Λοιπόν θέλετε να πάμε;

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος -Volt-, στις 26 Αυγούστου 2018.

  1. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    - Λοιπόν θέλετε να πάμε; ρώτησε με το πάντα ξεσηκωτικό χαμόγελο του ο Θανάσης.


    Κοιταχτήκαμε για λίγο αμίλητοι, αλλά όλοι σε συγκρατημένη κατάνυξη που την προκαλούσε πάντα ο δικός του ενθουσιασμός. Η Σίσυ το κορίτσι του, ένευσε κοιτώντας τον λιγωμένα. Τη θυμάμαι μ’ αυτό το βλέμμα σα να ‘ταν χθες. Οι άλλοι μείνανε σιωπηλοί, κοιτάγανε τα ρολόγια τους.


    Έμεινα εγώ, αναποφάσιστος όπως πάντα. Το μοτό που ακολουθούσα εκείνη την εποχή ήταν πως το ‘’θέλω’’ είναι η αρχή της υποδούλωσης. Μονίμως δεν ήθελα, όμως θα ήθελα να θέλω κι ας μην ήθελα. Ήμουν στο προπύργιο να προσδοκώ απεγνωσμένα να με θέλουν για να μπορώ κι εγώ να θέλω κι ας ήθελα εξ’ ίσου απεγνωσμένα, να μπορώ να μη δηλώνω διαθέσιμος.


    Και μετά ήταν η Ισμήνη. Δεν την ξέραμε καλά, ήταν φίλη της Σίσυ. Λιγομίλητο κορίτσι. Είχε έρθει μερικές φορές με την παρέα μας, σπανίως συμμετείχε. Μόνο μια φορά απ’ όλο τον κόσμο διαπληκτίστηκε μαζί μου, τον πιο βλάκα κι αμόρφωτο, που ξεσήκωνα λέξεις από βιβλία που με εξιτάριζαν και συγκροτούσα μύθους ολόκληρους. Τι είχα πει; Μου φαίνεται κάτι εντελώς αστόχαστο για το Μπατάιγ, ή μήπως για το Ρόμφο; Στην αρχή παθιάστηκε, τα μάγουλα της βάφτηκαν κατακόκκινα, οι φλέβες στο λαιμό της πετάχτηκαν, ήταν η μόνη φορά που είδα τα μάτια της να γελούν. Σύντομα κατάλαβε πως ήμουν σαν το καλά χτυπημένο αφρόγαλο. Αφράτος, μεστός, πολύς στο μάτι, αλλά σιγά σιγά κάθιζα, από ουσία μηδέν.


    Κι όμως εκείνο το απόγευμα δέχτηκε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εγώ κατέρριψα την ψυχολογία που μόνος δημιουργούσα με το μοτό στον εαυτό μου, σε μια στιγμή κι όταν είδα πως θα συναινούσε, είπα πως θα πάω.


    Ήταν όμορφη η παραλία, μάλλον μέσα Μάη, δε μπορώ να θυμηθώ καλά. Είχε ο καιρός αυτή τη γλύκα, που φυσάει δροσερά, δε νιώθεις να ζεσταίνεσαι, αλλά σαν κύμα σου ‘ρχεται κατά στιγμές λίγος ζεστός αέρας. Ο ήλιος είχε αυτό το παραμυθένιο πορτοκαλί του στο κέντρο, που όσο το κοίταζες στυλά, οι άκρες του κύκλου κοκκίνιζαν τόσο πολύ που σε πόναγαν τα μάτια. Κι η μαγιάτικη θάλασσα στην Ελλάδα, απ’ τα πιο ταπεινά μέρη κοντά στην Αθήνα, ως τις αναγνωρισμένες παραλίες, είναι αυτή που ερωτεύτηκαν ήρωες και διανοούμενοι, όλων των εθνικοτήτων κι εποχών. Είναι η μόνη θάλασσα που έκανε τους ποιητές να εμπνευστούν την Ιθάκη, τον Αρχαίο και τον Αλεξανδρινό. Γιατί μόνο σε αυτό το μέρος θα μπορούσε να υπάρξει μια Ιθάκη, μόνο αυτή η θάλασσα θα μπορούσε να είναι τόσο τιμημένη. Γι’ αυτό και το ποίημα ενός από χρόνια χαμένου ποιητή είναι σπουδαιότερο απ’ την εγκυκλοπαίδεια του Ιρλανδού, για κάποιον Οδυσσέα.


    Ο σκύλος μου είχε την κλασική κατατομή της ομάδας 5, όταν έτρεχε γύριζε μονοκόμματος, δε μπορούσε να κάνει αναστροφή όπως μια γάτα κι έχανε χρόνο σε σχέση με τα θηράματα ή τα κυνηγετικά σκυλιά. Έτσι ήμασταν κι εμείς οι άντρες πάντοτε. Πολύ μονοκόμματοι και βαρύγδουποι. Είναι τόσο αστείο, φοράμε μόνο παπούτσια κι ένα παντελόνι και σε μια παραλία αν δεν έχουμε πάει για μπάνιο, ώσπου να γονατίσουμε σα γέροι, να λύσουμε τα κορδόνια, να βγάλουμε τα παπούτσια και να σηκώσουμε τα μπατζάκια, αν δε μεσολαβήσει χρόνος για να καπνίσουμε επί τη ευκαιρία, χάνουμε όλο τον πολύτιμο χρόνο που κάποτε δε γυρνά πίσω κι αν μας έβλεπαν οι νεότερες εκδοχές μας που πρήζανε τη μαμά να τους πάει στην παραλία, θα μας μούτζωναν.


    Τα κορίτσια είχαν βγάλει τα παπούτσια τους, η Σίσυ μπήκε ως εκεί που δεν κινδύνευε η κοντή λουλουδάτη φούστα της κι η Ισμήνη είχε σηκώσει τα μπατζάκια της ως κάτω απ’ τους μηνίσκους. Όλα τα θυμάμαι θολά κι όμως το μπορντώ παντελόνι που φορούσε μένει χαραγμένο με ένα έντονο, βαθύ χρώμα, νομίζω αυτό που είχε η αγαπημένη μου τζάγκουαρ αντίκα.


    Εμείς ακόμη συζητούσαμε καθιστοί με τα κορδόνια λυμένα κι ένα τσιγάρο σβησμένη γόπα στο στόμα. Ως συνήθως προσπαθούσε να με πείσει ότι η λεσπώλ που είχε ερωτευτεί ήταν καλύτερη απ’ το ταυράκι που αγαπούσα εγώ. Και τώρα, δεν ξέρω πια αν θυμάμαι τα πατήματα του λα μινόρε. Μου φαίνεται υπήρχαν δύο τρόποι να βάζεις τα δάχτυλα στο μπράτσο. Περνάει ο χρόνος, έρχονται φουρτούνες και τα κύματα που βγαίνουν, τα αφήνουμε να πάρουν ότι ξεκολλάει ευκολότερα κι ας ήταν αυτό που κάποτε σεργιανίζαμε πάνω του τα όνειρα μας.


    Η Σίσυ μας φώναξε κι ύστερα τσαντισμένη του είπε πως αν δεν έμπαινε στο νερό θα τα έβγαζε όλα. Πάντα ήταν λίγο σεμνότυφος και συντηρητικός. Ήταν η κατάλληλη ατάκα. Δυο λεπτοί νεαροί μπήκαμε στο νερό σαν πολικές αρκούδες, ατσούμπαλοι, θορυβώδεις, κεφάτοι, ή σχεδόν. Τώρα πια δε μπαίνω καν στο νερό, κάθομαι για ώρες με τις ρόδες βυθισμένες στην άμμο και τον κλιματισμό αναμμένο. Κάποιοι γονείς με κοιτούν ενοχλημένοι, καχύποπτα θαρρώ. Ίσως να φοβούνται τις κακιές ματιές στα παιδιά τους. Δεν το ξέρω το συναίσθημα, δεν απέκτησα ποτέ.


    Αργότερα έφερε το αυτοκίνητο του όσο πιο κοντά γινόταν στο νερό κι έφερα κι εγώ το δικό μου. Μας φάνηκε ωραίο να ρίξουμε τα πίσω καθίσματα και να κάνουμε σα να είμαστε κάμμπινγκ σε τροχόσπιτα. Η Ισμήνη υποχώρησε κι έτσι ξαπλώσαμε άβολα δίπλα δίπλα πάνω στη μοκέτα του αυτοκινήτου μου που τσίμπαγε. Ξανασηκωθήκαμε διότι ο πάντα έτοιμος Θανάσης είχε δεύτερη πετσέτα. Τη μισούσα αυτή την πετσέτα με τα ξεφτισμένα πορτοκαλί και μπλε λουλούδια, ήταν τόσο τεράστια και τριμμένη και κάθε φορά που σκουπιζόμουν όποτε πηγαίναμε για μπάνιο, τυλιγόταν πάνω μου, μπουρδουκλωνόμουν και σκόνταφτα συνέχεια.


    Αλλά τώρα ήταν ωραία από κάτω μας, δροσερή. Μόνο αυτή η σιωπή να μην υπήρχε. Για μια στιγμή σκέφτηκα ακόμη και να αρχίσω πάλι να λέω ανοησίες για το Ρόμφο, ή το Μπατάιγ ή όποιον άλλο ιντελεξουέλ τύπο υπήρχε. Αν υπήρχαν τότε τα κινητά καφετιέρες με τη σούπερ σύνδεση στο ίντερνετ, κάτι θα ψαχνα να βρω. Μα τότε τίποτα δε μου ‘ρχοταν στο νου. Κι αυτή η σιωπή, η απραξία, με σκότωνε, ήθελα να φύγω.


    Δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το να το πω. Και το είπα.

    - Αν δεν έχουμε τίποτα να πούμε δεν πας δίπλα στα παιδιά να φύγω;

    - Τα παιδιά δίπλα κοιμούνται

    - Μπα δε νομίζω, τώρα πήγαν

    - Ή δεν κοιμούνται κι είναι απασχολημένοι μεταξύ τους

    - Α…

    - Ναι

    - Οπότε;

    Οπότε τι;

    - Εμείς;

    - Εμείς τι;

    - Δε θα μιλήσουμε;

    - Α αυτό.

    - Δεν κατάλαβα

    - Νόμιζα ότι ρωτούσες αν εμείς θα κάνουμε


    Ναι αισθάνθηκα εντελώς χαζός.


    Γύρισα όσο πιο αργά και μαλακά μπορούσα, απλώς για να γυρίσω στο πλευρό και να την κοιτάξω ώστε να μη μιλάμε κοιτώντας τον ουρανό του αυτοκινήτου. Είχε ήδη γυρίσει προς το μέρος μου και με κοίταζε περιπαιχτικά.

    - Λοιπόν; είπε μαλακά με στραβό χαμόγελο

    - …

    - Δε θα μιλήσουμε; το φρύδι της τσάκισε ειρωνικά


    Πλησίασα προς το στόμα της. Μάλλον θα ήταν μόνο για απόψε, το καταλάβαινα, αυτή η κοπέλα ήταν φευγάτη και γυαλιστερή, δε θα μπορούσα να το υποστηρίξω για πολύ. Αυτό δε σήμαινε όμως πως δε μπορούσα να δώσω λίγη κλάση σ’ αυτό. Να είμαι τρυφερός, να είμαι δεν ξέρω όπως το φανταζόμουν απ’ τα συμφραζόμενα στις γαλλικές ταινίες εποχής. Αφρώδης και απαλός, ή κάτι τέτοιο.


    Όχι εκείνη. Το έμαθα εκείνο το βράδυ. Εγώ κατέβασα άθελα μου το παραβάν κι εκείνη δεν έβρισκε κανέλα λόγο για προσποιήσεις και ευγένειες.


    Το χέρι της πήγε στο παντελόνι μου, κατέβασε το φερμουάρ και το ‘βαλε μέσα απ’ το μποξεράκι. Αλήθεια ντράπηκα. Δεν ήμουν ερεθισμένος. Το μυαλό δεν είχε δώσει καμιά εντολή, ακόμα ήμουν στην ιδέα πως θα συζητούσαμε όλη νύχτα. Δεν ήξερα καν αν μου άρεσε έτσι αυτή η κοπέλα.


    Δεν έδειξε να την πτοεί ή να την νοιάζει. Έφερε μπροστά και το άλλο χέρι, μου ξεκούμπωσε το κουμπί και μόνη της κινήθηκε κατεβάζοντας το μου το παντελόνι και το εσώρουχο. Τα χείλη της ήταν υγρά, σάλιωσε όλη την περιοχή, κολλούσα. Γιγαντώθηκα μέσα στο στόμα της και ακόμα τα είχα χαμένα. Σα να είχα υποστεί κάποιο ισχυρό κλονισμό ήμουν σε αφασία.


    Μόνο όταν το χέρι της μου χούφτωσε άγρια τον κώλο, γδέρνοντας κάθε σκέψη άλλη δεν πέταξε, πέθανε. Μου άρεσε η τρυφερότητα στο κρεβάτι, την είχα συνηθίσει. Την έδινα και την έπαιρνα, με το μαχαίρι του βουτύρου έκοβα πάντα το ψωμί. Και τώρα αυτή τολμούσε και έκανε κάτι τόσο έξαλλο! Εκνευρίστηκα και ο θυμός μου προκάλεσε μια ένταση που δεν ήξερα πως ή γιατί το γνώριζα, αλλά ήξερα πως είχε κάποια σχέση με τη στύση μου, ότι δε γινόταν να μαραθεί, σχεδόν μια αδυναμία να χύσω, ή να δώσω εντολή. Ήταν σα να έβγαινε ασυγκράτητη μια οδηγία απ’ το Μεγάλο Άλλο μέσα μου, αυτόν που για πολλά χρόνια ακόμα θα μου έμενε ένας άγνωστος – ο εαυτός μου, πως το καυλί μου ήταν ρόπαλο. Μπορούσε να σκοτώσει, μπορούσε να καρφώσει, να τρυπήσει, να πληγώσει, να κάνει οτιδήποτε, θα προτιμούσε να πεθάνει για πάντα αν δεν το έκανε, αλλιώς δε θα γινόταν τίποτα άλλο. Ήταν η στιγμή μηδέν.


    Δεν ήξερα τι έκανα, δεν ήξερα γιατί. Ήξερα μόνο πως ήταν έτσι.


    Πήγα να της αρπάξω τα χέρια, αλλά εκείνα σφίχτηκαν με βία στον κώλο μου, άδραξαν το δέρμα με βία και δεν ξεκολλούσαν. Έσκιζαν, τράβαγαν, τσίμπαγαν και όσο μπορούσε να με πληγώνει, να με βλέπει να λυσσάω σα θηρίο τόσο πιο ξέφρενο κι αχόρταγο γινόταν το τσιμπούκι της.


    Σχεδόν, τα χέρια μου δεν τα κρατούσα. Και τότε δεν τα κράτησα. Τράβηξα τα μαλλιά της και για πρώτη φορά δε μίλησε, δεν αντέδρασε με άλλο τρόπο, μόνο βόγκηξε και τα νύχια της κατάφεραν κάπως να βρεθούν στη μέση μου και να κατέβουν βαθιές νυχιές ως κάτω χαμηλά στον κώλο μου. Τώρα έκανε και κάτι άλλο, είχε ανοίξει τα κωλομάγουλα μου και τα έγδερνε στα πλάγια. Δε μπορούσα να κρατήσω την οργή μου, ήταν αδύνατον.


    Τη χαστούκισα κάπως δεν ξέρω πως. Ήταν τζούφιο, ήμουν πολύ πιο πάνω από ‘κεινη ξαπλωμένος και μετά κάπως κατάφερα να τυλίξω τα χέρια μου στο λαιμό της. Ακούστηκε μόνο ένα μμμμ μελωδικό, εκστασιασμένο. Και όσο έσφιγγα τόσο συνεχιζόταν, όπου έκανε έναν ήχο και ελευθέρωσα τα χέρια μου αυτοστιγμής κι όμως δεν ήθελα. Ήθελα να τα έχω εκεί ακριβώς πριν το όριο.

    - Μη σταματάς σε παρακαλώ

    Ακούστηκε βραχνιασμένα και παραπονιάρικα.


    Είχε γδυθεί, ήταν αναψοκοκκινισμένη, ανασηκώθηκε στην ίδια θέση μ’ εμένα. Σάλια έτρεχαν στο στόμα της.

    - Σταμάτησες, χαμογέλασε με κακία…

    Κότα είπε.

    Δε με πείραξε η λέξη. Με ενόχλησε όμως που με έφτυσε. Ξανά ένιωθα αυτή την ακατάσχετη επιθυμία για τον πούτσο μου. Τη χαστούκισα και τότε μ’ έπιασε βίαια απ’ το σβέρκο, με φίλησε, ή μάλλον μου δάγκωνε τα πάνω χείλη και τα κάτω χείλη και τα πάνω χείλη ξανά και ξανά και ξανά. Κάνοντας μοχλό το σβέρκο μου τυλίχτηκε γύρω μου.


    Η εκρηκτικά, ανεξάρτητη, που σχεδόν μου ρήμαζε το κεφάλι. στύση μου σαν ένας εφιαλτικός πονοκέφαλος που στον έχουν προκαλέσει ο θυμός και τα νεύρα, ήταν το μοναδικό εισιτήριο που χρειαζόταν. Μπήχτηκα μέσα της. Πόνεσα όπως μπήκα. Ξέρω πως πόνεσε γιατί σχεδόν κοκάλωσε και τότε αυτό ήταν το έναυσμα μου.


    Την έφερα από κάτω μου και ξεκίνησα να την καρφώνω όπως δεν είχα ξανακάνει στη ζωή μου. Καμιά ευγένεια, καμιά σύνεση και τα χέρια μου όποτε κατάφερνα να αιωρηθώ χωρίς να κινδυνεύω, ή να στηρίζομαι στα γόνατα μου, την κρατούσα απ’ τον πολύτιμο λαιμό της και τα μάτια της λάμπανε. Όποτε την άφηνα με χαστούκιζε. Καμιά διάκριση, καμιά υποκρισία. Δυνατά. Κι αυτό με θύμωνε, με καύλωνε τρομακτικά. Ήταν ένα ελιξίριο παράτασης χωρίς να χύνω, ήταν ένα νεύμα για να την πονάω στο γαμήσι της.


    Πάρε και πάρε, μέχρι όσο μέσα μπορούσα. Έβγαινα σχεδόν εντελώς, καρφωνόμουν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου και πονούσα και πονούσε και τα μάτια της… αυτά τα μάτια της λάμπανε ίσως με τρόπο που θα έπρεπε να τη φοβάμαι. Λάμπανε ίσως έτσι και τα δικά μου.


    Έχυσε κάποια στιγμή και τα χέρια της βρέθηκαν χαρούμενα, κοιτώντας με μ’ άγρια χαρά στη μέση μου.

    - Μην τολμήσεις…

    Αλλά τόλμησε. Κι εγώ συνέχιζα να μη μπορώ να αλλάξω την εντολή του Άλλου. Και δεν έχυνα κι εκείνη μ’ έσκιζε, μ’ έβριζε, με πόναγε όσο μπορούσε. Μ’ εξευτέλιζε με τα μάτια και το κορμί όσο μπορούσε κι έχυνε κι εγώ δεν έχυνα, ώσπου έχυσε για τελική φορά κι ένα χαμόγελο έκανε τα πάντα να τρέμουν και μ’ αγκάλιασε απαλά, ανασηκώθηκε. Κόλλησε στα στήθια μου τα στήθη της και μείναμε έτσι ώσπου με έναν πονοκέφαλο που δε θέλω να θυμάμαι και μου ‘χει συμβεί λίγες φορές ακόμη δονούνταν τα μηνίγγια σα να συμπιέζονταν και να ξεσυμπιέζονταν μόνα τους ως εκεί που δεν πήγαινε κι εγώ ολόρθος χωρίς σε τίποτα η στύση μου να καταρρέει, έχυνα βαθιά μέσα της κι ήταν όλη γατζωμένη πάνω μου και μας κράταγα στα δυο μου χέρια και τους δυο.


    Έτσι κοιμηθήκαμε.


    Δεν την ξαναείδα ποτέ. Δεν ξαναβγήκα ποτέ με κανέναν τους και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια κρύφτηκα. Κρύφτηκα απ’ αυτόν που μου μιλούσε μέσα μου, κρύφτηκα απ’ το κορμί μου κι απ’ τη ζωή μου. Μπουσούλησα.