Εξουσία και Σεξουαλικότητα: εισαγωγικές δοκιμές σε μια συζήτηση (Α)

Συζήτηση στο φόρουμ 'Σεξ και Σχέσεις' που ξεκίνησε από το μέλος Iagos, στις 31 Ιουλίου 2017.

  1. Iagos

    Iagos Contributor

    Πώς γεννήθηκε η πατριαρχία;

    «Η γέννηση της ανισότητας τοποθετείται και συμπίπτει με την καταστροφή της μητριαρχίας, όπου ίσχυε ένα καθεστώς πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης, και την επιβολή του πατριαρχικού τύπου κοινωνικής οργάνωσης», Φρίντριχ Ένγκελς

    Θα αποτελούσε αποσιώπηση πρώτου μεγέθους αν δεν επισημαίναμε πως οφείλουμε τη συζήτηση για την καταπίεση μέσω του φύλου στο έργο του Φρίντριχ Ένγκελς.[2] Ο Ένγκελς, είναι ο πρώτος που συσχετίζει τη φυλετική ασυμμετρία[3] με την ταξική διαίρεση της κοινωνίας (αφού ουσιαστικά ιστορικοποιεί την πατριαρχία) και, έτσι, θεμελιώνει το αίτημα για την τελική άρση της – όρος που, από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεσμεύει αποφασιστικά κάθε αίτημα ολιστικής αναθέσμισης της κοινωνίας σε εξισωτικές βάσεις. Αν η σύγκρουση ανάμεσα στα φύλα δεν είναι οντολογική αλλά ιστορική, τότε μια λύση συμμετρικής διαίρεσης της εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών θα αποτελέσει τον όρο άρσης της πατριαρχίας ως πρωταρχική καταπίεση.

    Με αυτό το κορυφαίας σημασίας έργο, ο Ένγκελς αναίρεσε πολλές θεμελιώδεις παραδοχές της αστικής επιστήμης και, ιδιαίτερα, εκείνες που αφορούσαν τον δήθεν αρχέγονο χαρακτήρα της πατριαρχικής οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας, της κρατικής εξουσίας, της κοινωνικής ανισότητας.[4] Ιχνηλατώντας τα ιστορικά αποτυπώματα της πατριαρχικής κοινωνίας και υιοθετώντας την υπόθεση μιας αρχαϊκής μητριαρχικής οργάνωσης των κοινωνιών[5] ο Ένγκελς σκιαγραφεί την ιστορική εξέλιξη των μορφών κοινωνικής οργάνωσης από τη βαθμίδα του πρωτόγονου κομμουνισμού στην πατριαρχία. Η ιστορική εμφάνιση της μονογαμίας συνδέεται με την υποδούλωση των γυναικών, αυτή με τη σειρά της με την ανάπτυξη της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και, εν συνεχεία, με τις μορφές ιεραρχικής εξουσίας.[6] Ο συγγραφέας εκκινεί από την παρατήρηση του Μόργκαν για τις πρωτόγονες κοινότητες ως συστήματα «ελευθερίας, ισότητας και αδελφότητας», για να προχωρήσει παρατηρώντας πως αυτές οι συλλογικότητες βασίζονται στο άμεσο μοίρασμα των προϊόντων μέσα στις μικρές ή μεγάλες κομμουνιστικές κοινότητες.[7] Ο καταμερισμός της εργασίας κατά φύλο, που υπάρχει και σε αυτές τις κοινωνίες, όχι μόνο δεν υποβάθμιζε τη θέση της γυναίκας αλλά, αντιθέτως, η κοινότητα, αναγνωρίζοντας την κομβική και ιερή[8] θέση της στη δημιουργία της ζωής, βάσιζε τη γενεαλογία της σε αυτή. Αυτή η μητρογραμμική[9] ξεδίπλωση των γενών, μαζί με την ιερή λατρεία γυναικείων γονικών θεοτήτων, σκιαγραφούν μια μητριαρχική[10] οργάνωση των κοινωνιών που, ως προς την οργάνωση της εργασίας τους, φαντάζουν εγγύτερες στο όραμα του σοσιαλισμού.

    Η μετάβαση στην πατριαρχική δομή και στις ιεραρχικές σχέσεις θεσμικής εξουσίας που αυτή συνυποθέτει -αν και όχι ταυτόχρονη και σίγουρα όχι μονοσήμαντη ως προς τις αιτίες της- βασίστηκε στην ιστορική μετάβαση στις λεγόμενες πολεμικοπατριαρχικές κοινωνίες των γενών. Κινητήριος μοχλός αυτής της αλλαγής φαίνεται να είναι οι συνθήκες ακραίας έλλειψης αγαθών. Τέτοιες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η γη παύει να είναι ο επίγειος παράδεισος της τροφοσυλλεκτικής αφθονίας, υπαγορεύουν τόσο τη νομαδική περιπλάνηση όσο και τον κυνηγετικό και κατακτητικό πόλεμο.[11] Αυτή η αλλαγή σημαίνει την ανατίμηση της πολεμικής σε ζωτικής σημασίας δραστηριότητα για την κοινότητα (αφού από αυτή κρίνεται η επιβίωσή της) και την οργανωτική αναμόρφωση της κοινωνίας με στρατιωτικούς όρους.[12]

    Η μετάβαση, λοιπόν, από τη μητριαρχία στην πατριαρχία μπορεί να θεωρηθεί το ιστορικό κακόπου ο Ένγκελς εντοπίζει σε αυτή τη φάση του ανθρώπινου πολιτισμού.[13] Στο σχήμα του Ένγκελς βρίσκουμε τη θέση ειδικά επεξεργασμένη και εστιασμένη στο ζήτημα της πατριαρχίας: «Η μετάβαση στην μητριαρχική/εξισωτική κοινωνία προϋποθέτει ιστορικά την ανάπτυξη πατριαρχικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης που θα αναπτύξουν σε τέτοιο βαθμό τα μέσα παραγωγής ώστε να άρουν τις συνθήκες της αρχικής έλλειψης (αγαθών) που οδήγησαν στη δημιουργία τους».

    Θα πρέπει, ωστόσο, να αποσαφηνίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου μητριαρχία. Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε (και γι’ αυτό δεν είναι άμοιρο ευθυνών ένα τμήμα του φεμινιστικού κινήματος) τη μητριαρχία ως μια απλή αντιστροφή κυριαρχίας, ως μια κοινωνία όπου οι κοινωνικοί πόλοι της πατριαρχίας έχουν αντιρροπισθεί. Αυτή όμως η μηχανιστική αντιστροφή των όρων κυριαρχίας είναι μια εντελώς εσφαλμένη, βαθιά πατριαρχική, εξουσιαστική εικόνα. Στην πραγματικότητα, η μητριαρχία χαρακτηρίζει το όραμα για ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης· μια άλλη κοινωνία χωρίς ιεραρχικούς ή άλλους διαχωρισμούς. Πέραν, λοιπόν, από το πώς και το εάν η μητριαρχία υπήρξε ιστορικά, αυτή αποτελεί ένα κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα, θεμελιωμένο σε αξιακή και όχι ιστορική βάση.


    Η καπιταλιστική μεσολάβηση

    Η καταπίεση στη βάση των έμφυλων διακρίσεων εντοπίζεται ιστορικά πολύ νωρίτερα από την ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής κρατικής οργάνωσης όσο και από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Η ανάπτυξη των νεωτερικών μορφών κράτους και αγοράς βρίσκουν στην ιστορική τους διαδρομή ήδη προ-διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις καταπίεσης. Οι αστικές επαναστάσεις, ωστόσο, που αποτελούν τον φορέα αυτής της πολιτικής μετάβασης, ενώ υπόσχονται να άρουν πολλές από αυτές τις σχέσεις,[14] στην πραγματικότητα τις αναδιατάσσουν προς όφελος του νέου κοινωνικού νόμου, της αγοράς. Στη σύγχρονη (καπιταλιστική) ιστορία, γινόμαστε μάρτυρες αντιθέσεων που, ενώ προϋπάρχουν του καπιταλισμού, διαμεσολαβούνται αποφασιστικά από αυτόν με σκοπό την απρόσκοπτη ανάπτυξη και πορεία του. Με άλλα λόγια, η θεσμική οργάνωση της κοινωνίας συντηρεί και αναπαράγει την καταπίεση στη βάση του φύλου ακριβώς επειδή -και στον βαθμό που- αυτή εξυπηρετεί τις παραγωγικές αναγκαιότητες του κεφαλαίου.

    Ο Max Horkheimer επεσήμανε μια κρίσιμη συνιστώσα του ζητήματος, η οποία χαρακτηρίζει την ιστορική μετάβαση στη νεωτερικότητα. Ο ερχομός της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, που υποτίθεται ότι ταυτίζεται με την ανάδυση της υποκειμενικότητας, εμπεριέχει μια αντίφαση. Στην πραγματικότητα, αυτό που απελευθερώνεται δεν είναι το ξεχωριστό άτομο, αλλά η αστική οικογένεια[15]. Έτσι, η οικογένεια, ένας φεουδαρχικός θεσμός βασισμένος στην αρχή του «αίματος», παραμένει ως θεμέλιο της νέας αστικής κοινωνίας. Με την αυστηρή σημασία της λέξης, μας λέει ο Horkheimer, δεν υπάρχει αστική οικογένεια· αυτή καθαυτή είναι μια αντίφαση της ατομιστικής αρχής – ωστόσο, είναι μια απαραίτητη αντίφαση. Ο άνδρας, απελευθερωμένος από την εργασία σε ξένα σπίτια, έγινε κύριος στο δικό του. Τα παιδιά, όμως, και οι γυναίκες θα παραμείνουν σκλάβοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η «απαραίτητη» αυτή καταπίεση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού από τον άνδρα (μεμονωμένο αστό επιχειρηματία ή εργάτη) καθορίζει και το νέο ιδεολογικό βάρος του θεσμού στη νέα εποχή. Έτσι, όσο περισσότερο έδαφος χάνει η οικογένεια ως ουσιαστική οικονομική μονάδα, τόσο περισσότερο τονίζεται η παραδοσιακή της μορφή.

    Η Silvia Federici κάνει μια πολύ σημαντική παρατήρηση για τον σύγχρονο καπιταλισμό και τη σχέση του με την υποδούλωση των γυναικών. Αντίθετα προς την, κοινώς διαδεδομένη, αντίληψη πως η έμφυλη καταπίεση είναι κατάλοιπο της φεουδαρχίας, η Federici εισάγει μια εντελώς αντίστροφη εικόνα. Στις επιτόπιες μελέτες της στη Νιγηρία, μεσούσης της οικονομικής κρίσης που πέρασε η χώρα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, παρατήρησε πως, μαζί με τις ταχύτατες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τον «εκσυγχρονισμό» της παραγωγής που επέβαλε και εκεί το ΔΝΤ, έγινε μια συστηματική προσπάθεια περαιτέρω υποβιβασμού της θέσης της γυναίκας μέσα στην παραγωγή. Αυτό επιτεύχθηκε με την εκκίνηση μιας εκστρατείας μισογυνισμού που ζωντάνεψε ξανά προκαταλήψεις και πρότυπα, τα οποία υποτίθεται πως είχαν χαθεί στο ιστορικό βάθος του μεσαίωνα. Με άλλα λόγια, όποια δικαιώματα κέρδισαν οι γυναίκες στην εργασία και την κοινωνική ζωή την εποχή της καπιταλιστικής ευημερίας, την εποχή της οικονομικής ερημοποίησης χάθηκαν ξανά. Η παρατήρησή της είναι κρίσιμη γιατί, κόντρα σε κάθε φιλελεύθερη αφήγηση, συνδέει αποφασιστικά το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης με την αναγκαιότητα της συνολικής κοινωνικής χειραφέτησης. Το σώμα, λέει η Federici, για τις γυναίκες στην καπιταλιστική κοινωνία έχει γίνει ό,τι το εργοστάσιο για τους άρρενες μισθωτούς εργάτες: το κύριο πεδίο της εκμετάλλευσης και της αντίστασής τους, καθώς το γυναικείο σώμα έγινε αντικείμενο οικειοποίησης από το κράτος και τους άνδρες και υποχρεώθηκε να λειτουργεί ως μέσο αναπαραγωγής και συσσώρευσης της εργασίας. Θα ήταν περιττό φαντάζομαι να αναφέρω την πλήρη επιβεβαίωση του σχήματός της για την Ελλάδα του σήμερα, όπου τα τέσσερα χρόνια εργασιακής εξαθλίωσης και λιτότητας έχουν επιφέρει μια άνευ προηγούμενου επιστροφή πατριαρχικών και σεξιστικών κοινωνικών προτύπων, με την οικογενειακή και θεσμική βία ενάντια στις γυναίκες και τα λοατ άτομα να έχει αυξηθεί κατακόρυφα.

    Η φροϊδομαρξιστική συμβολή

    Το θεωρητικό νήμα της πραγμάτευσης του Ένγκελς παραλαμβάνει στις αρχές του 20ού αιώνα το ρεύμα του φροϊδομαρξισμού και, ειδικότερα, ο Βίλχεμ Ράιχ. Εκπαιδευμένος ψυχαναλυτής και μέλος τους γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος,[16] ο Ράιχ έρχεται αντιμέτωπος με τα αποκαρδιωτικά γεγονότα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και, πιο συγκεκριμένα, με την άνοδο του φασιστικού φαινομένου στην Ευρώπη. Γιατί οι μάζες κινούνται προς τους δυνάστες τους; Το απλό ψυχαναλυτικό σχήμα δεν μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά. Ο Ράιχ επιχειρεί τη σύνδεση του μαρξισμού με την ψυχανάλυση. Στόχος είναι να ιστορικοποιηθεί διαλεκτικά η ίδια η παρόρμηση, με τελικό σκοπό την κίνηση των ανθρώπων προς τη ελευθερία. Γιατί, μπορεί ο μαρξισμός να ανέδειξε τα πραγματικά συμφέροντα των καταπιεσμένων, ωστόσο αυτοί, αντιδρώντας φαινομενικά ενάντια στον εαυτό τους, στρέφουν το δυναμικό της επιθυμίας τους αντίθετα στα πρακτικά τους συμφέροντα. Τι είναι αυτό που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικότητας και της ανθρώπινης πράξης; Τι μεσολαβεί μεταξύ αντίληψης και συνείδησης; Ο μαρξισμός δεν έχει εργαλεία ερμηνείας του ψυχισμού.

    Ο Ράιχ ξεκινά με την τυπική διάκριση του Φρόιντ μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας. Αν η πρώτη αντιπροσωπεύει το βιολογικό επίπεδο (τη βιολογική ανάγκη) η δεύτερη αντιπροσωπεύει το ψυχικό. Η επιθυμία, στο εξελικτικό σχήμα του Φρόιντ, είναι αυτό που δημιουργεί τη συνείδηση, ο αντιπρόσωπος της ανάγκης στο ψυχικό επίπεδο. Η επιθυμία, όμως, δεν είναι απλή αντανάκλαση της ανάγκης. Μια θεωρία των αναγκών δεν μπορεί να ερμηνεύσει επαρκώς (πολύ δε περισσότερο να ικανοποιήσει) τις ανθρώπινες επιθυμίες. Ο Ράιχ σκέπτεται πως μια θεωρία της ανθρώπινης απελευθέρωσης οφείλει να διαγνώσει τις ειδικές πολιτισμικές στρεβλώσεις τις οποίες έχει υποστεί η επιθυμία μέσα στον χρόνο, και οι οποίες την οδηγούν στην αντιστροφή της ηδονής. Η σκέψη του οδηγείται στη χαρακτηροανάλυση. Οι αιώνες κοινωνικής εξέλιξης που προηγήθηκαν, έχουν διαμορφώσει κοινωνικούς τύπους συμπεριφοράς σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα,[17] με αποτέλεσμα να έλκονται, αφενός, από αυταρχικές πολιτικές φιγούρες και, αφετέρου, να τοποθετούν το θετικό δυναμικό της επιθυμίας τους πάνω στον πόνο.

    Στη Γενεαλογία της Ηθικής, ο Νίτσε είναι καταπέλτης για τον πολιτισμό που καταστέλλει τις ανθρώπινες επιθυμίες επιβάλλοντας ενοχές -τις οποίες, εν συνεχεία, η κοινωνία εξωτερικεύει- με σκοπό την εγκαθίδρυση αυταρχικών μορφών εξουσίας και ιδιοκτησίας. Ο Φρόιντ είναι απαισιόδοξος συνολικότερα για τον πολιτισμό.[18] Η εξέλιξη της ανθρωπότητας χαρακτηρίζεται ως μια διαδικασία τεχνολογικής προόδου αλλά, ταυτόχρονα, και ως μια πορεία συνεχών απωθήσεων, στρεβλώσεων τις επιθυμίας, εντεινόμενων παθολογιών. Ο Φρόιντ ανάγει την πατριαρχία στην απαρχή της ανθρωπότητας.[19] Παρά το γεγονός ότι στην αφήγησή του διαγράφεται μια μικρή ιστορική σχισμή από την οποία περνάει το φως της ιστορίας, και παρά το γεγονός ότι στο Άνδρας Μωυσής[20] ουσιαστικά ιστορικοποιεί την πατριαρχία, παραμένει διστακτικός να διατυπώσει το αίτημα άρσης της. Ο Φρόιντ ίσως δείχνει να τρομάζει μπροστά στις έσχατες συνέπειες της θεωρίας του.

    Ο Ράιχ, απεναντίας, όχι μόνο δεν έχει τέτοιους δισταγμούς, αλλά περνά γρήγορα και σε πολιτικές πρακτικές της θεωρίας του, μέσω των προγραμμάτων σεξουαλικής απελευθέρωσης που εισηγείται σε ομάδες της νεολαίας του κομμουνιστικού κόμματος[21]. Η απελευθέρωση της ερωτικής επιθυμίας στους νέους, η άρση των απαγορεύσεων και η πάλη ενάντια στην πατριαρχία και την καταπίεση των γυναικών προβάλλεται ως η πολιτική λύση ενάντια στον ναζισμό. Για τον Ράιχ, ο πολιτισμός των απαγορεύσεων οδηγεί, όπως είδαμε, στη διαμόρφωση σαδομαζοχιστικών χαρακτήρων που αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ισότητα και την αυτονομία, αφού η επιθυμία τους έχει παραμορφωθεί σε τέτοιο βαθμό που να επιδιώκει είτε να καταπιέζεται είτε να καταπιέζει. Η σεξουαλική απελευθέρωση είναι η απελευθέρωση της επιθυμίας και αυτή, με τη σειρά της, είναι η προϋπόθεση για την πάλη των ανθρώπων ενάντια στον καπιταλισμό και όλες τις μορφές αλλοτρίωσης. Το πρόγραμμα του Ράιχ είναι ένα πρόγραμμα που, όχι μόνο συνδέει αποφασιστικά τον μαρξισμό με την ψυχανάλυση, αλλά και το επαναστατικό πολιτικό κίνημα με το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης.

    Κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60

    Οι ιδέες του Ράιχ, του Μαρκούζε και των διαδόχων της φροϊδομαρξιστικής σχολής επηρεάζουν αποφασιστικά τα νέα κοινωνικά κινήματα, που αναδύονται μέσα στη γενιά της αμφισβήτησης. Η συμβολή αυτής της θεωρητικής γραμμής είναι καθοριστική όχι μόνο για τις κοινωνικές διεκδικήσεις στη βάση του φύλου, αλλά για τα κινήματα ανατροπής εν γένει. Μέσα στην πανσπερμία των μορφών αντίστασης και πάλης (αντιπολεμικό, κίνημα φυλετικών διακρίσεων, αντιαποικιοκρατικό, φοιτητικό, χίπις κ.τ.λ), οι βασικές αιχμές τους εστιάζουν στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ζωής. Αναδύεται μια πολιτική και πολιτιστική μάζα αντίστασης, η οποία αμφισβητεί τα θεμέλια του καπιταλισμού, διευρύνοντας το κριτικό οπλοστάσιο του κινήματος περισσότερο από ποτέ. Παρόλο που κρίνουμε, εκ των υστέρων, ότι τα κινήματα αυτά ηττήθηκαν στρατηγικά, μη μπορώντας να μετουσιωθούν σε διαρκή και αποφασιστικά επαναστατικά κινήματα, η παρακαταθήκη που άφησαν, τόσο στη θεωρία όσο και στις μορφές πάλης, είναι αδιαμφισβήτητη.

    Μέσα σε αυτό το περιβάλλον των κοινωνικών κινημάτων[22] αναδύεται και η λεγόμενη δεύτερη φάση του φεμινιστικού κινήματος,[23] μετά τη στρατηγική ήττα[24] της λεγόμενης πρώτης φάσης. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε, ασφαλώς, το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στις δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Το ομοφυλοφιλικό κίνημα που ξεπηδά εκείνη την περίοδο, επιχειρεί να ξαναβρεί το χαμένο νήμα του φεμινισμού, ριζοσπαστικοποιώντας τόσο τη θεωρία όσο και την πρακτική του. Εδώ, το αίτημα γίνεται η ίδια η ζωή ως ελεύθερη πρόσβαση στον δημόσιο χώρο. Τα ομοφυλόφιλα άτομα έχουν μεν δικαίωμα ψήφου, αλλά υφίστανται μια σειρά από τρομακτικούς περιορισμούς σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Το κίνημα αποκτά γόνιμους διαύλους με το νεολαιίστικο κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η όσμωση φέρνει καινοτόμες θεωρητικές επεξεργασίες και ριζοσπαστικές πολιτικές πρακτικές.

    Αυτή η μετάβαση, όπως ήταν λογικό, είχε μια σειρά συνεπειών και σε θεωρητικό επίπεδο, με βασικότερη τη μεταπήδηση του ενδιαφέροντος από το υποκείμενο διεκδίκησης γυναίκα στο ευρύτερο υποκείμενο φύλο. Με τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη γυναίκα στο φύλοεισάγεται στρατηγικά η διάκριση βιολογικό φύλο/κοινωνικό φύλο (sex/gender) – με το πρώτο να θεωρείται ότι αποτελεί το «φυσικό» υπόβαθρο πάνω στο οποίο κατασκευάζεται το δεύτερο. Οι φεμινίστριες επιδιώκουν να δώσουν έμφαση, σε θεωρητικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, στην έννοια του κοινωνικού φύλου, προκειμένου να τονίσουν τον ρόλο των κοινωνικών καιπολιτισμικών διαδικασιών και πρακτικών που κατασκευάζουν και οριοθετούν την έμφυλη ταυτότητα «γυναίκα», προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να υποβαθμίσουν και να μειώσουν τη σημασία και τον ρόλο του λεγόμενου «βιολογικού φύλου». Η θέση αυτή διαμορφώνει μια στρατηγική αντίστασης στην άποψη που θα υποστήριζε ότι «η βιολογία είναι πεπρωμένο», τον λεγόμενο και ως βιολογικό καθορισμό. Αυτή η μετατόπιση σημαίνει, επίσης, ότι το κίνημα δεν είχε ως σκοπό απλώς και μόνο να προσθέσει ένα καινούργιο αντικείμενο μελέτης στα ήδη υπάρχοντα, αλλά να διευρύνει την οπτική του, αναθεωρώντας ριζικά τα καθιερωμένα μοντέλα ανάλυσης και έρευνας, θέτοντας ερωτήματα από τη σκοπιά του φύλου και, παράλληλα, της ίδιας της ανθρώπινης σεξουαλικότητας ως δυναμική αλληλεπίδραση όλων των «φύλων» και όχι μόνο της καταπίεσης των γυναικών.

    Αυτή η θεωρητική «διολίσθηση» είχε τόσο θετικές όσο και αρνητικές συνέπειες. Οι τελευταίες, εντοπίζονται στο γεγονός πως το κύριο θεωρητικό και κινηματικό βάρος περιορίστηκε στα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, με αποτέλεσμα το φεμινιστικό κίνημα είτε να ενσωματωθεί πλήρως είτε να εξαφανιστεί. Στο επίπεδο, δηλαδή, της τυπικής μαζικότητας και της κοινωνικής καταγραφής παρατηρήθηκε μια ιστορική ήττα. Παρόλο που, όπως είδαμε, στόχος ήταν η θεωρητική διεύρυνση, αυτή δεν κατανοήθηκε επαρκώς από ευρύτερα υποκείμενα και, έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 περιχαρακώθηκε ασφυκτικά. Οι θετικές όψεις εντοπίστηκαν, κυρίως, σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς η επικέντρωση στο φύλο (δηλαδή στη σεξουαλική ταυτότητα) ξεπέρασε έναν σκόπελο, στον οποίο το φεμινιστικό κίνημα είχε πέσει για δεκαετίες: τον βιολογικό καθορισμό. Η επικέντρωση στο ζήτημα της γυναικείας φύσης από το φεμινιστικό κίνημα τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του, αποτέλεσε τη βασική αιτία του θεωρητικού του μαρασμού και της πολιτικής του ενσωμάτωσης. Το κίνημα της πρώτης φάσης, επικεντρωμένο στα διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά, ουσιαστικά δικαίωνε με τρόπο αντίστροφο αιώνες καταπίεσης και διαχωρισμού. Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το θεωρητικό σφάλμα, οδηγήθηκε στο να προβάλει μέσω των αιτημάτων του μια «ανδρική» αυτοεικόνα στη γυναίκα, μετατρέποντας την όποια νίκη σε αιτήματα (π.χ. το δικαίωμα στην εργασία για τις γυναίκες) και σε ακόμα μεγαλύτερη υποδούλωση, αφού όλες οι άλλες προϋποθέσεις της καταπίεσης ήταν ακόμα παρούσες. Αντίθετα, οι θεωρίες της δεύτερης φάσης πάλεψαν ενάντια στον βιολογικό καθορισμό της ταυτότητας, διαχωρίζοντας πλήρως το βιολογικό φύλο από τη σεξουαλική ταυτότητα. Έτσι, το βάρος έπεσε στην πολλαπλότητα της ανθρώπινης επιθυμίας, που είναι καταστατικά συνδεδεμένη με την επιθυμία για απελευθέρωση από όλα τα δεσμά και όλους τους περιορισμούς.
     
    rea.., Afsana and angel42 like this.