Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Αλληλεγγύη για τους βιασμούς γυναικών

Συζήτηση στο φόρουμ 'Κοινωνία' που ξεκίνησε από το μέλος Iagos, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

  1. brenda

    brenda FU very much

    Μην βρίζεις τα ζώα , στην φύση το φαινόμενο του βιασμού είναι σπανιότατο, τα ζώα σκοτώνουν μεν για να ζευγαρώσουν, αλλά χωρίς συναίνεση δύσκολα γίνεται η πράξη που αποσκοπεί στην αναπαραγωγή, μόνο λίγα είδη ζευγαρώνουν έτσι κι αλλιώς για απόλαυση.
    Ο άνθρωπος είναι ένα από αυτά και έτσι ως τέτοιο το αντιμετωπίζουμε. Μακάρι να φερόμασταν σαν κάποια είδη του ζωϊκού βασιλείου. Δυστυχώς ενσωματώνουμε μόνο ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους, υποτίθεται ότι διαθέτουμε την λογική που μας διαφοροποιεί... 
     
    Last edited: 12 Μαρτίου 2016
  2. απανθρωπα ζωα για εμενα καλη μου...... 
     
  3. Iagos

    Iagos Contributor

    «Έφυγε» η Μαρία

    Το πρωί της Τετάρτης έφυγε από τη ζωή η Μαρία, σε ηλικία μόλις 32 ετών, μητέρα ενός μικρού παιδιού, θύμα της κατάπτυστης εκστρατείας, λίγο πριν τις εκλογές του 2012, που είχε ως τραγικό αποτέλεσμα τη διαπόμπευση δεκάδων γυναικών με απόφαση του τότε υπουργού Υγείας Ανδρέα Λοβέρδου, η οποία οδήγησε στην ηθική και σε κάποιες περιπτώσεις, φυσική τους εξόντωση

    Το μήνυμα της μητέρας της, όπως δημοσιεύεται στην «ΕφΣυν  »: «Έγινε πια κι αυτό και τώρα ο κύριος Λοβέρδος μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Η κοινωνία σχεδόν καθάρισε από αυτές τις κοπέλες κι αυτό το φρόντισε ο ίδιος.

    Εξευτέλισαν το παιδί μου, ήρθαν στο χωριό και το ΚΕΕΛΠΝΟ εξέτασε το εγγόνι μου μέσα στο σχολείο, μας εκθέσανε όλους, μας ξεφτίλισαν.

    Πήγαν τα κορίτσια στο υπόγειο της Γ' πτέρυγας του Κορυδαλλού αντί να τα φροντίσουν στα νοσοκομεία. Τους πέταγαν το φαγητό από τα κάγκελα και εκείνα την ίδια ώρα κατάπιναν μπαταρίες.

    Δημόσια μας εξευτελίσανε και τώρα εγώ δημόσια ανταποδίδω λίγο πριν θάψω την κόρη μου ότι μπορεί πλέον να κοιμάται ήσυχος ο Ανδρέας Λοβέρδος.

    Και αυτό το λέω κι εγώ η μητέρα της, δημόσια, με το όνομά μου. Ευμορφία Κουλουριώτη».

    Αναγκαστικό τεστ και τιμωρία

    Υπενθυμίζεται ότι τα θύματα προσήχθησαν στη Γενική Ασφάλεια, υποβλήθηκαν σε αναγκαστικό τεστ για τον HIV/AIDS, 29 από αυτές βρέθηκαν θετικές και στη συνέχεια κατηγορήθηκαν για πορνεία και παραπέμφθηκαν για «βαρέως σκοπούμενη σωματική βλάβη» εναντίον των υποτιθέμενων, άγνωστων πελατών, δηλαδή παραπέμφθηκαν για κακούργημα.

    Διατάχθηκε από την εισαγγελία η φυλάκισή τους και η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους. Η κρατικής έμπνευσης διαπόμπευσή τους, υποτίθεται ότι στόχευε στην προστασία της κοινωνίας.

    Σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας υπήρχε ολοσέλιδη φωτογραφία, με τίτλο «Αυτή που σκορπούσε το θάνατο», ενώ στην επίσημη ιστοσελίδα της Αστυνομίας έδιναν και λεπτομέρειες, όπως τα ονόματα των γονιών τους.

    Ανυπόστατες κατηγορίες

    Δεκάδες γυναίκες έμειναν στη φυλακή, κάποιες ακόμα και για ένα χρόνο, καθώς αποφυλακίζονταν σταδιακά. Πολλές απαλλάχθηκαν τελείως, ενώ άλλες καταδικάστηκαν για πλημμέλημα για πορνεία, αφού η κακουργηματική κατηγορία δεν αποδείχθηκε στα δικαστήρια για καμία.

    Η Κατερίνα, άλλο θύμα της ίδιας εκστρατείας, έδωσε τέλος στη ζωή της στα τέλη του 2014, δύο χρόνια μετά τη διαπόμπευση.

    Μέλη της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στις διωκόμενες Οροθετικές σε παλαιότερη ανακοίνωσή τους ανέφεραν:

    «Οι υπουργοί Λοβέρδος (Υγείας) και Χρυσοχοίδης (Προστασίας του Πολίτη), ευθύνονται προσωπικά για την ακραία και μεθοδευμένη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών στον βωμό της προεκλογικής τους εκστρατείας, ενώ φυσικά εμπλέκονταν πολλά ακόμα πρόσωπα και θεσμοί».

    http://www.thepressproject.gr/article/94478/Efuge-i-Maria

     
     
  4. tithon

    tithon Contributor

    ποιός ηλίθιος έχει ισχυριστεί ότι ο αυτουργός του εγκλήματος του βιασμού, άνθρωπος με (κάποτε βαριά) ψυχική ή διανοητική διαταραχή (αμφίβολο αν αρκεί η αστάθεια), είναι "ο άντρας της διπλανής πόρτας";
     
  5. Iagos

    Iagos Contributor

    Γιατί προτίμησες να πας με τα πόδια στο χωριό και δεν πήρες εσύ το μηχανάκι;
    - Τι φορούσες τη στιγμή που, όπως ισχυρίζεσαι, βιάστηκες;
    - Γιατί δεν αντιστάθηκες και ακολούθησες το βιαστή σου, όταν σου πρότεινε να μπεις στο γειτονικό χωράφι;
    - Πώς είσαι σίγουρη ότι είχε όπλο;
    - Πώς το ξέρεις ότι ήταν πραγματικό όπλο; Μπορεί να ήταν και παιχνίδι.»

    (ερωτήσεις εισαγγελέα και δικηγόρων υπεράσπισης κατηγορουμένου προς το θύμα του βιασμού - 1984).

    «Καλείσθε να κρίνετε ανάμεσα στην τιμή μιας Γερμανίδας και την ελευθερία ενός Έλληνα. [...] Σήμερα θα κριθεί η κοινωνική εξέλιξη και η θέση της γυναίκας. Γιατί, από τότε που η γυναίκα εγκατέλειψε το βασίλειό της, ο κόσμος γέμισε από ψυχιατρεία. [...] Οι σημερινοί νέοι τριγυρίζουν παντού. Αυτή η Γερμανίδα αποτελεί τυπικό δείγμα γιατί, όπως είδατε, έχει επισκεφτεί όλους τους τόπους της διαφθοράς: Κέρκυρα, Μύκονο, Μπαγκόκ, Σιγκαπούρη. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως και αυτήν ακόμα τη στιγμή, που βρίσκεται ενώπιόν μας, δεν διατελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών. [...] Αυτή η γυναίκα, που έχετε μπροστά σας, οργάνωσε μόνη της τη συνάντηση με τον άνδρα που κατηγορεί για βιασμό. Και, για να αποκρύψει το γεγονός από τον αρραβωνιαστικό της, κατασκεύασε το μύθο του βιασμού της. [...] Όχι κύριοι, οι βιασμοί δεν πρόκειται να σταματήσουν όσο εξακολουθούν να έρχονται τουρίστριες στην Ελλάδα. [...] Δώστε μας μια δίκαιη απόφαση, ώστε να πάψει πια να βρωμίζεται το όνομα της Ελλάδας».

    (τελική αγόρευση εισαγγελέα, απευθυνόμενη προς τους ενόρκους μιας δίκης βιασμού στην Ελλάδα το 1984)[1].

    Όπως τονίστηκε ξανά, οι βιασμοί στην Ελλάδα υπολογίζονται σε τεσερράμιση χιλιάδες (4,500). Δείξαμε πως οι κοινωνικοί ορισμοί του βιασμού δεν παράγονται από γυναίκες, βασικά από τα θύματα, αλλά από τις κυρίαρχες κοινωνικές σεξιστικές προκαταλήψεις κι αυτό έχει ένα ιδιαίτερα σοβαρό αντίκτυπο στην περαιτέρω διατήρηση του τραύματος των γυναικών-θυμάτων βιασμού. Αντίστοιχα, και οι νομικοί ορισμοί της βίας και του βιασμού δεν παράγονται από τα ίδια τα θύματα αλλά από κρατικές επιτροπές που φυσικά καμία αξίωση δεν έχουν να δείξουν πως ο βιασμός είναι μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, συνέπεια της μάτσο κουλτούρας που κυριαρχεί στις σχέσεις γενικά. Αντίθετα, αυτές οι νομοπαραγωγικές επιτροπές είναι συνήθως έρμαιο ή απολογητές της κυρίαρχης κουλτούρας. Η νομοπαραγωγική διαδικασία είναι εγγενώς αρσενική: η λογική, τα εργαλεία, η γλώσσα, οι σκοποί, η γενεαλογία των επιμέρους κανόνων δικαίων άμα τη γεννέση τους υπήρξαν αποτυπώματα των συγκεκριμένων ιεραρχικών έμφυλων φαντασιακών σημασιών[2]. Με αυτή την έννοια, η ευρύτερη συζήτηση που κάνουμε δεν είναι γύρω από το αν το δίκαιο είναι απλώς σεξιστικό (όπου εμείς ζητάμε νομική εξίσωση αντρών και γυναικών, τα ίδια να ισχύουν για όλους και όλες) ή ανδροκρατικό (όπου εμείς ζητάμε "ειδικά δικαιώματα" για τις γυναίκες), αλλά γύρω από το ότι το δίκαιο αποτελεί έναν ακόμη μηχανισμό κατασκευής έμφυλων ταυτοτήτων, μια τεχνολογία που ασκείται πάνω στο σώμα. Αυτό φαίνεται από την αγαστή συνεργασία όλων όσων εμπλέκονται στη νομική διαδικασία -νομοθέτης, αστυνομικός, εισαγγελέας, δικαστής- έτσι ώστε το θύμα να είναι σήμερα πιθανότερο σε μια δίκη βιασμού (η ενάγουσα) να βρεθεί ξανά αμυνόμενο.

    Ο Νόμος

    Μιλήσαμε για την κουλτούρα σιωπής που κυριαρχεί γύρω από το ζήτημα των βιασμών και της σεξουαλικοποιημένης βίας στην Ελλάδα, σιωπή η οποία είναι ενδεικτική από την σκανδαλώδη έλλειψη καταγγελιών βιασμού από τα ίδια τα θύματα ή τρίτους. Ο βιασμός είναι το κοινό μυστικό της ελληνικής κοινωνίας, τόσο συνηθισμένος πια. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που μας αποκάλυψαν μέλη της Ομάδας Γυναικών Ενάντια στην Κακοποίηση από τη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια συνάντησής μας: πέρα από μια μήνυση για υπόθεση βιασμού που κατατέθηκε στη Θεσσαλονίκη το εξάμηνο που μας πέρασε, έχει να κατατεθεί άλλη μήνυση εδώ και τέσσερα χρόνια! Η κουλτούρα της σιωπής κάνει την καταγγελία δυσχερέστερη. Αλλά κι αν ακόμη το πρόβλημα φτάσει στα χέρια του νόμου, τα πράγματα δεν γίνονται πολύ καλύτερα. Η αστυνομία είναι συχνά αποτρεπτική σε αυτές τις καταγγελίες. Παροτρύνει το θύμα, σε πολλές περιπτώσεις, να μην υποβάλλει μήνυση καν και να γυρίσει σπίτι του. Αν, δε, δεχτούν να γράψουν τη μήνυση, δεν θα λείψουν οι ερωτήσεις προς το θύμα για το "τι φορούσε εκείνο το βράδυ" ή "αν ο δράστης φαινόταν να είναι μετανάστης"...

     

    Την ίδια αδιαφορία στην χώρα του "λαμπρού πολιτισμού" την συναντάμε ήδη από τα νομικά κείμενα. Είναι γνωστό πως μέχρι και το '80 υπήρχε διάκριση νομικά μεταξύ "φύσει" (κολπικού) και "παραφύσει" (πρωκτικού) βιασμού, μια διάκριση εντελώς αυθαίρετη, με το δεύτερο είδος βιασμού να χαρακτηρίζεται απλώς "ασέλγεια" και να τιμωρείται ως πλημμέλημα πολύ ελαφρύτερα. Οι "ασελγούντες" σε ένα εξάμηνο θα βρίσκονταν έξω από τη φυλακή, στη σπάνια περίπτωση που θα φυλακίζονταν, και το θύμα θα εισέπραττε την μήνιν τους και πάλι. Σε επικοινωνία μας με μέλη αυτόνομων ομάδων γυναικών του 80', μας είπαν πως δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου οι δράστες βασίζονταν στον πλημμεληματικό χαρακτήρα του αδικήματος και, σε περίπτωση που τα θύματα έφταναν στο δικαστήριο, απειλούσαν πως σε έξι μήνες το πολύ που θα έβγαιναν από τη φυλακή, θα διέπρατταν το ίδιο ή θα τις σκότωναν! Έτσι, το να προβεί κάποια σε καταγγελία γινόταν πιο δύσκολο. Έτσι, θα έπρεπε να γνωρίζουμε ότι στις περιπτώσεις των βιασμών και στα παρόμοια εγκλήματα η θέσπιση συγκεκριμένων και αυστηρών νόμων αποτελεί μια κρίσιμη αναγκαιότητα.

    Στην Ελλάδα μέχρι και το 2006 η "ενδοοικογενειακή βία" δεν αναγνωριζόταν ως ξεχωριστό αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα (πράγμα που έγινε πλέον με τον αφηρημένο νόμο 3500/2006, τον οποίο κατήγγειλαν όλες οι γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας!)[3], ενώ "ενδοοικογενειακός βιασμός" μέχρι το 2006 επίσης δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί. Η ίδια, εξάλλου, η εννοιοποίηση του "βιασμού" διατηρήθηκε προβληματική μέχρι και τον προαναφερθέντα νόμο, καθώς ο βιασμός θεωρείται από την ελληνική νομοθεσία και νομολογία όχι προσβολή της προσωπικότητας του θύματος συνολικά αλλά ότι αποφέρει απλώς την προσβολή της "γενετήσιας ελευθερίας", δηλαδή της ελευθερίας της διάθεσης του σώματος, της σεξουαλικότητας, της αναπαραγωγής κτλ. Σε αυτό τον ορισμό του βιασμού, η γυναίκα ταυτίζεται με τη μήτρα της ή και με την αναπαραγωγική της δυνατότητα και όχι βέβαια με ένα υποκείμενο που φέρει δικαιώματα τα οποία προσβάλλονται συνολικά από τον δράστη (κοινωνικός-ηθικός στιγματισμός, ψυχολογικά τραύματα με επίδραση συχνά στη γενικότερη κοινωνική και οικονομική ζωή της γυναίκας κτλ). "Μέχρι το 2006", λοιπόν, η ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών "δεν ήταν αντικείμενο εξειδικευμένου νόμου αλλά ρύθμισης των γενικότερων κανόνων του Δικαίου της Ελληνικής Νομοθεσίας και υπήρχαν διάσπαρτες εξειδικεύσεις που αντιμετώπιζαν ζητήματα βίας κατά των γυναικών. Οι προβλεπόμενες μορφές βίας που ρυθμίζονταν από τις γενικές διατάξεις του Αστικού και του Ποινικού δικαίου ήταν οι σωματικές βλάβες, τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τα εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και τα εγκλήματα κατά της τιμής και προσβολής της προσωπικότητας"[4]. Στην Ελλάδα, επίσης, η δίκη βιασμών έχει καταλήξει να γίνεται ένας δεύτερος βιασμός κατά τον οποίο το θύμα στιγματίζεται ακόμη πιο πολύ κοινωνικά. Η Κωσταβάρα-Παραρρήγα, δικηγόρος και μέλος της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών, σε βιβλίο της που εξέδωσε το 2007 αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα περιπτωσιολογώντας σε 4 δίκες βιαστών ανάμεσα στα έτη 1984-85 αλλά και το 1993, δίνοντάς μας ένα γενικό πλαίσιο ανάλυσης της νομικής μεταχείρισης των θυμάτων βιασμού. Μια σημαντική διαφορά, όπως μας λέει, των δικών βιασμού σε σχέση με τις δίκες άλλων εγκλημάτων είναι πως στις πρώτες πρέπει να εξακριβωθεί με εξονυχιστικό τρόπο η έλλειψη βούλησης του θύματος, πράγμα που δεν γίνεται για παράδειγμα σε καμιά δίκη για κλοπή, ληστεία, απόπειρες ανθρωποκτονιών και άλλων εγκλημάτων. Στην περίπτωση του βιασμού, η βούληση του θύματος να υποστεί βιασμό είναι πάντοτε ένα πιθανό ενδεχόμενο. Κι αυτό γιατί, βέβαια, η νομική διαδικασία αναπαράγει την ανδρική λογική με βάση την οποία η βούληση της γυναίκας, ως λειψού υποκειμένου, είναι εύκολο να αμφισβητηθεί («τα ήθελε» ή «αυτή δεν ξέρει τι θέλει») ενώ παράλληλα η «αδηφάγα σεξουαλική της διάθεση» (ένα ξεκάθαρα πορνογραφικό στερεότυπο) είναι δύσκολο να συνδυαστεί λογικά με την άσκηση βίας πάνω της ώστε να κατακτηθεί.

     


    Τώρα, πιο συγκεκριμένα για τον ελληνικό νόμο: οι νομικές ρυθμίσεις για τον βιασμό στην Ελλάδα βρίσκονται μαζί με τις ρυθμίσεις για την παρενόχληση (ασέλγεια), τη μαστρωπεία, τη σωματεμπορία, την πορνογραφία ανηλίκων κτλ στα άρθρα 336-353 του Ποινικού Κώδικα, στην ενότητα «Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα κατά οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής». Το πρώτο άρθρο της ενότητας αφορά στον βιασμό. Ο νομικός ορισμός είναι ο εξής:

    «Άρθρο 336 ΠΚ. Βιασμός. 1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. 2. αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».
    Θα αναφερθούμε σε κάποια προβλήματα που προκύπτουν από τον ορισμό αυτό, όπως προκύπτουν από τις κριτικές αναλύσεις και διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος.

    α. Υπήρξε πάγιο αίτημα από το γυναικείο κίνημα, όπως είπαμε και πιο πριν, ότι ο βιασμός πρέπει να χαρακτηρίζεται ως έγκλημα κατά της προσωπικότητας και όχι απλώς κατά της σεξουαλικής ελευθερίας. Έτσι μόνον, συνυπολογίζεται και η αναγνώριση της ψυχολογικής βίας και του τραύματος που θα υποστεί το κάθε θύμα. Έτσι μόνον μπορεί να λήξει το σημερινό παράδοξο του να παίρνει ένα θύμα βιασμού ένα ψυχιατρικό πιστοποιητικό, αφενός, που να διαπιστώνει τα τραύματά του, και άρα τη δυσχερή θέση στην οποία περιήλθε, και αφετέρου αυτό το πιστοποιητικό να καθιστά το θύμα ακόμη πιο ευάλωτο στο δικαστήριο, μειώνοντας την αξιοπιστία του (!) και γενικότερα αποτελώντας δικονομικό προνόμιο του δράστη. Ο ρόλος της γυναίκας έχει διεκδικηθεί να μην είναι αυτός της μητέρας και της συζύγου, συνεπώς ούτε και της αναπαραγωγικής μήτρας του έθνους. Ο μέχρι σήμερα προσδιορισμός του βιασμού ως εγκλήματος κατά της γενετήσιας ελευθερίας δείχνει, ωστόσο, ότι ο έλληνας άντρας νομοθέτης φυσικά ενδιαφέρεται για τις συνέπειες του βιασμού μόνο στο οικογενειακό-εθνικό περιβάλλον και όχι βέβαια στο ίδιο το θύμα και το κοινωνικό κομμάτι που υποτάσσεται και φοβάται έναν βιασμό, ή ακόμη και το κοινωνικό κομμάτι που διαπαιδαγωγείται και γαλουχείται να ασκεί και να διαπράττει τον ίδιο τον βιασμό.

    β. Έτσι, ο βιασμός δεν θεωρείται εν τέλει ένα κοινωνικό έγκλημα που πλήττει όλη την κοινωνία. Και φτάνουμε, λοιπόν, στο δεύτερο πάγιο αίτημα του γυναικείου κινήματος: ο βιασμός να διώκεται αυτεπάγγελτα από το Κράτος και όχι μόνον μετά από έγκληση (όπως ίσχυε μέχρι το 1983). Ο βιασμός με βάση το σημερινό νόμο διώκεται αυτεπάγγελτα αλλά υπάρχει ένα «ειδικό» παράθυρο για άρση της δίωξης, αν το θύμα και οι εκπρόσωποί του το θέλουν. «Ο ελληνικός ποινικός νόμος προβλέπει ότι όλα τα εγκλήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως. Η ρύθμιση αυτή στηρίζεται στη γενική αρχή ότι το έγκλημα, που είναι βαρύτερη μορφή αδικοπραξίας, προσβάλλει όχι μόνο το θύμα αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Η ειδική ρύθμιση του αυτεπάγγελτου του βιασμού, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στο θύμα και σε αυτούς που το εκπροσωπούν να σταματήσουν με την δήλωσή τους την ποινική δίωξη του δράστη, εξηγείται μόνο με την παραδοχή της αντίληψης ότι το έγκλημα του βιασμού δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τα άλλα εγκλήματα και συνεπώς δεν προσβάλλει το κοινωνικό σύνολο αλλά αποτελεί ατομική υπόθεση του θύματος και της οικογένειάς του. [...] Στο παρελθόν ανάγκαζαν το θύμα να ανακαλέσει τη μήνυση, σήμερα το αναγκάζουν να δηλώσει "κίνδυνο ψυχικού τραύματος"»[5].

    γ. Άλλη πάγια ανάγκη υπήρξε το να πάψει ο βιασμός να γίνεται αντιληπτός με την πιο στενή δυνατή έννοια, να θεωρείται δηλαδή από τον νόμο ότι ο βιασμός ταυτιζόταν μόνο με τη συνουσία, συγκεκριμένα την κολπική ας πούμε συνουσία («φύσει») και συνέβαινε μόνο εκτός του γάμου. Με νόμο του 2006, από το άρθρο 336 ΠΚ (μετά από εικοσαετή αγώνα!) αφαιρέθηκε η λέξη «εξώγαμη» που προσδιόριζε τη «συνουσία» του βιασμού. Η αφαίρεση αυτή οφείλεται στην ψήφιση ενός πολύ προβληματικού νόμου του 2006 ο οποίος, ωστόσο, για πρώτη φορά κατοχυρώνει στην Ελλάδα νομικά την ενδοοικογενειακή βία και τον συζυγικό βιασμό. Κατά τα άλλα, με το νόμο του '84 είχε ήδη αλλάξει και κάτι άλλο. Πέρα από τον «φύσει» βιασμό, αναγνωρίστηκε και ο «παρά φύση» (πρωκτικός), αν και η νομοθετική διαδικασία είχε δύσκολα εμπόδια να αντιμετωπίσει προκειμένου να κάνει αυτή την εξίσωση: για παράδειγμα «ένας βουλευτής του προοδευτικού χώρου διατύπωσε αντιρρήσεις. Διότι, όπως ισχυρίστηκε, "η συνουσία είναι δυνατόν να επιφέρει εγκυμοσύνη και τη γέννηση παιδιών, η παρά φύση ασέλγεια τι κίνδυνο επισύρει;"»[6] - άλλη μια απόδειξη εδώ ότι ο βιασμός απασχολεί γενικά τον έλληνα άντρα σε σχέση με τις επιπτώσεις του σε μια αναπαραγωγική μήτρα και όχι σε ένα «ολόκληρο υποκείμενο» που διαθέτει προσωπικότητα, βούληση, ψυχική συγκρότηση κτλ.

    Τέλος, δυστυχώς, ο βιασμός συνέχισε να θεωρείται ότι αφορά σε μια συνουσία, δηλαδή για να το πούμε απλά σε μια «διείσδυση πέους», είτε «φύσει» είτε «παρά φύσει» όπως θα έλεγε και το μαλακισμένο δίκαιό μας. Με αυτό τον τρόπο, όμως, γίνεται αντικείμενο άγνοιας το ότι τα θύματα τραυματίζονται εξίσου πολλές φορές στις περιπτώσεις των περιστατικών που στο νόμο θεωρούνται «απλώς» «ασέλγειες».

    Άποψή μας είναι ότι ο βιασμός, βέβαια, δεν μπορεί να ταυτίζεται με μια διείσδυση με βία. Η αντιμετώπιση του βιασμού, είτε νομική είτε άλλη, πρέπει να αναλύει το φαινόμενο. Κατά τη γνώμη μας υπάρχει μια ολόκληρη κουλτούρα του βιασμού που ωθεί την κοινωνία προς την πρακτική αυτή, υπάρχει ένα συνεχές έδαφος πάνω στο οποίο γεννήθηκαν οι παλιοί, γεννιούνται οι σημερινοί και θα γεννηθούν οι μελλοντικοί βιαστές. Το ότι οι βιαστές δεν ανήκουν σε ειδική κατηγορία αντρών (μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, νέοι ή μεγάλοι, εργάτες ή αστοί κοκ) δείχνει πως οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική. Από την άλλη, το ότι τα θύματα βρίσκονται σε όλες τις ηλικίες και τις συνθήκες της καθημερινότητας, ανεξαρτήτως του πώς συμπεριφέρονται, δείχνει πως ο βιασμός αποτελεί κομμάτι μιας κοινωνικής διαδικασίας βίας που κατευθύνεται ξεκάθαρα προς τη διάκριση μεταξύ των φύλων και την υποταγή του θηλυκού. Με αυτή την έννοια, ένας άνθρωπος στη σημερινή ελληνική κοινωνία έχει πολλές παραστάσεις και δέχεται πολλές προτροπές (αν είναι άντρας) για τον βιασμό, οι οποίες ακόμη κι αν δεν έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον ίδιο -ώστε να κάνει το άλμα και να γίνει βιαστής- σίγουρα έχουν αναπαραχθεί απείρως και εσωτερικευτεί από το υποκείμενο είτε από τα πορνογραφικά περιοδικά, τις τσόντες στο internet, τις διαφημίσεις στην τηλεόραση και στους δρόμους, τα πρότυπα που δεχόμαστε από το σχολείο και την οικογένεια σε σχέση με την διαπαιδαγώγηση μιας ορισμένης σεξουαλικότητας, τα σχόλια των ΜΜΕ, είτε βέβαια και από την αντιμετώπιση από αγνώστους στο δρόμο και στη δουλειά, είτε από τις ίδιες μας τις σχέσεις με φίλους και εραστές.

    Έτσι, δίχως να υποπέσουμε σε κάποιο σφάλμα σχετικοποίησης του κυρίου εγκλήματος του βιασμού, θέλουμε η αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού να αφορά σε μια αντίθεση σε όλη την κουλτούρα του βιασμού. Ο ορισμός του βιασμού πρέπει να διευρυνθεί στις θεωρούμενες «ασέλγειες» έτσι ώστε να επεκταθεί και η προστασία στα θύματα αυτά. Η κακοποίηση μπορεί να έχει πολλές μορφές ύπαρξης και δεν χρειάζεται διείσδυση ή συγκεκριμένη τυπική μορφή για αυτήν. Όσο ανοιχτά διεστραμμένη είναι η φαντασία του δράστη, τόσο ανοιχτός θα έπρεπε να είναι και ο ορισμός του εγκλήματος. Από την άλλη, η παρενόχληση επίσης θα έπρεπε να στοιχειοθετηθεί και να οριστεί συγκεκριμένα σε σχέση με τον βιασμό, παρενόχληση η οποία στην καθημερινότητα είναι παντού, από τα χυδαία βλέμματα στη λεκτική βία και από τα αγγίγματα στα λεωφορεία, τα σφυρίγματα μέχρι και την σωματική παρενόχληση. Το πώς κάποια κοινότητα ανθρώπων θα έπρεπε να αντιμετωπίζει, έτσι, το ζήτημα του βιασμού, της κακοποίησης ή της παρενόχλησης θα ήταν πολύ πιο συγκεκριμένο και θα άφηνε πολύ περισσότερο χώρο για το θύμα. Το πώς συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να κινηθούμε για να αναπτύξουμε μια τέτοια συμπεριφορά, θα το δούμε σε ένα επόμενο κεφάλαιο της μπροσούρας αυτής, γύρω από την ψυχολογία του θύματος.

    δ. Τέλος, θα κάνουμε αναφορά σε κάποια σπουδαία αιτήματα του γυναικείου κινήματος που έχει καταθέσει εδώ και δεκαετίες γύρω από τη δικονομική διάσταση των δικών βιασμού. Ένα από αυτά ήταν η θεσμοθέτηση της αρχής της έμφυλης ισότητας στη σύνθεση του δικαστηρίου (τόσο στους δικαστές όσο και στους ενόρκους) καθώς και η εξειδικευμένη κατάρτιση των δικαστών γύρω από τις δίκες βιασμού και την συμπεριφορά της έδρας ως προς το θύμα. Ένα παράλληλο αίτημα ήταν να απαγορευθούν εκ του νόμου οι ερωτήσεις προς το θύμα που αφορούσαν στην προηγούμενη του βιασμού σεξουαλική του ζωή. Κι αυτό το τελευταίο, γιατί υπήρξε πάγια μεθοδολογική τακτική των δικηγόρων υπεράσπισης των βιαστών να κάνουν στο θύμα ερωτήσεις γύρω από το «πόσους συντρόφους-εραστές είχε», «αν ικανοποιούνταν σεξουαλικά από τον υπάρχοντα εραστή της» κτλ. Φυσικά, αντίστοιχες τέτοιες ερωτήσεις απαγορεύεται να τεθούν προς τον δράστη γιατί ο δράστης δικάζεται για ένα συγκεκριμένο έγκλημα και όλες οι υπόλοιπες ερωτήσεις θεωρούνται άσχετες. Αυτά τα αιτήματα ποτέ δεν λήφθηκαν σοβαρά υπόψη από κανέναν. Άντρες δικαστές συνεχίζουν να δικάζουν τις δίκες βιασμών παρόλο που το 70% του δικαστικού σώματος αποτελείται σήμερα από γυναίκες - είναι από τους λίγους κλάδους που έσπασε ο καταμερισμός εργασίας και οι άντρες μπαίνουν με ποσόστωση. «Όσο για τους ενόρκους, η κατάσταση έχει βελτιωθεί, ωστόσο συνεχίζεται η τακτική της εξαίρεσης των γυναικών ενόρκων, επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι λόγω φύλου ταυτίζονται με το θύμα του βιασμού και συνεπώς δεν διαθέτουν αντικειμενική κρίση»[7].

    Ερωτήσεις σε σχέση με τη σεξουαλική ζωή του θύματος συνεχίζουν να κατατίθενται ενώ οι δικαστές δεν λαμβάνουν καμία ειδική κατάρτιση για τις δίκες βιασμών. Ένα άλλο σημαντικό αίτημα που αγνοήθηκε ήταν αυτό για την αυτόνομη παράσταση του φεμινιστικού κινήματος ως πολιτικής αγωγής στις δίκες του βιασμού. Αυτό, όσο ίσχυσε στην Ελλάδα, αφορούσε στην συμπαράσταση των δικηγόρων του γυναικείου κινήματος. Ωστόσο, το επιθυμητό θα ήταν να υπάρχει πολιτική αγωγή από μια γυναικεία οργάνωση, η οποία βάσει καταστατικού να έχει ιδρυθεί ώστε να προστατεύει τα δικαιώματα των γυναικών ή να δραστηριοποιείται ενάντια στην αντρική βία και το βιασμό. Και μάλιστα αυτή η πολιτική αγωγή να είναι αυτόνομη, να κινείται δηλαδή με βάση το δικό της έννομο συμφέρον που να στοιχειοθετείται από τον νόμο, όπως ακριβώς όταν κινητοποιείται μια οικολογική οργάνωση, αποτελούμενη από πολίτες ακτιβιστές, και διαθέτει λόγω καταστατικού εκ του νόμου έννομο συμφέρον να κινηθεί πχ ενάντια σε πράξεις ρύπανσης κοκ.

     

    νόμου έννομο συμφέρον να κινηθεί πχ ενάντια σε πράξεις ρύπανσης κοκ.

     

    ε. Με την περιγραφή των ισχυόντων προβλημάτων του νόμου και των αιτημάτων του κινήματος για να αλλάξει η αντιμετώπιση του βιασμού συνολικά, θα κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο για να περάσουμε στην αναφορά σε «άλλες μορφές δικαιοσύνης», όπως εμφανίστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα, συγκεκριμένα τα λεγόμενα εγκλήματα τιμής αλλά και το μέτρο της αυτοδικίας, δηλαδή δύο εκ διαμέτρου αντίθετα μέσα λύτρωσης από την προσβολή του βιασμού: στη μία περίπτωση ο βιασμός πχ μιας κόρης θεωρείται προσβολή (της τιμής) της οικογένειας και, άρα, η οικογένεια καλείται να απαντήσει, ενώ, στην άλλη περίπτωση, ο βιασμός θεωρείται προσβολή (της προσωπικότητας) της γυναίκας, οπότε το ίδιο το θύμα ή και μια κοινότητα στην οποία ανήκει αναλαμβάνουν να δοκιμάσουν ένα είδος απάντησης στον βιασμό. Πρόκειται απλώς για μια αυτόνομη και μια ετερόνομη μορφή εκδίκησης ή υπάρχουν και περισσότερες ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στις δύο πρακτικές; Ας δούμε παρακάτω.

    Τα εγκλήματα τιμής

    «Ξέπλυνα όλες τις βρωμιές της οικογένειάς μου και τώρα δεν μου μένει παρά να αντιμετωπίσω την δικαιοσύνην της πατρίδος μου. Νομίζω, όμως, πως δεν θα βρεθή άνθρωπος να με κατηγορήση. [...] Λυπάμαι βέβαια που αφήρεσα πέντε ψυχές έπρεπε όμως να τους σκοτώσω, αυτό ήταν το καθήκον μου»[8].

    Ο κόσμος σήμερα στην Ελλάδα δεν δρα μέσω δικαστηρίων για να αναζητήσει τη δικαιοσύνη σε περίπτωση βιασμών. Οι άντρες της οικογένειας του θύματος βιασμού είναι πιο πιθανόν να πάνε να βρουν τους άντρες της οικογένειας του βιαστή ή τον ίδιο τον βιαστή και να τον σπάσουν στο ξύλο. Σίγουρα δεν θα στεναχωρηθούμε για το ξύλο σαν ξύλο αλλά αυτή είναι ακριβώς η κουλτούρα του βιασμού την οποία κατακρίνουμε: η υπόθεση του βιασμού μιας γυναίκας γίνεται αντρική υπόθεση (ο βιασμός της και η "ατίμασή" της καθώς και το επακόλουθο "καθάρισμα της τιμής της οικογένειας").

    Το «έθιμο» αυτό δεν εμφανίζεται τυχαία στη χώρα. Στην Ελλάδα προ κάποιων ετών σε ορισμένες περιοχές, ήταν ντροπή για το θύμα βιασμού να έχει βιαστεί, να την έχει επιλέξει κάποιος δήθεν ασυγκράτητος μαλάκας άντρας δηλαδή, για να την εξαναγκάσει σε βίαιο "σεξ". Το θύμα θα έπρεπε, αν έμενε έγκυος, να παντρευτεί τουλάχιστον τον βιαστή για να μην ατιμάσει την οικογένειά της (κάπως να δικαιολογήσει στον «έξω κόσμο» το παιδί που έφερε στην κοιλία της). Η γυναίκα για άλλη μια φορά δεν είχε ύπαρξη, δεν ήταν υποκείμενο, δεν αναγνωριζόταν ως τέτοιο, παρά ως αντικείμενο συναλλαγής μεταξύ ανδρών. Και το "εθιμικό δίκαιο" των ντόπιων παραδοσιακών και φιλήσυχων κοινωνιών απαιτούσε επιπλέον τιμωρία του θύματος για όλη του τη ζωή και όχι τιμωρία του βιαστή! Και ήταν το εθιμικό δίκαιο (ο ρόλος της κοινωνίας, των δικαστηρίων, των ΜΜΕ), επαναλαμβάνουμε, όχι το κράτος, χωρίς να σημαίνει ότι το τελευταίο δεν έπαιζε ρόλο. Έτσι, θα ήταν παράλογο κάποιος Έλληνας σήμερα να οικτίρει χώρες της Ασίας ή της Αφρικής για τη διατήρηση σε αυτές «εγκλημάτων τιμής», από τη στιγμή που η ίδια η χώρα του 5 μόλις δεκαετίες πριν αποτελούσε έναν αντίστοιχο παράδεισο.

    Η Έφη Αβδελά σε έργο της που διαπραγματεύεται τα εν λόγω εγκλήματα, βρίσκει πως η πλειοψηφία των δραστών είναι άντρες, μέλη της οικογένειας αυτής της οποίας η οικογενειακή τιμή προσεβλήθη. Και τα θύματα, βέβαια, είναι τις περισσότερες φορές άντρες. Αυτό που έχει ενδιαφέρον χρονικό είναι ότι τα περιστατικά αυτά πυκνώνουν στην Ελλάδα τη δεκαετία του '50 και αρχίζουν να φθίνουν αμέσως μετά, τη δεκαετία του '60. Αυτό που έχει ενδιαφέρον χωρικό από την άλλη είναι ότι τα βρίσκουμε διάσπαρτα μέσα στην ελληνική επικράτεια (και όχι στην Κρήτη και τη Μάνη τις οποίες στερεοτυπικά θα νόμιζε κανείς πως πρωτοστατούν στη συχνότητα των εγκλημάτων τιμής): οι πιο κλασικοί νομοί για τα εγκλήματα τιμής υπήρξαν οι νομοί Αιτωλοακαρνανίας, Ευρυτανίας, Ηλείας, Μεσσηνίας, Αχαΐας, Ηπείρου και κυρίως Αττικής. Οι, δε, συνηθέστερες αιτιολογίες τραυματισμού ή δολοφονίας του συνήθως αρσενικού θύματος αντιστοιχούν σε σχετικά πολιτισμικά σενάρια που εκφράζονται στερεοτυπικά στον Τύπο και την κυρίαρχη κοινωνική συνείδηση ως εξής: ο δράστης πχ «την διέφθειρε», «ηρνείτο να νομιμοποιήση τας σχέσεις του», «αθέτησεν υπόσχεσιν γάμου», «την εγκατέλειψεν», «διετήρει παρανόμους σχέσεις», «διήγε έκλυτον βίον», «κατέλαβε επ' αυτοφώρω», «υπωπτεύετο»[9].

    Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο εμάς για το ζήτημα της μπροσούρας είναι αυτό το «την διέφθειρε» το οποίο όπως θα καταλάβατε και από την πρώτη μας παράθεση, κρύβει μέσα του, πέρα από τις αυτονόητες ερωτικές σχέσεις και συνουσίες, και τις εξαναγκαστικές σχέσεις, δηλαδή τους βιασμούς. Το ρήμα «διαφθείρω», βέβαια, πολύ ήπια ενσωματώνει και την έννοια του βιασμού η οποία είναι μάλλον αδιάφορη για τον ιδιοκτήτη (πατέρα, αδερφό κτλ) της νεαρής συνήθως γυναίκας. Διαφθορά σημαίνει ότι δεν ήταν πλέον παρθένα, ανεξαρτήτως σημασίας του αν είχε η ίδια βούληση ή όχι να συνάψει σχέση ή να συνουσιαστεί με αυτόν που την προσέβαλε. Ο αποχαιρετισμός της παρθενιάς εκτός γάμου και μάλιστα εκτός προοπτικής γάμου σήμαινε, λοιπόν, ότι το αντικείμενο-γυναίκα έχανε την αξία του - «μαγαρισμένο» ίσως στα χέρια της οικογένειας. Η Αβδελά ισχυρίζεται πως τα αδέλφια ή ο πατέρας της «διαφθαρμένης» σπάνια εκδηλώνονται εναντίον της, τονίζοντας έτσι πως είτε ήθελε τη σχέση αυτή είτε όχι, η γυναίκα δε θεωρείται ότι έχει βούληση: συνήθως ο τρίτος άντρας (πραγματικό υποκείμενο με σκοπούς και βούληση) «την παρασύρει». Τα αδέλφια ή ο πατέρας θα προσπαθήσουν «να πείσουν "τον διαφθορέα" να "αποκαταστήσει" την αδελφή ή κόρη, με την οποία είχε ερωτικές σχέσεις, και να την παντρευτεί. Αν η κοπέλα είναι ανήλικη, οι συγγενείς της μπορούν να καταφύγουν στη δικαιοσύνη: η "αποπλάνησις ανηλίκου" και η "εγκατάλειψη εγκυμονούσης" είναι ποινικά αδικήματα ενώ η "προσβολή τιμής γυναικός" αστικό αδίκημα». Το έγκλημα τιμής διαπράττεται για αυτόν τον λόγο πάντοτε από τον άντρα. Όταν μια γυναίκα προβεί σε αντίστοιχη πράξη, επειδή «ατιμάστηκε», όπως πχ όταν η Ε.Κ. τον Ιούνιο του 1950 σκότωσε με στιλέτο τον εργοδότη και διαφθορέα της επειδή αρνιόταν να την παντρευτεί, ο Τύπος, η δικαιοσύνη αλλά και η κοινωνία δεν θα ισχυριστούν ότι το έγκλημα έγινε «διά λόγους τιμής». Η μόνη συχνή περίπτωση ενεργών γυναικών σε τέτοια ζητήματα είναι, σύμφωνα με την Αβδελά, οι «βιτριολίστριες» που είθισται να ρίχνουν στο πρόσωπο των όσων αθέτησαν υπόσχεση γάμου ή τις εγκατέλειψαν, βιτριόλι και άκουα φόρτε. Η βιτριολίστρια, ωστόσο, είναι «γυναίκα χωρίς αντρική προστασία. Οι γυναίκες αυτές, είτε επειδή δεν έχουν αδέλφια ή πατέρα είτε εξαιτίας των ερωτικών τους σχέσεων έχουν χάσει το δικαίωμα να ζητήσουν απ' αυτούς προστασία, αναλαμβάνουν μόνες τους δράση»[10].

    Αυτό που έχει ενδιαφέρον από τα παραπάνω ανθρωπολογικά παραδείγματα είναι, βέβαια, η αντίληψη της γυναίκας ως αντικειμένου διαπραγματεύσιμου (που υπόκειται σε συναλλαγή και συχνά αντιστοιχεί σε ορισμένη ανταλλακτική αξία), ταύτισής της δε με το ίδιο το έδαφος διαπραγμάτευσης της τιμής της οικογένειας. Η ανάλυση έχει ενδιαφέρον γιατί, βέβαια, μας δίνει αφορμές και ευκαιρίες αφενός να εμβαθύνουμε στη σημερινή αντιμετώπιση του βιασμού στην Ελλάδα αλλά και αφετέρου να διερευνήσουμε το πώς, μέσα από τον «εκσυγχρονισμό της χώρας», αν και το γυναικείο σώμα συνέχισε να θεωρείται έδαφος διαπραγμάτευσης μιας τιμής, αυτή η «τιμή» πλέον επαναπροσδιορίζεται από οικογενειακά σε εθνικά πλαίσια[11], μιας και εν τέλει η προβολή του έθνους ως μεγάλης οικογένειας επανενισχύει τις πατριαρχικές φαντασιακές σημασίες.

    Τη δεκαετία του '60, έρχονται στην επιφάνεια άλλου είδους αδικήματα, ο «τεντιμποϊσμός» και τα «εγκλήματα κατά των ηθών», όπου εδώ πλέον αποφασιστικά εντάσσεται και ο βιασμός. Ο περιβόητος εκσυγχρονισμός του '60, που περιλαμβάνει και το νόμο 4000, θα αναληφθεί πρώτα από όλα στον Τύπο και στη νομοθεσία, στις δικαστικές αίθουσες αλλά και στα περιοδικά της μεγαλύτερης τότε κυκλοφορίας όπως πχ οι «Εικόνες», της Ελένης Βλάχου. Αρθρογράφοι όπως δημοσιογράφοι, νομικοί και γιατροί θα παρελάσουν από τις στήλες του περιοδικού αυτού ώστε να καταδικάσουν τη λογική των εγκλημάτων τιμής. Το σύνθημα είναι με λίγα λόγια «Όπου υπάρχει τιμή δεν υπάρχει έγκλημα. Όπου υπάρχει έγκλημα, δεν υπάρχει τιμή» - το παιχνίδι αντιστρέφεται, με ποιο κόστος όμως; Η έννοια της «εγκληματικότητας» γίνεται όλο και πιο κεντρική, τα δε υποκείμενα που μπαίνουν στο στόχαστρο είναι αφενός η νεολαία, αφετέρου ο αγροτικός πληθυσμός, ανάλογα με την επιχειρηματολογία της κάθε πλευράς. Αυτά τα υποκείμενα είναι εμφανές από δω και πέρα ότι θα επαναπροσδιοριστούν σε ένα εθνικό πλαίσιο, καθώς αυτό που παίζεται είναι η διεθνής θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη (αξίζει να είμαστε πολιτισμένοι Ευρωπαίοι) και η διαμόρφωση μιας νέας συλλογικής και ατομικής ηθικής στο μέρος που καταλάμβανε η τιμή. Η επιχειρηματολογία που κρίνει την ανάπτυξη και την αστυφιλία ως εκφυλιστική, θα στιγματίσει «τα εγκλήματα της νεολαίας» ως «απαράδεκτα νέα ήθη», υποστηρίζοντας πως το αντίδοτο στον εκφυλισμό είναι η πίστη, οι παραδόσεις, η παλιά Ελλάδα. Στην περίπτωση ενός ομαδικού βιασμού και δολοφονίας το 1962, στην Καθημερινή γράφεται για τους δράστες: «Δεν είναι Έλληνες. Δεν ανήκουν στο δικό μας λαό. Είναι μια καινούρια ράτσα, προϊόν, ποιος ξέρει, ποιας αιμομειξίας.». Ενώ η επιχειρηματολογία που κρίνει πως η ανάπτυξη και ο εξαστισμός αποτελούν το αντίδοτο στην καθυστερημένη, παλιά Ελλάδα, στιγματίζει το ότι τα περισσότερα εγκλήματα συμβαίνουν στην ύπαιθρο «περί της αγνότητας των ηθών της οποίας εξακολουθούν να μας ομιλούν διάφοροι ηλίθιοι» (περιοδικό Εικόνες). Με αφορμή την περίπτωση μιας κοπέλας το 1960 που ο αιμομείκτης πατέρας της την κρατούσε φυλακισμένη για χρόνια ολόκληρα στο σπίτι ενώ το χωριό δεν μιλούσε, ένας αρθρογράφος τονίζει «Αισθάνεται κανείς ίλιγγον από την διαπίστωσιν. Διότι βλέπει ενώπιόν του μια μικράν κοινωνίαν -από αυτάς που αποτελούν τους πυρήνας του έθνους- παράλυτον ηθικώς, χωρίς αντιδράσεις στοργής, οίκτου, ανθρωπιάς, ελέους, σεβασμού προς την οντότητα του ατόμου. Το χωριό έχει άμεσον ανάγκην εξανθρωπισμού. Διότι, άλλως, θα εκβαρβαρωθή όλοκληρον το έθνος»[12]. Αυτές οι αντιθετικές κριτικές, θέτοντας ως κεντρικό ερώτημα της εποχής τότε το αν ο Έλληνας μπορεί ηθικά, ανθρωπολογικά, κοινωνικά να σταθεί στο ύψος της Ευρώπης ή, αντίστροφα, «στον βούρκο των Φράγκων», έχτισαν σχέσεις, διαμόρφωσαν κανονικότητες με μεγάλες ποσότητες βίας. Ο γυναικείος πληθυσμός δοκιμάστηκε μέσα σε αυτή τη συζήτηση. Το γεγονός ότι σφαζόταν, δεχόταν βία, απειλές, κακοποιήσεις, άπειρη ψυχολογική βία δεν απασχόλησε και πολλούς παρά μόνο στο πλαίσιο του ότι «οι Έλληνες σήμερον σφάζονται ανηλεώς».

    Σήμερα, τα εγκλήματα τιμής εξαφανίστηκαν. Δεν είναι σπάνιο, ωστόσο, να συναντήσεις στις εφημερίδες πού και πού ορισμένους απογόνους τους, τα λεγόμενα «εγκλήματα πάθους», όπου από τυφλό «έρωτα» και «ζήλια» -αυτά είναι συνήθως τα πάθη- ο ένας εραστής σκοτώνει τον άλλο/ την άλλη. Πίσω από τέτοιους χαρακτηρισμούς εγκλημάτων είναι ακόμη σαφέστερο σήμερα πως κρύβεται η βία κατά των γυναικών αλλά και τα ήθη γενικότερα αυτού του μοντέλου ζωής που επιτελεί ένας ορισμένος τύπος της κανονιστικής αρρενωπότητας. Η ομοιότητα με τη δεκαετία του '60 έχει να κάνει με το ότι η Ελλάδα πάλι βρίσκεται εν καιρώ ανασφάλειας σε σχέση με τις ευρωπαϊκές αλλά και παγκόσμιες προοπτικές της. Σε πρόσφατη παγκόσμια δημοσκόπηση του Guardian που δημοσιεύτηκε στις ελληνικές εφημερίδες στις αρχές Γενάρη του 2008, οι Έλληνες είναι οι πιο ανασφαλείς σε σχέση με τα ζητήματα της παγκόσμιας τρομοκρατίας (!), ενώ σε άλλη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Βήμα, ταυτόχρονα οι Αθηναίοι αποδεικνύονται οι πιο απαισιόδοξοι αλλά και αυτοί που πιστεύουν πως η παγκοσμιοποίηση τους έβλαψε προσωπικά περισσότερο από τον καθένα, αντιλήψεις εξωφρενικές, αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι χώρες που έλαβαν μέρος στη δημοσκόπηση είναι πάνω από 20 και εκπροσωπούν τόσο την Ευρώπη και την Αμερική, όσο και την Ασία και την Αφρική, χώρες που είναι τόσο στην εμπροσθοφυλακή όσο και στην οπισθοφυλακή της παγκοσμιοποίησης, ή ακόμη και χώρες στις οποίες τα τρομοκρατικά χτυπήματα έχουν γίνει καθημερινότητα. Οι Έλληνες πιο ανασφαλείς από ποτέ λοιπόν. Και είναι σαφές ότι η εθνική ανασφάλεια φέρνει εθνική συσπείρωση και βία.

     

     

    Στην περίπτωση της Αμαρύνθου, το Νοέμβρη του 2006, όπου είχαμε ομαδικό βιασμό μιας ανήλικης μετανάστριας (χωρίς πατέρα και χωρίς το δικό της κράτος να μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά) από νεολαίους του σχολείου της Αμαρύνθου, θα μπορούσαμε να δούμε, λοιπόν, ότι διακυβεύονταν και άλλες καταστάσεις, πολύ πιο υπόγεια από το υπάρχον έγκλημα. Καθόλη τη διάρκεια της υπόθεσης, θα μπορούσε να δει κανείς πως επανεργοποιήθηκαν λόγοι περί της νεανικής εγκληματικότητας στα σχολεία ή λόγοι απέχθειας και καταδίκης προς την καθυστερημένη και βάναυση επαρχιακή ζωή του χωριού, αφήνοντας το θύμα ανυπεράσπιστο και το ζήτημά του ανέγγιχτο (σεξιστική και ρατσιστική βία ταυτόχρονα). Και, παρόλο, που οι κάτοικοι της Αμαρύνθου έκαναν τα πάντα για να θιγεί το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση, αφού δεν πίστευαν βέβαια ούτε στην νεανική εγκληματικότητα ούτε στην καθυστερημένη ανάπτυξη του τόπου τους και συνέχιζαν να ονομάζουν τον ομαδικό βιασμό μιας ανήλικης μετανάστριας, «επιπόλαιη σεξουαλικότητα». Έτσι, αν η πορεία των φεμινιστριών αντιμετωπίστηκε αμήχανα και εχθρικά γιατί ξεκάθαρα κατήγγειλε την αληθινή διάσταση του βιασμού, όχι όμως και το εθνικό παιχνίδι που παιζόταν, η πορεία των αναρχικών και αυτόνομων (κάποιων «ξένων» στο χωριό που στερεοτυπικά ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με την εγκληματικότητα της νεολαίας) ήταν επίσης ξεκάθαρο ότι έπρεπε να διαλυθεί μιας και οι πράξεις μας, τα συνθήματά μας, χτύπησαν δίχως περιστροφές το κεντρί της σφήκας. Για αυτό το λόγο δεν υπήρχε και κάποιος στο έθνος ολόκληρο να μας υπερασπιστεί. Η πορεία στην Αμάρυνθο, στις 19.11.06, ήταν όμως ενδιαφέρουσα και για έναν ακόμη λόγο: συνειδητά ή μη, αφυπνίσαμε με έναν τρανταχτό τρόπο μια παράδοση που στην Ελλάδα είχε για χρόνια ξεχαστεί από την πλευρά του επαναστατικού ριζοσπαστισμού, την πρακτική της αυτοδικίας.

    Η αυτοδικία

    Μας ενδιαφέρει εδώ η πολιτική αυτοδικία, δηλαδή η βίαιη ανταπάντηση σε ένα έγκλημα και, συγκεκριμένα, όταν αυτή η αντιβία παίρνει πολιτικά χαρακτηριστικά, ανακοινώνει πολιτικό λόγο. Η αυτοδικία δεν σημαίνει απλώς «ξύλο» κι ούτε πάντα μορφές χειροδικίας, σωματικής βίας. Σημαίνει μια διαφορετική μορφή δικαιοσύνης όταν δε σε χωράει η υπάρχουσα μορφή δικαιοσύνης, όταν η υπάρχουσα μορφή δικαίου αμφισβητεί ή αδικεί ένα θύμα βιασμού περαιτέρω ή, ακόμη, όταν αποδεικνύεται ανεπαρκής στην πρακτική της εφαρμογή. Η αυτοδικία δεν σημαίνει "οι άντρες του κινήματος κανονίζουν για τις πληγωμένες γυναίκες του κινήματος", δεν σημαίνει μάτσο απαντήσεις, δεν σημαίνει "οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδόντας αντί οδόντα" κτλ. Αν κι εμπεριέχει το στοιχείο της εκδίκησης εναντίον του δράστη ως τμήμα μιας εν μέρει λυτρωτικής διαδικασίας για το θύμα, η αυτοδικία γυναικών δεν περιορίζεται σε ένα εκδικητικό μέσο και μόνον. Η αυτοδικία φαίνεται να περιγράφεται σε τμήμα του κινηματικού λόγου ως αναφαίρετο δικαίωμα ατόμων και κινημάτων σε ό,τι αφορά στις πράξεις ρατσισμού και σεξισμού. Μεταξύ άλλων βοήθησε ιστορικά κάποια κομμάτια των κινημάτων να αποδείξουν, στον εαυτό τους αλλά και κοινωνικά, ότι «οι γυναίκες δεν τα καταφέρνουν μόνο στο σπίτι», ότι οι γυναίκες μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και κινήσεις σχετικά με τις δικές τους υποθέσεις και ζητήματα. Σωστά έχει τεθεί ήδη από παλιά πως το αντικείμενο της αυτοδικίας είναι πολύπλοκο θέμα και θέτει επί τάπητος ευρύτερα θεωρητικά ζητήματα περί της συσχέτισης της δημοκρατίας, της φαντασιακής σημασίας της δικαιοσύνης αλλά και της φεμινιστικής πρακτικής. Ιστορικά, αν θέλουμε να βρούμε παραδείγματα εφαρμογής της αυτοδικίας, μπορούμε να δούμε ότι υπήρξαν γυναικείες ομάδες που ανέλαβαν για τις δράσεις τους τον χαρακτήρα της αυτοδικίας. Μία από αυτές ήταν και οι Rote Zora στη Γερμανία, η militant φεμινιστική ομάδα: «Όνειρό μας είναι να δημιουργηθούν μικρές συμμορίες γυναικών παντού - έτσι ώστε σε κάθε πόλη ένας βιαστής, ένας άντρας που πουλάει γυναίκες, ένας σύζυγος που χτυπά τη σύζυγό του, ένας μισογύνης εκδότης εφημερίδας, ένας έμπορος πορνό κτλ να έχει να περιμένει μια συμμορία γυναικών να τον εντοπίσει, να του επιτεθεί, να τον κάνει δημόσια γνωστό και να τον διαπομπέυσει»[13].

     

    Σε άλλη περίπτωση, οι Cafe Morgenland αναδεικνύουν την περίπτωση της Ινδής Phoolan Devi η οποία αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της μετά από ομαδικό βιασμό που υπέστη από τους άντρες του χωριού. «Επέστρεψε στο χωριό της μετά από χρόνια, σαν αρχηγός μιας συμμορίας που δημιούργησε η ίδια και εκτέλεσε τους 22 από τους 24 βιαστές της (οι 2 έλλειπαν εκείνη την ημέρα από το χωριό). Ήταν και είναι στην Ινδία το σύμβολο της απελευθέρωσης όχι μόνο των γυναικών αλλά και των φτωχών στρωμάτων. Στην δεκαετία του '90 εκλέχτηκε πανηγυρικά - αφού της δόθηκε αμνηστία - βουλευτίνα στην κάτω βουλή μέσω του εκεί σοσιαλιστικού κόμματος (στην εκλογική της περιφέρεια το σοσιαλιστικό κόμμα είχε ποσοστό του 3%. Η P. Devi εκλέχτηκε με ποσοστό 40%!). Το 2001 δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι στον δρόμο από την Βουλή για το σπίτι της από 4 άνδρες που θέλησαν να πάρουν εκδίκηση για τις πριν από 20 χρόνια εκτελέσεις της. Το όνομά της γράφτηκε στην ιστορία, σαν η "βασίλισσα των λουλουδιών" και σαν η "βασίλισσα των συμμοριτών", όπως την ονόμαζαν και την ονομάζουν μέχρι σήμερα με λατρεία τα "κατακάθια", οι στιγματισμένες και οι στιγματισμένοι της εκεί κοινωνίας»[14].

    Σε κάθε περίπτωση, τα περιστατικά αυτοδικίας μένουν στην ιστορία σαν δίκαιες απαντήσεις των ανθρώπων που δύσκολα έχουν πρόσβαση στα κυρίαρχα μέσα απονομής δικαιοσύνης ή όποτε έχουν πρόσβαση εκεί, σπάνια δικαιώνονται. Αυτό το στοιχείο αποτελεί και μια κορυφαία διαφορά με τα εγκλήματα τιμής που είδαμε παραπάνω, των οποίων οι δράστες δεν έχουν συνήθως κανένα πρόβλημα πρόσβασης στους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και, ανεξαρτήτως του αν έχουν τέτοιο πρόβλημα, αυτό δεν αποτελεί ένα από τα κίνητρά τους για να προβούν σε πράξεις αυτοδικίας.

    Το παρόν αποτελεί τμήμα του τρίτου τεύχους του Terminal 119 "Ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού" Ιούνης 2007- Ιούλης 2008 σελ. 53-63
     
  6. lotus

    lotus Silence

    Ο βιασμός είναι μια βίαιη πράξη (ψυχολογική ή σωματική) με διάφορες κλίμακες χωρίς τη συναίνεση του θύματος. Ξεκινάμε από το βάση...
    Το προφίλ του εκάστοτε βιαστή συμπεριλαμβάνει πολλούς παράγοντες και ο δρόμος ανήκει σε όλους είναι πολύ γενικευμένο. Ότι μπορεί κάποιος κάτω από προϋποθέσεις και προσωπικές (και τραυματικές) εμπειρίες να στραφεί προς τα κει θα έλεγα ότι είναι πιο ορθή τοποθέτηση. Άρα αυτό είναι το περιεχόμενο του βιασμού και δεν είναι άσχετο. Δεν είναι μόνο η εκάστοτε κουλτούρα, πολιτισμός κλπ και η προσαρμοστικότητα του θύτη στις εκάστοτε συνθήκες συνύπαρξης σε διαφορετικές κοινωνίες και κανόνες. Η ιδιοσυγκρασία του διαμορφώνεται από τα παραπάνω προφανώς και όσα άλλα αναφέρθηκαν τα οποία συμβάλλουν στο εκάστοτε προφίλ βιαστή αλλά και η επιλογή των θυμάτων είναι ομαδοποιημένη ανάλογα το εκάστοτε προφίλ. Το ότι τα εκάστοτε κοινωνικοπολιτικά συστήματα δεν λαμβάνουν μέτρα πρόληψης σίγουρα είναι κάτι που απασχολεί αλλά νομίζω ότι όλοι μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους σκοπούς που εξυπηρετεί αυτό.
    Δεν είναι ότι δεν μπορεί να εξαλειφθεί το φαινόμενο, είναι ότι δεν θέλουν να εξαλειφθεί. Ξοδεύουν κονδύλια ολόκληρα για το πως να διδάξουν τα θύματα πως μπορούν να βρουν τρόπους πρόληψης ή αντιμετώπισης του προβλήματος αλλά όχι τόσα για την μετέπειτα ψυχολογική τους υποστήριξη.
    Φυσικά και αυξάνεται το φαινόμενο διότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν υπάρχει πρόθεση να λυθεί από τη ρίζα του αλλά αντιθέτως τροφοδοτείται αφού δεν φροντίζεται το θέμα πριν γίνει πρόβλημα. Σε κοινωνίες που έχουν χαθεί οι αρχές και οι αξίες και δεν υπάρχει παιδεία και ενημέρωση για το πως θα μεγαλώνεις σωστά δομημένες προσωπικότητες και άρρενες που θα δείχνουν εγγενή σεβασμό προς τη γυναίκα (και το λέω αυτό γιατί αφορά το μεγαλύτερο ποσοστό κακοποίησης) και ανθρώπους χωρίς ρατσιστικές τάσεις αλλά αντιθέτως "ευνουχίζουν" την ανδρική φύση και μειώνουν τη γυναικεία το πρόβλημα όχι μόνο δεν λύνεται αλλά δίνεται και συνεχής τροφή στο αδηφάγο τέρας.
    Οι αρχές και οι αξίες και το προσωπικό ήθος δεν αφορά ούτε την οικονομία, ούτε την εγκυκλοπαιδική μόρφωση.
    Όταν σε ένα σύστημα δεν θεωρείται πρόβλημα η διάκριση και η λεκτική βία πως θα γίνει πρόληψη? Όταν σε ένα σύστημα αυτοί που οφείλουν να διδάξουν τις βάσεις για ισορροπημένες συμπεριφορές τροφοδοτούν τη διάκριση και τη βια πως περιμένουμε κάτι άλλο ως αποτέλεσμα? Όταν υπάρχει προκατάληψη και το θύμα αντιμετωπίζεται ως ηθικός αυτουργός ή ακόμη χειρότερα πολλές φορές ότι έχει συναινέσει στην πράξη ή ακόμη χειρότερα όταν στο κοινωνικό και δικαστικό σύστημα υπάρχει διάκριση διαστρεβλώνοντας την πράξη ανάλογα την περίπτωση (χαρακτηριστικό παράδειγμα του Πακιστανού στην Πάρο σε αντιπαράθεση με τους ανήλικους βιαστές αλλοδαπής στην Αμάρυνθο) που ακριβώς να τεθούν οι βάσεις?
    Μπορεί λοιπόν το θέμα του βιασμού να μην λύνεται με πορείες, τιμωρίες και ενημέρωση αλλά είναι ο τρόπος του ανθρώπου απέναντι στο έγκλημα να αντιδράσει και να μην κάτσει στον καναπέ του να το φάει και αυτό αμάσητο όταν ο καθένας μας βιάζεται καθημερινά από το ίδιο το σύστημα και δεν μπορεί να αντιδράσει γι αυτό.
    Εξάλλου δεν είναι και λίγο να γίνεται γνωστό έστω και σαν ηθική και ψυχολογική υποστήριξη ότι υπάρχουν ακόμη εκεί έξω άνθρωποι που υποστηρίζουν την αξία της ανθρώπινης ζωής και είναι ενάντια στη βία. Μην το υποτιμάμε....
    Και τέλος είναι τόσες πολλές οι υποκατηγορίες ταξινόμησης ενός προφίλ βιαστή που χρειάζεται ένα νήμα μόνο του ως ανάπτυξη αλλά σίγουρα δεν υπάρχουν κανόνες και εξαιρέσεις αυτών αλλά ψυχολογικά προφίλ σε συνδυασμό με το κοινωνικό status και στατιστικά ποσοστά για την εκάστοτε κατηγορία.
    Για όποιον ενδιαφέρεται μπορεί να μελετήσει τις μορφές διαχωρισμού που παρουσιάζονται στα ψυχοδυναμικού προσανατολισμού συστήματα ταξινόμησης (υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην επιθετικότητα που απορρέει από την ανάγκη επιβολής ισχύος και επιβεβαίωσης και στην επιθετικότητα που απορρέει από τάση εκδίκησης. Επίσης μελετάται ξεχωριστά ο διαχωρισμός ανάλογα με την επικράτηση της σεξουαλικότητας, της επιθετικότητας, της παρορμητικότητας, ή της συγκεχυμένης σεξουαλικότητας.)
    Υπάρχει πολλές φορές συσχέτιση ανάμεσα στη σεξουαλική διέγερση, την αντίληψη, τον έλεγχο ή όχι των συναισθημάτων και της προσωπικότητας στο προφίλ ενός βιαστή. Απλά το μεγαλύτερο ποσοστό έχει διαστρεβλωμένη άποψη και διατηρεί και την ανάλογη στάση απέναντι στο ποιος είναι ο ρόλος της γυναίκας (του ομοφυλόφιλου, trans κλπ) οπότε αντιστοίχως διαστρεβλώνει και την αποκωδικοποίηση της συμπεριφοράς.
    Το ότι σε γενικές γραμμές, οι βιαστές προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, δεν έχουν επαρκή εκπαίδευση κλπ μπορεί να ανεβάζει το ποσοστό αλλά αυτό δεν σημαίνει όπως ανέφερα και παραπάνω ότι αυτό είναι κανόνας. Απλά τα περιστατικά από γόνους ευπόρων οικογενειών αποσιωπούνται ή εκδικάζονται και αθωώνονται.
    Επίσης άξιο αναφοράς είναι ότι ο βιαστής με τον παιδεραστή είναι δυο ανεξάρτητες και μεμονωμένες κατηγορίες με εντελώς διαφορετικό προφίλ και κίνητρα που δεν θα πρέπει να συγχέονται πλην του τελικού αποτελέσματος που σαφώς στη δεύτερη περίπτωση τις περισσότερες φορές μπορεί να προκαλεστούν ανεπανόρθωτες ψυχικές βλάβες λόγω της ευαλωτότητα της ψυχοσύνθεσης του παιδιού.
    Επίσης είναι άξιο αναφοράς (συσχετιζόμενο με τη μη ύπαρξη ριζικής λύσης στο πρόβλημα) ότι δεν υπάρχει και επαρκές πλαίσιο στην πιθανή προσπάθεια μείωσης του φαινομένου από τη στιγμή που έχει αναγνωριστεί ο βιαστής. Αντιθέτως υπάρχει στιγματισμός, μη πρόθεση της ρίζας από την οποία προήλθε το πρόβλημα και κανένα πλαίσιο εκπαίδευσης και επανένταξης στην κοινωνία.
    Δηλαδή να υπάρχει σύστημα παρακολούθησης της παραβατικής συμπεριφοράς και προσπάθεια ένταξης σε ειδικά προγράμματα επαναπροσαρμογής πριν τη δράση αλλά και παρακολούθηση και υποχρεωτική ειδική "εκπαίδευση" και μέτρηση αποτελέσματος και αυτών που πιάνονται και αφήνονται ελεύθεροι πάλι έξω. Δηλαδή υπάρχει τροφοδότηση και επανατροφοδότηση του φαινομένου από το σύστημα.
    Θα ήταν λύση οι σωστά δομημένες οικογένειες και η σωστή δομή μόρφωσης αλλά κάποιο έχουν κάνει τεράστιες προσπάθειες για την αποδόμηση αυτών των συστημάτων για προσωπικά οφέλη οπότε νομίζω ότι το μόνο που περνάει από το χέρι μας είναι η αλληλεγγύη και υποστήριξη των θυμάτων ούτως ή άλλως αν θέλουμε να υποστηρίζουμε την ανθρώπινη υπόσταση μας.
     
  7. Iagos

    Iagos Contributor

    "Τι μου έμαθε η δίκη του βιασμού μου": Με αφορμή μια αθωωτική απόφαση στην Ξάνθη.

    Ομόφωνα αθώοι κρίθηκαν την Τετάρτη από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Καβάλας οι δύο Ξανθιώτες, 35 και 30 ετών, που κατηγορήθηκαν για την υπόθεση του ομαδικού βιασμού 22χρονης φοιτήτριας το Μάρτιο του 2015 στην Ξάνθη.

    Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση είχε γίνει γνωστή στο πανελλήνιο ενώ μετά και τη δημοσιοποίησή της προκάλεσε σάλο στην τοπική κοινωνία της Ξάνθης, καθώς και οι δύο κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα γνωστά πρόσωπα στην πόλη.

    Η νεαρή κοπέλα ισχυρίστηκε ότι οι δύο άντρες εκμεταλλεύτηκαν τη μέθη της και την οδήγησαν στο σπίτι του 35χρονου, όπου την προέτρεψαν σε χρήση κάνναβης και στη συνέχεια την εξανάγκασαν σε ερωτική πράξη χωρίς τη συγκατάθεσή της. Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στα σπίτια των δυο κατηγορουμένων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 20 γραμμάρια κάνναβης, ναρκωτικά χάπια και ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

    Όπως αναφέρει η τοπική ιστοσελίδα xanthi2.gr η δίκη που είχε διακοπεί τη Δευτέρα, συνεχίστηκε με την πρόταση από την Εισαγγελέα της έδρας Αθηνά Κωνσταντινίδου, η οποία ήταν απαλλακτική για τους δύο κατηγορούμενους, στηριζόμενη κυρίως στην κατάθεση του Ιατροδικαστή Ν. Κιφνίδη που δεν διαπίστωσε ίχνη βιασμού ή βίας, και υποστηρίζοντας ότι από στην ακροαματική διαδικασία δεν αποδείχτηκε το αδίκημα του βιασμού, που τους είχε αποδοθεί.

    Στο ίδιο μήκος κύματος και οι συνήγοροι υπεράσπισης των δύο κατηγορουμένων Θ. Ξυνίδης και Σ. Γιαλάογλου (Ξάνθης) που υποστήριξαν ότι υπήρχαν αντιφάσεις από την νεαρή φοιτήτρια και άφησαν υπαινιγμούς για εμπλοκή πρώην ανώτατου στελέχους της ΕΛΑΣ στην αλλαγή στάσης όσον αφορά στις καταθέσεις, ότι οι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν επιδείξει προηγουμένως καμία παραβατική συμπεριφορά ενώ δεν επιχείρησαν να αμφισβητήσουν την ηθική υπόσταση της κοπέλας αλλά τους χειρισμούς και την ψυχολογική της σταθερότητα, την επίμαχη περίοδο.

    Από την πλευρά τους οι δικηγόροι πολιτικής αγωγής Α. Τσιαμήτας (Βόλου) και Κ.Μαλάκης (Ξάνθης) αμφισβήτησαν κατά τις αγορεύσεις τους την κατάθεση του Ιατροδικαστή ενώ ειδικότερα στην αγόρευση του Κ. Μαλάκη το κλίμα ήταν φορτισμένο.

    Η απόφαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Μεταξύ αυτών και από γυναικείες και φεμινιστικές συλλογικότητες, όπως της φεμινιστικής ακτιβιστικής ομάδας fylosykis, από το site της οποίας αναδημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο:

    Τι μου έμαθε η δίκη του βιασμού μου
    *Το πρόσωπο που μιλάει μπορεί να είναι πραγματικό ή φανταστικό

    Σήμερα που εξετάστηκε η δίκη του βιασμού μου έμαθα πολλά που δεν ήξερα.

    Έμαθα πολλά που ούτε καν μου είχαν περάσει από το μυαλό.

    Δεν τα είχα ζήσει ούτε στους πιο τρομακτικούς μου εφιάλτες.

    Έμαθα καταρχήν πως δεν βιάστηκα.

    Έμαθα πως όλα όσα συνέβησαν ήταν με τη συναίνεσή μου.

    Έμαθα πως δεν έπρεπε να είχα βγει εκείνο το βράδυ, αλλά έπρεπε να είχα καθίσει σπίτι να διαβάσω, όπως κάνουν οι άλλες συμφοιτήτριές μου.

    Έμαθα πως το να λέω σέναν άντρα «θα τα πούμε αργότερα» σημαίνει πως θέλω να κάνω σεξ μαζί του.

    Έμαθα πως τα κορίτσια δεν πρέπει να πίνουν αλκοόλ μαζί με άντρες γιατί έτσι τους δίνουν δικαιώματα.

    Έμαθα πως έπρεπε να φοράω πιο σεμνά ρούχα για να μην προκαλέσω τους βιαστές μου.

    Έμαθα πως έπρεπε να φροντίσω να πηδήξω από το αμάξι του βιαστή μου, να ανοίξω την πόρτα ακόμα και όταν αυτό ήταν εν κινήσει και να το σκάσω από το παράθυρο για να γλιτώσω το βιασμό μου.

    Έμαθα πως κατήγγειλα το βιασμό μου για να δικαιολογήσω στο αγόρι μου το κλειστό κινητό μου.

    Έμαθα πως ο ομαδικός βιασμός μου δεν ήταν ομαδικός, γιατί δεν διείσδυσαν και οι δυο μέσα μου ταυτόχρονα, αλλά με βίαζαν εναλλάξ.

    Έμαθα πως έπρεπε να αντισταθώ, να γεμίσω εκδορές και να τραυματιστούν τα γεννητικά μου όργανα για να αποδείξω το βιασμό μου.

    Έμαθα πως οι σφαλιάρες στο πρόσωπο και το τράβηγμα των μαλλιών μου χωρίς τη θέλησή μου δεν αποτελούν χρήση βίας εναντίον μου γιατί δεν μου είχαν αφήσει σημάδια.

    Έμαθα πως δεν είχα πιει αρκετά ώστε να μπορούν να με βιάσουν.

    Έμαθα πως σαν αθλήτρια που ήμουν θα έπρεπε να μπορώ να παλέψω μαζί τους.

    Έμαθα πως δεν με πλένανε για να εξαφανίσουν τα ίχνη του βιασμού μου, αλλά για να με καθαρίσουν.

    Έμαθα πως έπρεπε να καταγγείλω το βιασμό μου απευθείας μόλις έφυγα από το σπίτι των βιαστών μου και όχι λίγες ώρες μετά αφού προσπαθούσα να βάλω σε μια τάξη τα κομμάτια μου.

    Έμαθα πως μπήκα σε μια δικαστική διαμάχη βιασμού για να φύγω από μια πόλη που δεν μου άρεσε έτσι κι αλλιώς.

    Έμαθα πως είπα ψέματα στους γονείς μου και στις κολλητές μου για το βιασμό μου.

    Έμαθα πως κατήγγειλα το βιασμό μου γιατί μου αρέσει να εκδικούμαι τους πρώην μου.

    Έμαθα πως οι επισκέψεις μου στην ψυχολόγο, οι αϋπνίες μου, οι εφιάλτες μου, το ότι δεν μιλάω δεν ήταν μετατραυματικό σοκ βιασμού.

    Έμαθα πως κατήγγειλα το βιασμό μου γιατί είχα βαρεθεί να είμαι πρώτη σε όλα, πρώτη μαθήτρια, πρώτη φοιτήτρια, πρώτη αθλήτρια και έκανα μια επανάσταση ενάντια στην πρωτιά μου για την οποία μετάνιωσα.

    Έμαθα πως «το θέλω» μου που ήταν να πάω με δυο άντρες αναιρέθηκε από το «πρέπει» με το οποίο είχα μεγαλώσει και για αυτό μετάνιωσα και κατήγγειλα το βιασμό μου.

    Έμαθα πως είμαι υπαίτια για το βιασμό μου, πως ευθύνομαι που μπήκα σε ένα αμάξι με έναν άντρα, πως ευθύνομαι που δεν πάλεψα να σωθώ, πως ευθύνομαι που ήπια, πως ευθύνομαι για αυτά που φορούσα.

    Έμαθα πως βιαστές είναι μόνο οι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου άνθρωποι.

    Έμαθα πως οι βιαστές μου είναι καλά παιδιά.

    Εκτός όμως από αυτά που έμαθα για εμένα υπήρχαν και κάποια που ΓΝΩΡΙΖΑ

    Γνωρίζω πως βιάστηκα.

    Γνωρίζω πως για να καταγγείλω το βιασμό μου έπρεπε να έχω πολύ γερό στομάχι, να αντέξω τη διαδικασία, να τους ξαναδώ μπροστά μου, να ακούσω όλα τα παραπάνω.

    Γνωρίζω πως είμαι γενναία και περήφανη που μπόρεσα να καταγγείλω το βιασμό μου.

    Γνωρίζω πως αποτελώ παράδειγμα και για άλλες γυναίκες που θα καταγγείλουν το βιασμό τους.

    Γνωρίζω πως καταγγέλλοντας το βιασμό μου προστατεύω και άλλες γυναίκες από τους βιαστές.

    Γνωρίζω πως τα δικαστήρια αναπαράγουν την κουλτούρα του βιασμού και με ξαναβιάσαν μπροστά σε κοινό και στην οικογένειά μου.

    Γνωρίζω πως το ότι έφτασα ως εδώ είναι ήδη μια νίκη.

    Έμαθα πολλά δεν μπορώ να πω, και θέλησα να τα μοιραστώ μαζί σας.

    *Όλα τα «Έμαθα» αποτελούν τη σεξιστική επιχειρηματολογία των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορούμενων για βιασμό στη δίκη που διεξήχθη στις 5/4/2017 στην Καβάλα και είναι συνήθως τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται σε όλες τις δίκες βιασμών. Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν «ομόφωνα αθώοι».

     


    http://www.nostimonimar.gr/ti-mou-e...-me-aformi-mia-athootiki-apofasi-stin-xanthi/
     
    Last edited: 8 Απριλίου 2017
  8. Iagos

    Iagos Contributor

    Βιασμός: Η ψυχολογία του θύματος και οι επιπτώσεις από τη μη τιμωρία του δράστη.

    Η ψυχολογική κατάσταση του θύματος ενός βιασμού περιγράφεται για πρώτη φορά το 1979 από την Αν Μπέργκες και τη Λύντα Χόλμστρομ ως ένα σύνδρομο που συνίσταται σε τρία στάδια: το πρώτο στάδιο, το οξύ, αναφέρεται στην άμεση αντίδραση του θύματος, που περιλαμβάνει την κατάρρευση και την αποδιοργάνωση· στο δεύτερο στάδιο το άτομο προσπαθεί να επανακτήσει τους ρυθμούς της ζωής του, ωστόσο συνεχίζει να νιώθει έντονη εσωτερική αναταραχή· κατά το τρίτο στάδιο, το πιο μακροχρόνιο, το θύμα ενσωματώνει το γεγονός του βιασμού, δεν εστιάζει σε αυτό, και επαναφέρει τους ρυθμούς της ζωής του και την καθημερινότητά του. Σήμερα, θεωρείται ότι το σύνδρομο του βιασμού περιγράφεται καλύτερα από τη μετατραυματική διαταραχή. Δηλαδή, το θύμα του βιασμού βιώνει το λεγόμενο μετατραυματικό σύνδρομο, κατά το οποίο η επαναφορά εικόνων ή αναμνήσεων οδηγεί στην εκ νέου βίωση του γεγονότος με αποτέλεσμα το άτομο να διακατέχεται από έντονο-κατακλυσμιαίο φόβο, πηγή του οποίου αποτελεί ένα μη προγραμματισμένο-«βίαιο» γεγονός. Ο φόβος που βιώνει το θύμα μπορεί μακροχρόνια να αλλάξει ριζικά τη ζωή του, οδηγώντας το είτε στην απομόνωση είτε στην εγκατάλειψη των μέχρι πρότινος δραστηριοτήτων του και τρόπων συμπεριφοράς του.

    Η χρονική των σταδίων του μετατραυματικού συνδρόμου κατά τις Μπέργκες και Χόλμστρομ ποικίλει ανάλογα με το άτομο και δεν υπάρχουν σαφή χρονικά όρια. Συνήθως το πρώτο στάδιο διαρκεί από μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες και το άτομο είναι ιδιαίτερα ευάλωτο ψυχολογικά. Τα θύματα περιγράφουν πληθώρα συμπτωμάτων, σωματικών και ψυχολογικών, τα οποία ξεκινούν από μια κατάσταση σοκ και δυσπιστίας, που ακολουθείται από έντονο φόβο, αυτοτραυματισμούς ή ακόμα και αυτοκτονία. Στη συνέχεια, κυριαρχούν συναισθήματα όπως η οργή, η αμηχανία, η ντροπή και η αυτοενοχοποίηση. Η ένταση και τα συμπτώματα βέβαια ποικίλουν σε κάθε άνθρωπο. Καταγράφονται περιστατικά με γυναίκες που περνούν τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο ντουζ επειδή θεωρούν τον εαυτό τους βρόμικο, διαταραχές στον ύπνο (αϋπνίες, κραυγές κατά τη διάρκεια του ύπνου) με τρομακτικούς εφιάλτες που εστιάζουν στη στιγμή του βιασμού, διαταραχές στην πρόσληψη ή/και την πέψη της τροφής, τρόμος, ξεσπάσματα σε λυγμούς κ.λπ. Ταυτόχρονα, τα θύματα περιγράφουν σωματικά συμπτώματα και πόνο, κυρίως σε περιοχές όπου ασκήθηκε έντονη βία, π.χ. μπράτσα, γενετήσια περιοχή, λαιμός. Παράλληλα, παρατηρείται στην πλειονότητα των θυμάτων έλλειψη συγκέντρωσης και διεκπεραίωσης απλών καθημερινών πράξεων που μέχρι πρότινος αποτελούσαν ρουτίνα γι’ αυτά.

    Κατά το δεύτερο στάδιο, το θύμα αποφεύγει να μιλήσει για το γεγονός ή να συμμετέχει σε συζητήσεις που σχετίζονται με αυτό, επιχειρεί να επανέλθει στην καθημερινότητά του, σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτε, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να ξεχάσει το γεγονός. Κατά τη φάση αυτή (η οποία σε ορισμένα άτομα μπορεί να διαρκέσει μέχρι και χρόνια) το άτομο συχνά περνάει περιόδους κατάθλιψης· ουσιαστικά δεν έχει ξεπεράσει –ούτε αποδεχτεί– το γεγονός, απλώς προσπαθεί να το αποφύγει. Κατά τη μακροχρόνια διαδικασία αναδιοργάνωσης, το θύμα βιώνει έντονη αναταραχή, εφαλτήριο της οποίας μπορεί να είναι ένας εφιάλτης, κάποια συγκεκριμένη μυρωδιά, η τυχαία παρουσία στο μέρος που έγινε ο βιασμός ή σε ένα μέρος που θυμίζει εκείνον τον τόπο. Το άτομο νιώθει έντονη συναισθηματική πίεση και φόβο, ο οποίος μπορεί να εξωτερικεύεται με διαταραχές στον ύπνο, εφιάλτες ή έντονες σκέψεις εκδίκησης. Σημαίνοντα ρόλο παίζει σαφώς η σχέση του θύματος με τον θύτη. Για παράδειγμα, εάν ο βιασμός έγινε από άτομο του οικείου περιβάλλοντος, το θύμα νιώθει ακόμα περισσότερες ενοχές και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους γύρω του. Εάν ο δράστης ήταν άγνωστος, τότε ο φόβος που κυριεύει το θύμα είναι πολύ πιο έντονος και συχνά παρατηρείται να αλλάζει τόπο διαμονής, δουλειά ή συνήθειες, προσπαθώντας έτσι να νιώσει ασφάλεια. Τέλος, όλες οι περιπτώσεις βιασμού έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη μετέπειτα σεξουαλική ζωή του θύματος. Είτε ο βιασμός έχει γίνει σε παιδική ηλικία είτε κατά την ενήλικη ζωή, το θύμα αρνείται να εμπιστευτεί τον νέο του σύντροφο ή, σε περίπτωση που είχε σύντροφο όταν βιάστηκε, να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του. Πολλές φορές, εκτός από τον ίδιο τον φόβο που βιώνει, νιώθει ενοχές ότι «ατίμασε» τη σχέση του.

    Τι γίνεται όμως όταν ο δράστης δεν τιμωρείται; Τα παραδείγματα όπου η δικαιοσύνη φάνηκε τυφλή σε περιπτώσεις βιασμού είναι πολλά και μάλιστα πρόσφατα. Το κοινωνικό προφίλ του δράστη και της οικογένειας του, το νεαρό της ηλικίας, ο πρότερος καλός βίος οδηγούν πολλές φορές στην αθώωσή του. Η έλλειψη εξωτερικών βλαβών, η πιθανή κοινωνική συνεύρεση του θύματος με τον θύτη πριν από τον βιασμό, η μη άμεση καταγγελία του βιασμού στις αστυνομικές αρχές επίσης αποτελούν πολλές φορές στοιχεία για την αθώωσή του. Ταυτόχρονα, η διαδικασία υπεράσπισης του δράστη από τον συνήγορό του αναλώνεται σε ερωτήσεις και αγορεύσεις που αφορούν την εξωτερική εμφάνιση του θύματος (π.χ. τι φορούσε την ώρα του βιασμού) ή τη συμπεριφορά του (π.χ. για ποιον λόγο μια νεαρή κοπέλα να κυκλοφορεί μόνη της αργά τη νύχτα) ή τέλος τη σχέση μεταξύ θύματος και θύτη (π.χ. πώς μπορεί να σε βιάσει κάποιος ενώ μόνη σου έχεις πάει νωρίτερα στο σπίτι του . Κατά συνέπεια, επιχειρείται η αντιμετάθεση της θέσης του θύματος στη θέση του θύτη, είτε μέσα από την ενοχοποίηση του θύματος ως ηθικού αυτουργού αυτού που εντέλει βίωσε είτε μέσα από την ακόμα μεγαλύτερη θυματοποίηση του θύματος σε περίπτωση που γνώριζε ή είχε σχέση με τον θύτη. Το θύμα δηλαδή έρχεται στη δικαστική αίθουσα όχι για να ζητήσει την τιμωρία του δράστη του βιασμού του, αλλά στην ουσία για να δικαστεί το ίδιο.

    Ο δεύτερος αυτός ψυχολογικός βιασμός μπορεί να έχει ακόμα σοβαρότερες συνέπειες στην ψυχοσύνθεση του θύματος. Ενώ έχει κάνει το μεγάλο βήμα να ξεπεράσει το πρώτο στάδιο του μετατραυματικού συνδρόμου και να καταγγείλει τον βιασμό του, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται στον κοινωνικό του περίγυρο, καταλήγει να βλέπει τους ρόλους θύματος-θύτη να αντιστρέφονται. Καταρχάς, το θύμα είναι αναγκασμένο να επαναφέρει στη σκέψη του και να περιγράψει αναλυτικά όλο το συμβάν του βιασμού του, με όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί. Δεύτερον, σε μεγάλο βαθμό θα καταλήξει να ενσωματώσει τις «κατηγορίες» του συνηγόρου υπεράσπισης, γεμίζοντας τύψεις. Τρίτον, και σημαντικότερο, χάνει την πίστη στον εαυτό του, στη δύναμή του να καταγγείλει το συμβάν και ουσιαστικά να κάνει μια νέα αρχή από το σημείο «μηδέν» του βιασμού του. Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα του μετατραυματικού σοκ που βιώνει το θύμα, π.χ. έλλειψη εμπιστοσύνης προς τρίτους (ακόμα και προς άτομα του οικείου περιβάλλοντος), φόβος, άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, διαταραχές ύπνου κ.λπ., επανέρχονται ή η διάρκεια απομάκρυνσής τους επιμηκύνεται.

    Την ίδια στιγμή, η κοινωνία ενσωματώνει χαρακτηριστικά που στη συνείδηση του απλού πολίτη μετατρέπουν τον βιασμό από κακούργημα σε πταίσμα ή την ελευθερία του θύματος σε πρόκληση. Ότι δηλαδή «άμα το κάνεις σωστά, δεν τιμωρείσαι» ή αντίστοιχα, σε μια νεαρή κοπέλα, «ας μη βάλω αυτή τη φούστα γιατί είναι πολύ κοντή και μπορεί να προκαλέσω τον βιασμό μου». Κατ’ επέκταση, διαμορφώνεται αυτό που περιγράφουμε ως «κουλτούρα του βιασμού», κατά την οποία δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος απενοχοποίησης του γεγονότος του βιασμού, επίρριψης των ευθυνών στο θύμα, και τελικά ελάφρυνσης της θέσης του βιαστή. Μια κουλτούρα που δυναμώνει τα ήδη διαμορφωμένα σεξιστικά χαρακτηριστικά εντός της: ο άντρας-βιαστής νιώθει ικανός να εξουσιάζει καθολικά την ψυχή και το σώμα μιας γυναίκας.[1]

    Η ίδια η κοινωνία έχει καταφέρει να αναπτύξει αντανακλαστικά αντίθετα από εκείνα που θα όφειλε να δείχνει. Αντί δηλαδή να κατηγορεί ευθέως τον βιασμό ως πράξη, χωρίς να αναζητά δικαιολογίες, ευθύνες ή ελαφρυντικά στοιχεία, αναλώνεται σε συζητήσεις και σκέψεις που αφορούν αποκλειστικά τη δράση του θύματος: τι φορούσε, γιατί κυκλοφορούσε μόνη της τη νύχτα, γιατί πήγε σε ένα σπίτι που είχε μόνο αγόρια –κι ας ήταν γνωστοί της–, γιατί δεν φώναξε βοήθεια, γιατί πήγε στην αστυνομία μία εβδομάδα μετά. Σαφώς δεν αναρωτιέται κανένας εάν οι βιασμοί γίνονται μόνο τις βραδινές ώρες, εάν το θύμα ήταν στον εργασιακό του χώρο ή στο σπίτι του, εάν το θύμα φορούσε φόρμες και αθλητικά και όχι κοντή φούστα, όπως φαντάζονται όλοι, εάν ήταν σε κάποιο κεντρικό σημείο και όχι σε ένα απόμερο πάρκο, εάν ο βιαστής ήταν ο ίδιος ο φίλος ή κάποιος συγγενής του θύματος, εάν εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σε θέση από το σοκ να καταγγείλει τον βιασμό της ή απλώς φοβόταν την κατακραυγή ακόμα και του ίδιου της του περίγυρου. Ακόμα και αυτή η κουβέντα βέβαια οφείλει να μη γίνεται από καμία πλευρά: όχι γιατί δεν είμαστε σε θέση να υπερασπιστούμε αυτά τα δεδομένα αλλά γιατί δεν έχουν καμία απολύτως σημασία, και το μόνο που καταφέρνουν είναι να ρίχνουν το κέντρο βάρους της συζήτησης και πάλι στο θύμα και όχι στο ίδιο το γεγονός. Πρόκειται λοιπόν για αντανακλαστικά της κοινωνίας που, εκτός των άλλων, καθιστούν την καταγγελία ενός βιασμού ακόμα δυσκολότερη. Ταυτόχρονα, διαμορφώνουν μια κατάσταση ευνοϊκή για τον επίδοξο βιαστή, που αντιλαμβάνεται πως ακόμα και να συλληφθεί έχει μεγάλες πιθανότητες να αθωωθεί ή να καταδικαστεί με μια ευνοϊκή γι’ αυτόν ποινή.

    Ως γυναίκες, ως μητέρες που μεγαλώνουμε αγόρια και κορίτσια, ως μέλη μιας κοινωνίας που η αδικία περισσεύει, ζητάμε το αυτονόητο: καμία ανοχή στο φαινόμενο του βιασμού. Καμία ανοχή σε κοινωνίες που θέλουν να μας επιβάλλουν τι θα φοράμε, πού θα βγαίνουμε και τι ώρα. Καμία ανοχή σε κοινωνίες και στη δικαιοσύνη που θέλει να «βιάζει» την ψυχή μας για δεύτερη φορά. Καμία ανοχή σε κοινωνίες που πρέπει να εξηγήσουμε ΓΙΑΤΙ βιαστήκαμε και όχι ΟΤΙ βιαστήκαμε.



    Στον δρόμο για το σπίτι, θέλουμε να είμαστε ελεύθερες, όχι γενναίες.




    [1] Σε αυτό το σημείο, να αναφέρουμε πως θεωρούμε το θύμα γυναίκα, χωρίς να αγνοούμε ότι οι βιασμοί αφορούν οποιοδήποτε φύλο. Ωστόσο αποφεύγουμε σκοπίμως να αναφερθούμε σε διαφορετικά παραδείγματα, καθώς εκεί λαμβάνουν χώρα άλλα κοινωνικά ή ρατσιστικά φαινόμενα, καθώς επίσης και επειδή η ψυχοσύνθεση του θύματος μπορεί να πάρει άλλα χαρακτηριστικά.


    http://ektosgrammis.gr/website/vias...ai-oi-epiptoseis-apo-ti-mi-timoria-toy-drasti


     


     
  9. Iagos

    Iagos Contributor

    [Βόλος] Ακόμη ένας βιαστής άντρας καθημερινός και καλός πολίτης

    Έχει μίνι μάρκετ που λειτουργεί και ως μανάβικο. Μπακάλικο το λένε στη γειτονιά. Εκεί μαζεύονται όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς για να πάρουν παγωτά, τσίχλες και τυχερή σακούλα. Είναι 55 χρονών παντρεμένος με ένα παιδί. Είναι ντόπιος. Χαρακτηριστικά που συνθέτουν το τέλειο προφιλ ενός σύγχρονου έλληνα νοικοκυραίου. Είναι βιαστής. Αναφέρεται σε μμε ως εύπορος επιχειρηματίας που ασελγούσε σε βάρος 15χρονης. Ακόμη ένας καθημερινός άντρας βιαστής. Όχι μεμονωμένη περίπτωση, όχι δράκος, βιαστής. Οι βιαστές είναι πάντα “καλά” παιδιά. Μπακάληδες, καθηγητές, εργολάβοι, επιχειρηματίες, γιοι φαρμακοποιών, δικηγόρων, γιατρών, είναι θείοι, γνωστοί, γκόμενοι, αφεντικά, πατέρες, παππούδες, γείτονες, συνάδελφοι, φίλοι. Έτσι είναι σε κάθε περιοχή, έτσι είναι κάθε βιαστής. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ή μεμονωμένο περιστατικό, είναι άντρες καθημερινοί και ζουν δίπλα μας και ζούμε ανάμεσά τους,

    Ο βιαστής μπακάλης στην περιοχή αγ. Νεκταρίου Ν. Ιωνίας Βόλου επί χρόνια στήριζε οικονομικά γυναίκα με 6 παιδιά και σε αντάλαγμα βίαζε με την συναίνεσή της τις κόρες της. Ο βιαστής πλήρωνε νοίκια, αγόραζε κινητά και διάφορα δώρα στα παιδιά, όπως και τρόφιμα για να ενισχύει την 40χρονη άνεργη μητέρα. Την περασμένη Παρασκευή την 15χρονη από τα 6 παιδιά την πήρε μαζί του στην Κέρκυρα για “διακοπές” σε ξενοδοχείο στο Κανόνι και την παρουσίασε ως κόρη του ή ως ανηψιά του ανάλογα το κοινό. Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου άκουσαν τις φωνές της 15χρονης στο δωμάτιο όταν αντέδρασε στην επίθεση του βιαστή και ειδοποίησαν την αστυνομία. Ο βιαστής καταλαβαίνοντας πως έρχονται μπλεξίματα πήρε την 15χρονη και επιχείρησε να φύγουν από το νησί όπου και συνελήφθη στο λιμάνι. Ταυτόχρονα συνελήφθη και η μητέρα στο Βόλο για εγκατάλειψη ανηλίκου και μεταφέρθηκε για να απολογηθεί στην Κέρκυρα. Σήμερα απολογούνται και οι δυο. Η μητέρα ενώ αρχικά δήλωσε πως με την συγκατάθεσή της η 15χρονη βρέθηκε στην Κέρκυρα μαζί με τον βιαστή, στην σημερινή της απολογία φάνηκε σοκαρισμένη και δήλωσε πως δεν γνώριζε τίποτα. Ξέχασε να στοιχειοθετήσει το γιατί δεν αναζήτησε την 15χρονη που έλειπε εκτός Βόλου τότε…

    Ο βιαστής βίαζε και την μεγαλύτερη αδερφή της, που είναι τώρα 18, όταν ήταν 16. Μάλιστα αυτό έγινε γνωστό από δημοσιεύματα βάσει παλαιότερων καταγγελιών που όμως τι; Δεν ήταν αρκετές για να σταματήσουν τον βιαστή; Του έγιναν συστάσεις; Δεν ήταν αρκετές για να σταματήσει η δράση της μητέρας σε βάρος των ζωών των παιδιών; Άγνωστο. Όμως πριν διερρεύσει το όνομα του “εύπορου επιχειρηματία” πολλοί στην περιοχή φάνηκε να καταλάβουν αμέσως σε ποιον αναφέρονται τα πανελλαδικά δημοσιεύματα.

    “Σοκαρισμένη” λοιπόν δηλώνει η τοπική κοινωνία για τον βιαστή και για την μητέρα που συναινούσε στο έγκλημα και παρακολουθεί με οργή την εξέλιξη της υπόθεσης. Σε δυο μήνες το πολύ ο βιαστής καλός νοικοκύρης πολίτης θα έχει ξεχαστεί. Δεν είναι δα και κάνας ξένος, νοικοκύρεμένος άνθρωπος είναι. Πότε τελικά δεν σοκάρεται η κοινωνία; Όταν ακούει τις φωνές στο διπλανό σπίτι της κακοποίησης; Όταν συγκαλύπτει βιαστές παιδιών και γυναικών; Όταν σωπαίνει για τους ξυλοδαρμούς πίσω από τους τοίχους; Είναι το σοκ μιας υποκρισίας που οι άμυνες της καταρρέουν όταν αποκαλύπτονται, όταν καταγγέλονται κακοποιητές, όταν η συγκάλυψη δεν πετυχαίνει να προστατεύσει με την συνένοχη σιωπή βιαστές. Όταν δεν πετυχαίνει να στοχοποιήσει θύματα κακοποίησης προκειμένου να αθωωθούν οι θύτες. Σοκαρισμένη ήταν και η τοπική κοινωνία όταν ο καθηγητής Γκιτσάκης έσπασε στο ξύλο φοιτήτρια και δημοσιοποιήθηκε το περιστατικό, αλλά καθόλου σοκαρισμένη που ο ίδιος καθηγητής εξακολουθεί να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Ακόμη και η σχετικοποίηση σε κάθε περιστατικό έμφυλης βίας που γνωστοποιείται, μοναδικό σκοπό έχει να υποβαθμίσει την ένταση της βίας προκειμένου να ελαφρύνει το προφίλ του θύτη στα “μάτια του κόσμου”.

     


    Δεν είναι πρώτη φορά που μια μητέρα συναινεί στον βιασμό και την κακοποίηση των παιδιών της. Δεν είναι η πρώτη φορά που γνωστοποιείται βιασμός. Κάθε συνένοχος σε έναν κακοποιητή έχει την ίδια ευθύνη με τον θύτη. Ο καθένας και η καθεμία που σωπαίνει συνένοχα και συγκαλύπτει περιστατικά έμφυλης βίας δεν έχει καμιά διαφορά από τους ίδιους τους δράστες, είτε είναι μάνα, είτε φιλικό, συγγενικό, ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Δεν μας προκαλεί σοκ κανένα περιστατικό βιασμού, ξυλοδαρμού και κακοποίησης. Μας προκαλεί μονάχα οργή.



    http://www.provo.gr/volos-akomh-enas-biasths-antras-kathhmerinos/


     
    Last edited: 15 Ιουλίου 2017
  10. charlotte

    charlotte «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μοι την θύρα»

    Τελικά η κοινωνία σοκάρετε με την μη πετυχημένη συγκάλυψη; ή με το βίαιο γεγονός στοχοποιώντας το θύμα;;;;
     
  11. milgeo69

    milgeo69 Regular Member

    Respect!
     
  12. Δίας

    Δίας Live a life by design not by default

    Κατ αρχήν για να μην παρεξηγηθώ θεωρώ τον βιασμό είναι πολύ σοβαρό παράπτωμα που θα πρέπει να επιβάλλεται παραδειγματική τιμωρία.
    Όμως διαβάζουμε ένα κείμενο που (και καλά κάνει) μιλά για τον βιαστή αλλά μόνο δυό-τρείς γραμμούλες για την μητέρα που έδινε την έγκριση της για κάτι τέτοιο.
    Εάν ο βιαστής είναι "τέρας" ποσό "τέρας" μπορεί να είναι μια μητέρα που αφήνει στα παιδιά της να συμβαίνει κάτι τέτοιο;
     
    Last edited: 15 Ιουλίου 2017