Μετά την αποπλάνηση: Στιγμές

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 12 Μαρτίου 2018.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Όπως είχα υποσχεθεί (...ή απειλήσει) η ιστορία της Κατερίνας και του Μανώλη δεν σταματάει στην αποπλάνηση. Σήμερα θα ξεκινήσω να γράφω σκηνές από τη ζωής του και θα συνεχίσω όσο υπάρχει όρεξη εγώ να γράφω και εσείς να με διαβάζετε.


    (παρακαλώ πολύ τους διαχειριστές αν είναι δυνατό αυτό το post να μείνει ξεκλείδωτο ακόμα και μετά το πέρασμα μιας ημέρας ώστε να μπορώ να το κάνω update όταν χρειάζεται)
     
  2. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Στιγμή 1
    Μερική παραγώγιση
    ~.~
    Η βέργα έπεσε δυνατά στον αριστερό μου γλουτό και ο πόνος ήταν οξύς.

    «Ένα» είπα.

    Ήμουν στα τέσσερα στο κρεββάτι του με τα οπίσθιά μου τουρλωμένα. Πάντα στα παιχνίδια μας η τιμωρία, με τη βέργα ή το χέρι του ή το flogger ήταν για ένα ανόητο ή ασήμαντο λόγο. Μεγάλωσα χωρίς να έχουν ακουμπήσει χέρι πάνω μου η γονείς μου και έφτασα στα είκοσι μου για να φάω τις πρώτες ξυλιές. Ναι, ήταν παιχνίδι. Ήταν παιχνίδι που άρεσε στο Μανώλη και εγώ έπαιζα μαζί του πρόθυμα. Και ας πονούσα. Προτιμούσα το flogger και το χέρι του αλλά εκείνος προτιμούσε τη βίτσα και το μαστίγιο. Είχε απαρνηθεί το μαστίγιο και το είχε πετάξει στην άκρη.

    «Είναι παιχνίδι» μου έλεγε και μου ξαναέλεγε. «Πρέπει να το θέλουν και οι δύο.»

    Το flogger και το χέρι του με πονούσαν αλλά και με καύλωναν. Η βίτσα απλά με πονούσε. Όμως τι αξία έχει μια προσφορά αν από αυτή λαμβάνεις μερτικό; Το flogger και το χέρι του ήταν παιχνίδι. Η βίτσα ήταν το δώρο μου προς εκείνον. Θες να με πάρεις βίαια; Πάρε με. Θέλεις να με πονέσεις; Πόνεσέ με. Θες να πέσω στα πόδια σου και να τα φιλήσω; Θα το κάνω με ευχαρίστηση.

    Είμαι δικιά σου.

    Ένιωσα κάψιμο στον άλλο γλουτό. Δαγκώθηκα, δεν ήθελα να φωνάξω. Δεν θέλω να τρομάξει και να σταματήσει και να αρνηθεί ακόμα ένα κομμάτι του για εμένα.

    «Δύο»

    Αρχικά η ξυλιές ήταν πέντε, όσες και οι φορές που είχα περάσει το ίδιο σημείο στην άσκηση χωρίς να δω το λάθος. Δεν ήταν σοβαρό, ήταν λάθος στιγμιαίας απροσεξίας από την κούραση. Ήταν αφορμή για παιχνίδι. Οι ξυλιές μετά έγιναν επτά, 40% τόκος υπερημερίας.

    Αααααχ…. «Τρεις» είπα προσπαθώντας με όλη τη δύναμη μου να μη φωνάξω.

    Δε μου το έκανε εύκολο. Μέρος του παιχνιδιού του ήταν ο ακανόνιστος χρόνος μεταξύ των διαδοχικών ξυλιών, έτσι, για να μη μπορώ να χαλαρώσω, να μην ξέρω τι με περιμένει.

    Μα ήξερα. Θα πονέσω. Πολύ.

    «Μμμμμ τέσσερεις» είπα δακρυσμένη και πριν προλάβω να τελειώσω έπεσε και η πέμπτη.

    «Πέντε» είπα μέσα από τα δόντια μου. Τα μεριά μου έκαιγαν, ένα κομμάτι του εαυτού μου ούρλιαζε «Τι κάνεις, τι τον αφήνεις να σου κάνει» μα ένα άλλο κομμάτι έλεγε «κι άλλο, αντέχω. Θα αντέξω.»

    «Έξι» μούγκρισα. Η ανάσα μου είχε γίνει κοφτή και μέσα από τα σφιχτά σφαλισμένα μου μάτια έβλεπα λάμψεις και φευγαλέα σχήματα που έσκαγαν σα φούσκα και χάνονταν όταν προσπαθούσα να τα προσδιορίσω.

    Περίμενα την έβδομη αλλά αυτή δεν ερχόταν. Περίμενα αρκετή ώρα. Άνοιξα τα μάτια μου και γύρισα και τον κοίταξα που με παρατηρούσε σκεπτικός.

    «Κατερίνα γιατί δε μου λες “Μανώλη σταμάτα”; Είναι φανερό ότι με τα χίλια ζόρια κρατιέσαι.»

    «Γιατί είπαμε εφτά.» του απάντησα απλά.

    «Κατερίνα μου είναι παιχνίδι» μου είπε.

    «Ναι, είναι παιχνίδι. Παιχνίδι που σ’ αρέσει.»

    «Δεν αρκεί αυτό, πρέπει να αρέσει και σε εσένα.»

    «Μου αρέσει γιατί σου αρέσει. Παίζω μαζί σου γιατί θέλω να παίζω μαζί σου.»

    Με κοίταξε σκεπτικός.

    «Μανώλη, παράτησες το μαστίγιο παρά το γεγονός ότι είναι αυτό που σου αρέσει περισσότερο. Το παράτησες για εμένα.»

    Συνέχισε να με κοιτάει χωρίς να κάνει κάτι άλλο.

    Σηκώθηκα από το κρεββάτι και αγνοώντας τον πόνο μου γονάτισα μπροστά του. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα.

    «Με βλέπεις που γονατίζω μπροστά σου; Δε θα το έκανα ποτέ και για κανέναν. Σε εσένα το κάνω με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή. Τι θες για να σου δώσω να καταλάβεις πως ό,τι κάνω με εσένα το κάνω γιατί το θέλω, γιατί μου το βγάζεις να το θέλω; Φοβάσαι μήπως λυγίσω; Τότε δεν έχω παρά να δω τα μάτια σου και να δω μέσα τους αυτό που με γεμίζει.»

    Μου χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι.

    «Be that as it may, απόψε δεν έχει άλλο» είπε και πήγε να φέρει την κρέμα για να με περιποιηθεί. Ξάπλωσα στο κρεββάτι μπρούμητα και τον περίμενα. Πρώτα φίλησε όλες μου τις κοκκινίλες και μετά άπλωσε τρυφερά την κρέμα πάνω μου. Δε με άφησε να φορέσω το μποξεράκι που μου είχε κάνει δώρο γιατί ήταν σφιχτό και θα πονούσα. Με άφησε να φορέσω το εσώρουχό μου.

    «Την Τρίτη το απόγευμα θα πάμε για ψώνια» μου είπε. «Θα πάρουμε ένα ζευγάρι πιτζάμες και ένα ζεστό νυχτικό για το χειμώνα και ένα αποκαλυπτικό για τις ζέστες. Αυτά θα τα έχεις εδώ.»

    Χαμογέλασα σα χαζό.

    «Ξάπλωσε κάτω από το πάπλωμα» του είπα χωρίς να σηκώνω αντιρρήσεις.

    Ξάπλωσε κάτω από το πάπλωμα, χώθηκα και εγώ από κάτω του και χωρίς άλλες κουβέντες του κατέβασα το παντελόνι και το μποξεράκι και τον πήρα στο στόμα μου. Έβαλα όλη μου την τέχνη, ήθελα να του προσφέρω την πίπα της ζωής του.

    Πρέπει να τα κατάφερα γιατί πέρασε ελάχιστη ώρα, ούτε καν λεπτό, πριν αρχίσω να νιώσω τους γνώριμους σπασμούς που συνοδεύτηκαν από καυτές ριπές σπέρματος στο στόμα μου.

    Και σαν καλό και υπάκουο κορίτσι κατάπια και μετά χώθηκα στην αγκαλιά του ενώ ο Μανώλης πάλευε ακόμα να βρει την ανάσα του.

    Όχι, παίζουμε!
     
    daniela100, yannouli, lexy and 11 others like this.