Η αγγελία

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος -Volt-, στις 8 Ιουλίου 2018.

  1. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    Έλεγε η αγγελία…


    Ζητείται γυναίκα με στοιχεία sub για παρέα friends with benefits, χωρίς να είναι υποχρεωτικά τα benefits.


    Απαραίτητα προσόντα:

    - Να διαβάζει λογοτεχνία

    - Να μην έχει εμμονική σχέση με το smartphone και το διαδίκτυο

    - Το περπάτημα να είναι τρόπος ζωής

    - Να μη τη ζούνε άλλοι

    - Να είναι τρόπος έκφρασης κυρίαρχα το γράψιμο


    Στοιχεία που θα εκτιμηθούν:

    - Να διαβάζει φιλοσοφία

    - Να ασχολείται με το τρέκινγκ

    - Να ακούει death, doom, power

    - Να ασχολείται με το τρέκινγκ, την υγιεινή διατροφή, το γυμναστήριο


    Ηλικία: 28 – 44

    Σωματικά χαρακτηριστικά: Αδύνατη

    Τατού: Δεκτά αν όχι επιβεβλημένα


    Ο χώρος ήταν κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Σύντομα ακολούθησαν βροχή καυστικών απαντήσεων, κάποιες μάλιστα πολύ προσβλητικές. Το περίμενε. Τα προβλέψιμα πάντοτε τον κούραζαν, κυρίως γιατί έμπαινε πάντοτε με την προσδοκία.


    Έψαχνε κάτι που σα σίφουνας είχε περάσει απ’ τη ζωή του, πολλά χρόνια πριν κι υπήρξε το αίτιο που ανέτρεψε τη ζωή του. Η αρχική αιτία ήταν άλλη, ποτέ μια έκβαση που στηρίζεται στο τυχαίο δε μπορεί να είναι από μόνη της πρωταρχική αιτία. Κουράστηκε πολύ να παλεύει με τον εαυτό του, για χρόνια επιλεκτικής μοναχικότητας, προσπαθώντας να καταλάβει από πού πήγαζαν εκείνα τα ψιθυριστά θέλω που ήταν δυνατότερα από οποιαδήποτε φωναχτή επιθυμία που ακολουθήθηκε. Υπήρξαν τόσες στιγμές που εξαντλήθηκε μέσα του μην καταφέρνοντας να βρει απάντηση στο τζούφιο ενθουσιασμό του σε κάθε γνωριμία, μέχρι εκείνη τη φορά που του συστήθηκε εκείνη.


    Σταμάτησε να μπαίνει σε αυτό το χώρο, όχι ούτε εκεί θα κατάφερνε να βρει μια φιλία με προοπτικές και ανοιχτούς ορίζοντες στην έκφραση και τις επιθυμίες. Ήταν τόσο δύσκολο. Παντού κυριαρχεί η προσβολή κι η αμφισβήτηση όταν ζητάς κάτι ανοιχτά, γιατί μας μάθανε πως τα πολύπλοκα που βγαίνουν με το τσιγκέλι, είναι τα αληθινά. Η ειλικρινής έκφραση κυριαρχούσε μόνο ως θύμα των πλουμιστών ψεμάτων.


    Χωρίς πολύ κέφι, ένα βράδυ πήγε να συναντήσει ένα συνεργάτη σε κάποιο κλαμπ, που θα είχε μαζί του ένα τιμολόγιο χρωστούμενο κι επ’ ευκαιρία πρότεινε να πιούν ένα ποτάκι.


    Το μαγαζί δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο, πέρα απ’ την επιλογή του μωβ ως κύριου φωτισμού. Ο συνεργάτης έστειλε μήνυμα πως θα ερχόταν τελικά μετά τις 3. Η ώρα ήταν 2. Μπορούσε να το ακυρώσει όμως όταν μπήκε ένιωσε να χαλαρώνει σε αυτό το φωτισμό και κάτι στη χυδαία ακουστική επιφανειακών στίχων τον συγκράτησε, οι ανεβαστικές μελωδίες που εξωθούσαν τις πιο κραυγαλέες αντιδράσεις των θαμώνων, τον ενθουσιασμό τους που τον νάρκωσε, θέλησε να μείνει.


    Παρήγγειλε μια μπίρα, δεν ήθελε να μεθύσει ή να κάνει κεφάλι. Χρόνια τώρα, αυτή ήταν μια επιλογή που έκανε μόνο για το σπίτι του, παρέα μ’ ένα ωραίο βιβλίο και ποτά που δεν ήταν για τη μέση τσέπη, ως ένα ορντέβρ που φειδωλά πρόσφερε στον εαυτό του.


    Λίγο παραπέρα καθόταν μια παρέα μικρών κοριτσιών. Δεν έπρεπε να είναι πάνω από 20 και κάποιες έβγαζαν τη δροσιά των ακόμη μικρότερων. Έκανε ένα μορφασμό, όταν τις είδε να στήνονται με τη μπάρα από πίσω τους και να τραβούν φωτογραφίες με τα κινητά τους. Μια απ’ αυτές τον πρόσεξε και χαμογέλασε ειρωνικά. Την πρόσεξε κι εκείνος. Δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, μόνο τη νεότητα της. Εκείνη τη νεότητα που τόσο πολύ θέλουμε να βγάλουμε από πάνω μας για μια δεκαετία και καταριόμαστε τον εαυτό μας για όλες τις υπόλοιπες μέρες της ζωής μας.


    Τον πλησίασε θαρραλέα. Τσούγκρισε το ποτό της με το δικό του. Έβαλε τσιγάρο στο στόμα της κι εκείνος πλησίασε τον αναπτήρα του να της ανάψει. Ρούφηξε τη φωτιά αλλά με το χέρι της κράτησε το δικό του εκεί. Έβγαλε το τσιγάρο απ’ το στόμα και φίλησε το χέρι του. Τα δάχτυλα του χαλάρωσαν. Τράβηξε ένα απ’ αυτά μέσα στο στόμα της και τότε με μια ξαφνικότητα που πρόβαλλε απ’ το πουθενά και τον εφησυχασμό των χωμένων ματιών της στα δικά του, δάγκωσε το δάχτυλο του με πολύ δύναμη. Όση ώρα το έκανε τα μάτια της παρέμεναν κολλημένα στα δικά του, αλλά κάτι άλλαξε σ’ αυτά, στην ένταση τους, στον τρόπο που εστίαζαν, στο κλάμα χαράς της ψυχής της.


    Το άλλο του χέρι την άρπαξε απ’ το σβέρκο όση ώρα το δάχτυλο του παρέμενε ν’ ασφυκτιά ανάμεσα στα δόντια της. Το τράβηξε κι εκείνη το άφησε σιγά σιγά γδέρνοντας το καθώς έβγαινε. Ο πολύβουος κόσμος ήταν εκεί κι όμως δεν ήταν. Το πρόσωπο του πλησίασε το δικό της, πεταχτά της δάγκωσε το χείλος δυνατά, κούνησε πάνω στο χείλι τα δόντια του και της άνοιξε πληγή, γεύτηκε την τόσο ποθητή μεταλλικότητα. Ύστερα η γλώσσα του χώθηκε στο στόμα της, προσπάθησε να τον δαγκώσει, αλλά την τράβηξε, της δάγκωσε πάλι τα χείλια, άρχισε να τα μασάει. Η μικρή τον αγκάλιασε σφιχτά, παραδόθηκε στην αγκαλιά του. Αφέθηκε.


    Ξεχάσανε τσιγάρα, εκείνη να χαιρετίσει τους φίλους της, βγήκαν έξω. Στο πάρκιν την έσπρωξε στο αμάξι του, πήγαν απ’ την πίσω πλευρά και τα φιλιά τους συνεχίστηκαν. Φιλιά με πόνο, καυτή σοκολάτα με αγκάθια. Κι ύστερα τα χέρια και των δυο χώθηκαν κάτω απ’ τα ρούχα, το ένα στον κορμό του άλλου. Τσίμπαγαν, σέρνονταν, δάγκωναν. Υπήρχε μια διάθεση για πόνο, υπήρχε μια θέληση να δώσεις και να πάρεις, την ίδια στιγμή, με την ίδια θέληση.


    Στο σπίτι του τα πράγματα δεν άλλαξαν. Σύντομα της δάγκωνε την κλειτορίδα δυνατά κι εκείνη του δάγκωνε τα αρχίδια με την ίδια δύναμη. Δε μπορούσαν να σταματήσουν να πονούν ο ένας τον άλλο και να θέλουν να γευτούν τον πόνο τους. Θέλανε αίμα, πεθαίνανε γι’ αυτό. Δάγκωναν κι έγδερναν απ’ όπου μπορούσε να βγει αυτό το υγρό κι αμέσως στόματα προσέγγιζαν για να προλάβουν την πολυπόθητη μεταλλικότητα.


    Έχυσαν ο ένας στο στόμα του άλλου. Κοιμήθηκαν έτσι όπως βρίσκονταν. Τα πόδια του στο κεφάλι της, τα δικά τους στο πρόσωπο του.


    Ξύπνησε με στύση και ο όρθιος πούτσος του ακουμπούσε στα κοιμισμένα χείλη της. Έμεινε έτσι κι έκλεισε τα μάτια. Ώρα μετά αντιλαμβανόταν τη στύση του παρά το νάρκωμα του χουζουριού του. Όταν πια δεν είχε άλλη διάθεση να κρατάει τα μάτια του κλειστά, τα άνοιξε. Τα δικά της ήταν ανοιχτά. Μόλις κουνήθηκε λίγο, ο πούτσος του τρίφτηκε στο πρόσωπο της. Άνοιξε το στόμα της και τον ρούφηξε για λίγο. Ύστερα γύρισε προς το μέρος του. Τα φύλα τους ήρθαν σε μια ευθεία. Έσπρωξε το σώμα της στο δικό του κι ανασήκωσε το πόδι της στην αριστερή πλευρά του. Χώθηκε βαθιά μέσα της. Ήταν πολύ υγρή.


    Εκείνη έχυσε περισσότερες φορές. Η διάθεση του να κατουρήσει έκανε τα χύσια του να βγουν με τρομακτική ένταση και να κολλούν τρομερά καθώς τον έτριβε πάνω στην κλειτορίδα της και σε τριχούλες που του προκαλούσαν ένα όμορφο μούδιασμα.


    Παρατηρούσε τη λεπτή μέση της με το τατού που ξεκινούσε απ’ το λαιμό και κατέβαινε ως τα κωλομέρια της. Πολλά χρώματα, πολλά γράμματα κι εικόνες που ήθελε να πλησιάσει για να τις διαβάσει σα βιβλίο. Χάζευε τους τίτλους των βιβλίων του. Πρώτη φορά άκουσε τη φωνή της, όταν έπιασε στα χέρια της τη Μινιόν του Γκαίτε και γυρνώντας προς το μέρος του, απάγγειλε κάτι απ’ το βιβλίο από μνήμης. Δεν ήταν κάποιο απ’ τα μεθυστικά κραυγαλέα ερεθίσματα του βιβλίου, αλλά ένας στίχος που προηγούνταν των σημαντικών. Είχε τη σημαντικότητα του διαύλου και τίποτα περισσότερο.


    Την κοίταξε που τον κοιτούσε.


    - Σε βρήκα, είπε

    Κι εκείνη απάντησε ειρωνικά

    - Δεν απαντάω σε αγγελίες. Εγώ σε βρήκα, σε κυνήγησα, σε πήρα.


    Θυμήθηκε τότε πως η παρέα είχε έρθει μετά από ‘κεινον και πως εκείνη ήταν δίπλα τους, μα δε φαινόταν να ήταν μαζί τους.
     
    zoie, red&black, open_mind and 8 others like this.
  2. gazza

    gazza Regular Member

    Φιλοσοφια σε αγγελια;;;:p
    Τρελααααααααααα
     
    red&black and -Volt- like this.