Δε με καλύπτεις

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος -Volt-, στις 6 Ιουλίου 2018.

  1. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    - Δε με καλύπτεις

    Την κοιτούσα αμήχανος. Όχι δεν ήταν αμηχανία, ήταν απογοήτευση, ήταν πως ένιωθα μηδαμινός, ντρεπόμουν για τη γύμνια μου μπροστά της, ήθελα να γίνω αόρατος όσο ένιωθα το πέος μου να συρρικνώνεται ακόμα πιο πολύ απ’ την απόρριψη κι από ‘κεινο το φόβο που καθένας μας έχει. Σε μια ηλικία πια τον ξεπερνάς, δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Στην αρχή συμβιβάζεσαι με τις γυναίκες που δε λένε τίποτα, ακόμα κι όταν δε σ’ αρέσουν, μετά ξεθαρρεύεις, διαπιστώνεις πως όσο περισσότερο πάθος έχεις, τόσο καλύτερα το κάνεις, τόσο περισσότερος είσαι κι έτσι καταλαβαίνεις πως οφείλεις στον εαυτό σου να στοχεύεις. Να κυνηγάς όποια σ’ αρέσει. Μαθαίνεις σιγά σιγά πως τσιτάτα που λένε για τον τρόπο, δεν είναι για να τα λες, είναι για να τα αποδεικνύεις.


    Κι όμως ήμουν τώρα, εδώ. Ήταν μπροστά μου η Κατερίνα. Την είχα ποθήσει παλαβά την Κατερίνα. Σα να βγήκα απ’ το σπίτι μια μέρα ανυπεράσπιστος, οι άμυνες μου πεσμένες και η ροή εισέβαλλε μέσα μου, η φυσιολογικότητα της ζωής των άλλων, ο ρυθμός, το χρώμα, ο ήχος και πρώτος άνθρωπος που αντίκρισα αυτή, η Κατερίνα.


    Ήμασταν μια ομάδα. Χρυσά μετάλλια μας φώναζαν. Πριν μια πενταετία ξεκινήσαμε όλοι σαν κατώτατοι υπάλληλοι και σιγά σιγά με επίπονη προσπάθεια, ανεβήκαμε όσο πήγαινε κι ήμασταν νέοι. Ήμασταν δραστήριοι, ετοιμοπόλεμοι. Νέα υπάλληλος η Κατερίνα, προϊστάμενος εγώ, παρότι σε άλλο τμήμα, παραμέρισα κάθε έναν που ήταν σε χαμηλότερη θέση από ‘μενα. Πρώτη μου φορά χρησιμοποιούσα αυτό τον αέρα. Πρώτη φορά σύχναζα στα τμήματα τόσες πολλές φορές μες στην ημέρα.


    Την κυνήγησα με κάθε τρόπο που σκέφτηκα κι όταν είδα πως έπαιζε, το μάτι της τους έκοβε όλους, έκανε χαρούλες σε όλους, το κοψα μαχαίρι, τραβήχτηκα. Κι ένα βράδυ τη συνάντησα έξω από ένα κλαμπ. Εκείνη ετοιμαζόταν να μπει κι εγώ πέρναγα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας για το σπίτι, ύστερα από μια βλάβη που μας κράτησε στο πόδι, ως αργά τη νύχτα. Χαιρέτησα με το χέρι με ανεβασμένο τζάμι και προχώρησα. Αναπάντητη στο κινητό. Κοίταξα ο αριθμός της. Συνέχισα το δρόμο μου, το φαντάστηκα για χαιρετούρα. Αμέσως μετά τηλέφωνο. Το σήκωσα.

    - Πού πας; Δε θα ‘ρθεις μέσα;

    - Είχαμε βλάβη στο πίλαρ του Κ11 τώρα σχόλασα, είμαι πτώμα.

    - Έεεελα λίγο

    - Δε μπορώ κι άλλωστε είμαι καταβρώμικος

    - Έεεεενα ποτάκι μόνο

    - Άλλη φορά

    - Δε θα ‘ρθεις να μου πεις αν μου πάει το φόρεμα;

    Η αλήθεια είναι πως δεν την είχα προσέξει. Περισσότερο την κατάλαβα, παρά την είδα.

    - Άντε εντάξει. Παρήγγειλε μου ένα τζ…

    - Α όχι! Όχι….

    - Τι;

    - Όχι σοβαρά ποτά

    - …

    - Θα πιείς ό,τι πιω…

    - …

    - Ναι;

    - Καλά πάρε ό,τι θες και φιστίκια γιατί ψωμολυσσάω.


    Πάρκαρα σ’ ένα στενό, κοιτάχτηκα σε μια βιτρίνα, το πεντάτσεπο της δουλειάς είχε γαριάσει σα να το φόρεσα στυμμένο, ο γιακάς στο πόλο μου δεν ίσιωνε με τίποτα και στη γραμμή του στέρνου φαινόταν μια ασπρίλα απ’ τους ιδρώτες. Τουλάχιστον είχα ένα αποσμητικό στο αμάξι και πέρασα λίγο από πάνω μου. Και να μην είχα θα έτριβα το πευκάκι που έχω για να μη μυρίζει μέσα στο αυτοκίνητο. Το είχα ξανακάνει παλιότερα.


    Κοίταξα με απαρέσκεια το Ursus, έψαξα για ξηρούς καρπούς και πιάνοντας το βλέμμα μου έβαλε μπροστά μου ένα πιατάκι με αγγούρια στο ξύδι.

    - Να προσέχουμε και λίγο τη διατροφή σου…

    Μου είπε περιπαιχτικά. Ήταν τοις πάσι γνωστό ότι εγώ ήμουν του κοτόπουλου και της σαλάτας.

    Έβαλα τα χέρια μου στους ώμους της και την πλησίασα σα να ήμουν έτοιμος να τη φιλήσω και συλλάβισα:

    - Θέλω θερμίδες! Θέλω αλάτι!

    Σα να μη μ’ άκουσε, σαν πεισματάρα μαμά πήρε ένα μπαστουνάκι αγγουριού και μου το ‘χωσε στο στόμα.

    - Πως σου φαίνομαι; είπε μετά από λίγο και το χέρι της ταξίδεψε πάνω στο φόρεμα κατεβαίνοντας ως τα όμορφα πόδια της

    Μίλησα άηχα ‘’είσαι ωραίο …άκι’’

    - Τι είναι το άκι; Μου είπε με ένα χαμόγελο στην τσάκιση του ματιού

    Έβαλα το χέρι μου ανοιχτή παλάμη μπροστά απ’ το μουνί της, χωρίς να ακουμπήσω το φόρεμα, αλλά δεν είπα λέξη.

    Πήρε το χέρι μου και το τράβηξε προς το μουνί της αλλά πριν ακουμπήσει μου το τράβηξε προς τα πάνω. Το μάτι της τσάκισε ακόμα περισσότερο.

    Έβαλε κάποιο μπιτ και όπως κρατούσε το χέρι μου το σήκωσε ως απάνω κι άρχισε να πηδάει πάνω κάτω προσπαθώντας να με ξεσηκώσει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στο τραπέζι ο Βάϊος. Τον ήξερα λίγο. Μια φορά είχαμε κουβεντιάσει λόγω του συλλεκτικού ζίπο του. Κατά τ’ άλλα σε άλλο τμήμα ήταν, όσες φορές είχε τύχει να βρεθούμε σε κοινό μήτινγκ, ξερόλας το ‘παιζε, δεν είχα καλή ούτε κακή άποψη, μου ήταν αδιάφορος. Ήθελε να δειχθεί. Κι εμένα μου φαινόταν βαρετός.


    Κατέβασα το χέρι μου, της χαμογέλασα, τσούγκρισα και με τους δυο τους και κατέβασα το ηλίθιο ποτό μια κι έξω.

    - Την κάνω

    - Κιόοοοολας;

    Δε φαινόταν ούτε απογοητευμένη, ούτε χαρούμενη.

    - Ναι ο Ορντίνοφ φεύγει

    - Ο ποιος;

    - Τίποτα κάτι δικά μου για ένα τρελό φίλο μου και μια άλλη Κατερίνα

    - Μυστήρια τα λες

    - Μυστήριος είμαι. Κι όχι μόνο μυστήριος και γέρος. Πάω νεαρά. Πάω στα βιβλία μου, στο φαγάκι μου και στην ησυχία μου…

    - Τι; Δε θα κάνουμε εξτριμ σπορ;

    - Μ’ αυτόν μαζί;

    - Θα φύγουμε

    - Απόψε δε μπορώ. Μια άλλη φορά

    - Είσαι πολύ σπαστικός.

    - …

    - Και παγοκολόνα

    - Είμαι.


    Άφησα δέκα ευρώ στο τραπέζι και κίνησα να φύγω αφού έστριψα ένα για το δρόμο. Όταν βγήκα, την είδα απρόσμενα πίσω μου. Την κοίταξα ερωτηματικά.

    - Γιατί δεν έρχεσαι πια στα γραφεία;

    - Η δουλειά μου έχει λίγο χαρτί και πολύ κατσαβίδι, μετροκορδέλα και χωροβάτη. Το χειμώνα που εσύ θα κοιμάσαι ως τις 12 θα κάθομαι κι εγώ στα γραφεία όταν βρέχει.

    - Είσαι πολύ σπαστικός και δε μου απάντησες

    - Ε αυξήθηκε η δουλειά

    - Όλοι περνούν

    - Εγώ δεν είμαι όλοι

    - Το ξέρω.

    - Αλήθεια;

    - Περίμενε λίγο.


    Μπήκε μέσα κι ύστερα από ελάχιστο χρόνο ξαναήρθε. Κρατούσε το κινητό και το τσαντάκι της.

    - Θα κοιμηθούμε μαζί

    Ήταν κατάφαση! Δεν υπήρχε ερώτηση για να απαντήσω. Την κοιτούσα με δυσαρέσκεια. Μου αρέσει να ακολουθώ τα τελετουργικά μου. Να γδυθώ, να βάλω σορτσάκι να πάω για περπάτημα γύρω στα τετράγωνα όσο δουλεύει ο ατμομάγειρας, να γυρίσω και να κάνω ντουζ, ένα τσιγάρο και μετά μαμ με το βιβλίο μου. Δε θέλω να χαλάω αυτό το πρόγραμμα. Αυτή τη συνήθεια την αγαπώ.


    Φυσικά, ο μεγάλος Νίτσε είχε πει κάποτε πως οι πιο ωραίες συνήθειες είναι οι βραχύχρονες. Μαθαίνεις πως τίποτα δε μένει σταθερό, εξασκείσαι σ’ αυτό και παράλληλα δοκιμάζεις πολλά πράγματα. Άλλωστε δεν υπήρχε ερώτηση.


    Την ώρα που μπήκαμε στο αμάξι μου είπε

    - Πάμε απ’ το σπίτι να πάρω ρούχα για το πρωί πρώτα


    Όταν ξανακατέβηκε απ’ το σπίτι, μπαίνοντας στο αμάξι μου είπε

    - Έχω περίοδο, σήμερα μόνο θα κοιμηθούμε

    Το πράγμα γινόταν όλο και πιο περίεργο, αλλά είχε πλάκα. Και τελικά δεν ήταν τόσο άσκημα. Φάγαμε τοστάκια, έβγαλε κι εκείνη ένα βιβλίο προς έκπληξη μου και κάτσαμε μαζί στο κρεβάτι διαβάζοντας. Στο κρεβάτι αγκαλιαστήκαμε. Δε φιληθήκαμε, δεν κοιμηθήκαμε κολλητά, αλλά πολλές φορές αγκαλιαστήκαμε.


    Το πρωί τηρήθηκαν τα συνηθισμένα προσχήματα. Πήγα να μας φτιάξω καφέ για να ντυθεί με την άνεση της. Σπάστηκα λίγο ακούγοντας απ’ το μπάνιο το πιστολάκι για τα μαλλιά. Μου τη δίνουν οι γυναίκες που προσέχουν τόσο πολύ την εικόνα, αλλά απ’ την άλλη όλο αυτό ήταν πιο μαλακό μέσα μου, ήμουν πιο συγνωμονικός, γιατί εγώ την είχα δει με τα αγουροξυπνημένα μάτια και είχα μυρίσει την ανάσα του ύπνου.


    Αν και σπάνια μου χρειάζεται να ανακαλώ αυτό το μηχανισμό τώρα πια που ζω μόνος κι οι μόνες ισορροπίες που έχω να τηρώ είναι οι δικές μου, εκείνη την ημέρα άνοιξα πάλι κουτάκια για να βάλω μέσα το προηγούμενο βράδυ και να ανοίξω άλλο για να μπορώ να είμαι ο συνηθισμένος επαγγελματικός εαυτός μου.


    Στα γραφεία ανέβηκα μόλις το μεσημέρι για να μας ενημερώσουν σχετικά με το gdpr. Με το συνάδελφο μάλιστα αργήσαμε κι όλοι είχαν κάτσει κι εκείνη σήκωσε το βλέμμα και μας κοίταξε έκπληκτη που του εξηγούσα τι είναι το gprs διότι ως συνήθως ήμασταν στον κόσμο μας και δεν είχαμε καταλάβει τι αφορούσε η ενημέρωση. Κάποιοι κράταγαν την κοιλιά τους απ’ τα γέλια, ο νομικός σύμβουλος πνίγηκε με το νερό του κι εμείς ψάχναμε για καρέκλες για να μη φανεί η αμηχανία που στην πραγματικότητα ήθελε να κρύψει την εσωτερική διασκέδαση μας που τους είχαμε φέρει σε τέτοια κατάσταση.


    Το απόγευμα σχολώντας δεν περίμενα κάτι, την είχα ακόμα κλεισμένη στο κουτάκι της και περίμενα να πάω σπίτι για να οργανωθώ με τον εαυτό μου, να δω που στέκομαι και πως θα το πάω όλο αυτό, αν πήγαινε κάπου. Δεν είχα το χρόνο για τέτοιες πολυτέλειες. Κοντά στο αυτοκίνητο μου ήταν παρκαρισμένο το περλέ μπιχλιμπίδι του Βάϊου κι εκείνη συζητούσε μαζί του ενώ φαινόταν να της προτείνει να οδηγήσει εκείνη. Τους χαιρέτισα με ένα νεύμα, άνοιξα τα παράθυρα μέχρι να ζεσταθεί ο κλιματισμός κι έβαλα μπροστά. Δε μου αρέσει να πουλάω μούρη αλλά με είχε πιάσει το κακό μου. Στο δρόμο, μιας κι είχαν φύγει λίγο πριν από ‘μενα, τους έσκασα προσπέραση με 190 χιλιόμετρα και το Follow Me των Gamma Ray να γεμίζει περισσότερη αδρεναλίνη το πόδι που πάταγε το γκάζι. Το ήξερα παιδιάστικες βλακείες, που στην ηλικία μου έμοιαζαν ανόητοι. Φυσικά στο σπίτι δεν είχα ησυχία. Δε μαγείρεψα, έτρεξα σαν τρελός πολλές φορές στα γύρω τετράγωνα και το απόγευμα πήρα το Στράτο και τον ξεσήκωσα να πάμε για καφέ.


    Αν και το μέρος είναι μεγάλο, έτυχε στην ίδια καφετέρια να είναι κι η Κατερίνα με μια φίλη της. Ο Στράτος είπε πως δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω μου. Συνεχώς κοίταζε τι κάνω με τα χέρια μου, το στόμα μου όταν μιλούσα.

    - Πάρε τη Σύλβια να έρθει

    - Μόνη της;

    - Όχι

    - Καλά, μου είπε σκεφτικά.

    Η Σύλβια έμενε κοντά, ήταν ανιματρίς Βελγίδα με φοβερό κορμί, σπαστική φωνή και κόλλημα με το κινητό της. Μαζί της ήρθε η Μέλα, επίσης Βελγίδα, ντιτζέϋ σ’ ένα κλαμπ. Την ήξερα λίγο.


    Συζητούσαμε για βλακείες, μέχρι που σε ένα σημείο ο Στράτος το γύρισε στα ελληνικά και μου είπε γρήγορα χωρίς να φύγει το παγωμένο χαμόγελο απ’ τα χείλη του πως με το που έκατσε η Μέλα δίπλα μου, η Κατερίνα παρήγγειλε βότκα. Δεν ένιωσα καλά, το είχα παρατραβήξει. Ωριμότητα υπό το μηδέν για τη σημερινή ημέρα. Βγήκα πάλι στον κόσμο σε χειρότερο παραλήρημα απ’ τον Ορντίνοφ. Μόνο ένας Μούριν μου έλειπε τώρα, να με καταραστεί, εκτός κι αν το ρόλο του μάγου τον έπαιζε η κρυμμένη ανωριμότητα μου.


    Δεν ήξερα τι να κάνω, ήθελα να φύγω μόνος μου, αλλά εγώ το είχα κανονίσει όλο αυτό. Δε μπορούσα να τους παρατήσω και να φύγω. Έκανα ότι λιγότερο βλακώδες σκέφτηκα: Σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα. Βγαίνοντας με περίμενε στον προθάλαμο η Κατερίνα. Τα μάτια της ήταν γλαρά.

    - Θέλω να κοιμηθώ

    -…

    - Τι ώρα θα πάμε σπίτι;

    - Δε σε κατάλαβα…

    - Θα φύγεις μαζί της; Δε θα κοιμηθούμε μαζί;

    - Δε θα την πάρω σπίτι μου

    - Αλλά θα φύγετε μαζί;

    - Γιατί;

    - Θέλω να φύγουμε μαζί, μαζί!

    - Ε; δεν κατάλαβα τι εννοούσε μ’ αυτό το ‘’μαζί μαζί’’ έμοιαζε σαν κάτι μεθυσμένο.

    - Τίποτα άστο. Που θα πάτε τώρα;

    - Δεν ξέρουμε ακόμα

    - Να έρθω;

    - Άμα πάμε κάπου πάρε τη φίλη σου κι ελάτε.

    Εγώ εννοούσα να τις πάρουμε μαζί. Αλλά όταν μισή ώρα μετά της είπα πως θα πηγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι σε ένα τοπικό μεζεδοπωλείο, είπε ένα ‘’καλά’’ και μετά ένα ‘’εντάξει’’ κι αφού έμεινα και την κοίταζα απορημένα, είπα καληνύχτα κι έφυγα.


    Το σίγουρο είναι πως δεν περίμενα αυτό που συνέβη. Λίγο μετά που κάτσαμε στο τραπέζι, ήρθε μόνη της και έκπληκτος την είδα να κάθεται απέξω απ’ το μαγαζί σε κάτι τραπεζάκια. Βγήκα να της πω να έρθει μέσα.

    - Αφού δε με θες μαζί σου

    - Πότε είπα κάτι τέτοιο;

    - Είπες να πάρω τη φίλη μου και να ‘ρθω μόνη μου

    - Δεν εννοούσα αυτό βρε συ

    - Δεν το εξήγησες! Έμοιαζε πολύ νευριασμένη. Δεν ήξερα αν ήταν μαζί μου ή με τον εαυτό της.

    Μπήκα μες στο μαγαζί, ο Στράτος δε ρώτησε τίποτα. Καληνύχτισα, η Μέλα μου έκλεισε το μάτι περιπαιχτικά και βγήκα έξω. Καθόταν στο ίδιο σημείο σα μαραζωμένη.

    - Σήκω! Πάμε…

    - Πού;

    - Σπίτι μου. Αυτό δεν ήθελες;

    - ΕΓΩ ΗΘΕΛΑ;

    -…

    - Άντε γαμήσου ρε μαλάκα!

    Και έφυγε


    Στα γραφεία ανέβηκα δεκαπέντε ημέρες μετά, στο μήτινγκ των προϊσταμένων. Δεν είχα μιλήσει στο μεταξύ. Είχα αναλάβει μια ανάλυση τμημάτων που ήταν απαραίτητη για την επόμενη φάση της πιστοποίησης μας και στη βιασύνη μου να κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα, είχα στείλει τα συνοδευτικά σχέδια σε cad και όχι σε pdf. Μου επιτέθηκε πολύ γερά στη συνάντηση. Ο διευθυντής μου έκανε παρατήρηση ότι δεν περίμενε καθυστερημένες κι ασυντόνιστες ενέργειες από μέρους μου, ενώ είχα την πολυτέλεια ενός ολόκληρου μήνα. Την κοίταξα έντονα στα μάτια, ώσπου κατέβασε το βλέμμα. Μου είχε στείλει σχετικό email πριν από δυο βδομάδες. Δε με ένοιαξε αν το κανε από πίκα, έχω μια αρχή, αν μπορώ να καλύψω συνάδελφο, αν έχω το περιθώριο να το κάνω χωρίς να βλάπτομαι ουσιαστικά, το κάνω πάντοτε. Σε όλους τυχαίνει κάποιες φορές να μην είμαστε καλά. Κι εμένα μου έχει τύχει πολλές φορές και με έχουν καλύψει άλλοι. Έχω δουλέψει πολλά δεκαπεντάωρα κι έχω πάει πολλές φορές στις 4 τη νύχτα στη δουλειά για να με νοιάξει το μάλωμα του διευθυντή περισσότερο από μια δυο ώρες που θα κρατούσε η τσαντίλα μου. Είχα το περιθώριο να κάνω πίσω ως μόνιμος υπάλληλος, εκείνη ήταν σε φάση προσαρμογής.


    Το μεσημέρι σε μια αρκετά ύποπτη συγκυρία, δηλαδή την ώρα που όλοι οι συνάδελφοι είχαν φύγει απ’ το γραφείο μας για να πάνε για φαγητό – εγώ δεν τρώω το μεσημέρι, μου φέρνει νύστα – μπήκε μέσα με δυο φρέντο. Ακούμπησε το δικό μου στο γραφείο μου. Κάθισε απέναντι μου.

    - Ευχαριστώ

    - Μπορούσα

    - Ναι μπορούσες να το πεις

    - Δεν εννοώ αυτό. Δεν ανήκω σε καμιά κατηγορία που γνωρίζεις. Αλλά μάλλον δεν με καταλαβαίνεις όπως έχει αποδειχτεί. Μπορούσα να μην πω τίποτα χωρίς να με βλάψει ουσιαστικά και δεν είπα. Τελεία. Ούτε ευχαριστώ, ούτε παρακαλώ. Θα έρθει η στιγμή να το κάνεις κι εσύ για ένα συνάδελφο. Πες πως αυτό θα είναι το ευχαριστώ μου.

    Ναι ήξερα ότι ο τόνος μου ήταν εριστικός και είχα εκνευριστεί επίσης. Παραλίγο να χύσω τον καφέ και να φύγω. Αντ’ αυτού έστριψα τσιγάρο, το άναψα και έμεινα να την κοιτάω. Με κοίταζε κι εκείνη. Λόγια δεν ειπώθηκαν. Ήπιαμε τους καφέδες κι απλά παρατηρούσα το πρόσωπο της. Διάφορες εκφράσεις άλλαξε. Η ώρα πέρασε, κόσμος ακουγόταν να επιστρέφει. Σηκώθηκε να φύγει. Δεν της μίλησα, δε μου μίλησε.


    Το απόγευμα ανέβαινα στο πάρκιν και τους πέτυχα πάλι στην ίδια σκηνή, μόνο που αυτή τη φορά αδιαφορούσα. Πάλι την παρακαλούσε να οδηγήσει το αμάξι του. Δεν κοίταξα κανέναν τους, ένευσα στα τυφλά και μπήκα στ’ αμάξι μου, με την άκρη του ματιού, την είδα να βγαίνει απ’ το μπιχλιμπίδι του και να έρχεται στο δικό μου αυτοκίνητο. Δε ρώτησε, μπήκε στη θέση του συνοδηγού και έβαλε τη ζώνη. Ξεπάρκαρα.


    Και τώρα στεκόμασταν εδώ. ‘’Δε με καλύπτεις’’ είχε μόλις πει…


    Στεκόμουν μπροστά στο κρεβάτι μου κι εκείνη ξαπλωμένη ολόγυμνη. Ήξερα πως μπορεί να ήταν πίκα, αλλά ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου να επιβληθώ στον εαυτό μου, ήταν πάνω από ‘μενα να προσπαθήσω. Ντύθηκα, ξεδίπλωσα τα ρούχα της και της έδωσα να ντυθεί. Την πήγα σπίτι της.


    Η βδομάδα ήταν φριχτή. Στη δουλειά έκανα βλακείες και κάποιες σχολιάστηκαν έντονα. Με είχε πάρει από κάτω. Καθόμουν ως αργά και διάβαζα ποια είναι τα φυσιολογικά μεγέθη, μέτραγα και ξαναμέτραγα τον πούτσο μου. Άλλοτε έπειθα τον εαυτό μου πως είμαι μικροτσούτσουνος κι άλλες φορές πως δεν είχα πραγματικό πάθος και δε μου σηκωνόταν όλος. Έβλεπα τσόντες συνέχεια. Κοίταζα στα σεξ σοπ τους πιο μεγάλους δονητές που υπάρχουν κι ήταν σα να πίεζα ένα πονεμένο δόντι για να νιώσω το μένος πάνω μου, να πάρω ευχαρίστηση απ’ αυτό, απ’ το πόσο πολύ υπολειπόμουν.


    Μπορεί στην Ολλανδία να είναι τέτοιες οι συνθήκες που να επιτρέπονται διάφορα που εδώ κάποτε μίλησε ένας μαλθακός πολιτικός για γλαστράκια, αλλά υπήρχαν τρόποι να την ακούσεις, νόμιμοι και ωραίοι. Ο δικός μου ήταν η πράσινη νεράϊδα. Κληροδότημα από μια γκόμενα Τσέχα που είχα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο σωστός τρόπος, ξέρω μόνο το δικό μου για να με στείλει στο διάστημα: 50 γραμμάρια νεράϊδα, βρέχεις μαύρη ζάχαρη για να αποκτήσει καπνιστή γλυκάδα στο ποτό και μετά της βάζεις φωτιά, μόλις σβήσει αφήνεις την καραμέλα να πέσει μέσα. Η δική μου νεράϊδα χρειάζεται μόλις 80 γραμμάρια νερού. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο έντονη.


    Ήμουν σαλταρισμένος, άνοιξα μια πορνοσελίδα και πέρναγα από αναζήτηση σε αναζήτηση κι οι Cradle Of Filth με ξεσήκωναν με τρόπο που δε με έβγαζε απ’ τη χαύνωση, αλλά αποκτούσα εχθρικές διαθέσεις. Έβλεπα συνέχεια βιντεάκια ψεύτικα με τεράστια πέη και γκόμενες που ξεσκίζονταν, με ουρλιαχτά. Μες στο θολωμένο μου μυαλό, ο πόνος του ξεσκίσματος, το γεμισμένο μουνί ή ο κώλος, το ξεχείλωμα ένιωθα μια γλυκιά προσμονή, ήθελα τόσο πολύ να μπορώ να το κάνω κι εγώ. Να έχω τη δυνατότητα. Δεν ξέρω πόσες σελίδες άλλαξα, σε κάποιο σημείο βρέθηκα σε ένα σεξ σοπ με προσθετικά πέη μεγάλα που έμπαιναν πάνω απ’ το κανονικό πέος. Ένιωσα να λογικεύομαι να σκέφτομαι πως αυτό είναι ντροπιαστικό. Έπιασα πάλι τη νεράϊδα. Δυο ώρες μετά είχα παραγγείλει δύο. Το πρωί ήμουν κομμάτια και δεν πήγα στη δουλειά.


    Μια βδομάδα μετά, την περίμενα στο σχόλασμα και την ώρα που πήγαινε να μπει στο αμάξι του, την άρπαξα απ’ το χέρι. Δεν αντιστάθηκε. Ήρθε μαζί μου. Με κοίταξε θριαμβευτικά όταν βρεθήκαμε στο σπίτι μου ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο κι έβγαλε το φόρεμα και τα εσώρουχα της.

    - Θα φάμε γαριδάκια;

    - Ξάπλωσε


    Την πήρα στο στόμα μου, με τη γλώσσα απομάκρυνα τις τριχούλες που δεν είχε ξυρίσει καλά, δάγκωσα την κλειτορίδα της, δάγκωσα τα μουνόχειλα της κι όταν έχυσε, σηκώθηκα και την κοίταξα. Με κοίταζε με ύφος μπλαζέ. Έφερα δυο γυάλινα ποτήρια, μας έφτιαξα τις νεράϊδες… Σύντομα κατάλαβα πως είχε κάνει κεφάλι. Κάποιους τους αρρωσταίνει το τσέχικο αψέντι, αλλά δεν ήταν αυτή η περίπτωση εδώ.


    Την πήρα απαλά απ’ το χέρι και τη σήκωσα όρθια. Πλάϊ στο κρεβάτι μου βρισκόταν το μονόζυγο οροφής. Δεν έκανα μόνο γυμναστική σ’ αυτό. Έδεσα τα χέρια και πέρασα την άκρη απ’ το μονόζυγο τόσο που να τεντώσει, να μη μπορεί να ξεφύγει, αλλά να μη ζοριστεί.


    Την έγλυψα παντού, την έκανα να φτάσει ξανά με το στόμα μου όρθια. Στάθηκα πίσω της κι έσφιξα τα κωλομέρια της, τα έσφιγγα όλο και περισσότερο. Με τα δάχτυλα του άλλου χεριού τη μαλάκιζα. Της έδωσα να γευτεί πάλι τη νεράϊδα. Ύστερα ξανάρχισα να τη μαλακίζω έντονα… Τα δάχτυλα μου σφίχτηκαν, κατέβηκαν σκίζοντας απαλά με τα ελάχιστα νύχια μου την πλάτη της, βόγκηξε εξασθενημένα, υποχωρητικά. Κόλλησα πάνω της και τη δάγκωσα σε όλη την πλάτη με δύναμη. Της έδωσα να πιει κι άλλο, τη φίλησα στο στόμα, ανταποκρίθηκε λαχανιασμένα. Της έδωσα να πιει νερό, μετά δάγκωσα τις ρώγες της παρατεταμένα κι όλο δυνατότερα. Πήγα πίσω της. Όταν έσκασε η πρώτη καμτσικιά δεν ακούστηκε κανένας ήχος, Συνέχισα, έτρεμε, κάθε φορά και πιο χαμηλά, πολλές φορές στα κωλομέρια της. Παράτησα το μαστίγιο και αφού γδύθηκα την πλησίασα, την μπάτσισα πάλι με δύναμη με το χέρι μου στα κωλομέρια ενώ με το άλλο δάχτυλο την μαλάκιζα γρήγορα. Κοίταξα τον πούτσο μου που γυάλιζε στα προσπερματικά του. Το μέγεθος δεν είχε καμία σχέση με ό,τι είχα δει όλες τις προηγούμενες ημέρες. Μπήκα μέσα της και τη γάμησα, πολύ γρήγορα με τη μεγαλύτερη δυνατή διαδρομή εξόδου, έχυσε.


    - Αυτό ήταν το γαριδάκι μου είπα την ώρα που έχυνε


    Κι ύστερα, ένιωθα έτοιμος να εκραγώ. Προσάρμοσα το ψεύτικο πέος, ήταν πολύ φαρδύ, μακρύ όχι και τόσο, με τη στύση που είχα σχεδόν ακουμπούσε η βάλανος μου στο πρόσθιο μέρος του, γέλασα μέσα μου… τι σου κάνει ο πόθος. Κι ύστερα άλλαξαν όλα, ήταν τόσο φαρδύ που είδα τα μουνόχειλα της να τραβιούνται στις άκρες, βόγκηξε παρατεταμένα, ηδονικά και τότε ένιωσα να μπαίνω σε άλλη διάσταση, σε μια διάσταση χαράς, πλησμονής απ’ το ξέσκισμα που της έκανα, τον πόνο και την ευτυχία της στιγμής της και την ώρα που έχυνε το μουνί της σαν καταβόθρα με μάσαγε μέσα της κι αισθάνθηκα να μου κόβεται η ανάσα όπως πετάγονταν τα χύσια μου, πολλά, πηχτά, παρατεταμένα…
     
    Carpe_Diem, open_mind, evak1 and 14 others like this.