Επιστημονική Φαντασία και Έρωτας

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Photographer, στις 24 Φεβρουαρίου 2006.

Tags:
  1. Photographer

    Photographer New Member

    Η Επιστημονική Φαντασία έχει ασχοληθεί με όλες τις πλευρές του ανθρώπινου ψυχισμού.
    Ο Έρωτας φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει.
    Πολλοί πιστεύουν ότι τα θέματα της περιστρέφονται γύρω απο το "τι θα μπορούσε να συμβεί αν υπήρχε η τάδε τεχνολογία που να επέτρεπε το τάδε" ή "πως θα εξελισσόταν ο κόσμος αν υσχύαν οι τάδε φυσικοί νόμοι" αλλά σίγουρα ασχολείται και με τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών της και τους τρόπους με τους οποίους βιώνουν αυτά τα γεγονότα.

    Ας φανταστούμε λοιπόν τους εαυτούς μας στον κόσμο του Ρόμπερτ Σίλβερμπεργκ ο οποίος στους "Επιβάτες" μας περιγράφει οτι η ελευθερία μας να ελέγχουμε το σώμα μας χάνεται, όταν αυτό καταλαμβάνεται απο τους "Επιβάτες" για κάποιες ώρες ή ακόμα και μέρες.
    Πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το σώμα μας σαν όχημα για σαρκικές η άλλες απολαύσεις;
    Η ακόμα τι θα κάναμε εμείς με το σώμα κάποιου ή κάποιας αν μπορούσαμε να το καταλάβουμε;
    Τι συναισθήματα θα μπορούσαν να υποβάλλουν στο ανθρώπινο μυαλό μας τα μικρά κομμάτια των αναμνήσεων που θα απέμεναν απο μια τέτοια κατάληψη;

    Διαβάστε την μικρή αυτή ιστορία και ας το συζητήσουμε περαιτέρω.
    Η ημερομηνία στην οποία εξελίσεται παρόλο που έχει περάσει, παραπέμπει σε κάποιο κοντινό μέλλον καθώς έχει γραφτεί δεκαετίες πρίν.
     
  2. Photographer

    Photographer New Member

    Ρόμπερτ Σιλβερμπεργ "Επιβάτες"

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΙΛΒΕΡΜΠΕΡΓΚ, Ε Π Ι Β Α Τ Ε Σ

    Μονάχα θραύσματα απ' το εγώ μου παρέμειναν. Μεγάλα κομμάτια μνήμης
    ξεκόλλησαν και κύλησαν μακριά μου σαν χιονοστιβάδες. Πάντα έτσι συμβαίνει
    όταν ένας Επιβάτης μας εγκαταλείπει. Ποτέ δεν είμαστε σίγουροι τι έπραξαν
    τα κορμιά μας όσο βρισκόταν μέσα μας. Μονάχα κάποια αδιόρατα ίχνη του
    μένουν, που σβήνουν όμως κι αυτά με τον καιρό.
    Σαν την άμμο που κολλάει σε μια μπουκάλα που ξεβράζει το κύμα.
    Σαν τους συνεχιζόμενους σπασμούς σ' ένα ακρωτηριασμένο πόδι. Σηκώνομαι.
    Προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Τα μαλλιά μου είναι ανακατεμένα, χτενίζομαι.
    Το πρόσωπό μου είναι τσακισμένο απ΄ το σύντομο ύπνο.
    Νιώθω μια ξινίλα στο στόμα. Μήπως ο Επιβάτης μου έφαγε με το στόμα μου σκατά;
    Τα κάνουν κάτι τέτοια. Κάνουν τα πάντα.

    Είναι πρωί. Ένα γκρίζο, άχαρο πρωινό.
    Στέκομαι λίγο στο παράθυρο και κοιτάζω έξω. Ανατριχιάζω.
    Κλείνω το παράθυρο και βλέπω το εξίσου γκρίζο κι άχαρο ξύλο των περσίδων.
    Το δωμάτιό μου φαίνεται ακατάστατο. Έφερα γυναίκα μήπως;
    Οι τσιγαροθήκες είναι γεμάτες στάχτη. Ψάχνω για αποτσίγαρα.
    Βρίσκω κάμποσα με κραγιόν στην άκρη τους. Ναι, έφερα γυναίκα.

    Αγγίζω τα σεντόνια. Ακόμα ζεστά, απ' τη θέρμη μοιρασμένης ηδονής.
    Και τα μαξιλάρια βουλιαγμένα. Η γυναίκα έχει φύγει όμως. Το ίδιο και ο Επιβάτης. Είμαι μόνος. Πόσο κράτησε αυτή τη φορά;

    Σηκώνω το ακουστικό και καλώ το Κέντρο. "Τι μέρα έχουμε;"
    Η γλυκιά γυναικεία φωνή του κομπιούτερ απαντά, "Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 1987".
    "Ώρα;"
    "Εννιά και πενήντα ένα πρώτα λεπτά, ώρα Ανατολικών Πολιτειών".
    "Πρόγνωση καιρού;"
    "Η θερμοκρασία προβλέπεται να κυμανθεί σήμερα από τριάντα έως τριάντα οχτώ βαθμούς. Τρέχουσα θερμοκρασία, τριάντα ένας βαθμοί.
    Άνεμοι βόρειοι, δεκάξι μίλια την ώρα. Μικρές πιθανότητες βροχής".
    "Τι συνιστάται για μετά την αποχώρηση Επιβάτη;"
    "Από τροφή ή φάρμακα;"
    "Ο, τι θέλεις" είπα.

    Ο κομπιούτερ έκλεινε για μια στιγμή στο πρώτο. Κατόπιν αποφάσισε και τροφή
    και φάρμακα. Η κουζίνα μου τέθηκε αυτομάτως σε λειτουργία. Οι κάνουλες έχυσαν κρύο ντοματόζουμο. Αβγά άρχισαν να τηγανίζονται. Απ' τη φαρμακοθυρίδα έτρεξε ένα κοκκινωπό υγρό. Ο Κεντρικός Κομπιούτερ είναι πάντα σε εγρήγορση.
    Αναρωτιέμαι αν τον κατέλαβαν ποτέ οι Επιβάτες.
    Τι συγκινήσεις άραγε μπορούσε να τους προσφέρει; Σίγουρα όμως πρέπει να είναι πολύ πιο συναρπαστικό να δανειστείς τα εκατομμύρια εγκεφάλων του Κεντρικού Κομπιούτερ, παρά να ζήσεις για λίγο μέσα σε μια γεμάτη ψεγάδια, μίζερη και διαβρωμένη ψυχή ενός ανθρώπινου όντος.

    4 Δεκεμβρίου είχε πει. Παρασκευή. Οπότε ο Επιβάτης μου είχε με είχε κρατήσει τρεις ολόκληρες νύχτες. Ήπια το κοκκινωπό παρασκεύασμα και βάλθηκα να εξετάζω προσεχτικά τις αναμνήσεις μου, όπως εξετάζει κανείς μια πυώδη πληγή.

    Θυμάμαι. Τρίτη πρωί. Όλα πάνε στραβά στη δουλειά. Κανένας πίνακας δεν πρόκειται να βγει σωστά. Ο τμηματάρχης μας είναι νευρικός. Οι Επιβάτες τον
    κατέλαβαν τρεις φορές μέσα σε πέντε βδομάδες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να
    μη λειτουργεί τίποτα καλά στο τμήμα κι ο ίδιος να κινδυνεύει έτσι, να χάσει το Χριστουγεννιάτικο επίδομα. Παρ' όλο που δε συνηθίζεται να τιμωρείται κάποιος για λάθη οφειλόμενα σε Επιβάτες, όπως υποστηρίζουν οι κανονισμοί, ο τμηματάρχης δείχνει να φοβάται ότι θα αδικηθεί. Περνάμε δύσκολες μέρες. Διορθώνω τους πίνακες, προσαρμόζω το πρόγραμμα, τσεκάρω τα δεδομένα πάνω από δέκα φορές.

    Τελικά βγαίνουν: λεπτομερείς προβλέψεις περί της διακυμάνσεως των τιμών των υπηρεσιών κοινής ωφελείας για το διάστημα Φεβρουαρίου-Απριλίου 1988.
    Το απόγευμα θα συναντηθούμε και θα μελετήσουμε τα αποτελέσματα των πινάκων.

    Δε θυμάμαι τίποτα για το απόγευμα της Τρίτης.
    Τότε πρέπει να με κατέλαβαν οι Επιβάτες. Ίσως στο γραφείο, ίσως στη μεγάλη αίθουσα συμβουλίων κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
    Αναψοκοκκινισμένα, ανήσυχα πρόσωπα γύρω μου, βήχω, γέρνω, πέφτω απ' την καρέκλα μου. Κουνούν λυπημένοι τα κεφάλια τους. Κανείς δε με πλησιάζει.
    Κανείς δε με σταματά. Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο να έρθεις σε επαφή με κάποιον που τον έχει καταλάβει Επιβάτης. Υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες ένας δεύτερος Επιβάτης να παραμονεύει δίπλα και να ψάχνει σώμα να μπει.
    Έτσι με αποφεύγουν όλοι. Φεύγω απ' το κτίριο. Και μετά, τι;

    Καθισμένος στο δωμάτιό μου ένα κρύο πρωινό Παρασκευής, τρώω αβγά χτυπητά και προσπαθώ να ανασυνθέσω στη μνήμη μου όσα συνέβησαν τις τρεις τελευταίες νύχτες.
    Είναι αδύνατο βέβαια. Η συνείδηση λειτουργεί θαυμάσια κατά τη διάρκεια της κατοχής, αλλά μόλις αποσυρθεί ο Επιβάτης κάθε ανάμνηση χάνεται.
    Απομένει μονάχα κάτι αχνό, θολό σαν φιλμ που δέχτηκε φως, μια ελαφριά σκιά στη μνήμη. Παρ' όλο που κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί μετά με λεπτομέρειες την εμπειρία του, ωστόσο κάτι έχει αλλάξει μέσα του. Προσπαθώ να θυμηθώ.

    Μια κοπέλα; Ναι: αποτσίγαρα με κραγιόν. Σεξ μετά εδώ, στο δωμάτιό μου.
    Νέα; Γριά; Ξανθιά; Μελαχρινή; Τα πάντα είναι θολά.
    Πώς συμπεριφέρθηκε το κατεχόμενο κορμί μου; Υπήρξα καλός εραστής;
    Πάντα τα καταφέρνω, όταν βέβαια είμαι ο εαυτός μου. Κρατιέμαι σε καλή φόρμα.
    Στα τριάντα οχτώ μου μπορώ να παίξω άνετα τρεις συνεχόμενες παρτίδες τένις στο κατακαλόκαιρο χωρίς να καταρρεύσω. Μπορώ να κάνω μια γυναίκα ν' ανάψει,
    όπως πρέπει να ανάβουν οι γυναίκες.
    Δεν καυχιέμαι, απλώς γνωρίζω τις δυνατότητές μου.
    Άλλοι έχουν διαφορετικές ικανότητες. Οι δικές μου είναι αυτές.
    Όμως οι Επιβάτες, όπως μου έχουν πει, αρέσκονται να μας εξευτελίζουν υπονομεύοντας τα προσόντα μας. Μήπως λοιπόν αυτός που μπήκε μέσα μου με έκανε ρεζίλι, βρίσκοντάς μου μια γυναίκα και αναγκάζοντάς με να αποτύχω επανειλημμένα μαζί της;

    Ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω. Το μυαλό μου ξεθολώνει. Το φάρμακο που μου πρότεινε ο κομπιούτερ επιδρά ταχύτατα.
    Τρώω, ξυρίζομαι, στέκομαι κάτω απ' το δονητή μέχρι να καθαρίσει το δέρμα μου. Κάνω τις ασκήσεις μου.
    Άραγε ο Επιβάτης γύμνασε το σώμα μου το πρωί της Τετάρτης και της Πέμπτης; Μάλλον όχι. Πρέπει να φροντίσω γι' αυτό. Κοντεύω τα σαράντα πια.
    Όση φρεσκάδα χάνεται δεν ξανακερδίζεται εύκολα. Κάνω είκοσι επικύψεις.
    Ξαπλώνω στο πάτωμα και σηκώνω τα πόδια μου στον αέρα. Συνεχίζω με κάμψεις.
    Το σώμα μου ανταποκρίνεται, παρ' όλο που δεν φροντίστηκε δυο μέρες.
    Το μυαλό μου, για πρώτη φορά απ' τη στιγμή που ξύπνησα, αρχίζει να δουλεύει καλά, νιώθω μια εσωτερική ευεξία, διαπιστώνω ότι παραμένω δυνατός.

    Το επόμενο που μου χρειάζεται είναι καθαρός αέρας. Ντύνομαι γρήγορα και φεύγω. Δεν είναι ανάγκη να πάω στη δουλειά σήμερα. Ξέρουν ότι απ' το απόγευμα της Τρίτης είμαι κατεχόμενος και δεν υπάρχει λόγος να τους ενημερώσω ότι ξημερώματα Παρασκευής ο Επιβάτης με εγκατέλειψε. Προσφέρω ένα ρεπό στον εαυτό μου.
    Θα περπατήσω στους δρόμους της πόλης για να ξεμουδιάσουν τα μέλη μου και να συνέλθει το κορμί μου απ' όσα υπέφερε τρεις νύχτες. Μπαίνω στο ασανσέρ. Κατεβαίνω πενήντα πατώματα. Ισόγειο. Βγαίνω σ' ένα ζοφερό Δεκέμβρη.
    Οι πύργοι της Νέας Υόρκης υψώνονται γύρω μου.
    Στο δρόμο τα αυτοκίνητα προχωρούν αγκομαχώντας.
    Οι οδηγοί κάθονται νευρικοί στο τιμόνι τους.
    Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πότε ο οδηγός του διπλανού αυτοκινήτου θα δανείσει το κορμί του στους Επιβάτες, κι άπαξ και αναλάβει ο Επιβάτης πάντα υπάρχει μια στιγμή αποσυντονισμού στη συμπεριφορά σου. Πολλοί έχασαν μ' αυτόν τον τρόπο τη ζωή τους στους αυτοκινητόδρομους, όμως οι Επιβάτες δεν πεθαίνουν ποτέ.

    Συνεχίζω να περπατώ άσκοπα. Διασχίζω την 14η Οδό και κατευθύνομαι βόρεια ακούγοντας το μαλακό βόμβο των ηλεκτρικών μηχανών. Βλέπω ένα αγόρι να χοροπηδάει μες στη μέση του δρόμου. Καταλαβαίνω ότι είναι κατεχόμενος.
    Στη διασταύρωση της 5ης με την 22η Οδό πλησιάζει ένας, απ' ότι φαίνεται εύπορος, κοιλαράς. Η γραβάτα του είναι τραβηγμένη λοξά, απ' την τσέπη του παλτού του ξεπροβάλει η Εφημερίδα της Γουώλ Στρητ. Χαχανίζει. Βγάζει έξω τη γλώσσα του. Κατεχόμενος, σκέφτομαι, κατεχόμενος. Τον αποφεύγω.

    Στρίβω απότομα και κατεβαίνω στην υπόγεια διάβαση που οδηγεί απ' την 34η Οδό στο Κουήνς. Σταματώ για μια στιγμή και παρατηρώ δυο κοπέλες που τσακώνονται μπροστά στα κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου. Η μια είναι Νέγρα.
    Το βλέμμα της τρομαγμένο.
    Η άλλη τη σπρώχνει προς το δρόμο που τρέχουν αυτοκίνητα. Φως φανάρι, κατεχόμενη. Όμως οι Επιβάτες δε δολοφονούν, μονάχα να αστειεύονται θέλουν.
    Η Νέγρα της ξεφεύγει και σωριάζεται τρέμοντας στο πλακόστρωτο.
    Κατόπιν σηκώνεται και το βάζει στα πόδια. Η άλλη πιάνει τη μακριά ξανθιά κοτσίδα της και τη βάζει στο στόμα. Τη δαγκώνει. Φαίνεται να ξυπνάει.
    Κοιτάζει γύρω της ζαλισμένη. Τραβώ το βλέμμα μου από πάνω της. Δεν είναι σωστό να βλέπεις έναν συνάνθρωπό σου που υπέφερε να ξυπνάει. Η ηθική του κατεχόμενου.
    Αποκτήσαμε καινούρια φυλετικά ήθη τούτες τις σκοτεινές μέρες.
    Απομακρύνομαι βιαστικά.
    Πού πηγαίνω λοιπόν; Ήδη έχω περπατήσει πάνω από ένα μίλι.
    Δείχνω να κατευθύνομαι σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος, λες κι ο Επιβάτης μου με κατέχει ακόμα και με σπρώχνει να βιαστώ. Όμως ξέρω ότι δε συμβαίνει κάτι τέτοιο.
    Για την ώρα, τουλάχιστον, είμαι ελεύθερος. Μπορώ όμως να είμαι σίγουρος;
    Το cogito ergo sum δεν ισχύει πια. Ακόμα και κατεχόμενοι συνεχίζουμε
    να σκεφτόμαστε. Ζούμε σε μια κατάσταση καρτερικής απελπισίας, ανίκανοι να σταματήσουμε τις πράξεις μας, αδιάφορο πόσο φριχτές, πόσο αυτοκαταστροφικές είναι. Είμαι βέβαιος ότι μπορώ να διακρίνω πότε είμαι κατεχόμενος και πότε ελεύθερος. Ίσως να κάνω λάθος όμως. Ίσως κουβαλάω μέσα μου έναν εξαιρετικά διαβολικό Επιβάτη που, αντί να με εγκαταλείψει, χώθηκε σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου, αφήνοντας με στην αυταπάτη της ελευθερίας, ενώ όλη αυτή την ώρα με σπρώχνει κρυφά προς κάποιο δικό του σκοπό.

    Έχουμε άραγε ποτέ τίποτα περισσότερο από αυτό: την αυταπάτη της ελευθερίας;
    Κι είναι φοβερά ανησυχητική η σκέψη ότι μπορεί να είμαι κατεχόμενος χωρίς να το αντιλαμβάνομαι. Έχω ιδρώσει, όχι μονάχα απ' την έξαψη της πεζοπορίας.
    Σταμάτα. Σταμάτα εδώ. Γιατί να συνεχίσεις; Βρίσκεσαι στην 42η οδό. Μπροστά σου η βιβλιοθήκη. Τίποτα δε σε αναγκάζει να συνεχίσεις. Στάσου για λίγο, λέω στον εαυτό μου. Ξεκουράσου στα σκαλοπάτια της βιβλιοθήκης.

    Κάθομαι στην κρύα πέτρα και λέω στον εαυτό μου ότι το αποφάσισα μόνος μου. Είναι αλήθεια όμως; Ξανά το παλιό πρόβλημα: η ελεύθερη βούληση εναντίον του ντετερμινισμού, για να το πούμε με φιλοσοφικούς όρους. Αλλά ο ντετερμινισμός δεν είναι πια αφηρημένη φιλοσοφικής διατύπωση, είναι κάτι ξένο και κρύο που γλιστράει σαν αναρριχητικό μες απ' της κρανιακές ραφές.
    Οι επιβάτες έφτασαν πριν τρία χρόνια. Από τότε με κατέλαβαν πέντε φορές.
    Ο κόσμος μας είναι πολύ διαφορετικός τώρα. Αλλά καταφέραμε να προσαρμοστούμε ακόμα και σ' αυτό. Προσαρμοστήκαμε. Αποκτήσαμε νέα ήθη. Η ζωή συνεχίζεται.
    Οι κυβερνήσεις κυβερνούν, τα κοινοβούλια νομοθετούν, το εμπόριο διεξάγεται κανονικά, ανακαλύψαμε μεθόδους να αντιμετωπίζουμε αυτή τη συμφορά.
    Είναι ο μόνος τρόπος. Τι άλλο να κάνουμε; Να σκύψουμε και να πεθάνουμε; Πρόκειται για εχθρό που δεν μπορούμε να τον πολεμήσουμε.
    Το μόνο που μας μένει είναι να υπομένουμε. Και υπομένουμε. Αντέχουμε.
    Τα πέτρινα σκαλοπάτια είναι κρύα. Το Δεκέμβρη λίγοι άνθρωποι κάθονται εδώ.
    Λέω ξανά στον εαυτό μου ότι εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, αποφάσισα αυτόν τον περίπατο, ότι εγώ ο ίδιος πήρα την απόφαση να σταματήσω εδώ, ότι κανένας Επιβάτης δεν κατέχει το μυαλό μου τώρα. Ίσως. Ίσως.
    Δεν καταφέρνω να πειστώ ότι είμαι ελεύθερος.
    Μήπως, αναρωτιέμαι, ο Επιβάτης άφησε κάποια εντολή φεύγοντας;
    Να περπατήσω, να σταματήσω εδώ; Καθόλου απίθανο.
    Κοιτάζω γύρω μου τους άλλους που κάθονται στα σκαλοπάτια.
    Ένας γέρος με απλανές βλέμμα διαβάζει εφημερίδα. Ένα αγόρι, κάπου δεκατριών ετών, σκαλίζει τη μύτη του. Μια χοντρή. Είναι όλοι τους κατεχόμενοι άραγε;
    Οι Επιβάτες, φαίνεται, με γυροφέρνουν σήμερα. Όσο περισσότερο κοιτάζω τους κατεχόμενους, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι είμαι, για την ώρα, ελεύθερος.
    Την τελευταία φορά έμεινα ελεύθερος τρεις ολόκληρους μήνες.
    Λένε ότι μερικοί σπάνια ελευθερώνονται. Τα σώματά τους είναι περιζήτητα, γνωρίζουν μονάχα διάσπαρτα διαστήματα ελευθερίας, μια μέρα εδώ, μια βδομάδα εκεί, μια ώρα.
    Ποτέ δεν καταφέραμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των Επιβατών που λυμαίνονται τον κόσμο μας. Εκατομμύρια ίσως. Ίσως πέντε μονάχα. Ποιος ξέρει;

    Νιφάδες χιονιού αρχίζουν να πέφτουν απ' το γκρίζο ουρανό. Το Κέντρο είχε προβλέψει μικρή πιθανότητα βροχής. Μήπως το κατέχουν κι αυτό σήμερα;
    Βλέπω την κοπέλα. Κάθεται ακριβώς διαγώνια απέναντί μου, πέντε σκαλοπάτια ψηλότερα και καμιά τριανταριά μέτρα μακριά μου. Έχει τραβήξει τη μαύρη φούστα της πάνω απ' τα γόνατα και φαίνονται οι πανέμορφες γάμπες της. Είναι νέα.
    Τα μακριά μαλλιά της ξανθοκόκκινα, τα μάτια της χλομά, απ' αυτή την απόσταση δεν
    μπορώ να διακρίνω το χρώμα τους. Είναι ντυμένη απλά. Δε φαίνεται να 'χει περάσει τα τριάντα. Φοράει ένα βαθυπράσινο πανωφόρι και τα χείλια της είναι βαμμένα με κόκκινο κραγιόν. Η μύτη της είναι μικρή κι ελαφρά ανασηκωμένη, τα φρύδια της βγαλμένα προσεχτικά. Την ξέρω.
    Πέρασα τις τρεις τελευταίες νύχτες μαζί της, στο δωμάτιό μου. Αυτή είναι. Κατεχόμενη ήρθε σε μένα κι εγώ, κατεχόμενος, κοιμήθηκα μαζί της. Είμαι σίγουρος. Το πέπλο της μνήμης μου πέφτει, βλέπω το λεπτό κορμί της γυμνό στο κρεβάτι μου.
    Πώς γίνεται και θυμάμαι;

    Δεν πρόκειται για όνειρο. Η ανάμνηση είναι πολύ δυνατή. Είναι φανερό, πρόκειται για κάτι που μου *επιτρέπεται* να θυμηθώ, για λόγους που δεν μπορώ να καταλάβω. Και θυμάμαι και άλλα. Θυμάμαι την τρυφερή ηδονισμένη ανάσα της, το κορμί της να σπαρταράει κάτω απ' το δικό μου. Ξέρω τώρα ότι το σώμα μου δε με πρόδωσε εκείνες τις τρεις νύχτες, δεν την απογοήτευσα.
    Κι υπάρχουν κι άλλα. Η ανάμνηση μια γλυκιάς μελωδίας, η νεανική οσμή των μαλλιών της, το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα του χειμώνα. Κατά κάποιον τρόπο με φέρνει πίσω, στην εποχή της αθωότητας, τότε που ήμουν παιδί και τα κορίτσια άλυτο μυστήριο για μένα, στην εποχή των πάρτι και των χορών με τις κρυφές εξάψεις και τα μυστικά. Πηγαίνω προς το μέρος της τώρα.

    Βέβαια υπάρχουν κάποιοι κανόνες για τέτοιες καταστάσεις. Θεωρείται ανήθικο να πλησιάσεις κάποια που έκανες έρωτα μαζί της ενόσω ήσασταν κατεχόμενοι.
    Μια τέτοια επαφή δεν παρέχει κανένα δικαίωμα, οι ξένοι παραμένουν ξένοι, άσχετα αν εσύ κι αυτή είπατε και κάνατε διάφορα κατά τη διάρκεια μιας αθέλητης συνεύρεσης. Εν τούτοις πηγαίνω προς το μέρος της.
    Γιατί παραβιάζω το ταμπού; Γιατί αυτή η άξεστη παράβαση των κανόνων;
    Πρώτη φορά μου συμβαίνει. Πάντοτε συγκρατιόμουν.

    Όμως σηκώνομαι και προχωρώ κατά μήκος του σκαλοπατιού που καθόμουν, μέχρι που βρίσκομαι ακριβώς από κάτω της. Την κοιτάζω. Αυτομάτως κλείνει τα πόδια και κατεβάζει τη φούστα της, σαν να αντιλήφθηκε ότι η στάση της δεν ήταν η πρέπουσα. Καταλαβαίνω από τούτη την κίνηση ότι δεν είναι κατεχόμενη.
    Τα μάτια μου καρφώνονται στα δικά της. Διακρίνω το χρώμα τους: πράσινο βαθύ. Είναι όμορφη. Ψάχνω στη μνήμη μου για περισσότερες λεπτομέρειες απ' τις παθιασμένες νύχτες μας. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια μέχρι που βρίσκομαι δίπλα της.

    "Γεια", της λέω.
    Με κοιτάζει ουδέτερα. Δε φαίνεται να με αναγνωρίζει. Τα μάτια της είναι θολά, σαν τα μάτια κάποιου που μόλις πριν από λίγο τον άφησαν οι Επιβάτες.
    Σφίγγει τα χείλη της. Με κοιτάζει ερευνητικά.
    "Γεια", απαντάει ψυχρά. "Δε νομίζω να σε ξέρω".
    "Όχι. Δε με ξέρεις. Αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτή ακριβώς τη στιγμή δε θέλεις να μείνεις μόνη. Δεν ξέρω γιατί". Προσπαθώ να την πείσω με το βλέμμα μου ότι τα κίνητρά μου δεν είναι ανήθικα. "Χιονίζει", λέω.
    "Μπορούμε να πάμε κάπου να ζεσταθούμε. Θα' θελα να μιλήσουμε".
    "Για τι πράγμα;"
    "Πάμε κάπου και θα σου πω. Με λένε Τσαρλς Ροθ".
    "Έλεν Μάρτιν". Σηκώνεται όρθια. Εξακολουθεί να παραμένει ψυχρά ουδέτερη, με υποπτεύεται, είναι ολοφάνερο. Όμως τελικά δέχεται να' ρθει μαζί μου.
    Καλό σημάδι.
    "Μήπως είναι νωρίς για ποτό;" ρωτάω.
    "Δεν ξέρω. Τι ώρα είναι;"
    "Κοντεύει μεσημέρι".
    "Τότε πάμε", λέει. Χαμογελάμε κι οι δύο.

    Μπαίνουμε σ' ένα μπαρ, λίγο πιο κάτω. Καθόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον, στο σκοτάδι. Πίνουμε τα κοκτέιλ μας, ντακουίρι εκείνη, εγώ μπλάντι μέρι.
    Χαλαρώνει λίγο. Αναρωτιέμαι τι ζητάω εδώ μαζί της.
    Την ευχαρίστηση της παρέας, ίσως. Κι η παρέα της στο κρεβάτι;
    Την έχω δοκιμάσει ήδη, εδώ και τρεις νύχτες, όσο κι αν εκείνη το αγνοεί.
    Ζητάω κάτι παραπάνω. Κάτι περισσότερο. Τι; Τα μάτια της είναι κατακόκκινα.
    Κοιμήθηκε πολύ λίγο τις τρεις τελευταίες νύχτες.
    "Ήταν πολύ δυσάρεστος;" ρωτάω.
    "Ποιος;"
    "Ο Επιβάτης".
    Σκυθρώπιασε. "Πώς το ξέρεις ότι ήμουν κατεχόμενη;"
    "Το ξέρω".
    "Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να μιλάμε για τέτοια πράγματα".
    "Εγώ δεν έχω προκαταλήψεις", της λέω. "Ο Επιβάτης μου με εγκατέλειψε σήμερα τα ξημερώματα. Με κατείχε απ' την Τρίτη το απόγευμα".
    "Ο δικός μου έφυγε δυο ώρες πριν, νομίζω". Τα μάγουλά της κοκκινίζουν.
    Για πρώτη φορά, φαίνεται, μιλάει έτσι τολμηρά.
    "Με κατείχε απ' τη νύχτα της Δευτέρας. Ήταν η πέμπτη φορά".
    "Κι εμένα".

    Πίνουμε αργά τα ποτά μας. Καταλαβαινόμαστε χωρίς να έχουμε ανάγκη τις λέξεις. Οι πρόσφατες εμπειρίες μας με τους Επιβάτες μας φέρνουν πιο κοντά, αν και η Έλεν δε δείχνει ν' αντιλαμβάνεται πόσο στενή υπήρξε η επαφή μας. Συζητάμε.
    Μου λέει ότι είναι διακοσμήτρια βιτρινών. Μένει σ' ένα μικρό διαμέρισμα λίγα στενά πιο κάτω. Ζει μόνη. Με ρωτάει τι δουλειά κάνω.
    "Αναλυτής τιμών", απαντώ. Χαμογελά. Φαίνονται τ' αψεγάδιαστα δόντια της.
    Παραγγέλνουμε άλλα δυο κοκτέιλ. Είμαι σίγουρος τώρα ότι είναι η κοπέλα που κοιμήθηκα μαζί της τις νύχτες που ήμουν κατεχόμενος.
    Ένας σπόρος ελπίδας ανθίζει μέσα μου. Ευτυχής συγκυρία που ξανασμίξαμε τόσο γρήγορα.
    Ευτυχής συγκυρία που κάποιο υπόλειμμα του ονείρου ξέμεινε στο μυαλό μου.
    Μοιραστήκαμε κάτι, ποιος ξέρει τι, όμως πρέπει να ήταν πολύ όμορφο αφού η εντύπωση του παραμένει ακόμα ζωηρή στη σκέψη μου. Αυτό που θέλω τώρα είναι να την πλησιάσω συνειδητά, γνωρίζοντας πια, κύριος του εαυτού μου, να ανανεώσω τη σχέση μας κάνοντάς την πιο αληθινή αυτή τη φορά. Δεν είναι σωστό βέβαια, αφού καταχρώμαι ενός δικαιώματος που δεν είναι δικό μου, που το απέκτησα ενόσω ήμουν έρμαιο στις ορέξεις του Επιβάτη μου. Ωστόσο την έχω ανάγκη. Τη θέλω.
    Δείχνει κι εκείνη να με χρειάζεται, παρ' όλο που δεν ξέρει ποίος είμαι.
    Όμως ο φόβος τη συγκρατεί.
    Κι αυτός ο φόβος της με τρομάζει, έτσι που δεν προσπαθώ να προχωρήσω γρήγορα. Ίσως με καλέσει στο σπίτι της, ίσως όχι. Δεν της το ζητώ, όμως.
    Τελειώνουμε τα ποτά μας.
    Κανονίζουμε να συναντηθούμε αύριο πάλι, στα σκαλιά της βιβλιοθήκης.
    Το χέρι μου για μια στιγμή χαϊδεύει το δικό της. Μετά φεύγει.


    Τη νύχτα έχω ήδη γεμίσει τρία τασάκια μα αποτσίγαρα. Ξανά και ξανά αναρωτιέμαι αν είναι σωστό αυτό που κάνω. Γιατί να μην την αφήσω ήσυχη;
    Δεν έχω δικαίωμα να την ακολουθήσω. Στην κατάσταση που βρίσκεται ο κόσμος μας είναι σοφότερο να μένουμε μόνοι.
    Κι ωστόσο -υπάρχει εκείνη η μαχαιρά στην καρδιά μου όταν θυμάμαι πώς πέρασα μαζί της. Συλλογίζομαι τα χαμένα χρόνια της εφηβείας, τα κοριτσίστικα γέλια στους διαδρόμους, τα κλεφτά φιλιά πίσω απ' τις πόρτες, το τσάι και τα γλυκά στα πάρτι. Θυμάμαι το κορίτσι με την ορχιδέα στα μαλλιά της, την άλλη με το πολύχρωμο φόρεμα, εκείνη με το παιδικό πρόσωπο και το γυναικείο βλέμμα, όλες μακριά, όλες χαμένες, παρελθόν. Αυτήν εδώ δε θα τη χάσω, λέω στον εαυτό μου, δε θα επιτρέψω να την πάρουν απ' τα χέρια μου.

    Έρχεται το πρωί, ένα ήρεμο Σαββατιάτικο πρωινό. Ξεκινώ για τη βιβλιοθήκη.
    Δεν περιμένω να έρθει. Όμως τη βρίσκω εκεί. Κάθεται στα σκαλιά και περιμένει.
    Τη βλέπω και νιώθω σαν κατάδικος που αναστέλλεται η εκτέλεση της ποινής του. Φαίνεται νευρική, ανήσυχη, είναι φανερό, σκέφτηκε πολύ τη νύχτα, κοιμήθηκε λίγο. Κατεβαίνουμε μαζί την 5η Λεωφόρο. Περπατάει δίπλα μου αλλά δε με πιάνει απ' το χέρι. Τα βήματά της είναι απότομα, νευρικά.
    Θέλω να της προτείνω να πάμε στο διαμέρισμά της, αντί για το μπαρ.
    τις μέρες μας πρέπει να ενεργούμε γρήγορα, όσο καιρό είμαστε ελεύθεροι.
    Όμως ξέρω ότι είναι λάθος μια τέτοια τακτική. Η βιασύνη μπορεί να αποβεί μοιραία. Πιθανόν να κέρδιζα μια νίκη, αλλά μέσα της θα έκλεινε την ήττα.

    Η διάθεσή της μετά βίας δείχνει ευνοϊκή. Την κοιτάζω στα μάτια.
    Σηκώνει το βλέμμα της στο γκρίζο ουρανό.
    "Τους νιώθω συνεχώς να με παρακολουθούν", λέει. "Πετάνε πάνω απ' το κεφάλι μου σαν γύπες, και περιμένουν, περιμένουν. Έτοιμοι να χιμήξουν".
    "Υπάρχει ένας τρόπος να τους πολεμήσουμε. Αρκεί να αρπαχτούμε απ' όσα κομμάτια ζωής μας μένουν, όταν δεν μας κοιτάζουν".
    "Πάντοτε μας κοιτάζουν".
    "Όχι", της λέω. "Δεν μπορεί να είναι τόσο πολλοί για να μας κοιτάζουν όλους συνεχώς. Υπάρχουν στιγμές που δε μας προσέχουν. Και τότε δυο άνθρωποι μπορούν να βρεθούν μαζί και να μοιραστούν τη ζεστασιά τους".
    "Ποιος ο λόγος;"
    "Είσαι πολύ απαισιόδοξη, Έλεν. Μπορεί να μας αφήσουν ήσυχους για πολύ καιρό. Υπάρχει τρόπος, σου λέω. Υπάρχει".

    Όμως δεν μπορώ να σπάσω το κέλυφος του φόβου της. Η γειτνίαση των Επιβατών την παραλύει. Διστάζει να ξεκινήσει κάτι, φοβάται την εκδίκηση των βασανιστών μας. Φτάνουμε στην πολυκατοικία της. Ελπίζω ότι τελικά θα υποχωρήσει και θα με καλέσει. Για μια στιγμή ταλαντεύεται, αλλά μονάχα για μια στιγμή: σφίγγει το χέρι μου στα δικά της και χαμογελάει. Αμέσως όμως το χαμόγελο ξεθωριάζει.
    Κι εκείνη φεύγει, εξαφανίζεται, αφήνοντάς μου μονάχα τα λόγια της:
    "Αύριο ξανά στη βιβλιοθήκη. Το μεσημέρι".
    Μες στο κρύο παίρνω το δρόμο της επιστροφής μονάχος.
    Κατάφερε να μου μεταδώσει την απαισιοδοξία της. Φαίνεται μάταια η προσπάθεια να σωθούμε. Κι ακόμα περισσότερο: ντροπή να τρέχω από πίσω της, ανήθικο να της προσφέρω ένα έρωτα γεμάτο προβλήματα, όταν δεν είμαι ελεύθερος.
    Σε έναν τέτοιο κόσμο, λέω στον εαυτό μου, το καλύτερο είναι να μένουμε μακριά απ' τους άλλους, έτσι που να μην υπάρχει φόβος να τους βλάψουμε όταν είμαστε κατεχόμενοι κι αιχμάλωτοι των Επιβατών. Δε θα πάω στο ραντεβού αύριο.

    Είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω. Δεν έχω δουλειά να τραβιέμαι μαζί της.
    Τη φαντάζομαι στην βιβλιοθήκη ν' αναρωτιέται γιατί αργώ, να εκνευρίζεται, να χάνει την υπομονή της, και μετά να πλήττει.
    Σίγουρα θα θυμώσει μαζί μου αλλά σύντομα θα της περάσει, θα με ξεχάσει γρήγορα.
    Έρχεται η Δευτέρα. Επιστρέφω στο γραφείο. Φυσικά, κανείς δε σχολιάζει την απουσία μου. Είναι σαν να μην έλειψα καθόλου.
    Η αγορά είναι ανεβασμένη σήμερα, η δουλειά προκλητική.
    Περνάει αρκετά ή ώρα χωρίς να σκεφτώ την Έλεν.
    Ξαφνικά όμως έρχονται στο μυαλό μου οι μαύρες σκέψεις του Σαββατόβραδου.
    Γιατί δεχόμαστε τόσο παθητικά τη μοίρα; Γιατί παραδινόμαστε αμαχητί;
    Εγώ θέλω να παλέψω, τώρα!
    Να χαράξω τη δικιά μου ιδιαίτερη περιοχή, σε πείσμα των αλλόκοτων ξένων.
    Νιώθω βαθιά πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Ίσως οι Επιβάτες να μη μας ενοχλήσουν ξανά όταν είμαστε δυο. Κι εκείνο το φευγαλέο χαμόγελό της μπροστά στην πολυκατοικία της το Σάββατο, εκείνη η στιγμιαία λάμψη στα μάτια της, μπορεί πίσω απ' το τείχος του φόβου της να φωλιάζουν οι ίδιες ελπίδες.
    Ίσως να περιμένει από μένα το πρώτο βήμα.
    Κι εγώ ο βλάκας αντί να πάω στο ραντεβού, έκατσα σπίτι μου.

    Το μεσημέρι φεύγω απ' το γραφείο και πηγαίνω στη βιβλιοθήκη ξέροντας ότι ματαιοπονώ. Όμως είναι εκεί.
    Κόβει βόλτες στα σκαλοπάτια, ο άνεμος δέρνει τη λεπτή φιγούρα της. Την πλησιάζω.
    Για μια στιγμή με κοιτάζει αμίλητη. "Γεια", λέει τελικά.
    "Λυπάμαι για χθες".
    "Περίμενα πολύ ώρα".
    "Σηκώνω τους ώμους. "Αποφάσισα ότι δεν υπήρχε λόγος να ξανάρθω.
    Αλλά σήμερα άλλαξα πάλι γνώμη". Προσποιείται τη θυμωμένη.
    Ξέρω όμως ότι χαίρεται που με βλέπει, αλλιώς γιατί ξανάρθε σήμερα;
    Η χαρά της δεν κρύβεται. Ούτε κι η δική μου.
    Της δείχνω με το δάχτυλο το μπαρ στη γωνία.
    "Ένα ντακουίρ;" ρωτώ. "Για να με συγχωρέσεις".
    "Εντάξει".
    Σήμερα το μπαρ είναι γεμάτο. Τελικά βρίσκουμε ένα άδειο τραπέζι σε μια γωνιά. Τα μάτια της λάμπουν. Πρώτη φορά τη βλέπω έτσι.
    Αισθάνομαι ότι μια αλυσίδα που την έδενε έσπασε μέσα της.
    "Σήμερα, νομίζω, με φοβάσαι λιγότερο, Έλεν".
    "Ποτέ δε φοβήθηκα εσένα. Φοβάμαι αυτό που θα μπορούσε να μας συμβεί αν..."
    "Μη φοβάσαι", της λέω. "Μη φοβάσαι".
    "Προσπαθώ. Αλλά μερικές φορές μου φαίνεται ανώφελο.
    Από τότε που ήρθαν εκείνοι..."
    "Μπορούμε ακόμα να προσπαθήσουμε να ζήσουμε τη ζωή μας".
    "Ίσως".
    "Πρέπει. Ας κάνουμε μια συμφωνία, Έλεν. Όχι πια στενοχώριες.
    Όχι πια ανησυχία για ό,τι φοβερό μπορεί να μας συμβεί. Εντάξει;"
    Σιωπή. Μετά το κρύο χέρι της πάνω στο δικό μου. "Εντάξει".
    Τελειώνουμε τα ποτά μας, πληρώνω με την πιστωτική μου κάρτα και βγαίνουμε στο δρόμο. Λαχταράω να μου ζητήσει να μην πάω στο γραφείο το απόγευμα, να με καλέσει σπίτι της. Είναι αναπόφευκτο, τώρα θα μου το προτείνει, κι όσο συντομότερα τόσο το καλύτερο. Περπατάμε ένα τετράγωνο πιο κάτω. Δε λέει κουβέντα. Νιώθω τον αγώνα που γίνεταί μέσα της και περιμένω να φτάσει στην κορύφωσή του.
    Να πάρει την απόφαση χωρίς την παρέμβασή μου. Συνεχίζουμε να βαδίζουμε.
    Με κρατάει απ' το μπράτσο. Αρχίζει να μιλάει.
    Αλλά μονάχα για την δουλειά της, τον καιρό και διάφορες άλλες ανοησίες.
    Στην επόμενη γωνία στρίβει απότομα, γυρνάει πίσω, με παρασύρει μαζί της, μακριά απ' το διαμέρισμά της, πάλι προς το μπαρ. Προσπαθώ να κάνω υπομονή.
    Δεν υπάρχει λόγος να βιαστώ, λέω από μέσα μου.
    Το κορμί της δεν αποτελεί μυστικό για μένα.
    Η σχέση μας άρχισε ανάποδα, πρώτα απ' το σεξ.
    Θα χρειαστεί λοιπόν καιρός για να γυρίσουμε πίσω σ' αυτό που πρέπει να προϋπάρχει, στην κατάσταση που μερικοί άνθρωποι ονομάζουν αγάπη.

    Εκείνη βέβαια δεν ξέρει ότι γνωρίζω το κορμί της.
    Ο άνεμος φυσάει κι οι νιφάδες του χιονιού πέφτουν στα πρόσωπά μας.
    Το κρύο κέντρισμά τους ξυπνάει μέσα μου την τιμιότητα. Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Ήρθε η ώρα να της αποκαλύψω την αλήθεια.
    "Έλεν", λέω, "την περασμένη βδομάδα που ήμουν κατεχόμενος ήρθε
    μια κοπέλα στο διαμέρισμά μου".
    "Είναι ανάγκη να μιλάμε τώρα για τέτοια πράγματα;"
    "Πρέπει, Έλεν. Εκείνη η κοπέλα ήσουν εσύ". Σταματάει. Γυρίζει και με κοιτάζει. Άνθρωποι βαδίζουν βιαστικά στο δρόμο.
    Το πρόσωπό της χλομιάζει, κόκκινες κηλίδες πλημμυρίζουν τα μάγουλά της. "Αστειεύεσαι, Τσαρλς;"
    "Όχι. Ήσουν μαζί μου απ' την Τρίτη το βράδυ μέχρι τα χαράματα της Παρασκευής". "Πώς είναι δυνατόν να το ξέρεις;"
    "Το ξέρω. Το θυμάμαι καθαρά. Κάτι έμεινε, Έλεν.
    Ακόμα βλέπω μπροστά μου το γυμνό κορμί σου".
    "Σταμάτα, Τσαρλς".
    "Ήμασταν πολύ καλοί", συνεχίζω.
    "Πρέπει να ευχαριστήσαμε τους Επιβάτες μας. Όταν σε ξανάδα, ελεύθερος πια, ήταν σαν να ξύπναγα από ένα όνειρο και να ανακάλυπτα ότι το όνειρο μπορεί να γίνει αληθινό' ακριβώς η ίδια κοπέλα..."
    "Όχι!"
    "Πάμε στο διαμέρισμά σου να ξαναρχίσουμε".
    "Είσαι στ' αλήθεια αναίσχυντος", απάντησε.
    "Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν υπάρχει λόγος να βρομίζεις τη φιλία μας.
    Είτε ήμουν εγώ είτε δεν ήμουν, έπρεπε να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, και…" "Έχεις ένα σημάδι εκ γενετής, μεγάλο σαν δεκάρα", λέω,
    "περίπου τρεις ίντσες κάτω απ' τον αριστερό μαστό σου".
    Ξεσπάει σε λυγμούς και μου βάζει τις φωνές μες στη μέση του δρόμου.
    Τα μακριά νύχια της χιμούν στα μάγουλά μου. Με χτυπάει. Την πιάνω απ' τα χέρια. Με κλωτσάει.
    Κανείς δε δίνει σημασία, οι περαστικοί νομίζουν πως είμαστε κατεχόμενοι.
    Σκύβουν τα κεφάλια τους κι απομακρύνονται βιαστικά. Παλεύει μανιασμένα.
    Όμως τα χέρια μου την αγκαλιάζουν σαν αλυσίδες.
    Έτσι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κλοτσάει και να ξεφυσάει στα μούτρα μου. Το κορμί της κολλάει πάνω στο δικό μου, σκληρό και άκαμπτο σαν πέτρα.
    "Θα τους νικήσουμε, Έλεν", ψιθυρίζω στ' αφτί της.
    "Θα τελειώσουμε ό,τι ξεκίνησαν εκείνοι. Μη με χτυπάς. Μην τα βάζεις μαζί μου. Ξέρω, δεν έπρεπε να σου πω την αλήθεια.
    Όμως έλα μαζί μου και θα σου αποδείξω ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον".
    "Άσε... άσε με..."
    "Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ. Γιατί να είμαστε εχθροί; Δε θέλω να πάθεις κακό.
    Σ' αγαπώ, Έλεν. Δε θυμάσαι, τότε που ήμασταν παιδιά και παίζαμε την αγάπη;
    Κι εσύ πρέπει να ‘παιζες τέτοια παιχνίδια. Δε θυμάσαι; Δεκάξι, δεκαεφτά χρονών. Οι ψίθυροι, οι συνωμοσίες, όλα ένα μεγάλο παιχνίδι, και το ξέραμε.
    Όμως τώρα τέλειωσαν τα παιχνίδια.
    Δεν επιτρέπεται πια να παίζουμε λίγο με τον άλλον και μετά να τον παρατάμε.
    Ο καιρός που μένουμε ελεύθεροι είναι πολύ λίγος...
    Πρέπει να εμπιστευόμαστε, να δινόμαστε ελεύθερα, με τη θέλησή μας!"
    "Κάνεις λάθος".
    "Όχι. Επειδή υπάρχει αυτή η ηλίθια συνήθεια δυο άνθρωποι που έκαναν έρωτα κατεχόμενοι να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον... Όχι, δεν εννοώ να την ακολουθήσω. Έλεν... Έλεν..." Κάτι στον τόνο της φωνής μου φαίνεται να την πείθει.
    Σταματά να κλωτσάει. Το άκαμπτο κορμί της χαλαρώνει. Με κοιτάζει κατάματα.
    Το δακρυσμένο της πρόσωπο λιώνει. Τα μάτια της λάμπουν.
    "Πίστεψέ με, Έλεν. Πίστεψέ με!" Διστάζει. Τελικά χαμογελάει.

    Την ίδια στιγμή νιώθω κάτι κρύο στο πίσω μέρος του κρανίου μου.
    Σαν να μου χώνουν μια ατσάλινη βελόνα μες απ' τα οστά. Τεντώνω το κορμί μου. Σκληραίνω. Τα χέρια μου πέφτουν από πάνω της.
    Για μια στιγμή νιώθω να χάνω τις αισθήσεις μου.
    Μετά όλα ξεκαθαρίζουν, κι είναι πια διαφορετικά.
    "Τσαρλς!" φωνάζει. "Τσαρλς!" Δαγκώνει τα δάχτυλά της.
    Χωρίς να της δώσω σημασία γυρίζω και κατευθύνομαι προς το μπαρ.
    Στα μπροστινά τραπέζια κάθεται ένας νεαρός.
    Τα μαύρα μαλλιά του γυαλίζουν λαδωμένα, τα μάγουλά του τρυφερά.
    Τα μάτια του συναντούν τα δικά μου. Κάθομαι. Παραγγέλνει ποτά. Δε λέμε κουβέντα. "Το χέρι μου πέφτει στον καρπό του, και μένει εκεί. Ο σερβιτόρος φέρνει τα ποτά. Μας κοιτάζει βλοσυρά αλλά δε λέει τίποτα.
    Πίνουμε τα κοκτέιλ κι αφήνουμε τα άδεια ποτήρια στο τραπέζι.
    "Πάμε", λέει ο νεαρός. Τον ακολουθώ. .-