Αιτία διαζυγίου ( μια παραβολή )

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος -Volt-, στις 27 Ιανουαρίου 2018.

  1. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Αιτία διαζυγίου,
    ( τα ονόματα, οι περιστάσεις και ό,τι άλλο γράφουν οι φτασμένοι συγγραφείς είναι συμπτωματική φαντασιοπληξία απ' την κεφάλα μου )


    Γνώρισα την Αγγελική σε μια επιτροπή για τα αδέσποτα της γειτονιάς, σε μια εποχή που περισσότερο λέγαμε και λιγότερο πρόθυμοι είμαστε να κάνουμε. Οι γνωστές συνελεύσεις, αντίστοιχες ίσως με αυτές της πολυκατοικίας. Ανταγωνισμός, κλίκες, ψευτοεντυπωσιασμοί και οι γνωστοί τύποι που κάθε ζήτημα είναι κατάλληλο για να φλερτάρουν. Την ξεχώρισα αμέσως, γιατί στην πραγματικότητα δεν ξεχώριζε από την οποιαδήποτε γυναίκα συναντάς σε ένα χώρο εργασίας που σέβεται τον εαυτό της κι έχει μια μικρή φιλοδοξία καριέρας και που ωστόσο ήταν εντελώς αταίριαστη με το ταγεράκι, τα γυαλιστερά ίσια παπούτσια, το καλοχτενισμένο ξανθό κεφάλι και το διακριτικό βάψιμο σε μια συγκέντρωση εν προκειμένω, για τους ασυνείδητους με τις φόλες. Ξεχώριζε τόσο πολύ απ’ το συνηθισμένο που εδώ χτύπαγε σαν κόκκινο πάνω στο άσπρο και αμέσως μαγνητίστηκα με τη μισή προσοχή μου στα γενόμενα, έμενα μάλλον σκεφτικός, κοιτώντας τη.


    Αποδείχτηκε πως η πραγματικότητα ήταν πολύ κοντά σε αυτό που φαντάστηκα. Γραμματέας καριέρας, εξελίχτηκε στο δεξί χέρι ενός διευθυντή πρώην αριστερού, πρώην σοσιαλιστή, με περίεργα γούστα στις γυναίκες και στα πουκάμισα λαχούρι. Μάλλον κατά κάποιο τρόπο συμπλήρωνε τον αντρισμό του εκεί που υπολειπόταν και τόνιζε τη θηλυκότητα του, εκεί που παραήταν μπρουτάλ. Έκανε κάποιο μεταπυχιακό που της πρότεινε ο κύριος Άκης και στα σαρανταένα της σχεδόν είχε φτάσει στην κορυφή των επιδιώξεων της. Απ’ την άλλη εγώ στα εικοσιοχτώ μου ακόμη δεν είχα κατασταλάξει ούτε επαγγελματικά, ούτε σε αντιλήψεις, ή παρέες. Μοτό μου εκείνη την εποχή ήταν το ‘’όλα παίζονται’’. Παρόλ’ αυτά, είχα βρει τη γυναίκα της ζωής μου. Η Ελευθερία στα εικοσιτρία της, απόφοιτος αρχιτεκτονικής για τη χαρά του μπαμπά, πιανίστρια για τη μαμά, ζωγράφος για να μην την πνίξουν όλα αυτά, ήταν μια αγριόγατα στο κρεβάτι, όπου ακόμη κι αν με είχαν ενοχλήσει οι νυχιές και το βρωμόστομα της στο κρεβάτι, δε θα την είχα πείσει να σταματήσει.


    Λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του Σημίτη όπως την ονομάζαμε, τότε που γυρίσαμε στο ευρώ δέχτηκε να γίνει γυναίκα μου. Δεν ξέρω γιατί δέχτηκε, ούτε γιατί της το πρότεινα. Όμως ότι κι αν πίστευα για το γάμο, θα αποδεικνυόταν πλάνη, ίσως η πρώτη από πολλές που ακολούθησαν.


    Ποτέ δεν είχα σταθερούς φίλους, περισσότερο ανθρώπους που έκανα παρέα, εκείνους που μόνο ριψοκινδυνεύοντας θα εμπιστευτείς αν πιείς ένα ουίσκι παραπάνω. Κι όμως αυτή η άρτσι μπούρτσι και λουλάς παρέα που είχα αποχτήσει με τα χρόνια διοργάνωσε το πάρτι της τελευταίας ελεύθερης ημέρας μου. Τα μέλη της επιτροπής καλέστηκαν κι αυτά. Δεν είχα σκοπό μια νύχτα ακολασίας, περισσότερο ένα κεφάτο πάρτι με πολύ αλκοόλ που η Ελευθερία δεν το γουστάριζε καθόλου και συνήθως πηγαίναμε στο σινεμά ή για φαγητό στις εξόδους μας.


    Το μαγαζί που επιλέχτηκε λεγόταν ‘’Υδρορροή’’. Το είχε ο γιος ενός εργολάβου που έμεινε γνωστός γιατί χτύπησε μέχρι θανάτου μ’ ένα σωλήνα υδρορροής, έναν εργάτη που του χρέωνε ακμές. Ο γιος, ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος αντί να κρυφτεί, ή να κρύψει το όνομα του, έμεινε στην ίδια γειτονιά κι έδωσε αυτό το όνομα στο παμπ του.


    Πάντα μου άρεσε αυτό το μαγαζί, τόσο για την επιλογή της μουσικής, όσο και για την ιστορία του ονόματος του. Ήταν βέβαια έξτρα δέλεαρ πως χρέωνε σπέσιαλ ποτά στην τιμή των απλών. Ο καφές του ήταν φριχτός και τα παξιμαδάκια γλυκάνισου εντελώς άστοχη επιλογή. Όμως ένα ουίσκι πάντα συνοδευόταν από τρία πιάτα συνοδευτικών. Είδα πολλούς ανθρώπους που είχα χρόνια να δω, ακόμη και μια συμμαθήτρια απ’ το λύκειο που κάποτε τη συνάντησα στα Εξάρχεια στα φοιτητικά χρόνια και την έπεισα να μου πάρει το πρώτο τσιμπούκι της ζωής της. Με είχε πονέσει γιατί δεν ήξερε τι έκανε, όμως η απωθημένη σκέψη της απ’ τα μαθητικά χρόνια ήταν ένα ικανοποιητικότατο αντιστάθμισμα. Αυτή τη φορά βέβαια ούτε εκείνη έδειξε τίποτα, ούτε εγώ ήθελα να αλλάξω την Ελευθερία μου για δέκα λεπτά ξαλαφρώματος.


    Περίμενα πως θα περάσει η Αγγελική. Τελευταία μιλούσα και χωρίς να κατανοώ τους λόγους, άλλωστε δεν ήξερα και πολλά για τον εαυτό μου τότε, είχα χαρεί που τινάχτηκε κι έκαναν ένα πετάρισμα τα μάτια της, όταν της είπα για τον προσεχή γάμο μου. Συχνά την πετύχαινα στο δρόμο που έβγαζε βόλτα το Νέας Γης της, την Άρτεμη. Μου άρεσε η παρέα της, ήταν πολύ φυσική, καλόβολη και ήρεμη. Η Ελευθερία ήταν όλο εξάρσεις, μικρές ιδέες, ένα κυνήγι του φωτός. Κάπου κάπου χαιρόμουν αυτή την πραότητα. Η αλήθεια είναι πως μου μύριζε, εννοώ πως δε μου είχε ξανασυμβεί ως τότε μια γυναίκα στην περίοδο της να μου μυρίζει, φανταζόμουν συχνά να της πηδάω το πόδι, όπως κάνουν τα σκυλάκια του καναπέ στα λούτρινα κουκλάκια τους. Απ’ την άλλη δε με φανταζόμουν με μια σαραντάρα και σεξουαλικά αυτή η ηρεμία με ξενέρωνε, δε μπορούσα να φανταστώ να κάνω σεξ λάου λάου.


    Ήταν το τελευταίο ξυδάτο καρότο στην πιατέλα. Το λιμπιζόμουν ώρες. Ένα δάχτυλο το τράβηξε από μπροστά μου. Πρόσεξα το δάχτυλο, λεπτό δάχτυλο, νύχι βαμμένο μαύρο με κάποιο σχεδιάκι. Κοίταξα χαζοχαρούμενα μες στην αρχή της μέθης μου να δω ποιος μου πήρε το καρότο μου. Αμφέβαλα αυτοστιγμής για το πόσο έχω πιει. Ήταν και δεν ήταν η Αγγελική. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν άφτιαχτα, πεσμένα παντού στο πρόσωπο της, τα μάτια της βαμμένα με έντονες σκιές του μωβ και του μπλε, περίτεχνο βάψιμο, χείλη στο ροζ ανοιχτό, το μπλουζάκι της σε κάποιο χρώμα γήινο με βαθύ ντεκολτέ, έδινε την αίσθηση πως δε φορούσε σουτιέν. Ποτέ μα ποτέ κι αν μου το λέγανε δε θα μπορούσα να τη φανταστώ με πέτσινο παντελόνι. Τα πόδια της ήταν πολύ λεπτά, σαν ξυλαράκια. Φορούσε πέδιλο μαύρο, με πολλά δεσίματα και πολύ ψηλό τακούνι. Κι όμως στο νου μου, την ένιωθα πιο ερωτική με τις ροζ ανοιχτές φόρμες που έβγαζε βόλτα το σκύλο.


    ‘’Το θες’’ με ρώτησαν άηχα τα χείλη της. Την κοίταξα σκεπτικά, δεν απάντησα τίποτα. ‘’Τι’’ μου ξανάπε άηχα και το γαλάζιο βλέμμα της άστραψε. Πάλι δεν απάντησα. Κάτι μέσα μου ήθελε να την τσιγκλίσω, να τη συντρίψω κατά κάποιο τρόπο. Ήρθε κοντά μου βιαστικά. Ανασηκώθηκε στο αυτί μου, τονίζοντας τις λέξεις είπε ‘’θες να φύγω μαλάκα’’. Σοκαρίστηκα. Ποτέ δεν την είχα ακούσει να μιλάει έτσι, μια ιδέα βότκας μου ήρθε στη μύτη. Πρέπει να είχε πιει. Τα μάτια της γυάλιζαν.

    ‘’Τι πρόβλημα έχεις’’;

    ‘’Είσαι μαλάκας αυτό έχω’’

    ‘’Δρόμο στο σκύλο σου΄΄

    ‘’Ό,τι γουστάρω θα κάνω. Δε σου ανήκει το εδώ’’

    ‘’Ελληνικά δεν έμαθες κουκλίτσα μου’’

    ‘’Κουκλίτσα με λέει μόνο ο γαμιάς μου’’

    ‘’Αφού δεν έχεις χαχαχαχα’’

    ‘’Και που ξέρεις εσύ ο τυφλός ποιος με γαμεί’’;

    ‘’Βλέπω την τρέλα της αγαμίας σου’’

    Έκανε στροφή να φύγει, την έπιασα απ’ τον αγκώνα. Γύρισε οργισμένη, τα μάτια της άστραφταν.

    ‘’Άσε με. Άσε με ΤΩΡΑ’’

    Πλησίασα κοντά της και της είπα ‘’έχω καβλώσει’’

    Δεν κόπηκε καθόλου όταν μου απάντησε ‘’τότε τι κάνουμε ακόμα εδώ’’;


    ( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ )
     
    no_Taboo, STAL, anmaya and 15 others like this.
  2. Circe

    Circe Lemon zest

    Δεν ήξερα ότι η πρωτοχρονιά που γυρίσαμε στο ευρώ, ονομαζόταν του Σημίτη!
     
    gaby_m, Candl and -Volt- like this.
  3. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    έμπνευση της στιγμής :p
     
    LilithOnTop and Circe like this.
  4. cadpmpc

    cadpmpc Contributor

    Καλοειπωμένο...
     
    -Volt- likes this.
  5. Hankok

    Hankok "What if I fall?" "Darling... What if you fly?"

    Τοσα μπινελικια για ενα καροτο; lol!!
    :p:p:p
     
    Circe and -Volt- like this.
  6. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Δεν καταλάβαινα ολότελα τι έκανα. Περπατούσαμε μαζί στα στενά των Πατησίων δυο σιωπηλές μορφές αλαφροπατώντας στα βρεγμένα πεζοδρόμια. Δίπλα μου έβλεπα γυαλιστερούς τους πόρους της ασφάλτου. Κανένα αυτοκίνητο δε διέκοψε δυστυχώς την αταξία μέσα μου, το χέρι μου παρέμενε στη μικρή παλάμη της, με τα μπηγμένα νύχια στη σάρκα μου. Προπορευόταν ελαφρά κι ενώ δε θα είχε τη δύναμη να με σύρει, εγώ έτσι το ένιωθα. Πως με παρακινούσε, με ξεγέλαγε με κάποιο φίλτρο μαγικό, με γήτευε διαρκώς και δε μπορούσα να σταματήσω. Από ‘κεινη τη στιγμή δεν ήμουν πια ο Σπύρος, αυτονοματίστηκα Οδυσσέας, έστω και άτυχος, άνους, αλλά Οδυσσέας.


    Πόσες λεπτομέρειες δεν είχα προσέξει σ’ αυτό το δυάρι κι είχα μπει τόσες φορές. Άλλαξε η σύσταση μεταξύ μας, ίσως αυτό να ήταν. Το ανεμοδαρμένο δέντρο στη σέπια φωτογραφία δεν ήταν δέντρο, ήταν μουνί. Τα κάτω λαχανί πορτάκια στο σύνθετο δεν ήταν άλλα δυο ντουλάπια, είχαν διαφορετικό πλάτος και μήκος, πρέπει να ήταν κρεβάτι. Πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι Χεραντούρα, το πώμα πεταμένο στο πάτωμα, κανένα ποτήρι τριγύρω, ο σκύλος στο διθέσιο καναπέ δεν κουνήθηκε. Κρατώντας με πάντα πλησίασε το παλιό τέκνικς και πάτησε το κουμπί. Κάτι σκληρό, βαθύ, με κάτι γλυκύτερο από πίσω ξεκίνησε να παίζει γρήγορα. Σα βιασμός μπήκαν τα τύμπανα, δυο φωνές παραμορφωμένες μπήκαν στο παιχνίδι, δε μπορούσα να το ακούσω με τίποτα – δεν ήθελα να σταματήσει για κανένα λόγο.


    Πήγαμε σα σιαμαία στο τραπέζι, χούφτιασε το μπουκάλι με το άλλο χέρι, ήπιε απ’ ευθείας απ’ το στόμιο. Μου το ‘βαλε στα χείλη, σα σεισμός χτύπησε το στόμιο στα δόντια μου, βόγκηξα υπόκωφα, ο λάρυγγας μου άνοιξε, σαν ξέφρενο νερό μ’ αγκάθια κύλησε η τεκίλα. Πνίγηκα, σταγόνες έφυγαν απ’ το πιγούνι μου. Πήρε το μπουκάλι, ανασηκώθηκε κι έγλειψε τις σταγόνες απ’ τα γένια μου. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου, ελευθέρωσε το χέρι μου, έβγαλε και πέταξε τη μπλούζα και τα πέδιλα της αυτοστιγμής. Έμεινε μπροστά μου, κοιτώντας με περήφανα. Όπως έμεινα να κοιτώ τους φουσκωμένους, πάλλευκους λόφους, τις μεγάλες ανοιχτόχρωμες ρώγες, τώρα σηκωμένες, πρησμένες, κατάλαβα πως τις είχα φανταστεί φορές και φορές γαμώντας την Ελευθερία.


    Πελάγωσα. Τρόμαξα. Πως μαθαίνει κανείς τον εαυτό του; Πώς να αυτοκαταγραφεί; Να θυμάται; Να αναγνωρίζει; Πλησίασε κι άλλο, στρίγκλισε ‘’κάνε το ίδιο’’. Ταράχτηκα, δεν καταλάβαινα, συγχύστηκα απ’ τη στριγκλιά, στιγμή δε σκέφτηκα γιατί δε φοβάται μην ακουστεί. Έβγαλα τα σκαρπίνια κι ένιωσα μια ανακούφιση απ’ την πίεση που έφυγε απ’ τα κουντεπιέ μου. Δε σκέφτηκα να κάνω παιχνίδια, το ομολογώ κι ίσως ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινα μια διεργασία του εσωτερικού ανθρώπου μέσα μου, τη φοβόμουν. Γρήγορα ξεκούμπωσα τα κουμπιά του πουκαμίσου μου, το φανελάκι βγήκε μαζί με τα μανίκια, μπουρδουκλώθηκα μέσα τους, την κοίταξα περιμένοντας βλέμμα επιβεβαίωσης, βρήκα μόνο οργή.

    ‘’Τώρα θα σε γαμήσω’’ μου είπαν άηχα τα χείλια της.


    Το χέρι της χώθηκε στα στήθη μου, έβαλε τόση δύναμη που το ένα νύχι της τσάκισε πάνω στο δέρμα μου, αίμα έτρεξε…

    ‘’Θες να στο γλείψω’’;

    ‘’…’’

    Τα χείλη της δάγκωσαν τις ρώγες μου, τρίχες ξεκόλλησαν απ’ το στήθος μου, προσπάθησα να την απομακρύνω μαλακά, με απώθησε. Ένιωσα ανακούφιση, σχεδόν ικανοποίηση όταν η γλώσσα της με κύκλους πήρε το αίμα, φίλησε την αμυχή, κατέβηκε προς τα κάτω δαγκώνοντας απαλά. Μου ξεκούμπωσε το παντελόνι, τον έβγαλε μέσα απ’ το μποξεράκι, μαλακός ακόμα, τον κράτησε απαλά κι η γλώσσα της πήγαινε πάνω κάτω κατά μήκος. Άρχισα να σκληραίνω, κυκλάκια γύρω απ’ τη βάλανο μου, η γλώσσα της στο κάτω μέρος του πέους μου που σκλήραινε ολοένα. Με πήρε στο στόμα της, τον έβαζε και τον έβγαζε μαλακά και το αμέσως επόμενο λεπτό που ήδη το μυαλό μου ετοιμαζόταν ν’ αρχίσει να καλπάζει στην απιστία μου και πως θα ξεμπλέξω απ’ τις τύψεις, πως θα με πείσω να μην το ξανακάνω, τον ένιωσα να ζεσταίνεται μπαίνοντας στο στόμα της και τότε καθώς τον έβγαζε κόντεψα να λιποθυμήσω απ’ αυτό τον πόνο, δεν είχα ξανανιώσει έτσι… τη θέση των χειλιών της πήρανε τα δόντια της, πίεζαν, έγδερναν το δέρμα Νόμιζα πως δε μπορεί να γίνει πιο έντονο και τότε μου σύνθλιψε με τα δόντια της το πουτσοκέφαλο.


    Ανασηκώθηκε, σάλια έτρεχαν απ ‘ το πηγούνι της, τα μάτια με κοίταγαν με τρελή χαρά.

    ‘’Βγάλτα όλα’’ είπε βραχνιασμένα.

    Δε μπορούσα να μιλησώ. Σήκωσα το πεσμένο παντελόνι και το μποξεράκι, κούμπωσα το παντελόνι. Με κοίταγε με απογοήτευση. Πήγα να πιάσω το φανελάκι και το πουκάμισο που πριν λίγο είχα βγάλει με τόση προσμονή. Με μια ανησυχία, τα τράβηξε. Για λίγο τραβάγαμε κι οι δυο, δάκρυα κυλούσαν στα μάτια της, με λύσσα τράβαγα, την έλεγα τρελή και μαλακισμένη, έκλαιγε και παράλληλα γέλαγε, δε μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει, τη στιγμή που τραβώντας την έφερνα κοντά μου κι έπαιρνα τον έλεγχο, κάβλωσα τόσο απίστευτα όσο ποτέ ξανά.

    ‘’Μη φύγεις σε παρακαλώ. Θα σε … αγαπήσω. Μόνο αυτό θα κάνω’’ μου είπε διστακτικά.


    Την έπιασα απ’ τους ώμους, την έφερα κοντά μου, τη φίλησα με τρυφερότητα, έγλειψα κάθε δάκρυ.

    ‘’Τι θα μου δώσεις για να μη φύγω γριά’’;

    Πόνος ανάβλυσε απ’ τα μάτια της, αν ήταν δάκρυα, θα ήταν από αίμα.

    Θα σου δώσω τα πάντα’’


    Στο δωμάτιο παρατήρησα κάτι που δεν ήξερα τι σημαίνει, το κατέγραψα αλλά ωστόσο δεν με τρόμαξε, ίσως και να έπρεπε, ίσως η ζωή μου να ήταν τώρα συμβατικά απόλυτα ευτυχισμένη. Δίπλα στο ντουί του φωτιστικού, υπήρχε μια ορειχάλκινη θηλιά πολύ στενή, πιασμένη σε ένα κρίκο χωμένο βαθιά στο ταβάνι. Την πέταξα στο κρεβάτι, την ξεκούμπωσα, το μούνι της γυάλιζε ξυρισμένο, με μικρούς ερεθισμένους πόρους απ’ την αποτρίχωση. Μια εικόνα ξέφυγε από κάθε έλεγχο μου, με φαντάστηκα να την ξυρίζω εγώ, με ξυράφι χωρίς αφρό, ή κρέμα και να τη σκίζω, να την πονάω, αίμα να βγαίνει κι εμένα να πέφτω στα γόνατα και να το παίρνω μαζί με το μουνόχυμα. Κλονίστηκε μέσα μου ένας απαράβατος τοίχος, άκουσα το μέσα μου να μου μιλάει και δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε, αλλά το άκουγα να μουρμουρίζει. Έδιωξα σκέψεις, λέξεις και εικόνα. Γδύθηκα, απαλά την κράτησα ανασηκωμένη απ’ τους γοφούς, στα χέρια μου ήταν σαν παιδική κούκλα, άβουλη κι όμως τόσο ερωτική – η ίδια μυρωδιά της καβλωμένης γυναίκας σε περίοδο.


    Το χέρι μου περιπλανήθηκε μέσα στην τρύπα της, είχα δίκιο το έβγαλα κόκκινο.

    ‘’Είσαι σίγουρη’’; Με κλειστά μάτια μου ένευσε ναι.

    ‘’Δε θα πονέσεις’’;

    ‘’Όχι’’


    Έβαλα το πουτσοκέφαλο μου μόνο μέσα της και ξεκίνησα να τη γαμάω επιφανειακά, λίγο λίγο, λίγο λίγο. Άνοιξε τα μάτια της, σχεδόν διάφανο βλέμμα που σκοτείνιαζε με βιασύνη. Δεν πρόλαβε να πει ή να κάνει κάτι, τη χτύπησα με τον πούτσο μου μπαίνοντας με αδιάκριτη βία ως τη βάση μου. Πάλι! Πάλι! Πάλι!

    Ξανά έξω έξω, έξω, έξω έξω, έξω… Μέσα, φάτον νόμιζα πως έλεγα μέσα μου μα την ίδια στιγμή καταλάβαινα πως τη γάμαγα άγρια και εγώ που δεν έλεγα λέξη ποτέ και σε καμιά, παρά τα παράπονα ειδικά της Ελευθερίας, της μιλούσα, σαν ο εσωτερικός μου άνθρωπος να με είχε εκτοπίσει.

    ‘’Φάτον πουταναριό’’ έλεγα και ξαναλεγα, έλεγα και ξανάλεγα, έλεγα και ξανάλεγα…

    ‘’Άρρωστη, μέγαιρα, ξεκωλιάρα, θα σε σκίσω στα δύο’’…


    Με μια επιδέξια κίνηση που δεν κατάφερε το μάτι μου να προλάβει, τραβήχτηκε κι έκατσε στον κώλο της πάνω στα μαξιλάρια και με κοιτούσε αναμαλλιασμένη, το χαμόγελο της σα να είχε βγει από ταινία τρόμου.

    ‘’Σου είπα απόψε εγώ θα σε γαμήσω’’

    Κατάλαβα πως κοιτούσε τον κρίκο πίσω μου,

    ‘’Σήκω’’ είπε απαλά παρόλ’ αυτά και προς αιωνία μου αναρώτηση, το έκανα….


    ( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ )
     
  7. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Στάθηκε μπροστά μου, τα στήθη της ακουμπούσαν στο στέρνο μου, ήταν πιο κρύα από ‘μενα, με κοίταζε και δεν ήμουν σίγουρος τι ήταν αυτό που διέκρινα, το βλέμμα της σκοτεινό και όμως απλόχερο, αχανές, έτοιμο για κάτι που τότε δεν ήξερα τι σήμαινε.


    - Θα με δέσεις ή θα σε δέσω; Είπε γλυκά

    - Δε βγάζω τέτοια γούστα γριά

    τα λόγια μου μαχαίρωναν, δεν ξέρω γιατί αλλά μου το ‘βγαζε

    - θέλω να πιω τα χύσια σου

    Δεν περίμενε καμιά απάντηση από ‘μενα, γονάτισε και με πήρε στο στόμα της. Στην αρχή αρνιόμουν να καυλώσω, φοβόμουν πως θα επαναλάβει το δάγκωμα. Ξεκίνησε να μου κάνει μια χαλαρή μαλακία κι ύστερα τα χείλη της ανακουφιστικά, τρυφερά, ζεστά. Καύλωσα πολύ. Μπαινόβγαζε το καυλί μου γρήγορα μέσα στο στόμα της, την είχε πιάσει αμόκ. Εκσφενδονίστηκαν βαθιά στο στόμα της και γύρω απ’ το πηγούνι και κάτω απ’ τη μύτη της, ήταν πολλά, παχύρευστα, περισσότερο λευκά απ’ ότι τις περισσότερες φορές. Άδειασα… Το καυλί μου παλλόταν ακόμη μπροστά στο πρόσωπο της…


    - Πάρτον από μπροστά μου γιατί αλλιώς θα σε πονέσω

    Η φωνή της ακούστηκε άχρωμη, επίπεδη, σκληρή σα να μιλούσε γερμανικά

    Πισωπάτησα. Την κοιτούσα, δεν ήξερα τι ήθελα πάντως όχι να τελειώσει αλλά ούτε και σκεφτόμουν αγκαλιάσματα και τρυφερές καληνύχτες. Ήθελα να τη γαμήσω ακόμη πιο πολύ, με πόνο. Να πονάω, να πονάει και να μη σταματάω. Αυτό ήθελα.


    - Αυτό ήταν; Τόσο κρατάνε οι σαραντάρες αυτή την εποχή;

    - …

    - Μου φαίνεται θα πάω να γαμήσω τη δικιά μου τώρα, έχει ταινία στα γαμήσια


    Σηκώθηκε αποφασιστικά, με έσπρωξε προς τα πίσω, πιάνοντας και πιέζοντας υπερβολικά τον πούτσο μου που ξεκαύλωνε σίγά. Φτάσαμε κάτω απ’ τον κρίκο. Απομακρύνθηκε, έφερε μια κοντή αλλά χοντρή αλυσίδα, όχι πολύ βαριά.

    - Πέρασε τη στον κρίκο γαμιά μου,

    Αυτό το ‘’γαμιά μου’’ το είπε με τόση παράκληση και υποταγή που δε δίστασα, έκανα όπως μου ζήτησε.

    Μου έδωσε αληθινές χειροπέδες και μου έδειξε πως θα τις ανοίξω και πώς να περάσω τη δαγκάνα της μιας απ’ τους κρίκους της αλυσίδας.

    - Τώρα πέρνα τη στο χέρι σου

    - Όχι! Εσένα θα δέσω

    - Εσύ έχυσες, σειρά μου..

    Η απαίτηση στον ήχο κι όχι στις λέξεις με καύλωσε, τον ένιωσε να πιέζει την κοιλιά της και χαμογέλασε με κακία.

    - Θα σου πάρω πολλές πίπες μωρό μου να ‘σαι σίγουρος. Αλλά τώρα θα χύσω ΕΓΩ!

    Πάλι η ίδια στριγγλιά.

    Πέρασα την αλυσίδα στον καρπό μου κι ύστερα χωρίς να περιμένω να το πει, δεν την ταλαιπώρησα, πέρασα την άλλη στο άλλο μου χέρι και με κάποια δυσκολία την έκλεισα. Ήμουν δεμένος, τέσταρα τα δεσμά μου, θα ήταν αδύνατο να τα σπάσω με κάποιο τρόπο. Τα χέρια μου ήταν πιασμένα σε διαφορετικά ύψη, δεν τεντωνόμουν πολύ, η προέκταση της αλυσίδας βοηθούσε σ’ αυτό.

    Έφυγε, την άκουγα κάτι να κάνει στην κουζίνα αλλά δεν καταλάβαινα τι. Γύρισε μετά από λίγο με μια τσίγκινη κούπα απ’ αυτές που παίρνουμε στα κάμπινγκ. Χωρίς καμιά προειδοποίηση, ζεστό, πάρα πολύ ζεστό νερό έπεσε πάνω στο στήθος μου. Η ανάσα μου κόπηκε κι ύστερα ούρλιαξα τόσο πολύ που ένιωθα πως θα πεθάνω απ’ τον πόνο στο λαιμό μου. Δεν είχα προσέξει πως κρατούσε κι ένα μπολάκι ρηχό. Μ’ ένα φαρδύ πινέλο άπλωσε στο στήθος μου ζεστό, αλλά όχι πολύ, μέλι. Συνέχιζε να το απλώνει, έφτασε μέχρι τον πούτσο μου. Με μαλάκισε λίγο με το άλλο της χέρι κι όταν ένιωσε να ανταποκρίνομαι, μου τον άλειψε με το ζεστό μέλι.


    Απομακρύνθηκε λίγο, στάθηκε και με κοίταζε, έγλυφε τα χείλη της όπως κάνουν οι γυναίκες όταν γουστάρουν. Η ίδια άγρια θέληση μέσα μου να την προσβάλω ξεπρόβαλε.

    - Αν μ’ αφήσεις για πολύ έτσι γριά θα ξεκαυλώσω και μετά δε θα σε γαμήσω

    Άργησε να απαντήσει, αλλά όταν το έκανε, τρόμαξα απ’ την παγωμάρα στη φωνή της, καλύτερα να μην το έκανε. Και παρόλ’ αυτά, η στύση μου έγινε τρομερή.

    - Θα καυλώσεις όσες φορές θέλω κι αν δε χύσεις όλες τις φορές θα σ’ αφήσω για πάντα εκεί! Θα σε πονέσω αν δε χύνεις, να το ξέρεις μωρό μου!

    Δεν έκανε τίποτε άλλο, έμεινε και με κοίταζε με ικανοποίηση να γίνομαι ανήσυχος, να κουνιέμαι σπασμωδικά, να παρακαλάω να με λύσει όταν ένιωσα πια η ενόχληση απ’ τις ελαφρά τεντωμένες μου μασχάλες, να γίνεται εντονότερη. Έφερε μια καρέκλα με βελούδινο ύ6φασμα. Την έστησε σε κοντινή απόσταση. Κάθισε όσο πιο κάτω μπορούσε, άπλωσε το πόδι της και μου χάιδευε το καυλί. Το ένα της χέρι έπιασε σφιχτά την κλειτορίδα της και το δάχτυλο του άλλου χεριού το έβαλε τεντωμένο μέσα στην τρύπα της κι έπειτα το λύγισε προς τα μέσα και πάνω. Άρχισε να τραντάζεται και το πόδι της δε σταμάτησε λεπτό να με χαϊδεύει. Καύλωσα πάλι, το θέαμα ήταν απίστευτο. Κράτησε ώρα αυτό, κατάλαβα πως χύνει, δυστυχώς δεν είχα πάρει σοβαρά τα λόγια της. Δεν έχυσα εγώ και τότε δίπλωσε το πόδι της κι ακαριαία με δύναμη, πολύ δύναμη με κλώτσησε στα γεννητικά όργανα. Ούρλιαξα…


    - Στο είχα πει αγοράκι! ΕΓΩ το αγοράκι μου θα το τιμωρώ για πάντα….

    Πάλι η ίδια τσιρίδα κι όμως αυτό το για πάντα κάτι έκανε μέσα μου, η εντύπωση πως το εννοεί, ο τρόμος πως θα μείνω εκεί πάνω, η ιδέα πως θέλει αυτό να κρατήσει πραγματικά για πάντα, ζεστάθηκα από τρυφερότητα που δεν περίμενα. Κάτι διέκρινε στο βλέμμα μου…

    - Αγάπησες τη φίλη αυτό το ξέρω μωρό μου. Τώρα θα αγαπήσεις τη γυναίκα. Για πάντα!


    Σηκώθηκε, κλώτσησε την καρέκλα που έπεσε με κρότο, με τάραξε ο ήχος, τον άλλο απ’ τη μουσική της τον είχα συνηθίσει, άλλωστε έφτανε σιγανός ως εμάς. Έφυγε, έφερε τη σκάλα και την έστησε μπροστά μου, ανέβηκε, τούρλωσε τον κώλο της, περνώντας το κεφάλι της κάτω απ’ τον κορφιά της σκάλας. Το υγρό μουνί της, αν άπλωνα τη γλώσσα μου θα χωνόταν μέσα του, η μαυρισμένη κωλότρυπα της λίγο ακόμη και θ’ ακουμπούσε τη μύτη μου. Είχε ανεβάσει το μπολάκι μαζί της. Με το δάχτυλο α ν και δυσκολεύτηκε απ’ την άβολη στάση, άπλωσε πολύ κρύο πια, μέλι στον κώλο και το μουνί της.

    - Κάνε με γυναίκα πάλι! Κάνε με δική σου μωρό μου…


    Διστακτικά, προσπάθησα να τη γλείψω, το μέλι ήταν πολύ γλυκό, μια ανόητη ιδέα μου ήρθε να τη ρωτήσω τι μάρκα είναι, μου άρεσε πολύ. Τέντωσα τη γλώσσα μου προς τα πάνω και πήρα όλο το μέλι απ’ την κωλότρυπα της κι έπειτα απαλά έγλειψα την ίδια την τρύπα, κατέβηκα πιο χαμηλά στη ζώνη παρκαρίσματος όπως λέγαμε εκείνα τα χρόνια την ενδιάμεση ζώνη κι έπειτα στο φουσκωμένο μελωμένο μουνάκι της. Ξεκίνησα να τη γλείφω και την ίδια στιγμή ένιωθα το χέρι της μανιωδώς να τσιμπάει την κλειτορίδα της.


    Ναι έχυσε, έτρεμε.


    - Τελειώσαμε; Ρώτησα με εξάντληση στη φωνή. Γέλασε δυνατά, δε μίλησε ωστόσο. Κατέβηκε απ’ τη σκάλα, την απομάκρυνε κι έπειτα ήρθε πάλι μπροστά μου, ασυναίσθητα φοβήθηκα πως θα με πονέσει πάλι. Ο πόνος απ’ το καμένο στήθος μου είχε καταλαγιάσει όμως. Με φίλησε πολύ απαλά, σχεδόν δειλά θα έλεγα, πολύ τρυφερά και παιχνιδιάρικα δάγκωσε το πιγούνι μας, μέσα μου άφησα να κυλήσει η ελπίδα πως όλα τώρα θα γίνονταν φυσιολογικά, θα με έλυνε, θα την έπαιρνα αγκαλιά, θα κάναμε έρωτα. Μου έγλειφε τώρα το λαιμό, με δάγκωνε πολύ προσεκτικά. Αφιέρωσε ώρα να κάνει το στήθος, την κοιλιά μου, το όσχεο να μην κολλάνε πια, πήρε όλο το μέλι. Δεν είχα καυλώσει ακόμα. Δε με άγγιξε. Ανασηκώθηκε ανάλαφρα, με κοίταξε με τρυφερότητα στα μάτια

    - Θέλω να καυλώσεις, θέλω να χύσεις αγάπη μου. Μη με κάνεις σε παρακαλώ να σε πονέσω. Έχεις τρία λεπτά.

    Άρχισε αργά να κατεβαίνει απ’ το 180 με ψιθυριστή φωνή, δε με άγγιζε καθόλου κι όμως απ’τη μυρωδιά της, απ’ τον τρόμο μου, απ’ την πίπα της πριν καύλωσα. Όχι πολύ, αλλά καύλωσα. Σταμάτησε το μέτρημα στον αριθμό 55. Γονάτισε, έκατσε πάνω στα γόνατα μπροστά μου. Με πήρε στο στόμα της, δεν κουνιόταν και τότε αν και δυσκολευόμουν να την καταλάβω το μέτρημα ξανάρχισε. Είχα τρομοκρατηθεί. Σκεφτόμουν τον πόνο, φοβόμουν τον πόνο, ως εκεί άφηνα τη σκέψη μου να φτάσει. Στον αριθμό 10 επέτρεψε στον εαυτό της ένα σχεδόν μαλακό δάγκωμα. Κι όμως το δάγκωμα, ίσως και το πλαίσιο δεν ξέρω, η στύση μου έγινε πραγματική. Με ικανοποίηση, ένιωσα να πνίγεται. Με τα χέρια της μου χούφτωσε τα κωλομάγουλα και άρχισε να σφίγγει με δύναμη, με πόνεσε. Τα δάχτυλα της άγρια, αρπακτικά ανέβηκαν στη βάση της πλάτης μου, την ίδια ώρα με έσκιζε με τα νύχια της και με πίεζε πάνω στο στόμα της. Δε με έβγαζε από μέσα και με τη γλώσσα της έκανε κύκλους γύρω απ’ τον πούτσο μου και κατά διαστήματα πολύ απαλά με δάγκωνε. Δεν το πίστευα πως θα καταφέρω να χύσω, μα τη στιγμή που το ξύσιμο έγινε εφιαλτικό, μια ποσότητα όχι πολύ μεγάλη αλλά που βγήκε με πόνο, απελευθερώθηκε βαθιά μέσα στο στόμα της. Ναι μου άρεσε που πνιγόταν, ακόμη κι αν με πλάκωνε στο ξύλο, η ικανοποίηση μου ήταν τεράστια.


    Σηκώθηκε με τα υγρά να κυλούν στο πιγούνι της.

    - Εσύ είσαι! Εσύ είσαι!

    Δεν καταλάβαινα αλλά ένιωθα πως με κάποιο τρόπο την ικανοποίησα, την έκανα ευτυχισμένη και ένιωσα περηφάνια.


    Ήρθε πίσω μου, με φιλούσε εκεί που πριν με έσκιζε. Έφτυσε πολλές φορές πάνω στη μέση μου, ένιωθα τα σάλια της να κυλούν στη σχισμή του κώλου μου. Και τότε, τότε άρχισε ένας εφιαλτικής έντασης πόνος! Με έπιανε πανικός, δεν ήξερα τι ήταν αυτό. Δεν ήταν απλώς πόνος, θύμιζε τον καυτηριασμό που μου κάνανε κάποτε στη μύτη. Ήταν κάψιμο, ήταν πόνος, ήταν δάγκωμα, ήταν μια αίσθηση η μέση μου να ξεκολλάει από ‘μενα και την ίδια στιγμή να ταράζομαι παντού, να χάνω την επαφή με την πραγματικότητα. Έκλαιγα, φώναζα, δεν άντεχα άλλο να το κάνει.


    Ήρθε μπροστά, κρατούσε ένα μπλε – μαύρο παστικό αντικείμενο. Οι άκρες του ήταν υπερυψωμένες, δημιουργώντας ένα καμπυλωτό κενό με το μέσο. Πάτησε ένα κουμπάκι, κάτι αόρατα καλώδια έλαμψαν. Δεν το πίστευα! Με μαστίγωνε με ηλεκτρισμό! Που; Πού είχα μπλέξει ο μαλάκας και όλο πλησίαζε στο στήθος μου. Με χάϊδευε απαλά μ’ αυτό στα μπράτσα, στο στήθος, στο όσχεο. Έκλαιγα, δε μπορούσα να σταματήσω να τραντάζομαι, την παρακαλούσα να μ’ αφήσει κι εκείνη γελούσε. Μα ύστερα με φίλησε απαλά στα χείλη…

    - Κρατήσου μωρό μου σε παρακαλώ… Εσύ είσαι! ΘΕΛΩ εσύ να είσαι… Κρατήσου ώσπου να λιώσεις μέσα μου σε παρακαλώ…


    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
     
    no_Taboo, Arioch, daniela100 and 6 others like this.
  8. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Δεν το πίστευα πως μπορεί να το κάνει αυτό, ήλπιζα να μην το κάνει... Δεν ήθελα να βλέπω. Μου γλειφε το στέρνο, την κοιλιά, με τσιμπούκωσε και λίγο, τα σάλια της κυλούσαν πλούσια σε όλο το θώρακα, ακούστηκε ο βόμβος. Όχι δε θα το έκανε, ήθελε να με τρομάξει μόνο. Μου ήταν αδύνατο να συγκρατηθώ, ούρα μου φύγανε, από νεύρα, τρόμο, δεν ξέρω. Ακαριαία το χέρι της πήγε προς τα κάτω, μου έσφιξε με δύναμη τον πούτσο, τον τράβηξε προς τα πάνω, γονάτισε.
    - Δώστα μου, είπε. Δώστα μου! ΤΩΡΑ! ξανά η στριγγλιά.


    Ήταν μια απελευθέρωση. Ήθελα τόσο πολύ να κατουρήσω μα αυτό μου φαινόταν τόσο αρρωστημένο και την επόμενη στιγμή συνέβαινε κάτι παράξενο: με είχε δεμένο, με είχε κακοποιήσει, ήξερα πως θα συνεχίσει να το κάνει, γνώριζα πως θα το δεχτώ κι όμως ήταν με το πούτσο μου να την κατουράει ελεύθερα στο πρόσωπο, στο σώμα. Μόνη της άπλωνε τα κάτουρα παντού πάνω της, γυάλιζαν. Ήμουν έτοιμος να στερέψω κι όμως εκείνη τη στιγμή ήθελα να κρατήσω την υπεροχή μου, είχα τον έλεγχο σε κάτι και μου άρεσε τόσο πολύ που την κατουρούσα. Και μια επιθυμία γεννήθηκε. Να κατουράμε ο ένας τον άλλο, να χύνουμε ο ένας τον άλλο, να πονάμε ο ένας τον άλλο, αλύπητα και με τρυφερότητα.

    Το διάλειμμα τελείωσε. Ανασηκώθηκε, το βλέμμα της ήταν χορτασμένο και την επόμενη στιγμή με το που ακούστηκε ξανά ο βόμβος, ο πόθος και το βάθος στα μάτια της έγιναν ξανά ακόρεστα.Ήθελε να με κάνει δικό της, υποτακτικό της, να με έχει εκεί ακατάπαυστα, το έβλεπα μπροστά μου. Και το ήθελα. Χωρίς καμιά επιδεικτικότητα, χωρίς να το τονίσει, με έφτυνε, με έγλειφε και τότε χαμηλά στην κοιλιά μου με καυτηρίασε. Παρατεταμένα, δεν το άφηνε το κουμπί, με έβλεπε και γέλαγε, έκλαιγε, μονολογούσε πως εγώ είμαι. Πονούσα τόσο πολύ, έτρεμα, σταμάτησε κι έβαλα τα κλάματα, την παρακαλούσα να μη συνεχίσει άλλο.


    -Άσε με σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ μη με πονέσεις, δεν αντέχω άλλο.


    Κάτι έκαναν τα δάκρυα μου, φάνηκε να λιώνει θωρώντας τα. Πέταξε μακριά το διαβολοαντικείμενο, με αγκάλιασε απ' το λαιμό, τρελάθηκε! Με φιλούσε σε όλο το πρόσωπο
    - Αγάπη μου! Αγάπη μου! Λίγο ακόμα σε παρακαλώ, θέλω να σ' αγαπήσω. Αφού εσύ είσαι, εσύ είσαι!


    Κατέβηκε προς τα κάτω, με έγλειφε παντού: στο στήθος, στην κοιλιά, η γλώσσα της χώθηκε στον αφαλό μου, στο όσχεο, στους προσαγωγούς, στα αρχίδια, στον πούτσο, στα μπούτια. Άπλωνε όλοκληρη τη γλώσσα της, ένιωθα να με υγραίνει, να βάζει όλη την τρυφερότητα της.
    Στριφογύρισε, βρέθηκε πίσω μου. Μου έγλειψε για πολύ ώρα τις γάμπες κι ανέβαινε. Αυτό που ένιωσα τότε ήταν κάτι που δε μπορώ να περιγράψω, σα να μου πάγωνε ο κώλος, σαν να μου τον πειράζανε, να τον χαϊδεύανε, να του κάνανε μασάζ κι ύστερα η γλώσσα της μπαινόβγαινε με φούρια, δε σταματούσε.


    -Μην κάνεις τίποτα άλλο!


    Η φωνή μου ήταν απόλυτη γιατί απόλυτα το ένιωθα, δεν ήθελα να κάνει τίποτε άλλο, δεν ήθελα να με πειράξει εκεί, αν κι αυτό που έκανε μου άρεσε.
    Φάνηκε να το σέβεται. Μου δάγκωσε με οργή τα κωλομέρια, δεν υπήρχε έλεος, κραύγαζα απ' τον πόνο. Ανασηκώθηκε, το στήθος της ακουμπούσε στην πλάτη μου, ένιωσα το μουνί της ν'΄ακουμπάει στον κώλο και κι έπειτα άρχισε να λικνίζεται μπρος πίσω σα να είχε καυλί φάντασμα και να με γαμούσε. Μόνο με την επαφή, το τρίψιμο του μουνιού της πάνω μου, βόγγαγε. Ήξερα τι ήθελε, αλλά αυτό δε θα της το έδινα, ούτε τώρα, ούτε άλλη φορά. Ήταν το όριο μου. Δε μ' ένοιαζε να το ψάξω γιατί δεν ήθελα, αλλά δεν ήθελα.

    Απομακρύνθηκε λίγο, έφερε μια αλοιφή, πρέπει να ήταν βαζελίνη, έτσι νόμισα στην αρχή. Με το που απλώθηκε πάνω μου, παγωμένο κι έπειτα από δευτερόλεπτα έκαιγε, παντού πλανήθηκε η μυρωδιά της γιαπωνέζικης μέντας. Με μασάζ δυνατό κι άλλοτε απαλό, την άπλωσε σε όλη μου την πλάτη. Το πάγωμα με τρέμισε κι ύστερα ευχάριστο κάψιμο και τότε συνέβη. Πρώτα άκουσα το σκίσιμο του αέρα κι ήξερα τι ερχόταν...

    Χαρακιές απλώνοντας στους ώμους μου, στις πλάτες, στην ουρά, όχι πολύ δυνατά μα κάπου κάπου σα να της ξέφευγε απ' τον έλεγχο, έβαζε όλη της τη δύναμη. Ούρλιαζα τότε και σταματούσε. Μετά από λίγο δε μπορούσε να συγκρατηθεί, συνέχιζε. Με καψάλιζε, με τρόμαζε και από κάποιο σημείο και μετά ένας συνδυασμός ανάμεσα στο να μη σπάσω, στην προσμονή του ακούσματος του ήχου στον αέρα, της στιγμής που ακουμπάει το δέρμα και του πόνου που απλώνεται, όλο αυτό μου άρεσε. Και ήθελα να ανταποδώσω. Κι ας μου φαινόταν παράλογο, το σκεφτόμουν να το κάνω με κάτι σαν αγάπη, όχι οργή, όχι εκδικητικότητα και πολλά ερωτηματικά αν θα μπορούσα να το κάνω με ασφάλεια, να μην της κάνω ζημιά. Ήθελα να μου μάθει. Τα πάντα ήθελα να μου τα μάθει. Κι ήξερα πια πως δε θα σπάσω κι ήξερα πως όταν μπω μέσα της θα είναι το ωραιότερο γαμήσι της ζωής μου.

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
     
    no_Taboo, rea.., E. Dantes and 6 others like this.
  9. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Έβραζα μέσα μου, θυμός ανάμικτος με καύλα. Μια στιγμιαία προσμονή στον ήχο του αέρα, φόβος στιγμιαίος, πόνος, ντροπή, θυμός, κάψα, θυμός, κάψα, θυμός...

    - Θέλω να σε χύσω.

    Δε μου έδωσε καμιά σημασία. Το χέρι της λες και είχε μπει σε κάποιο αυτόματο. Σταμάτησε στιγμιαία, χωρίς καμιά προειδοποίηση, το δάχτυλο της χώθηκε στον κώλο μου. Πάγωσα, θύμωσα. Έβγαλε το δάχτυλο, μου τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω απ' τα μαλλιά. Με σφιγμένα δόντια είπε

    - Αν θέλω να σε γαμήσω θα το κάνω! Μου ανήκεις μωρό μου.

    Λύσσαξα, την έφτυσα αλλά είχε ήδη απομακρυνθεί. Τα σάλια πέσαν στο κενό. Το δάχτυλο της έκανε κυκλάκια πάνω απ' τη σχισμή μου και τότε μια σκέψη μου ήρθε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω τι. Μάζεψα όσο κουράγιο, όση φυσιολογικότητα μπορούσα να δώσω στη φωνή μου και είπα:

    - Αν κάτι δε μ' αρέσει, τότε δε θα σε τιμωρήσω, θα φύγω, θα σ' αφήσω. Θα σ' αφήσω. Γριά. Γριά και μόνη. Γριά, μόνη και αγάμητη.

    Με έλυσε. Στάθηκε μπροστά μου, με έφτυσε στο πρόσωπο, χωρίς να με κρατούν πια τα δεσμά μου με μαστίγωσε στο μισοκαυλωμένο πούτσο μου. Δυνατά, χωρίς διάκριση.

    - Πήδα με...

    Μάζεψε σάλιο και με έφτυσε πάλι

    - Σου είπα κάτι

    - Σου είπα κάτι

    - Σου είπα κάτι

    Το έλεγε και το ξανάλεγε. Η αγέρωχη φωνή, έδωσε θέση στην αβεβαιότητα, μετά στην απελπισία. Παρακάλαγε τώρα χωρίς να αλλάζει ούτε λέξη. Κοίταξα επιδεικτικά το ρολόϊ μου. Μερικές ώρες μετά θα παντρευόμουν μια άλλη. Στο νου μου ήρθε το αψεγάδιαστο νεανικό σώμα, οι λεπτοί μηροί, το κωλαράκι της μελλοντικής γυναίκας μου και ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ μια εικόνα να της γαμάω άγρια το μουνί και να 'ναι παντού με χαρακιές. Έσβησε... Τώρα ήμουν εδώ και θα έβγαινα όρθιος από 'δω.

    - Γονάτισε

    - έτσι. Πάρτον στο στόμα σου.
    Δεν το περίμενε παραλίγο να πνιγεί όταν άρχισα να την κατουράω μέσα στο λαρύγγι.
    - Αν τον βγάλεις άλλη φορά πριν ξαλαφρώσω έφυγα. Γριά και μόνη! Αυτό να θυμάσαι πουτανάκι...
    - Δε σου είπα να μ' αγγίξεις! Κατέβασε τα χέρια σου. Έτσι. Ωραία, τα πιες όλα. Και τώρα γύρνα μπρούμυτα.
    - Τέντωσε τα άκρα σου σα να ανακλαδίζεσαι.

    Δεν την προειδοποίησα, απλώς με τις πατούσες και όλο μου το βάρος, αλλά προσεκτικά την πάτησα στην πλάτη, στο σβέρκο, με το χοντρό μου δάχτυλο χάϊδεψα την ουρά της. Άκουσα την ανάσα της να δυσκολεύεται.

    - Μείνε.
    Πήγα στην κουζίνα, βρήκα αυτό που ήθελα και γύρισα. Ήταν στην ίδια θέση. Απροειδοποίητα άδειασα το παγωμένο νερό στην πλάτη της. Αναπήδησε. Μες στη χούφτα μου έβαλα μπόλικα παγάκια, γονάτισα κι άρχισα να τα πιέζω στους ώμους, στα μαλλιά, στην πλάτη της. Πήρα ένα όχι πολύ μεγάλο, αλλά ακόμη ξερό και το 'χωσα στην κωλότρυπα της. Αν βρήκα αντίσταση δεν το κατάλαβα. Ούρλιαξε. Την έπιασα απ' τα μαλλιά όπως εκείνη ημένα πριν
    -Πουτανάρα τρένα μπαίνουν εδώ μέσα. Έτσι πάει άμα είσαι αγάμητη κάθεσαι παντού. Μήπως να σε βγάλω βόλτα να σε προσφέρω για κανά πεντάευρω,
    μονολόγησα και την έφτυσα στο μάγουλο.

    Μετά το παγάκι, τον ακούμπησα στην κωλότρυπα της και πίεζα προς τα μέσα. Μπήκα με δυσκολία και ελάχιστα. Βγήκα λίγο και ξαναμπήκα. Πιο μέσα αυτή τη φορά. Τον έβγαλα, έκανε έναν ήχο σαν παράπονο.
    -Σου είπα να μιλήσεις;
    Σταμάτησε οποιαδήποτε κίνηση ή ήχο.

    Τη γύρισα ανάσκελα και της ζήτησα να ανοίξει τα πόδια της όσο πήγαινε. Σχεδόν στα όρια του σπαγγάτου. Πήρα στα χέρια μου τη λαβή. Ήταν βαρύ μαστίγιο. Η αίσθηση, η δύναμη, ο τρόμος κι η ηδονή στον ήχο του αέρα, η αναπόληση του δέρματος πάνω μου, η αλησμόνητη πια εικόνα των λωρίδων, της μυρωδιάς του δέρματος... χωρίς πολύ δύναμη έπεσαν οι ουρές στα βυζιά της. Πιο δυνατά την επόμενη, λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο δυνατά. Το άφησα εκεί, τη χάΪδευα μ' αυτό. Πλησίασα την κλειτορίδα της, φάνηκε να τρέμει. Κατάλαβα. Ακόμη κι αν κατάλαβα λάθος εδώ κάτι υπήρχε. Σήκωσα το μαστίγιο ψηλά για να δω την αντίδραση. Ένα πετάρισμα στα μάτια, ναι καλά είχα καταλάβει: φοβόταν και περίμενε.

    Με δύναμη έπεφτε στην κλειτορίδα της. Ίδια πάντα ένταση, ίδια δύναμη. Κι ύστερα στο μουνί της, λίγο πιο δυνατά. Δε σταματούσα

    - Πονάω μωρό μου είπε ξεψυχισμένα αλλά καυλωμένη.

    Έπεσα στα γόνατα και πιο χαμηλά. Πήρα απαλά την κλειτορίδα στο στόμα μου, μαλακά κατέβηκα πιο κάτω και τη γάμησα με τη γλώσσα μου, με τα φιλιά μου. Μου πίεσε το πρόσωπο κι ανασήκωσε τη λεκάνη. Πηχτά υγρά, ημίγλυκα, πολλά.

    - Πάλι
    μου είπε γλυκά

    Της έκανα κανονικό γλειφομούνι και με το χέρι μου είχα καπακωμένη την κλειτορίδα της. Μου έσπρωξε το χέρι κι άρχισε να τη χορεύει με τα δικά της δάχτυλα. Η λεκάνη της ανασηκώθηκε πάλι. Τα περίμενα με λαχτάρα. Δε βιάστηκα. Ξάπλωσα δίπλα της, δεν είχα καυλώσει πολύ βιολογικά, αλλά μέσα μου ήθελα να γαμήσω σαν τρελός. Το ένιωθα να κατεβαίνει σα φλόγα απ' το νου μου, αχόρταγο, αδύνατο να το αρνηθώ. Με καβάλησε. Την κράτησα σταθερή και άρχισα σπασμωδικά στην αρχή και μετά πιο στρωτά να κουνώ εγώ γρήγορα μπρος πίσω τη δική μου λεκάνη. Είχε σπασμούς αλλά δεν είπε τίποτα.

    Ήρθα πάνω της, πήρα τα πόδια της στους ώμους μου. Τη γάμησα γρήγορα, δυνατά, κοφτά. Με το χέρι της σε κόθε κάρφωμα μου γδερνε απαλά τα αρχίδια. Το άλλο χέρι χάραζε τη μέση μου χαμηλά, καθησυχαστικά και απειλητικά. Τη στιγμή των σπασμών της, την έχυσα. Δε μπορούσα να το ελέγξω, ούτε να βγω, ούτε ήθελα. Αυτό μέσα μου δε μπορούσα να διανοηθώ, ένιωθα πως δεν έχω άλλο και πως θέλω να χύσω κι άλλο. Έμεινα ξαπλωμένος δίπλα της στη μοκέτα. Σηκώθηκε, ήρθε από πάνω μου. Το μουνί της ήταν πάνω απ' το στόμα μου. Υγρό πολύ ανοιχτό κυλούσε.

    - Άνοιξε το στόμα σου μωρό μου
    Το άνοιξα με θέληση να το κάνω. Δεν είχα ξαναπιεί κάτουρα, δεν ξέρω αν μου άρεσαν αλλά σκεφτόμουν πριν τις φορές που την κατούρησα εγώ και ένιωθα μια ολοκλήρωση μέσα μου, πως είχα φτάσει κάπου, είχα καλυφτεί κάπως και ήθελα να το κάνουμε πάλι ο ένας στον άλλο, ξανά και ξανά.

    Γονάτισε, σκουπίστηκε πάνω στο πηγούνι μου.

    Ξάπλωσε δίπλα μου, μες στην αγκαλιά μου. Κοιμηθήκαμε. Λήθαργος με κάτι γλυκό στον πυρήνα του. Καμιά ενοχή, καμιά έλλειψη, δεν ήταν απιστία, αυτό ήταν κάτι άλλο. Νέο. Μια μύηση, κάποια αλλαγή. Η Ελευθερία θα ακολουθούσε, ή θα τελειώναμε. Είχα αποφασίσει, ή έτσι νόμισα...


    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
     
    no_Taboo, rea.., anmaya and 6 others like this.
  10. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Λένε πως η νύχτα είναι μεγάλη ψεύτρα και με τις ουτοπίες της η ημέρα γελάει. Έχω καταλήξει να πιστεύω πως ισχύει και το αντίστροφο: κάποιες φορές η νύχτα αντιπροσωπεύει την αλήθεια κι η ημέρα είναι μια λέξη για να κρύβουμε στο φως τις ψευδαισθήσεις μας, να τυφλώνουμε με το λαμπερό χαλί τα μάτια μας. Δεν ήξερα αν το πρωινό εγώ έπρεπε να γελάσει με το νυχτερινό, ή αν όφειλα να σκύψω το κεφάλι και να παραδεχτώ επιτέλους πως ο Σωκράτης είχε δίκιο. Τίποτα δεν ξέρουμε και μόνο αυτό ξέρουμε κι ας το κατέρριπτε ένας Αριστοτέλης.


    Προσπάθησα πίνοντας το δεύτερο φραπέ να καταλάβω. Κι ήταν τόσο πολλά όσα δε μπορούσα να συνειδητοποιήσω και πρώτα απ’ όλα πως όταν γυμνώθηκα σπίτι μου και κοίταξα το κομματιασμένο σώμα μου αντί να νιώσω ντροπή, ή έστω φόβο που θα μ’ έβλεπε η Ελευθερία μετά το γάμο μας το ίδιο βράδυ, καμάρωνα, εκστασιαζόμουν με τις μελανιές, τις νυχιές, τις τρίχες στο στήθος μου που μοιάζαν κατσιασμένες… Κι έπειτα όταν το φούτερ άγγιξε την πλάτη μου ο πόνος του ρούχου πάνω στις αμυχές μ’ έκανε να νιώσω κάπως, όχι δυσάρεστα και ήθελα να επιστρέψω στην Αγγελική, να την πάρω απ’ το χέρι να πάμε σε μια παραλία. Ήθελα, πόσο πολύ ήθελα να την κατουρήσω μέσα στο στόμα και να καυλώσω εκεί, να τη γαμήσω άσκημα, ήθελα, πόσο ήθελα να την πονέσω και ήθελα, ναι ήθελα να με κακομεταχειριστεί, να νιώσω την αγάπη της μέσα απ’ τον πόνο, ήθελα, αλήθεια ήθελα να τραβήξω εκείνη τη γραμμή με ό,τι οι συμβάσεις μου παρουσίαζαν ως φυσιολογικό. Ήθελα, τόσο πολύ το ήθελα να σφίγγουμε ο ένας τον άλλο, να δαγκωθούμε, να σκιστούμε, να φορέσουμε στολές μ’ αγκάθια και να τριβόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο, να πληγωνόμαστε ώσπου να βρούμε σημείο που δε θα πονάμε ο ένας τον άλλο και να ενωθούμε.


    Ο ήλιος με ζάλιζε, δεν είχα όρεξη ούτε για ρολόϊ να πάω με τον πεθερό μου, ούτε το αμάξι μου να πάω να του βάλουν λουλούδια, θα ήθελα να πάω σπίτι μου ν’ ακούσω μουσική, να φάω γαριδάκια, να δω σειρές στο dvd, να κοιμηθώ μόνος μου κι ίσως αν ερχόταν η Ελευθερία να την αγκάλιαζα με δάχτυλα λαδωμένα κι όπως θα παραπονιόταν να τη χαστούκιζα, τους καρπούς να της έσφιγγα ΕΕΕΕΕ σταμάτα μεγάλε τι κάνεις! Επιτέλους, γύριζα στον εαυτό μου, μα τι μάλακίες καθόμουν και σκεφτόμουν;


    Ένας συγγραφέας είχε γράψει πως η προσδοκία είναι η ψευδαίσθηση που δεν αναδύθηκε ακόμη. Δεν ξέρω ποια φιλοδοξία έκρυβε αυτός ο γάμος στον πυρήνα του, ίσως μια προσπάθεια να ανακαλύψω ποιος είμαι, ή έστω ποιος θέλω να είμαι. Ό,τι κι αν ήταν, ό,τι κι αν νόμισα πως θα ήταν το παραμύθι τελείωσε μόλις βγήκαμε έξω απ’ την εκκλησία και σ’ ένα τραπεζάκι περίμεναν οι κουμπάροι και οι παπάδες να υπογράψουμε μια απλή απόδειξη. Ένιωσα τόσο μεγάλη απογοήτευση κι εξάντληση. Όλα έπαψαν να έχουν την παραμικρή μαγική χροιά: το τραπέζι μας δεν ήταν παρά ένα πάρτι με γνωστούς, λιγότερο γνωστούς, συμπαθείς και άσχετους, κακή μουσική, κιτς φορέματα, ανόητα ή φαντασμένα βλέμματα δήθεν κατανόησης τύπου καλωσήρθατε στο κλαμπ και η νυφική βραδιά δεν ήταν παρά ένα γαμήσι σαν όλα τα άλλα.


    Η Ελευθερία βγήκε με ανακούφιση απ’ τον κορσέ, από μέσα ξεπετάχτηκαν τα βυζάκια με τις ροζ θηλές μαλακά και θελκτικά. Με μια πειραχτική χαρά μου αποκάλυψε πως φορούσε ένα βρακάκι με λουλουδάκια, σεμνό κι όμως είχε κάτι πρόστυχο.


    - Θα με πάρετε κύριε μου;

    Αυτό το ‘’κύριε’’ ειπώθηκε επίπεδα, απλά, όπως το ‘χε πει τόσες φορές που έβλεπα στον τόνο της φωνής της προσμονή και παιχνιδάκια, μα αυτή τη φορά με εκνεύρισε, ήταν λίγο. Όχι ακριβώς. Η λέξη ήταν σωστή, αλλά ο τρόπος, η στάση, όλα ήταν λάθος. Δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε και περισσότερο νευρίαζα με τον εαυτό μου. Πάντα ανίχνευε σωστά τις διαθέσεις μου, στη στιγμή ο τόνος της έγινε τρυφερός όπως όταν ήταν συγκινημένη, ή τις φορές που την έπιανε να μου πει πως μ’ αγαπάει

    - Αγάπη μου τι έχεις;

    Πήγε να σηκωθεί, σηκώθηκα πρώτος και της έκανα νόημα να μείνει καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού. Χωρίς περιττές κινήσεις γδύθηκα εντελώς κι έκανα μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό μου. Επιτέλους είχα αρχίσει να διακρίνω πως ο άνθρωπος μέσα μου δε μουρμούριζε, προσπαθούσε να κάνει διάλογο με ό,τι άλλο ήμουν, με ό,τι είχε τον έλεγχο ως τότε.


    Περίμενα φωνές, κλάματα, σκηνή, απογοήτευση, απορία, αλλά η συνέχεια δεν ήταν αυτή που περίμενα.


    Ήρθε πίσω μου, δεν ήξερα τι ήθελε να κάνει αλλά πάντοτε ένιωθα να με ησυχάζει, την εμπιστευόμουν να με φροντίζει. Ακόμη κι αν έβγαζε ένα τσεκούρι να με κομματιάσει, το πίστευα πως θα το έκανε μ’ αγάπη. Με φίλησε στο σβέρκο, με τα χείλη μισάνοιχτα κατέβαινε προς τα κάτω. Σε κάθε αμυχή, νυχιά, πιπιλιά, μελανιά της άλλης με φίλησε. Στους ώμους, στα μπράτσα, στην πλάτη, στα κωλομέρια, στις γάμπες. Μπουσουλώντας ήρθε από μπροστά κι ανέβαινε με τα φιλιά της στα γόνατα, στα μπούτια, στο πέος ένα φιλί απαλό και στιγμιαίο, στην κοιλιά, στο στήθος με πολύ μεγάλη προσοχή. Πήρε το λαιμό μου στο στόμα της, τον ρούφηξε, απαλά το δάγκωσε, δάγκωσε και το πηγούνι μου, με φίλησε στα χείλη απαλά κι ύστερα έχωσε τη γλώσσα της. Ήμουν ακίνητος, δεν ήξερα τι να σκεφτώ, τι να υποθέσω. Μ’ ανακούφισε η υγρασία απ’ τα χείλη της κι όμως δεν καταλάβαινα τίποτα.


    Συνέχισε να με φιλάει και σα να έδινε το έναυσμα το χέρι της άρχισε να με μαλακίζει γρήγορα, έμπειρα και σχεδόν άγρια. Καύλωσα πολύ. Πρώτη μου φορά καύλωνα απ’ την τόση τρυφερότητα. Με κράτησε απ’ τον πούτσο και γύρισε σε ‘μενα πλάτη, έσκυψε τόσο που το κεφάλι της ακούμπησε στα κουτεπιέ της, με τράβηξε, μπήκα μέσα της απαλά και κουνιόμουν προσεκτικά σα να ήταν παρθένα, σα να υπήρχε κίνδυνος να της κάνω κακό, ένιωθα μια ευθραυστότητα. Τόσο πολύ με σοκάρισαν τα λόγια της:

    - Αδερφή είσαι αγόρι μου, ή μόνο γριές πουτάνες σε καυλώνουν πια;


    Βγήκα και τη γύρισα προς το μέρος μου, με κοίταζε με λύσσα, με έβριζε με λέξεις που δεν είχα ξανακούσει, δεν ήταν οι λέξεις, θα μπορούσε να λέει ψωμί, ή κόκα κόλα, ήταν ο τρόπος, ο τόνος, κατέληξε να με φτύσει. Προσπάθησε να με χαστουκίσει αλλά την έπιασα απ’ τους καρπούς και τότε κάτι άλλαξε, ο άλλος άνθρωπος έγινε και πάλι κατανοητός. Άρχισα να σφίγγω μα δεν έμεινε ακίνητη, κλώτσαγε όπου έβρισε και δεν έμενε σταθερή. Με κάποιο τρόπο με χτύπησε πιο δυνατά απ’ ότι άντεχα. Έπεσα κρατώντας την ακόμα απ’ τους καρπούς κι εκείνη έπεσε πάνω μου. Το χτύπημα δεν πόνεσε πολύ χάρη στην παχιά μοκέτα. Αμέσως μου ήρθε στη μύτη η μυρωδιά απ’ το ακριβό συντηρητικό χαλιών και χνούδια στη μύτη. Περισσότερα δε μπόρεσα να σκεφτώ, η Ελευθερία πάλευε σαν αγρίμι, δάγκωνε όπου μπορούσε, κλώτσαγε, έφτυνε. Ο άλλος μέσα μου αυτή τη φορά ακούστηκε καθαρά ‘’είσαι πιο δυνατός, πάρε τον έλεγχο’’, δεν ήταν τόσο μια φωνή, όσο η δύναμη που απέρρεε απ’ τη βούληση.


    Τη γύρισα χωρίς κόπο τούμπα εξακολουθώντας να την κρατάω απ’ τους καρπούς. Χωρίς να της ανασηκώσω πόδια, ή να κάνω κάτι άλλο, δε δυσκολεύτηκα να μπω μέσα της, ήταν τόσο υγρή όσο ποτέ ξανά, κολυμπούσα εκεί μέσα. Το βούλωσε επιτόπου, τα χέρια της έμειναν άνευρα μέσα στα δικά μου και τα πόδια της ανασηκώθηκαν και τυλίχτηκαν γύρω στη λεκάνη μου. Έσφιγγε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σχεδόν μου έκοβε την ανάσα. Ήταν περίεργη η αίσθηση να είμαι μέσα σε τόσο υγρό και γεμάτο από μουνοχύματα κόλπο. Κατά κάποιο τρόπο όλα ήταν απλούστερα και την ίδια στιγμή ευκολότερο να γλιστρήσω, να βγω και είχα διαρκώς μια εντύπωση πως δεν ήμουν αρκετά καυλωμένος απ’ την τόση άνεση εκεί μέσα. Δε μου μίλαγε καθόλου, είχε ορθάνοιχτα τα μάτια και με κοίταζε με αδιευκρίνιστο τρόπο. Όταν ένιωσα τους σπασμούς της δυνατούς όπως πάντα, πλησίασε το πρόσωπο της στο δικό μου και σχεδόν άηχα είπε:

    - Άσε με να σε δαγκώσω σε παρακαλώ μωράκι μου…

    Τα δόντια της έκλεισαν γύρω απ’ το αυτί μου, στην αρχή έγλειφε περισσότερο και ολοένα αύξανε την πίεση. Αν και ήταν από κάτω, αν και ήμουν βαρύτερος συνειδητοποίησα πως πήγαινε πάνω κάτω τη λεκάνη της σαν αυτόματο, όπως εγώ το προηγούμενο βράδυ με την άλλη. Κι άλλοι σπασμοί κι ο πόνος στο αυτί μου εφιαλτικός, ένιωθα πως κυλούσε κάτι, μπορεί να ήταν τα σάλια της, ή το αίμα μου κι αυτή η δεύτερη πιθανότητα η ιδέα μάλλον της αγάπης μέσω πόνου, της αγάπης μέσω τιμωρίας και πόνου με έκανε να χύσω. Έβγαλα πολλά και αναστέναζα δεν ξέρω πως έγινε αυτό, αλλά αναστέναζα και το ένιωθα.


    - Είσαι ανώμαλος

    - Εσύ;

    - Εγώ δεν είμαι! Τι είσαι μαλάκας; Δεν το ξέρεις πως δε μου αρέσουν αυτά;

    - Τον κώλο σ’ αρέσει να στον γαμάω όμως

    - Άλλο αυτό

    Ναι καλά!

    - Θέλω να χωρίσουμε

    Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια αλλά μετά συνειδητοποίησα πως στη φωνή της δεν υπήρχε απογοήτευση ή παραίτηση, αλλά πρόκληση και τότε ο μέσα άνθρωπος πήρε πάλι τον έλεγχο

    - Εγώ όμως δε θέλω

    - Δε με νοιάζει πια τι θέλεις

    - Σε νοιάζει και θα κάνεις ό,τι σου λέω

    Σα χαστούκι της φάνηκε η τόση δυναμικότητα από μέρους μου. Κόλλησε για ένα δυο λεπτά και μετά σηκώθηκε και πήγε στη ντουλάπα να φορέσει την αλλαξιά που είχε μαζί της. Πήγα πίσω της να τη συγκρατήσω και γύρισε και με χαστούκισε

    - Μη με ακουμπάς!

    - Μου ανήκεις!

    - Όχι!

    Με έφτυσε και τότε τη χαστούκισα. Έβαλε τα κλάματα κι εγώ σοκαρίστηκα και περισσότερο ούτε γιατί σήκωσα χέρι, ούτε γιατί έκλαιγε, αλλά για το λεπτό πριν αρχίσει να κλαίει που είδα έκπληξη και κάτι σαν καύλα στο βλέμμα της. Κι ο άλλος πήρε πάλι τον έλεγχο. Την κάθισα πάνω στη συρταριέρα μέσα στη ντουλάπα, την αγκάλιασα, τη φιλούσα πολύ απαλά και τότε γονάτισε και με πήρε στο στόμα της. Ούτε με πόνεσε, ούτε έκανε κάτι σπαστικό. Μου πήρε υπέροχη πίπα. Όταν καύλωσα αρκετά, την πήρα στην αγκαλιά μου, πάντοτε ήταν πούπουλο. Μπήκα μέσα της ενώ την είχα στον αέρα. Τα χέρια της ήταν τυλιγμένα στο λαιμό μου, με φιλούσε με τρυφερότητα, στα κλεφτά, σα να επρόκειτο να με χάσει. Φτάσαμε στο κρεβάτι, τα πόδια της στους ώμους μου, συνέχισα πολύ μαλακά, πολύ απαλά να τη γαμάω. Έβγαινα ολόκληρος και με το χέρι τον κράταγα και έμπαινα πάλι δυνατά μέσα της.


    Είχαμε χύσει κι άλλες φορές μαζί, ήταν όμως η πρώτη που την ώρα που έχυνε μου είπε:

    ‘’Σ’ αγαπώ’’ κι ήταν αυτό που έβγαινε απ’ τα μάτια της που με καθήλωσε. Ένιωσα τόσο πολύ ερωτευμένος που για μια στιγμή ήθελα μόνο να μείνω έτσι για χρόνο χωρίς χρόνο.


    Την αγκάλιασα απαλά για να κοιμηθούμε. Με φίλησε απαλά και πριν με πάρει ο ύπνος με όση αγάπη είχε το βλέμμα της, μου είπε:

    - Το πρωί θα σε χωρίσω.


    ΤΕΛΟΣ
     
    no_Taboo, rea.., daniela100 and 8 others like this.
  11. open_mind

    open_mind Regular Member

    Ωραία ιστορία! Αν και θα ήθελα κι άλλο..... :D
     
    -Volt- likes this.
  12. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    @open_mind Διαφωνώ, ο @-Volt- έκλεισε την ιστορία αριστουργηματικά, νομίζω ότι δε χρειάζεται να προσθέσει ούτε τελεία.
     
    Lady in Corslet, -Volt- and open_mind like this.