Η αποκάλυψη του Ιωάννη

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος Iagos, στις 5 Μαρτίου 2011.

  1. estelwen

    estelwen χρήσιμη

    Ένα από τα τραγούδια που έγραψε ο Φο για την εκπομπή αυτή, η μετάφραση δικιά μου.



    Άκου, λαέ από ναύτες, ήρωες, ποιητές και αγίους,
    από μετανάστες, πλούσιους, εύπορους και κουρασμένους εργάτες,
    όχι άλλη κλάψα,
    φτάνει με τη γκρίνια,
    γρήγορα όλοι στο τραγούδι και προσοχή στα φάλτσα.

    Γιατί, παράτα μας
    και γιατί ποτέ;
    γιατί ποτέ να είμαστε χαρούμενοι
    και να τραγουδάμε;

    Σταματήστε! Σκάστε! Προσοχή!
    Δεν θα τραγουδάνε όλοι.
    Πρώτη σειρά, να τραγουδάνε υπουργοί και υφυπουργοί,
    σε αντίστιξη να ακολουθούν αρχιεπίσκοποι και στρατηγοί
    και με ψηλή φωνή δικαστές με την ερμίνα, τραπεζίτες,
    και ηδονικά με τρίλιες ο εισαγγελέας.
    Νοικοκυρές και υπάλληλοι μεσαίας και κάτω τάξης
    εργάτες και εποχιακοί διάφοροι να μην τραγουδάνε,
    οι μερικής απασχόλησης και οι άνεργοι
    μπορούν να κάνουν μόνο
    πτου-του, ντουντουμπουπτ, πτουπ, σαν τον κοντραμπάσο

    Γιατί, παράτα μας
    και γιατί ποτέ;
    γιατί ποτέ να μη μιλάμε
    μόνο να ακούμε; (1)
    και να μην τραγουδάμε; (2)

    Εσείς! Σκάστε! Προσοχή! Εν δυο,
    οι άλλοι, τραγουδήστε.
    Στην ίδια βάρκα είμαστε
    που σιγά-σιγά βυθίζεται
    και όσο οι άλλοι γαλήνια τραγουδάνε,
    εσείς στο κουπί
    κάτω τους ώμους, δώστου κουπί
    σας δίνουμε ρυθμό
    και όσοι ρυθμό δεν κρατάνε, γρήγορα μετανάστες.

    Ποιος είπε ότι είναι λυπηρό
    να τα μαζέψουμε,
    να φύγουμε μετανάστες για να ζούμε
    από το Βέλγιο στην Ελβετία
    μόνο να είναι οι βαλίτσες γεμάτες λεφτά και μετρητά
    θέλει λίγο, πολύ λίγο για την ευτυχία!

    Addio, Dario.
     
    Last edited: 14 Οκτωβρίου 2016
  2. Iagos

    Iagos Member

  3. Iagos

    Iagos Member

    Η μπαλάντα των μικροαστών

    Κι όταν σμίξαν τα κορμιά τους
    Ένοιωσε πως είν’ δική του
    Μες στην ηδονή του σκότους
    Ήταν μόνη πια μαζί του
    Και της φίλησε την κόμη
    Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
    Ούτε βιάζονταν να φτάσει
    Αχ γλυκά την ψηλαφίζει
    Κι η καρδιά της πάει να σπάσει
    Το κουράγιο του μη χάσει
    Προσευχή μικρή ψελλίζει

    Και της φίλησε την κόμη
    Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
    Και δε γνώριζε τη στάση
    Για να μην την διακορεύσει
    Πήγε κάποτε σε σπίτι
    Εκεί γνώρισε την γεύση
    Και της ηδονής τη κύτη

    Το κορμί της ύδωρ λήθης
    Ε, δεν ήταν κι ερημίτης
    Κι όρκο πήρε πια ν’ αλλάξει
    Αχ τη φλόγα για να σβήσει
    Που της άναψε πανώρια
    Βρήκε έναν άνδρα κυπαρίσσι
    Πρόθυμο και δίχως όρια
    Που την ξάπλωσε στην σκάλα
    Και την έκανε τραμπάλα
    Ως της σφίγγει τον αυχένα
    Ε, δεν είναι και παρθένα
    Της ανέβηκε η κάψη

    Και την σκέψη του βλογάει
    Να μην προχωρήσει ακόμη
    Κείνη τη βραδιά του Μάη
    Που της φίλησε την κόμη
    Ψεύτης εκείνος αυτή πόρνη
    Λέν όλο ντροπή και τύψη
    Η βρωμιά πότε θα λείψει;

    [FONT=Arial, Helvetica, sans-serif]Μπέρτολτ Μπρέχτ

    bertoltbrecht012.gif

    [/FONT]
     
    katerina, goodevil, folha and 5 others like this.
  4. carlos

    carlos Member

    η ποιητικη της ηδονης απο τον Κ.Ιαγο....ΕΥΓΕ...
     
    Iagos, goodevil and angel42 like this.
  5. Iagos

    Iagos Member

    Σαν σήμερα το 2012 έφυγε ο Χρόνης Μίσσιος

    "Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...
    Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
    Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
    Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
    Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
    Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε... κατάλαβες;
    Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
    Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
    Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.
    Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...
    Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...
    Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
    Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
    Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.
    Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.
    Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!
    Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
    Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!
    Διότι, αυτός είναι θάνατος!
    Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.
    Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...
    Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.
    Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;
    "Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...
    Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.
    Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια... "

     
    SubIrene, Ermioni, Gardeska and 8 others like this.

  6. Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε.Μερικές φορές λίγες απλές λέξεις κρύβουν τόση αλήθεια :)
     
    angel42 and Iagos like this.
  7. Iagos

    Iagos Member

    Η Σιμόν γεννιέται στις 9 Ιανουαρίου 1908 στο Παρίσι, μεγαλώνει σε ένα συντηρητικό, μεγαλοαστικό και καθολικό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία θέλει να γίνει καλόγρια. Στα 14 της χρόνια περνάει μια σημαντική υπαρξιακή κρίση που την απομακρύνει μια και καλή από το Θεό και την εθίζει στη φιλοσοφική αναζήτηση. Το πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure, όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη
    συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

    Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

    Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

    Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

    Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

    Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

    Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

    Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

    Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.
    www.kar.org.gr_2016-01-08_11-38-32_screenshot_14.jpg

    http://www.kar.org.gr/2016/01/08/σιμόν-ντε-μποβουάρ-γυναίκα-δε-γεννιέσ/