Η αποκάλυψη του Ιωάννη

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος Iagos, στις 5 Μαρτίου 2011.

  1. estelwen

    estelwen χρήσιμη

    Ένα από τα τραγούδια που έγραψε ο Φο για την εκπομπή αυτή, η μετάφραση δικιά μου.



    Άκου, λαέ από ναύτες, ήρωες, ποιητές και αγίους,
    από μετανάστες, πλούσιους, εύπορους και κουρασμένους εργάτες,
    όχι άλλη κλάψα,
    φτάνει με τη γκρίνια,
    γρήγορα όλοι στο τραγούδι και προσοχή στα φάλτσα.

    Γιατί, παράτα μας
    και γιατί ποτέ;
    γιατί ποτέ να είμαστε χαρούμενοι
    και να τραγουδάμε;

    Σταματήστε! Σκάστε! Προσοχή!
    Δεν θα τραγουδάνε όλοι.
    Πρώτη σειρά, να τραγουδάνε υπουργοί και υφυπουργοί,
    σε αντίστιξη να ακολουθούν αρχιεπίσκοποι και στρατηγοί
    και με ψηλή φωνή δικαστές με την ερμίνα, τραπεζίτες,
    και ηδονικά με τρίλιες ο εισαγγελέας.
    Νοικοκυρές και υπάλληλοι μεσαίας και κάτω τάξης
    εργάτες και εποχιακοί διάφοροι να μην τραγουδάνε,
    οι μερικής απασχόλησης και οι άνεργοι
    μπορούν να κάνουν μόνο
    πτου-του, ντουντουμπουπτ, πτουπ, σαν τον κοντραμπάσο

    Γιατί, παράτα μας
    και γιατί ποτέ;
    γιατί ποτέ να μη μιλάμε
    μόνο να ακούμε; (1)
    και να μην τραγουδάμε; (2)

    Εσείς! Σκάστε! Προσοχή! Εν δυο,
    οι άλλοι, τραγουδήστε.
    Στην ίδια βάρκα είμαστε
    που σιγά-σιγά βυθίζεται
    και όσο οι άλλοι γαλήνια τραγουδάνε,
    εσείς στο κουπί
    κάτω τους ώμους, δώστου κουπί
    σας δίνουμε ρυθμό
    και όσοι ρυθμό δεν κρατάνε, γρήγορα μετανάστες.

    Ποιος είπε ότι είναι λυπηρό
    να τα μαζέψουμε,
    να φύγουμε μετανάστες για να ζούμε
    από το Βέλγιο στην Ελβετία
    μόνο να είναι οι βαλίτσες γεμάτες λεφτά και μετρητά
    θέλει λίγο, πολύ λίγο για την ευτυχία!

    Addio, Dario.
     
    Last edited: 14 Οκτωβρίου 2016
  2. Iagos

    Iagos Member

  3. Iagos

    Iagos Member

    Η μπαλάντα των μικροαστών

    Κι όταν σμίξαν τα κορμιά τους
    Ένοιωσε πως είν’ δική του
    Μες στην ηδονή του σκότους
    Ήταν μόνη πια μαζί του
    Και της φίλησε την κόμη
    Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
    Ούτε βιάζονταν να φτάσει
    Αχ γλυκά την ψηλαφίζει
    Κι η καρδιά της πάει να σπάσει
    Το κουράγιο του μη χάσει
    Προσευχή μικρή ψελλίζει

    Και της φίλησε την κόμη
    Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
    Και δε γνώριζε τη στάση
    Για να μην την διακορεύσει
    Πήγε κάποτε σε σπίτι
    Εκεί γνώρισε την γεύση
    Και της ηδονής τη κύτη

    Το κορμί της ύδωρ λήθης
    Ε, δεν ήταν κι ερημίτης
    Κι όρκο πήρε πια ν’ αλλάξει
    Αχ τη φλόγα για να σβήσει
    Που της άναψε πανώρια
    Βρήκε έναν άνδρα κυπαρίσσι
    Πρόθυμο και δίχως όρια
    Που την ξάπλωσε στην σκάλα
    Και την έκανε τραμπάλα
    Ως της σφίγγει τον αυχένα
    Ε, δεν είναι και παρθένα
    Της ανέβηκε η κάψη

    Και την σκέψη του βλογάει
    Να μην προχωρήσει ακόμη
    Κείνη τη βραδιά του Μάη
    Που της φίλησε την κόμη
    Ψεύτης εκείνος αυτή πόρνη
    Λέν όλο ντροπή και τύψη
    Η βρωμιά πότε θα λείψει;

    [FONT=Arial, Helvetica, sans-serif]Μπέρτολτ Μπρέχτ

    bertoltbrecht012.gif

    [/FONT]
     
    milgeo69, katerina, goodevil and 6 others like this.
  4. carlos

    carlos Member

    η ποιητικη της ηδονης απο τον Κ.Ιαγο....ΕΥΓΕ...
     
    Iagos, goodevil and angel42 like this.
  5. Iagos

    Iagos Member

    Σαν σήμερα το 2012 έφυγε ο Χρόνης Μίσσιος

    "Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...
    Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
    Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
    Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
    Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
    Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε... κατάλαβες;
    Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
    Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
    Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.
    Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...
    Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...
    Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
    Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
    Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.
    Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.
    Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!
    Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
    Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!
    Διότι, αυτός είναι θάνατος!
    Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.
    Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...
    Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.
    Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;
    "Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...
    Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.
    Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια... "

     
    stratos83, SubIrene, Ermioni and 9 others like this.

  6. Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε.Μερικές φορές λίγες απλές λέξεις κρύβουν τόση αλήθεια :)
     
    angel42 and Iagos like this.
  7. Iagos

    Iagos Member

    Η Σιμόν γεννιέται στις 9 Ιανουαρίου 1908 στο Παρίσι, μεγαλώνει σε ένα συντηρητικό, μεγαλοαστικό και καθολικό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία θέλει να γίνει καλόγρια. Στα 14 της χρόνια περνάει μια σημαντική υπαρξιακή κρίση που την απομακρύνει μια και καλή από το Θεό και την εθίζει στη φιλοσοφική αναζήτηση. Το πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure, όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη
    συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

    Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

    Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

    Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

    Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

    Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

    Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

    Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

    Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.
    www.kar.org.gr_2016-01-08_11-38-32_screenshot_14.jpg

    http://www.kar.org.gr/2016/01/08/σιμόν-ντε-μποβουάρ-γυναίκα-δε-γεννιέσ/
     
  8. Iagos

    Iagos Member

    Η ηθική δεν είναι ένα συνολάκι Guzzi που το φοράς όποτε θέλεις να εντυπωσιάσεις!
    Είναι κομμάτι του εαυτού σου που το εκφραζεις καθημερινά και σε χαρακτηρίζει σε ότι κάνεις.

    Έχω γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι με μεγαλεπίβολες εκφράσεις και κολακείες, μεγενθύνουν το ηθικό τους ανάστημα, ενώ οι πράξεις τους κραυγάζουν ταυτόχρονα το πόσο υποκριτές είναι.

    Κάποιοι άλλοι, στον αγώνα τους να περάσουν όσο το δυνατόν πιο απαρατήρητοι (κάποια μυαλά αυτό το ονομάζουν «διπλωματία»), υιοθετούν τη τακτική της «γάτας».
    Ζαρώνουν δηλαδή νωχελικά στα πόδια οποιουδήποτε βρεθεί στο διάβα τους, χαριεντίζονται και συμφωνούν σε ό,τι λέει ή χειρότερα σε όσα κάνει, ενώ από μακριά δεν διστάζουν να έχουν μια εντελώς διαφορετική άποψη.
    Όμως, εκείνοι που ακατάπαυστα δικαιολογούν, είναι οι πιο άδικοι: Το θάρρος της γνώμης , η προσωπική άποψη και η μάχη για τα πιστεύω μας, μάλλον έχει πάει περίπατο από καιρό!

    Το λεγόμενο «χάϊδεμα» των αυτιών είναι συνήθης τακτική και μάλιστα συχνά φέρνει επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή καταφέρνει να “κρατάει εαυτόν” μακριά από διαμάχες που μπορεί να κοστίσουν σε προσωπικό ή επαγγελματικό επίπεδο».

    Καποιοι δικαιολογούν αυτή την «πολιτική», διότι ας μη γελίομαστε, περί καθαρής πολιτικής αμφίβολου επιπέδου πρόκειται, με μια επιχειρηματολογία, η οποία εν μέρη έχει κάποια βάση, καθώς γλιτώνει τον «διπλωμάτη» από αντιδικίες και διαμάχες.

    Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε λοιπόν !

    Αν ο άλλος επιμένει πως «ο γάϊδαρος πετάει», δεν είναι ανάγκη να μπεις στην διαδικασία να αποδείξεις κι εσύ πως δεν είσαι ελέφαντας. «Άσε τον τρελό στην τρέλα του», που λέει και το παλαιό αγαπημένο άσμα.

    Ορθά! Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που αναμιγνύεται στην υπόθεση και η ηθική; Τι γίνεται στην περίπτωση που ο άνθρωπος θέλει να καβαλήσει τον γαίδαρο που πετάει και να απογειωθει απο τον 7ο οροφο, επειδή η κατάσταση του δεν του επιτρέπει να αντιληφτεί τις συνέπειες που έχει αυτός και οι γύρω του;

    Θα συμφωνήσουμε ότι είναι δύσκολο να ταυτοποιήσουμε ποιες ανθρώπινες πράξεις είναι ορθές και αποδεκτές και ποιες είναι λανθασμένες και ανάρμοστες. Και ναι, ακόμα και τα λάθη, για τους ανθρώπους είναι.
    Όσους και αν ρωτήσουμε, σπάνια υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τις παραμέτρους που ξεχωρίζουν το «ηθικό» από το «ανήθικο».

    Σε θέματα συνειδήσεως όμως δεν ισχύει ο νόμος της πλειοψηφίας όσο και αν αναπόφευκτα επηρεαζόμαστε από το πώς αντιμετωπίζουν οι γύρω μας ένα συμβάν και προσπαθούμε να πάμε με το ρεύμα.

    Οι πραγματικές αρχές μας, ΠΡΕΠΕΙ να είναι αμετακίνητες σαν βουνά, και να τις υπερασπιζόμαστε με όποιο κόστος. Μπορούμε να δράσουμε με βάση τον μέσο όρο στον τρόπο που τοποθετούμαστε ή που χειριζόμαστε μια κατάσταση, αλλά εκπτώσεις σε αυτά που πιστεύουμε, ακόμη κι όταν έχουμε να κερδίσουμε ή να χάσουμε κάτι δεν πρέπει να κάνουμε.
    Όταν δούμε κάποιον να έχει χάσει τον έλεχγο και να είναι σε δύνη, του το επισημαινουμε και δεν κρατάμε πράγματα για εμάς που στον ίδιο- ασκώντας μια καταστροφική πολιτική- δεν τολμάμε να πούμε.

    Διαφορετικά είμαστε συνύπεύθυνοι εφ όσων στερούμε συνειδητά από το άτομο αυτό μια σταγόνα πραγματικότητας που ισώς τελικά την έχει ανάγκη.
    Στην δική μου ζωή δεν έχω μάθει να βλέπω κάποιον να τρέχει στον γκρεμό και να τον χειροκροταω, είτε επειδη σπάω πλάκα μαζί του, είτε επειδή παίζω το δικό μου «παιχνίδι» είτε επειδή για εμένα μπορεί εκείνη την στιγμή να είναι ένας «χρήσιμος ηλίθιος».

    Το να τρέχεις μαζι του, παρ οτι και εσυ ο ίδιος γνωρίζεις οτι κάνει λάθος, χειροκροτώντας και επευφημώντας δεν περιλαμβάνει κάποια ηθική ούτε είναι δείγμα καλοσύνης. Δεν σε κάνει «διπλωμάτη». Είναι απλά μια ανήθηκη στάση ουδετερότητας .
    Η «ουδετερότητα» σαν στάση απέντι στα πράγματα είναι μια ανύπαρκτη κατάσταση. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ούτε στην πολιτική ούτε στη Δικαιοσύνη, ούτε φυσικά στη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει ούτε καν στην φύση !

    Αληθινός δείκτης πολιτισμού δεν είναι το επίπεδο του πλούτου ή της μόρφωσης, ούτε οι προσωπικές απολαβές.
    Είναι το προσωπικό ήθος και ο τρόπος που εκφράζεται αυτό.
    Δεν μιλάω για τη χριστιανική, ούτε την κοινωνική, ούτε τη σεξουαλική ηθική.
    Αναφέρομαι στην γεννήτορα όλων των ηθικών παραμέτρων, που δεν είναι άλλη από την προσωπική αντίληψη και την ατομική στάση, απέναντι στο «καλό» και το «κακό».

    Η πραγματική, λοιπόν, ηθική, είναι η διεπαφή με την ίδια τη φωνή της συνείδησής μας.
    Ο Κομφούκιος είπε πως η απόλυτη αρετή συνίσταται από την ικανότητα να τηρείς οπουδήποτε πέντε κανόνες: σοβαρότητα, συνέπεια, καλοσύνη, γενναιοδωρία, ειλικρίνεια.

    Πόσο σοβαρό, πόσο ειλικρινή, πόσο καλό, πόσο γενναιόδωρο και πόσο ειλικρινή σε κάνει να μην μιλάς για κάτι που ο ίδιος ξέρεις καλά, επιλέγοντας τον δρόμο της ουδετερότητας;

    Απόλυτα ενάρετος σιγουρα δεν είναι κανένας. Όλοι μας έχουμε καλές και κακές πτυχές καθώς αυτός είναι ο χαρακτήρας μας
    Ο τρόπος όμως που φερόμαστε στους άλλους, οι πράξεις μας ή αλλά πολύ περισσότερο και η απουσία της πράξης μας, καθορίζουν το ήθος μας.

    Δεν πρέπει να αντιδρούμε μόνο σε ό,τι μας πλήγει σε προσωπικό επίπεδο.

    Πρέπει να έχουμε το σθένος να υποστηρίζουμε τις αρχές μας οποτεδήποτε χρειαστεί και την ειλικρίνια να εκφράζουμε την προσωπική μας άποψη για τα πράγματα ακόμα και αν αυτο δυσαρεστεί τους πολλούς.
    Κάποια στιγμή τελειώνει το βόλεμα της αυτοδικαιολογίας και ο καθένας οφείλει να υπερασπίζεται την ηθική του, όποια και αν έχει, και να κάνει αυτό που πρέπει, όταν πρέπει.

    Ο Δάντης (1265-1321) έγραψε ότι οι «Οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση.».

    Κάτι παραπάνω θα ξέρει!

    http://www.queers.gr/mobile/article/121/η-ουδετερότητα-σαν-στάση-ζωής/
    06.jpg
     
    Last edited: 22 Φεβρουαρίου 2017
    SubIrene, anmaya, D Q Juls and 4 others like this.
  9. Iagos

    Iagos Member

    Ο Μέγας Ανατολικός.

    "Τι είναι ο Έρως, διηρωτάτο η Υβόννη εν απογνώσει. Διατί να είναι τόσον δύσκολος η ολοκλήρωσίς του; Διατί να προκαλή τόσους πόνους και τόσας πικρίας, ενώ είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, το μεγαλύτερον δώρον που εδόθη εις τους ανθρώπους, η μεγαλυτέρα απόλαυσις, η βαθυτέρα ευτυχία. Τί είναι αυτό που μετατρέπει τον Έρωτα, από Παράδεισον ηδονών, εις Κόλασιν μαρτυρίων; Τι είναι αυτό που μετατρέπει το μέλι εις χολήν; Τι είναι αυτό που κάμνει τον ατυχή ερωτευμένον να υποφέρη, υπό ορισμένας συνθήκας, τόσον; Τι είναι αυτό που ώρες-ώρες κάνει το αίμα το ζεστό να γίνεται μέσα στις φλέβες πάγος; Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν, σαν ένα ωραίο τοπίο, σαν ένα ωραίο ξένοιαστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;


    Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως -εξηκολούθησε να σκέπτεται μ’ αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» κι η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος κι απολύτως παντοδύναμος -όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» κι άλλα αηδή κι ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης κι όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;

    Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.

    Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα. Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μεγάλο χάος ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το ‘Ακτιστον, το Μέγα Φως το ‘Απιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός -τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα κι επί της Γης κι εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής -τουτέστιν ένας μεγάλος ‘Αρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αύται, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο ‘Αρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;

    Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού!"
    [​IMG]
     
    milgeo69, SubIrene, goodevil and 2 others like this.
  10. Iagos

    Iagos Member

    Οι άκαυλοι βγήκαν στις ρούγες για να μιλήσουν για τον έρωτα.

    Γέμισαν οι γειτονιές καρδούλες και βαλεντίνους.

    Οι άκαυλοι μαδούν την μαργαρίτα.

    Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, , μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά.

    Μωρές παρθένες με ραμμένα τα μουνιά από της παναγιάς τον οίστρο.

    Παν-αγίες.

    Εγκεφαλικά νεκροί επιβήτορες περιφέρουν τον κορδωμένο τους λαιμό βατεύοντας ψόφια κρέατα μωρών παρθένων.

    Στα σκοτεινά.

    Στα κρυφά.

    Στα μουλωχτά.

    Στα ενοχικά.

    Στα γρήγορα.

    Πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί, πούτσα, κώλος, μουνί, , πούτσα, κώλος, μουνί.

    «Όταν μιλάμε για καύλα, μιλάμε για καύλα .Όταν μιλάμε σοβαρά μιλάμε σοβαρά.» αποκρίνεται ο βλαμμένος όταν τον ηδονιστή ανταμώνει.

    Και ποια είναι τα σοβαρά;

    Η δουλειά, τα φράγκα, οι σχέσεις, οι γάμοι, οι καριέρες, τα παιδιά, τα σκυλιά, τα γατιά, οι απέναντι, οι άλλοι, οι πολιτικοί, η τηλεόραση, το ποδόσφαιρο και τελειωμό τα σοβαρά δεν έχουν.

    Απ’ άκρη σε άκρη αυτού του τόπου τα σοβαρά κυριαρχούν.

    Είναι πλέον εντοιχισμένα πίσω από τα στέφανα, δίπλα στο καντηλάκι της μεγαλόχαρης παρθένας.

    Η καύλα είναι κλειδωμένη στο υπνοδωμάτιο.

    Υπνοδωμάτιο και όχι καυλοδωμάτιο.

    Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.

    Αμπάρωσε, κλείδωσε, μην φωνάζεις, μην εκφράζεσαι, στα μουγγά, στα σιωπηρά, στα ενοχικά.

    Θα ακούσουν τα παιδιά, η μαμά, ο μπαμπάς, ο παππούς, η γιαγιά, η θεία, ο θείος, ο γείτονας.

    Αλήθεια, έχετε μαλακιστεί ποτέ ακούγοντας τους γονείς σας να γαμιούνται;

    Έχετε μαλακιστεί ποτέ ακούγοντας τα παιδιά σας να γαμιούνται;

    Αλλά είπαμε, αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα.

    Άλλωστε η μαλακία κουφαίνει… ή μήπως όχι……

    Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό που μπορεί να κάνει άνθρωπος στη ζωή του από το να είναι συνέχεια καυλωμένος;

    Τι είναι ένας καυλωμένος άνθρωπος;

    Είναι ένας άνθρωπος ανοιχτός.

    Οι αισθήσεις ανοιχτές.

    Ανοιχτός στο να ανταλλάξει σάλια, ανοιχτός στο να τον ακουμπήσουν, ανοιχτός στο να ακουμπήσει, ανοιχτός στο να ανταλλάξει τα ούρα του, ανοιχτός στο να μπλέξει τους ιδρώτες του, ανοιχτός στο να ουρλιάξει, ανοιχτός στο να δώσει πόνο, ανοιχτός στο να πάρει πόνο, ανοιχτός στο να κάνει παρτούζα, ανοιχτός στο να κλάψει, ανοιχτός στο να γελάσει, ανοιχτός στο να χαχανίζει, ανοιχτός στο να κλάνει, ανοιχτός στο να φτύνει, ανοιχτός στο να λιώσει στην αγκαλιά του άλλου, ανοιχτός στο να πει πράγματα που αλλιώς δεν θα έλεγε, ανοιχτός στην ομορφιά, την ποίηση και την μαγεία.

    Και δεν είναι οι παραπάνω σοβαροί λόγοι για να είναι η καύλα η πηγή έμπνευσης της ζωής;

    Δεν νοηματοδοτεί την ουσία της ζωής;

    Δεν είναι η πάλη του ανθρώπου για να υπερβεί την φύση του;

    Νομίζω πως ήρθε ο καιρός να σοβαρευτούμε και την καύλα μας να ακολουθούμε….

    Iagos

    2227382_2_o.jpg
     
    Last edited: 21 Απριλίου 2017