fall in love To fall in love
    To fall in love with you

    How can the doors trust on a nail?
    how can I be surprised of most every day?
    In the distant road I can’t be the same
    I feel no love I feel no shame
    I can’t watch the bay out on my own
    we’ve a destined man I can attest it all
    I didn’t I could find where I could go
    To fall in love to fall in love
    To fall in love with you

     
  7. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Σκόρπια φύλλα

    Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου,
    οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή,
    ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια,
    «ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
    Αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
    από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας,
    προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα,
    ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
    ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί.

    Ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό,
    καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα,
    ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων.
    Στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς,
    κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι,
    πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του.
    Έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι,
    όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες.
    Μια ωραία πεταλούδα κι’ έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
    ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές,
    νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
    στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα,
    στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα,
    όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του,
    ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά,
    έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
    και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
    ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου, δακτυλοδεικτούν
    πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό.
    Με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
    ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
    και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη,
    αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός,
    όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
    κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά,
    όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν.
    Αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη,
    στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν,
    στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις,
    αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά,
    τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
    και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει,
    άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων.
    Να μας πας στην ξενητειά,
    να μας πας στα πέρα μέρη,
    φύσα θάλασσα πλατειά,
    φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.


    ( Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης )
     
  8. stratos83

    stratos83 Regular Member


    Και τώρα;


    οι λέξεις έχουν ειπωθεί,
    κάθομαι άρρωστος.
    το τηλέφωνο χτυπά,οι γάτες κοιμούνται.
    Η Λίζα καθαρίζει.
    Περιμένω να ζήσω,
    περιμένω να πεθάνω

    Μακάρι να μπορούσα να φανώ λίγο γενναίος.
    είναι μια άθλια υπόθεση
    όμως το δένδρο εκεί έξω δεν το γνωρίζει:
    το παρακολουθώ να λυγίζει με τον άνεμο
    κάτω απ΄τον απογευματινό ήλιο.

    δεν υπάρχει τίποτα να δηλώσουμε τώρα πια,
    μόνο μια αναμονή.
    ο καθένας την αντιμετωπίζει μόνος του

    Ω, ήμουν κάποτε νέος,
    Ω, ήμουν κάποτε απίστευτα
    νέος!

    Henry Charles Bukowski, 16 Αυγούστου 1920 - 9 Μαρτίου 1994
     
  9. dina

    dina Σκλαβα της Brt Contributor

    Θα τον ξεχάσουμε, καρδιά
    Εσύ κι εγώ απόψε!
    Ξέχνα τη θέρμη που έδωσε
    Το φως θα το ξεχάσω εγώ


    Και σαν τελειώσει η προσευχή
    Πες μου, κι εγώ κι οι σκέψεις
    Θα ξεθωριάσουμε εμείς
    Μόνο μονάχα μην αργείς!
    Όσο εσύ καθυστερείς
    Ραγίζει η μνήμη επιρρεπής

    Εμιλι Ντικινσον
     


  10.  
  11. Soraya

    Soraya Guest

    Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.

    Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:

    Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.

    Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη. Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.
    Πάμπλο Νερούδα
     
  12. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Το γράμμα

    Στην τσέπη του παλτού σου,
    παλιό σουσάμι,
    φλούδια φιστικιών
    και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
    Ξύπνησαν λέξεις,
    φράσεις ανακλαδίστηκαν,
    έτριξα μήνες εκεί μέσα,
    μέρες του κρύου,
    νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
    μήπως ακούσεις.
    Άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς,
    κόπηκα, ράφτηκα εν αγνοία σου
    κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
    Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
    κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας,
    αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
    ή αντί να με ξεγράψεις
    στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο,
    θα σφίξω, θα μαζέψω
    σε σουσάμι ή φλούδι
    κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
    Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

    ( Γιάννης βαρβέρης )