Η Ιστορία του Ευνούχου "Deppie"...

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος SM_Art_Lady, στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

  1. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    ...Βρίσκομαι στην υπηρεσία της Μεγάλης Αρχόντισσας της Ανατολικής Πλευράς, της ξακουστής, για την ομορφιά και τα πάθη της, Ευμορφίνας.
    Κοιμάμαι δίπλα ακριβώς από τα διαμερίσματά της.
    Σ' ένα δωμάτιο που έχει βαμμένους τους τοίχους του με κίτρινο χρώμα -το χρώμα των ευνούχων/σκλάβων και που φωτίζεται μόνο από ένα παράθυρο.
    Το περβάζι του βρέχεται από τις στάλες ενός σιντριβανιού από τα πολλά που υπάρχουν στους Κήπους της Εξαίσιας Μελωδίας.
    Το παράθυρο μου βλέπει σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές των κήπων που περιβάλλουν όλο το παλάτι.
    Είναι μεγάλο το παλάτι.
    Απλώνεται σε χιλιάδες στρέμματα κι έχει πολλές πτέρυγες και πολλές αίθουσες και αμέτρητα δωμάτια και κήπους που χάνεσαι μέσα στα δρομάκια και τις αλέες τους.
    Καμιά φορά σκέφτομαι όλο αυτόν τον κόσμο που ζει και εργάζεται μέσα στο παλάτι κι ανατριχιάζω.
    Υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται, ζούνε κι αναπνέουνε δίπλα μου, που ασφαλώς και θα έχει τύχει να τους προσπέρασα σε κάποιον διάδρομο ή θα τους ζήτησα να μου γεμίσουν με κρασί το ποτήρι, κι άλλους που κάθε μέρα συναντώ να φυλάνε τις πόρτες που οδηγούν στα διαμερίσματα των ακροάσεων και των συμβουλίων μιλώ για στρατιώτες, υπηρέτες, δούλους, μαγείρισσες, αυλήτριδες, κηπουρούς, γραμματικούς, καθαριστές, ευνούχους που αντιγράφουν τα διατάγματα, μίμους και χορευτές που έχουν υποχρέωση να φέρνουν μέσα στα ανάκτορα τη διασκέδαση, καλλιτέχνες που συνθέτουν τα ποιήματα των εορτών, δεσμοφύλακες που ζούνε στα βαθιά υπόγεια και δήμιους πάντα αυτοί απομονωμένοι σε κάτι μικρά κτίσματα χωμένα κάπου στις πιο μακρινές γωνιές των κήπων.
    Μια πόλη ζει μέσα στο παλάτι.
    Ελάχιστους από τους κατοίκους της γνωρίζω. Κι όμως για όλους ξέρω το τι σκέφτονται, το τι ονειρεύονται, το τι επιδιώκουν. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τους ανθρώπους για να τους διοικείς. Απλά και μόνο εσύ αποφασίζεις και επιβάλλεις τη βούλησή σου. Οι άλλοι όλοι υπακούουν. Και τα όνειρά τους, οι εφιάλτες τους, η καθημερινότητά τους ακολουθούν τους δρόμους που εσύ έχεις χαράξει.
    Δίχως να τους ξέρεις, μπορείς να τους έχεις γνωρίσει.
    Κι αυτοί όλοι εσένα σε ξέρουν, αλλά δε σε γνωρίζουν.
    Η σκέψη του ηγέτη πρέπει να μένει κρυφή από τους υπηκόους του.
    Μυστική, απρόσμενη, απρόβλεπτη.
    Να προκαλεί το δέος.
    Είμαι ένα από τα πρόσωπα που κυριαρχούν μέσα στο παλάτι, μέσα σε όλη την πόλη, μέσα σε όλη την αυτοκρατορία.
    Κι όμως είμαι μόνος. Τις πιο δικές μου στιγμές τις ζω μέσα στη μοναξιά.
    Μ' αρέσει να κάθομαι δίπλα στο περβάζι και να κοιτώ πίσω από τη διάφανη κουρτίνα, τις στάλες του νερού να λεκιάζουν τα γαλάζια πλακάκια του κήπου, τα πουλιά ν' αλλάζουν κλαριά με σύντομα φτερουγίσματα και τις γυναίκες που υπηρετούν τη Μεγάλη Αρχόντισσα, ν' ακουμπούν στις μαρμάρινες πεζούλες πίνοντας δροσερά ποτά φτιαγμένα από τους χυμούς φρούτων της Αφρικής, που τα έχουν φέρει μέχρι το παλάτι τα καράβια της χώρας που κάποτε ήταν η δικιά μου πατρίδα.
    Γεννήθηκα στη Χώρα του Μεγάλου Ποταμού και οι γονείς μου, απ' ότι τουλάχιστον θυμάμαι, πουλούσαν χουρμάδες και ξερά σύκα στους πεινασμένους προσκυνητές του Ιερού Ναού.
    Καραβάνια κατέφθαναν οι προσκυνητές και στοιβαζόντουσαν στους γύρω δρόμους και στις σκοτεινές πλατείες. Άνθρωποι φτωχοί, με προβλήματα.
    Η μιζέρια της φτώχειας τους είχε οδηγήσει μέχρι τα σκαλοπάτια του Ιερού Ναού για να ζητήσουν από το Θεό, ότι οι ίδιοι δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν.
    Νηστεύανε για μέρες και το μόνο που τρώγανε ήταν ξηροί καρποί, φρούτα και άγρια χόρτα που τα βράζανε μέσα σε μικρές πήλινες χύτρες.
    Η μυρωδιά τους οσμές ιδρώτα και χνώτου- γέμιζε το χώρο και οι φωνές τους καλύπτανε συνήθως τις ψαλμωδίες των ιερέων και τους ύμνους που τραγουδούσαν πλανόδιοι ασκητές.
    Κυκλοφορούσα ανάμεσά τους κρατώντας στα χέρια ένα καλάθι γεμάτο από την πραμάτεια μου και μ΄ ένα τρόπο εσωτερικά αυθόρμητο σκεφτόμουνα ποιο τάχα μπορεί να ήταν το μέλλον ενός μικρού αγοριού που μεγάλωνε μέσα στη λάσπη των δρόμων, μια λάσπη που μύριζε ούρα και φτηνό κρασί.
    Υποθέτω πως θα ήταν κάπως παρόμοιο με τη ζωή του πατέρα μου.
    Μια ζωή γαντζωμένη στη προσπάθεια επιβίωσης και κουκουλωμένη στα όνειρα ενός σκοτεινού ύπνου.
    Ήμουνα ένα μικρό αγόρι που το μόνο που γνώριζε ήταν ότι έβλεπε γύρω του, αλλά μια τέτοια προοπτική ήθελα, εντελώς παρορμητικά, να την αποφύγω.
    Αγνοούσα το πως, ούτε καν υποψιαζόμουνα κάποιον τρόπο, απλά και μόνο δεν ήθελα να τη γνωρίσω.
    Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο γρήγορα τα γεγονότα θα με έφερναν τόσο μακριά από τους λασπωμένους δρόμους και το υγρό σπίτι των γονιών μου.
    Όταν κάθομαι στην άκρη του παραθύρου μου και κοιτώ τον κήπο που απλώνεται μέχρις εκεί που φτάνει το βλέμμα μου κι ακόμα πιο πέρα, όταν μέχρι τ΄ αυτιά μου φτάνουν οι ήχοι μιας πολιτείας που εγώ ο ίδιος διαφεντεύω, όταν μυρίζω τις μυρωδιές από τα πιο ακριβά λιβάνια και τα πιο λεπτεπίλεπτα λουλούδια, όταν τα δάχτυλά μου αγγίζουν το απαλό δέρμα μου, το καθαρισμένο από τα πιο ευαίσθητα έλαια, όταν κάνω όλα αυτά που είναι οι συνηθισμένες και απλές πράξεις μου στις πιο οικείες στιγμές μου, τότε δεν μπορώ να μην αναλογισθώ όλη αυτήν την πορεία που με έφερε σε αυτά.
    Μια πορεία που ξεκίνησε από τους λασπωμένους δρόμους, τις μυρωδιές των άπλυτων κορμιών και τις ικεσίες των πιο ασήμαντων απ΄ όσων ζούσαν σε όλη την υφήλιο.
    Μια πορεία νίκης.
    Μια πορεία ήττας.
    Ένας άθλος του πνεύματος.
    Μια οικτρή εξέλιξη του κορμιού.
    Γνώρισα πολλά, έζησα πολλά.
    Πόσα, άραγε, να χάρηκα;
    Εκεί λοιπόν, έξω από το προαύλιο του σεβαστού κτίσματος με είδε ο Πρώτος Αξιωματικός του Αυτοκράτορα και θαύμασε το χρώμα του δέρματός μου και το περίεργο σχήμα των ματιών μου και δίχως να πει ούτε μια κουβέντα πέταξε πάνω στον πάγκο με τους χουρμάδες ένα μικρό πουγκί γεμάτο με τα δυσεύρετα νομίσματα της Αυτοκρατορίας κι έπειτα με άρπαξε από το δεξί χέρι και με τράβηξε πάνω στο άλογο του και με πήρε μαζί του, μ' έφερε στη σκηνή την πιο μεγάλη του στρατού του Κραταιού Αφέντη κι εκεί μέσα με κράτησε εφτά μέρες κι εφτά νύχτες.
    Έβαλε πρώτα να με τρίψουν με τα πιο καθαρά σφουγγάρια που βγάζει η θάλασσα και μετά να με πλύνουν με μυρωδάτα έλαια και να μ' αλείψουν με τ' αρώματα που βγαίνουν από τις φλούδες των δέντρων της Μέσα Χώρας.
    Εκείνοι που με πλένανε, θυμάμαι πως είχαν παχιά δάχτυλα με μαλακό δέρμα -ήταν ευνούχοι από τις χώρες που τώρα τις λέμε Χώρες της Ακροποταμιάς- και οι φωνές τους ήταν λεπτές, όλο νάζι και γλυκερούς τόνους κι είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους κι αλειμμένα με κρέμες γαλακτερές, που κάνανε το ωχρό δέρμα του κρανίου τους να φέγγει ίδια μ' εκείνο το μεγάλο αστέρι που έβλεπα κάποιες νύχτες και που ρωτούσα τη μητέρα μου να μου πει πως το λέγανε κι αυτή όλο ευσέβεια ψιθύριζε "Σελήνη!...Σελήνη!" και μου έκλεινε τρυφερά τα χείλια.
    Τώρα έχω κι εγώ τα ίδια παχιά δάχτυλα με το ίδιο μαλακό δέρμα και το δικό μου κρανίο γυαλίζει κι αυτό από τις γαλακτερές κρέμες που το αλείφω, μα το δικό μου δέρμα κράτησε για πάντα το χρώμα του καμένου σταριού, αλλά δεν έχω πάνω στα χείλια μου κανένα χάδι που να θυμίζει τους ψιθύρους της μητέρας μου - "Σελήνη!...Σελήνη!".
    Αλλά τα μάτια μου, νομίζω, πως φέρνουν στο νου αυτών που με βλέπουν τα πολύτιμα νερά του Μεγάλου Ποταμού. Πράσινα -το χρώμα του νερού που αργοκυλά εκεί που φυτρώνουν τα καλάμια και τα μισοσαπισμένα βρύα.
    ΄Όμως τότε, μέσα στη σκηνή του Πρώτου Αξιωματικού όταν βρέθηκα, τα δάχτυλά μου ήταν λεπτά και το κορμί μου ήταν λεπτό κι εκείνοι οι ευνούχοι το καλύψανε μ' ένα λευκό χιτώνα από ύφασμα των Ινδιών και στα μαλλιά μου ανάμεσα πλέξανε μια κορδέλα σχεδόν ίδια με χρυσαφιά αλυσίδα κι έτσι με είδε ο Πρώτος Αξιωματικός του Κραταιού Αφέντη και τα μάτια του φωτίστηκαν και είπε:
    "Θα σε λεω Deppie, γιατί μου θυμίζεις σε ομορφιά μια γυναίκα που κάποτε είχα αγαπήσει, μια γυναίκα που όλοι λέγανε πως ήταν το ίδιο όμορφη μ' εκείνη τη βασίλισσα του λαού που ζει στην άλλη άκρη της θάλασσας!".
    Τότε δεν είχα καταλάβει, τώρα όμως ξέρω πως μιλούσε για την Ωραία Ελένη, τη γυναίκα που για χάρη της έγινε ένας πόλεμος.
    Τώρα το ξέρω αυτό, τώρα που έχω πολλά μελετήσει, τώρα που μιλώ κι άλλες γλώσσες -τις πιο πολλές από τις όσες ακούγονται στα εδάφη της Αυτοκρατορίας: στα μέρη που λατρεύουν τους πέτρινους θεούς, κι εκεί που πιστεύουν στην παντοδυναμία του 'Ένα, κι εκεί που τα δέντρα ακουμπούν τη θάλασσα, και στη χώρα αυτών που γράφουνε ανάποδα, κι εκεί που τα βουνά είναι πάντα χιονισμένα.
    Τώρα το ξέρω, τώρα που έχω μάθει να μετρώ τις αποστάσεις των άστρων και τα βάθη των πηγαδιών, που ξέρω να υπολογίζω πόση ώρα χρειάζεται μια άμαξα με δυο άλογα να διασχίσει το Στάδιο των Μονομάχων, που μπορώ να απαγγείλω από μνήμης τους στοίχους των ποιητών του Χαμένου Βασιλείου και θυμάμαι όλα τα ονόματα όσων βασίλεψαν στις παλιές πρωτεύουσες του κόσμου.
    Τώρα που κατέχω το πως δημιουργείται η φωτιά, τώρα που μπορώ να σημειώσω στους χάρτες την πορεία των άστρων, τώρα που έχω ανακαλύψει το πως φτιάχνονται τα ποτά που φέρνουνε το θάνατο ή τ' άλλα που χαρίζουνε τη ψευδαίσθηση της αιώνιας νιότης ή και τα όσα προσφέρουνε την πρόσκαιρη λήθη.
    Τώρα! Τότε, όμως, δεν ήξερα.
    Κι έτσι, εκείνη τη μέρα, μέσα στη σκηνή του Πρώτου Αξιωματικού του Κραταιού Αφέντη, μου δώσανε το άνομα Deppie.
    Οι ευνούχοι είχαν αποσυρθεί, είχαν χαθεί πίσω από τα πορφυρά παραπετάσματα κι είχαμε μείνει μόνοι, εκείνος κι εγώ. Αυτός φορούσε τη φορεσιά την επίσημη του τίτλου του -πουκάμισο από τριζάτο ύφασμα, τσόχινο γιλέκο στολισμένο με βαριές κλωστές, παντελόνι που κύλαγε πλούσια πάνω στα πόδια του και που έσφιγγε λίγο πιο κάτω από τα γόνατα, εκεί ακριβώς που καταλήγανε τα πετσιά που κράταγαν σταθερά τα δερμάτινα υποδήματα. Δερμάτινη ήταν κι ζώνη γύρω από τη μέση του. Κι από αυτήν κρεμότανε, κλεισμένο μέσα σε ασημένια θήκη, το κοντό σπαθί.
    'Ήταν μια όμορφη στολή, σε χρώματα σοβαρά -μαύρο και λαδί και σκούρο κόκκινο. Ενώ εγώ, δίπλα του, ήμουνα λες μια αντανάκλαση χιονιού την ώρα της ανατολής- ο λευκός χιτώνας και η κορδέλα στα μαλλιά που θύμιζε χρυσή αλυσίδα.
    "Αν κλάψεις θα χάσεις τη γλώσσα και τα μάτια σου!" μου είπε ο Πρώτος Αξιωματικός κι εγώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι αυτός χαμογέλασε, "'Έλα, λοιπόν, βοήθα με να βγάλω τα ρούχα μου!" με διέταξε μαλακά κι εγώ γονάτισα στα πόδια του μπροστά κι άρχισα να λύνω τα πετσιά που δένανε γύρω από τις κνήμες του κι από εκείνη την ώρα μέχρι τώρα που τα γράφω όλα αυτά, ούτε για μια φορά δεν επέτρεψα στα μάτια μου να δακρύσουν.
    Είχα καταλάβει. Το πρώτο μου μάθημα! Κι ούτε ξανάκουσα ποτέ κάποια φωνή να μου ψιθυρίζει "Σελήνη!...Σελήνη!", μήτε και κάποια δάχτυλα βρέθηκαν να κλείσουν απαλά τα χείλια μου... Ακόμα και τώρα που γράφω για ψίθυρο, μόνο το γράφω, δεν τον ακούω. Και τη γεύση των δαχτύλων πάνω στα χείλια μου, ίσα που τη θυμάμαι.
    Μπορεί και να μην είναι μνήμη, μα παραίσθηση.
    Σήμερα υπάρχουν πολλοί απ' όσους ζουν εδώ μέσα στο παλάτι κι όσους βρίσκονται έξω, στα σπίτια και τα πλούσια και τα φτωχικά αυτής της πολιτείας, που όποτε με συναντούν χαμηλώνουν το βλέμμα είτε γιατί με σέβονται, είτε γιατί με φοβούνται ή και ακόμα με μισούν. Ξέρω πως σιγομουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη μου:
    "Ο ευνούχος Deppie, ο Σοφός!" λένε οι πρώτοι -αυτοί που με σέβονται, "Ο ευνούχος Deppie, ο πανούργος!" λένε όσοι με μισούν ή με φοβούνται.
    Κι εγώ προχωρώ, κοιτώ πάντα μπροστά μου και πάνω από τα κεφάλια τους (έτσι πρέπει να είναι το βλέμμα ενός άρχοντα), προχωρώ και απολαμβάνω τόσο το θαυμασμό, όσο και το φθόνο.
    ΄Όμως προτιμώ το φθόνο. Αυτόν που σέβεσαι μπορεί κάποια στιγμή ακόμα και να τον ξεχάσεις. Εκείνον, όμως, που κάποια στιγμή φοβήθηκες, θα τον φοβάσαι για πάντα. Ο φόβος γίνεται ο εφιάλτης κι ο κυρίαρχος όλης σου της ζωής. Για πάντα.
    'Όμως εγώ,...εγώ ποιόν σέβομαι και ποιόν φοβάμαι; Κανένα! Ναι, είμαι σίγουρος γι αυτό. Τόσο σίγουρος όσο πως αύριο θα βγει και πάλι ο ήλιος, άσχετα αν εγώ θα βρίσκομαι καθισμένος σ' αυτό εδώ το περβάζι να τον κοιτώ.
    Να και κάτι ακόμα για το οποίο είμαι σίγουρος.
    Θα πεθάνω.
    'Όχι, δεν εννοώ το θάνατο που είναι η μοίρα όλων των φθαρτών πλασμάτων. Για κάτι τέτοιο δε λες πως είσαι σίγουρος ότι θα σου συμβεί.
    Το ξέρεις, έτσι όπως ξέρεις μ' ένα τρόπο μοναδικό τη μοίρα σου.
    Γεννήθηκες σημαίνει πως θα πεθάνεις.
    Γι αυτό που είμαι σίγουρος είναι ο τρόπος του θανάτου μου. Οι βελόνες- που κρατούν στα χέρια τους οι κατώτεροι ευνούχοι, αυτοί που έχουν σαν μικρό αφέντη τους εμένα και σαν κύριο της ζωής τους την αρχόντισσα την Eυμορφίνα - αυτές οι βελόνες είναι που θα μου δώσουν το θάνατο.
    Το ξέρω! Από τη στιγμή που παραιτήθηκα από τη δυνατότητα να οδηγήσω εγώ αυτές τις βελόνες μέσα στο χιλιοποθημένο κορμί της Eυμορφίνας, από τη στιγμή εκείνη ήμουνα σίγουρος πως οι βελόνες αύριο, μεθαύριο, σ' ένα μήνα, στο χρόνο πάνω θα χωθούνε στο δικό μου το κορμί που μονάχα ένας κάποτε το χάιδεψε και το φίλησε, όχι για να το χαρεί και να το κατακτήσει, αλλά για να το γαληνέψει και να το νανουρίσει- μοναχά ένας, Μια ήταν Και πριν από τόσα χρόνια! Αχ, εκείνη η λέξη και το άγγιγμα - "Σελήνη! Σελήνη!"
    Οι βελόνες, όμως, είναι το πεπρωμένο κάθε εξουσίας. Απλώς είναι θέμα επιλογής το αν θα τις κρατάς στα χέρια σου ή θα τις έχεις μέσα στις σάρκες σου. Κι εγώ δεν αποφάσισα να τις κρατήσω. Προτίμησα να ηγεμονεύω με τη βοήθεια του σεβασμού που προσφέρει η συνετή απόφαση, του δόλου που χαρίζει η πανούργα σκέψη, της δύναμης που προκαλεί το καίριο επιτελικό χτύπημα.
    Μέσα στην πορεία της ζωής μου υπήρξαν φορές που διέταξα το φόνο.
    Αλλά όσοι πέθαναν από δικιά μου απόφαση ήταν κατώτεροι ή ίσοι μου. Ήξερα να προστατεύω τα συμφέροντά μου.
    Σεβάστηκα πάντα τον δικό μου ηγεμόνα.
    Σέβομαι την Eυμορφίνα
    Κι έπειτα ποιος άντρας- άντρας έστω και λειψός όπως εγώ- θα αποτολμούσε ποτέ να σταματήσει την ανάσα που κα΄νει τα στήθη της να πάλλονται;
    Για όλα αυτά, λοιπόν, αποφάσισα να αντιμετωπίσω την πιθανότητα να αισθανθώ τις βελόνες να χώνονται στο δικό μου σώμα.
    Αλλά δε φοβάμαι.
    Φοβάται εκείνος που έχει ανεκπλήρωτα όνειρα, που άφησε επιθυμίες να μαραζώσουν.
    Φοβάται εκείνος που πίστεψε πως θα’ χει για πάντα τη δύναμη να χαρίζει τη ζωή ή το θάνατο.
    Φοβάται όποιος πίστεψε στην παντοδυναμία του έρωτα.
    Φοβάται εκείνος που αφέθηκε στο λίγωμα της χαράς.
    'Οποίος, όπως εγώ, αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της εξουσίας, όποιος, όπως εγώ, έκανε ολονύχτιες σπουδές στο συναίσθημα της περιφρόνησης προς τους ανθρώπους, δε φοβάται και δε φοβάται γιατί έχει γίνει κάτι παραπάνω από αθάνατος.
    Θα έλεγα πως έχει γίνει απάνθρωπος -ίσως θα έπρεπε να πω υπεράνθρωπος, αλλά δε μου αρέσει να βάζω σαν μέτρο σύγκρισης το επίπεδο ύπαρξης των ανθρώπων.
    Απάνθρωπος, λοιπόν- με την έννοια πως δεν αναγνωρίζω τον άνθρωπο.
    Τον αγνοώ.
    'Aρα αγνοώ και τη δικιά μου ανθρώπινη φύση και τα συναισθήματά της, τους φόβους της, με άλλα λόγια.
    Κι αν άρχισα να γράφω τις σκέψεις μου για κάποια από τα τόσα που έζησα, είναι γιατί νοιώθω απόλυτα πια χαλαρός.
    'Όχι μόνο δε φοβάμαι (έτσι κι αλλιώς πότε, όπως το έχω ήδη γράψει, δε φοβήθηκα), αλλά τώρα πια ούτε και επιθυμώ.
    Γι αυτό είμαι απόλυτα χαλαρός.
    Και τώρα καταλαβαίνω πως τόσα χρόνια, άσχετα αν δε φοβόμουνα, αφού επιθυμούσα ήμουνα ένας δεσμώτης.
    Ένας σκλάβος.
    Η πιο μεγάλη σκλαβιά είναι αυτή της επιθυμίας... Όχι, ψέματα, δεν είναι μόνο αυτή η πιο μεγάλη. Δυο είναι οι μεγάλοι δεσμοί: του φόβου και της επιθυμίας. Δίδυμοι βρόγχοι. Τον έναν μόνο είχα ξεπεράσει. Όχι τον άλλο.
    Τώρα, όμως, τίποτε δε θέλω. Την κατάχτησα την Ελευθερία. Κι έτσι είναι φυσικό να περιμένω το θάνατο. 'Έκανα όλη την πορεία. Από εδώ κι εμπρός με περιμένει η αναχώρηση για τα λιβάδια μιας χώρας δίχως σύνορα.
    Χαλαρός, λοιπόν. Και δεν ξεγελώ κανένα, μήτε και τον ίδιο μου τον εαυτό, καθώς δηλώνω κάτι τέτοιο. Γι αυτό, άλλωστε, μήτε και η αφήγησή μου είναι παθιασμένη.
    Δεν το’ χω σκοπό κανένα να καταδικάσω.
    Μια αφήγηση μόνο.
    Μνήμη και προσωπική ιστορία.
    'Ιστορώ δίχως ν ΄αναφέρω πάντα συγκεκριμένους τόπους και χρόνους και άτομα.
    Παραλλάζω συχνά ονόματα, ίσως να αμφισβητώ χρονολογίες, μπορεί να μεταθέτω καταστάσεις.
    Αισθάνομαι να είμαι πέρα απ' όλα αυτά. Κι αν γράφω την ιστορία της ζωής μου είναι γιατί μέσα σ' αυτήν τη χαλαρότητα που βρίσκομαι, ότι πιο πολύ μου αρέσει είναι μια αδέσμευτη, ήπια αναπόληση.
    Μια εσωτερική πορεία ύστερης αυτογνωσίας και όπου είναι γραφτό να με φέρει αυτός ο δρόμος, ας με φέρει.
    Χρωστώ στον εαυτό μου αυτό το ταξίδι.
    'Έφτασε πια το δειλινό.
    Τα γαλάζια πλακάκια του κήπου χάνουν τη αθωότητά τους.
    Σβήνονται μέσα στο επιβλητικό σκοτάδι της νύχτας.
    Τα δέντρα φιλοξενούν τα όνειρα των πουλιών, και τα ρυάκια τρέχουν να δροσίσουν το πάθος των λουλουδιών για ανθοφορία.
    Μπορώ να ακούσω το σούρσιμο των ερπετών και νομίζω πως οσφραίνομαι τον ίδρωτα του σπόρου που προετοιμάζει το βλάστημά του.
    Η φύση κι εγώ.
    Πολύ μακριά πια τα παραγγέλματα της ημέρας -οι διαταγές, οι αποφάσεις, οι ευχαριστίες, οι καταδίκες, οι παρακλήσεις, τα πνιχτά γέλια και ανακουφιστικά ρεψίματα.
    Οι στρατιώτες αναπαύονται για να μπορούν κι αύριο να είναι έτοιμοι για τη θυσία.
    Οι άντρες των γραφείων και των μαγαζιών έχουν αφεθεί στην προσμονή της εκπλήρωσης του πιο φτηνού πάθους.
    Και οι γυναίκες έχουν κλεισθεί στα δωμάτιά τους και περιμένουν εκείνους για τους οποίους έχουν μάθει να προορίζουν τους χυμούς τους.
    Σε λίγο μέσα σ' όλο το παλάτι θ' αρχίσουν να ακούγονται οι ήχοι των δίδυμων βρόγχων. Οι ήχοι του φόβου και της επιθυμίας -πάει να πει ήχοι του έρωτα.
    Αλλά εγώ θα τους αγνοήσω. Κάποτε, μέχρι χτες ακόμα, τους ήχους του έρωτα (τόσο επίφοβους για τη δικιά μου ύπαρξη) τους μάζευα γιατί ήξερα πως να τους χρησιμοποιώ στα σχέδια μου.
    Όμως τώρα μου είναι αχρείαστοι... Σχεδόν αδιάφοροι... Έτσι, λεω!
    Προτιμώ τον ήχο του νερού που πέφτει από το σιντριβάνι και τη φωνή της κουκουβάγιας.
    Κάπως έτσι θα είναι κι οι ήχοι στη χώρα που πρόκειται να μεταφερθώ.
    Προετοιμάζομαι!!

    This Thread is Dedicade to my Best Friend..."Deppie"!!!