Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Δεσποινίς έμπνευση

Συζήτηση στο φόρουμ 'Τέχνη' που ξεκίνησε από το μέλος íɑʍ_Monkeץ, στις 1 Οκτωβρίου 2015.

Tags:
  1. Ηλίας

    Ηλίας Guest


    Όταν την πρώτη φορά την έχασα ένιωσα οργή. Ποτάμι ανεξέλεγκτο που εκδίκηση ζητούσε για να πάρει και έσκαγε δίχως σχέδιο πάνω σε θεόρατα βουνά.


    Τώρα ήταν η δεύτερη φορά, η θλίψη ώριμη και το μίσος μεστό και βαθύ. Ψυχρή η ψυχή που δεν ελπίζει πια, αλλά λόγο έχει για να ζει. Μερικές δεκάδες από εμένα, είδαμε και ακούσαμε μέσα από τον Πόθο, το θάνατο της. Όλοι με μία βούληση κινηθήκαμε προς την ίδια κατεύθυνση…


    Ο Πόθος μέσα από τα μάτια του κόσμου του, είδε την σκηνή. Κάτι που έμοιαζε με θλίψη τρεμόπαιξε στα μάτια του σαν πεφταστέρι. Τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι τους, σαν ένιωσαν την τελευταία πνοή της Μητέρας τους και έτρεξαν προς τα εκεί. Τα πρώτα που έφτασαν αγκάλιασαν την Ιχνηλάτρια που ακόμα το αγόρι στην αγκαλιά της βαστούσε. Τα επόμενα πάνω στα πρώτα έπεσαν και κόλλησαν σφιχτά. Ήρθαν και άλλα από πίσω και ένα μικρό ζωντανό λοφάκι άρχισε να χτίζεται. Μεγάλωνε και θέριευε καθώς τα παιδιά κατά εκατοντάδες τώρα μαζεύονταν. Το ένα πάνω στο άλλο, χεράκια μπερδεμένα, ποδαράκια όπου κενό υπήρχε, σαν να ‘θελαν να προστατέψουν την Μητέρα, από το φως, απ’ τον αέρα, από τον κακόβουλο τον κόσμο. Τα μαλλιά τους, λιμνούλες μαγικές που τον θησαυρό τους έκρυβαν, οι ανάσες τους, άρωμα που στην γη του πόνου βυθιζόταν.


    Ασταμάτητος αχός από βήματα που στο σάρκινο βουνό πλησίαζε, σκαρφάλωνε, έβρισκε ένα μέρος να σταθεί, ξάπλωνε και ταίριαζε σαν πετραδάκι από πάντα δικό του να ‘ταν. Το βουνό θέριευε και ψηλά το ανάστημα του σήκωνε. Ένας ναός φόρος τιμής, μέσα στην λαίλαπα που θέριζε χιλιάδες ψυχές.


    Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, ο Κυνηγός έπιασε τον λευκό μανδύα του και τον πέταξε ψηλά. Η ταχύτητα του δεν μειωνόταν, αλλά αυτό το μόνο αλλόκοτο δεν ήταν. Καθώς προς τα πάνω, σαν πουλί που βουτάει προς τον ουρανό ανέβαινε, έκταση κυρίευε και με ταχύ ρυθμό μεγάλωνε…


    Ο Πόθος κοιτούσε τα παιδιά που συνέχιζαν, να σκεπάζουν το ένα το άλλο. Άγαλμα, με μάτια ομιχλώδη, θεός καρφωμένος στο τέλος που αυτός προκάλεσε. Δεν δείχνει να προσέχει, τον λευκό μανδύα που τον ουρανό καταπίνει, μα μήτε τις πολλές μικρές οντότητες, που μέσα του πλέουν με ένα μόνο στόχο. Ένα δάκρυ στο μάγουλο του κυλάει. Το δέρμα του διψασμένο αλλά αυτό ανίκανο να το ποτίσει. Φτάνει στην άκρη και πέφτει στο έδαφος. Μέσα από τις πληγές της γης χάνεται, αλλά πουθενά δεν απορροφιέται. Απλά βυθίζεται προς την καρδιά του κόσμου, εκεί που τα δάκρυα των θεών μαζεύονται και στην πλάση, την θεϊκή ψυχή τους προσφέρουν.


    Ο μανδύας σταματάει να ανεβαίνει, όταν πια το πεδίο της μάχης ολάκερο καλύπτει. Τότε αρχίζει να πέφτει. Απαλά γλιστράει προς το έδαφος και από τον αέρα καμία αντίσταση δεν συναντά.


    Τα παιδιά έχουν πια ολοκληρώσει το έργο τους και ο Πόθος νιώθει την γη να ριγεί. Εκατόν εβδομήντα χιλιάδες παιδικές πνοές χαρίζονται για τελευταία φορά σε αυτό το χώμα και ξαφνικά ο αδιάφανος μανδύας, σαν ένα τεράστιο πέπλο σκεπάζει τα πάντα…

    (απόσπασμα από "Το Κάστρο")
     
  2. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

  3. lotus

    lotus Silence

    Η μαγεία της σιωπής

    Μια σιωπηλή νύχτα χορεύει με ελαφρά βήματα,
    σε ατέλειωτα όνειρα και αναμνήσεις.
    Μια σιωπή απλώνεται σαν θάλασσα γύρω μου,
    με παρασύρει σε αυτοσυγκέντρωση και προσευχή.


    Σκόρπια φύλλα και άνθη λεμονιάς τυλίγουν σαν πούπουλο το σώμα μου.
    Απολαμβάνω τη στιγμή.
    Απολαμβάνω το παρόν.
    Υπάρχω, σωπαίνω, αναπολώ,
    επιστρέφω στον ομφάλιο λώρο της μητέρας μου.
    Αναζητώ τη ζεστασιά, της μήτρας και της σιωπής.


    Δραπετεύω, χάνομαι, στην απεραντοσύνη της μοναξιάς.
    Η αφή, άγγιγμα, χάδι, στου παρελθόντος τα όνειρα,
    τραγούδι ερωτικό, υπό τον ήχο ενός φωνόγραφου.
    Έτσι είναι η ζωή, στιγμές.


    Απόψε θα ντυθώ, τον μανδύα της αυτογνωσίας..
    Εγώ και ο ήχος της φωνής μου.
    Οι κτύποι της καρδιάς μου,
    οι Άγιες μορφές των Πατέρων,
    το άγγιγμα της νύχτας,
    με Ουράνιο ένδυμα, ο πόνος της νοσταλγίας και της βαθιάς πληγής.


    Μέσα από τη σιωπή, γεννιέται ένας κόσμος μαγικός,
    η μνήμη ανοίγει οπές, σε Ουράνια στρώματα,
    αφυπνίζει συναισθήματα από καιρό νεκρωμένα.
    Τα πρόσωπα, αχνές φιγούρες, στο παγωμένο τζάμι,
    στριφογυρίζουν σαν μαριονέτες
    σε κύκλο ζωής, σε κύκλο θανάτου,
    σ’ ένα κύκλο διαψευσμένων ελπίδων.


    Οι λέξεις πληγώνουν, αιμορραγούν,
    η σιωπή επουλώνει πληγές,
    απλώνει ένα πέπλο, να καλύψει τα τραύματα.
    Μια αιωνιότητα σιωπηλή,
    Στη γαλήνη της νύχτας.


    Μηλίτσα Πιέτρη – Αυγούστη

     
  4. lotus

    lotus Silence

    Μετά από λίγο μαθαίνεις
    την ανεπαίσθητη διαφορά
    ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
    και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
    Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
    Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
    Και αρχίζεις να μαθαίνεις
    πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
    Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
    Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
    με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
    Με τη χάρη μιας γυναίκας
    και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
    Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
    όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
    γιατί το έδαφος του Αύριο
    είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
    …και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
    να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
    Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
    Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
    μπορεί να σου κάνει κακό.
    Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
    Αντί να περιμένεις κάποιον
    να σου φέρει λουλούδια
    Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
    Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
    Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
    Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
    …με κάθε αντίο μαθαίνεις

    J o r g e L u i s B o r g e s
     
  5. lotus

    lotus Silence

    Τίποτα δεν κατάλαβε.
    Όλη την ώρα μου 'λεγε θυμάσαι;
    Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
    Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροετοίμαστη.
    Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν το περίμενα καθόλου.
    Έλεγα μπα θα συνηθίσω. Κι όλα γύρω μου έτρεχαν.
    Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή.
    Αλλά, φαίνεται, το παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέλος.
    Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
    Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή.
    Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...


    Μαρία Νεφέλη
     
  6. lotus

    lotus Silence

    .... Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι

    ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω

    στο μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.

    Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.

    Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά η κασέλα

    όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια,

    τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με

    την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια,

    τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

    Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δε μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ.

    Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο πού ‘ναι

    πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά

    θέλεις να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από

    τη φύση- άλλα θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.!!!!....

    Οδυσσέας Ελύτης
     

    Συνημμένα Αρχεία:

  7. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

     

    you jump i jump.~~~
     
  8. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

    "Στους εκατό ανθρώπους
    αυτοί που ξέρουν πάντα το καλύτερο
    -πενήντα δυο,

    που αμφιβάλλουν πριν το κάθε βήμα
    -όλοι σχεδόν όσοι απομένουν,

    έτοιμοι να σου δώσουν ένα χέρι
    αν δεν τους πάρει και πολύ
    -σαράντα εννέα, όχι πιο πολλοί,

    πάντα καλοί
    γιατί δεν θα μπορούσαν να 'ν' αλλιώς
    -τέσσερεις ή μπορεί και πέντε,

    έτοιμοι να θαυμάσουν άνευ φθόνου
    -δεκαοκτώ,

    αυτοί που ζουν σε φόβο συνεχή
    για κάποιον ή για κάτι
    -εβδομήντα επτά,

    που είν' ικανοί για ευτυχία
    -είκοσι το πολύ,

    σκληροί
    όταν πιέζουν οι συνθήκες
    -να μην το γνώριζες καλύτερα
    ούτε και χονδρικά,

    αυτοί που μόνο παίρνουν από τη ζωή
    -σαράντα
    (μακάρι έξω να 'πεφτα),

    άξιοι για λύπηση
    -ενενήντα εννιά,

    θνητοί
    -στους εκατό οι εκατό
    Μέχρι στιγμής το ποσοστό αυτό μένει απαράλλαχτο ως είχε".

    (Βισουάβα Σιμπόρσκα, "Μια Συμβολή Στη Στατιστική")


     
     
  9. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

  10. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

    Ιδέα δεν έχεις
    Νομίζεις τον πόνο σου, μαστίγιο
    Ιδέα δεν έχεις από μαστίγια
    Νομίζεις την κραυγή σου, ουρλιαχτό
    Ιδέα δεν έχεις από ουρλιαχτά
    Η θεωρία της σιωπής, κατέρρευσε
    Τώρα θα νιώσεις τη φωνή

    Κ α τ α φ υ γ ή

    Κοιτάς πίσω
    Δεν είσαι εσύ εκείνος
    Έτσι λες;
    Εσύ είσαι και εκείνος
    Και ο άλλος, ο επόμενος
    Εσύ είσαι αυτός που αρνιέσαι
    Εσύ, με το έψιλον που επιμένει ακόμα
    να γιγαντώνεται σε επιφάνειες
    Νάρκισσος ε-αυτός

    Έλα να δεις το βυθό
    Δίχως μάσκα οξυγόνου
    Άντεξε το βάρος του τίποτα

    Εγώ, εγώ, εγώ
    Εγώ, τίποτα
    Τίποτα εγώ
    Τίποτα

    Κ α τ α φ υ γ ή

    L.N.E

     

    Narcissus - Caravaggio
     
  11. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

    «Ο αγράμματος και η ωραία» από τη συλλογή «Εξι και μία τύψεις για τον ουρανό». Οδυσσέας Ελύτης

    Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.
    Oμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη
    Μόνη της, Ορθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια- στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε
    Αλλιώς ωραία!

    «Στην Τζίνα Πολίτη»
     
  12. íɑʍ_Monkeץ

    íɑʍ_Monkeץ Contributor

    Το μαχαίρι - Άρης Αλεξάνδρου (πραγματικό όνομα: Αριστοτέλης Βασιλειάδης, Λένινγκραντ, 24 Νοεμβρίου 1922 - Παρίσι, 2 Ιουλίου 1978)

    Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
    έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
    Στο μεταξύ
    όσο δουλεύεις στον τροχό
    πρόσεχε μην παρασυρθείς
    μην ξιπαστείς
    απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
    Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

    Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974