Μια ιστορία εκ καρδίας

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 3 Ιανουαρίου 2006.

  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Χαιρετώ όλους.

    Ένας καλός φίλος από την Αμερική έγραψε μια μικρή ιστορία που έχει να κάνει με το φετίχ του ήχου της καρδιάς και του στηθοσκοπίου. Αισθάνομαι λίγο χαζός που το κάνω post εδώ, αφού (1) το προηγούμενο post παρέθετε αποσπάσματα από Εμπειρίκο, και όσο ταλαντούχος να είναι ο φίλος από την άλλη μεριά του Ατλαντικού μάλλον παίζει 50-60 κατηγορίες πιο κάτω και (2) ίσως αυτό το post να ταίριαζε καλύτερα σε ένα section που θα είχε τίτλο "Perv Literature". Αν αυτό το post πρέπει να μετακινηθεί σε άλλο μέρος του site ή και να σβηστεί τελείως, καταλαβαίνω απόλυτα.

    Παρ'ολα αυτά, νά το εδώ πέρα, το πρωτότυπο στα Αγγλικά, ακολουθούμενο από την ταπεινή μου προσπάθεια για μετάφραση.

    Να είστε όλοι καλά,
    DocHeart

    ======================================================================
    LONELY HEARTS

    She enters the examination room like a ray of light, bearing inward a rustle of fresh linen and a breath of departing adolescence. Sustained easily on the breeze of her passage, her silken blonde hair stirs with each movement, a soundless bell caressing her shoulders, its effulgence framing the exquisite, doe-like curves and planes of her face. It could be a face from a portrait by one of the Pre-Raffaelites: passive, inward-looking, androgynous. The luminous gray-green eyes reflect only an awareness of their own beauty; the full lips part slightly as if framing an answer to an unspoken question.

    On the request to remove her blouse and brassiere, her head inclines gracefully as her slender fingers flutter nervously at the pearl buttons. The shirt, a delicate shell pink with short sleeves and a suggestion of lace at the collar, slips from her shoulders to reveal a skin of milky whiteness, the collarbones birdlike, the chest without blemish, the lacy finish of the small brassiere cups pressing slightly and exquisitely into the flesh of her upper bosom. The upper arms reveal their delicate flue, a faint tracery of blue veins perceptible when she turns a wrist first to drape the shirt over a nearby chair and then to undo the center hook of the brassiere.

    She parts and lifts the cups from her breasts with an averted glance, slowly lowering the straps over her shoulders and dropping the brassiere onto the shirt. Straightening, turning, she lifts her eyes to meet those of her examiner, a woman, as if to read there the evidence of secrets unlocked, trusts violated, innocence defiled, but meets only a glance of frank admiration. Hers is a torso of classic beauty, the musculature of the abdomen suggested, the breasts small, hemispherical, their undersides curving gently into the ribs, the pale pink nipples tumescent in the cool air, a ring of tiny goosebumps defining the edges of the areolas. Above the left breast, in betrayal of inner tumult, the skin over the aorta pulses.

    In response to a gesture from the doctor, she sits on the edge of the table, eliciting a dry crackle from the strip of shiny paper laid out along its length. Pulse and blood pressure are noted and recorded. Instructed to place her hands behind her head and thrust out her chest, she tries not to shrink from the doctor's touch as the woman places the palm of her right hand beneath her left breast, the well-practiced hand sensing and cradling the lower tip of the girl's heart as it kicks against her chest wall with each heave of the ventricles. The heart rate is high, the heartbeats forceful. No vibration is detected, no stenotic thrill, but every few seconds there is a weak premature ventricular contraction followed by a pause and a thump as the heart regains its rhythm.

    With her left hand still on the center of the girl's back, gently urging her body forward, the doctor presses the bell of her stethoscope against the silken skin beneath the breast, beginning at the apex of the heart, absorbing its repeated message with the ardor of a lover hearing a villanelle below her window. This time, however, a dissonant element intrudes itself into the serenade: a faint rushing murmur accompanied by two distinct clicks with every systole.

    This is momentous news to be absorbed at a sports physical; the denials and entreaties of the girl, informed of her mitral valve prolapse, elicit a calming explanation of the condition's benignity from the older woman. In an attempt at illustration she offers the earpieces of the stethoscope to the girl, guiding the instrument once more along the same valvular pathways, the hard rubber rim leaving faint red tracings on the luminous skin. The doctor then undoes the buttons of her own businesslike blue oxford-cloth shirt, lifting the girl's hand to her chest, you see, this is the sound of the normal heart, nestling it between her generous breasts, the stately, measured rhythms of her heart seeming to arise from the frank femaleness of their contours. The girl cannot shake the hypnotic trance into which the drumming seduces her, not even when the doctor moves the hand and stethoscope past the border of her black brassiere to plunge them both into the fullness of the breast flesh within, the heartsounds accelerating and becoming ever more forceful.

    The cumbersome instrument falls away as the girl, in thrall but moving as if in the viscous medium of a dream, pushes the blue shirt over the shoulders of the other woman, the garment falling to the floor in a shocking rush of fabric. The brassiere is pushed upward in a tempest of awakening desire, the breasts tumbling out and down to hang before her lips, pendulous, the nipples red and engorged and shaking to the rhythm of the woman's now laboring heart.

    The woman eases herself onto the table, her body half eclipsing that of the girl as their open lips meet. Pants are hastily pushed down and kicked heedlessly away. At last warm hands meet secret dark moistness amid the tangle of smooth. The women, achieving the primitive rhythm of shared sexual ecstasy, abandon themselves to the groundswell of sensation that starts in their innermost loins and spreads to their extremities like static electricity, their bodies now almost motionless with the intensity of effort, touching off the endless series of overmastering uterine contractions that herald the arrival of orgasm, a great swelling deep blue ocean of heavy waves, rolling them, cradling them, boats tossed and drifting on the bosom of the eternal sea.

    =====================================================================

    MONAXIKEΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

    Μπαίνει στο δωμάτιο εξέτασης σαν ακτίδα φωτός η οποία κουβαλάει την αίσθηση του καθαρού, φρέσκου σεντονιού και την ανάσα της αναχωρούσας εφηβείας. Τα μεταξένια ξανθά μαλιά της μια μουγκή καμπάνα που χαϊδεύει τους ώμους της, στηρίζονται άνετα πάνω στην αύρα του περάσματός της, η και λάμψη τους πλαισιώνει τις εξαίσιες, ελαφίσιες καμπύλες και γωνίες του προσώπου της. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πρόσωπο από ποτραίτο των Προ-Ραφφαελιτών: παθητικό, ενδοσκοπικό, ανδρόγυνο. Τα φωτεινά γκριζοπράσινα μάτια αντανακλούν απλώς μια συνείδηση της δικής τους ομορφιάς, τα γεμάτα χείλη λίγο χωρίζουν λες και ετοιμάζουν μια απάντηση σε μια αδιατύπωτη ερώτηση.

    Όταν της ζητείται να βγάλει τη μπλούζα και το στηθόδεσμό της, το κεφάλι γέρνει με χάρη καθώς τα ντελικάτα δάχτυλα ξεκουμπώνουν με νευρικότητα τα λευκά κουμπιά. Το πουκάμισο, ένα λεπτό ροζ με κοντά μανίκια και μια υποψία δαντέλας στο γιακά, γλυστράει από τους ώμους της για να αποκαλύψει δέρμα γαλακτώδους λευκότητας, τα οστά του πάνω μέρους του θώρακα λεπτά σαν ενός πουλιού, το στήθος άσπιλο, το δαντελωτό τελείωμα του στηθόδεσμου να πιέζει ελαφρά και θεσπέσια τη σάρκα του στήθους. Τα μπράτσα της δείχνουν τη λεπτή τους δομή, ένα λεπτό ίχνος από γαλάζιες φλέβες φαίνεται καθώς γυρίζει τον καρπό της, στην αρχή για να κρεμάσει το πουκάμισό της σε μια κοντινή καρέκλα, και μετά για να ξεκουμπώσει την πόρπη του στηθόδεσμου.

    Τραβάει και απομακρύνει το εσώρουχο από τα στήθη της με το βλέμμα της αλλού, χαμηλώνοντας αργά τις τιράντες από τους ώμους της και ρίχνοντας το στηθόδεσμο πάνω στο πουκάμισο. Στέκεται, γυρίζει, και σηκώνει τα μάτια της για να συναντήσει αυτά της εξετάστριάς της, λες και θέλει να ανακαλύψει εκεί στοιχεία κλειδωμένων μυστικών, προδωμένης εμπιστοσύνης, χαλασμένης αθωότητας -- αλλά βλέπει μόνο ένα βλέμμα ειλικρινούς θαυμασμού. Το δικό της είναι ένα σώμα κλασσικής ομορφιάς, η μυογραφία της κοιλιάς ορατή, τα στήθη μικρά, ημισφαιρικά, οι βάσεις τους να καμπυλώνουν απαλά προς τα πλευρά, οι χλωμές ροζ ρόγες ερεθισμένες στον κρύο αέρα, ένα δαχτυλίδι ανατριχίλας να ορίζει τις άκρες τους. Πάνω από τον αριστερό μαστό το δέρμα πάνω από την αορτή πάλλεται, προδίδοντας εσωτερική ταραχή.

    Αποκρίνεται στη χειρονομία της γιατρού και κάθεται στην άκρη του εξεταστικού κρεβατιού, κάνοντας το γυαλιστερό χαρτί που είναι απλώμένο κατα μήκος του να τρίξει. Ο σφυγμός και η αρτηριακή πίεση εξετάζονται και καταγράφονται. Με την οδηγία να τοποθετήσει τα χέρια της πίσω από το κεφάλι και να προτείνει το στήθος, προσπαθεί να μην τραβηχτεί από το άγγιγμα της γιατρού καθώς εκείνη τοποθετεί την παλάμη της κάτω από το αριστερό στήθος του κοριτσιού. Το καλά εξασκημένο χέρι αισθάνεται και αγκαλιάζει το κάτω άκρο της καρδιάς καθώς αυτή κλωτσάει τα πλευρά της με κάθε ανασήκωση της κοιλίας. Ο καρδιακός παλμός είναι ανεβασμένος, τα χτυπήματα δυνατά. Δε σημειώνεται δόνηση, δεν υπάρχει στενωτικός συρριγμός, αλλά κάθε λίγα δευτερόλεπτα υπάρχει μια αδύναμη πρόωρη κοιλιακή σύσπαση, ακολουθούμενη από μια παύση και ένα γδούπο καθώς η καρδιά ανακτά το ρυθμό της.

    Με το αριστερό της χέρι στο κέντρο της πλάτης του κοριτσιού, η γιατρός πιέζει το στηθοσκόπιο στο μεταξένιο δέρμα κάτω από το στήθος, ξεκινώντας στην ακμή της καρδιάς, ρουφώντας το επαναλαμβανόμενο μήνυμα με τη ζέση της ερωμένης που ακούει μια βιλλανέλλα να απαγγέλεται κάτω από το παράθυρό της. Αυτή τη φορά, όμως, ένα φάλτσο στοιχείο χώνεται στη σερενάτα: ένα μικρό φύσημα και δύο ευδιάκριτοι τριγμοί με κάθε συστολή.

    Αυτά είναι σημαντικά νέα σε μια ιατρική εξέταση αθλήτριας. Το κορίτσι αρνείται οποιαδήποτε αδιαθεσία όταν πληροφορείται για την πρόπτωση της μητροειδούς βαλβίδας της, και παίρνει μια καθησυχαστική εξήγηση σχετικά με την καλοήθεια της ασθένειας από τη μεγαλύτερη γυναίκα. Εκείνη, θέλωντας να δώσει παράδειγμα, δίνει τις άκρες του στηθοσκοπίου στο κορίτσι, και οδηγεί το όργανο ξανά κατά μήκος των ιδίων μονοπατιών, αφήνοντας μικρά κόκκινα ίχνη στο λαμπερό δέρμα. Η γιατρός τότε ξεκουμπώνει τη δική της σοβαρή, θαλασσί μπλούζα, και σηκώνει το χέρι της κοπέλας στο δικό της στήθος. "Βλέπεις, αυτός είναι ο ήχος μιας φυσιολογικής καρδιάς." To χέρι της νεαρής φωλιάζει ανάμεσα στα πλούσια στήθη της γιατρού, και οι καλορυθμισμένοι και αριστοκρατικοί ρυθμοί της καρδιάς της είναι λες και πηγάζουν από την απόλυτη θυληκότητα τους. Το κορίτσι δε μπορεί να ξεφύγει από την έκσταση στην οποία ο χτύπος την παρασύρει, ούτε καν όταν η γιατρός μετακινεί το χέρι και το στηθοσκόπιο πέρα από τα σύνορα του μαύρου σουτιέν για να τα βυθίσει και τα δύο στην πληρότητα της σάρκας του στήθους της, ενώ ο ρυθμός της καρδιάς της επιταχύνεται και δυναμώνει.

    Το βαρύ εργαλείο πέφτει στο πάτωμα καθώς το κορίτσι, εξτασιασμένο αλλά κινούμενο λες και βρίσκεται μέσα σε ένα ημίρρευστο όνειρο, σπρώχνει τη θαλασσί μπλούζα από τους ώμους της γυναίκας, και το ρούχο πέφτει στο πάτωμα και γίνεται μπούκλες από ύφασμα. Ο στηθόδεσμος σπρώχνεται προς τα πάνω μέσα σε μια καταιγίδα αφυπνησμένου πόθου, τα στήθη ξεχύνονται έξω και προς τα κάτω για να κρεμαστούν μπροστά από τα χείλη της, οι ρόγες κόκκινες να τρέμουν από την προσπάθεια της καρδιάς.

    Η γυναίκα ξαπλώνει σιγά πάνω στο κρεβάτι και το σώμα της μισοκρύβει αυτό του κοριτσιού καθώς τα ανοιχτά χείλη τους συναντώνται. Εσώρουχα σπρώχνονται βιαστικά προς τα κάτω και μετά κλωτσιούνται μακριά. Επιτέλους, ζεστά χέρια συναντούν μυστική σκοτεινή υγρασία ανάμεσα σε μπλεγμένους μυώδεις μηρούς. Οι γυναίκες καταφέρνουν να φτάσουν τον πρωτόγονο ρυθμό της κοινής σεξουαλικής έκστασης, και αφήνονται στην αίσθηση που αρχίζει στα ανάμεσα στα πόδια τους και φτάνει στα άκρα τους σα στατικός ηλεκτρισμός, τα κορμιά τους τώρα σχεδόν ακίνητα από την ένταση της προσπάθειας, αγγίζοντας το ένα το άλλο σε απόκριση των συσπάσεων της μήτρας που χαιρετούν την άφιξη του οργασμού, αυτού του τεράστιου μπλε ωκεανού των τεραστίων κυμμάτων που τις τυλίγουν, τις αγκαλιάζουν, σα πλοία ξεποριασμένα που περιπλανώνται στον κόρφο της αιώνιας θάλασσας.
     
  2. carissa[L_T]

    carissa[L_T] New Member

    Καλωσορίσατε Κύριε DocHeart

    Πιστεύω πως αν το αποδεκτό ή και επιθυμητό επίπεδο κάθε γραφτού ήταν το ίδιο με του Εμπειρίκου τότε η λογοτεχνία θα ήταν πτωχότερη.
     
  3. john_slave96

    john_slave96 New Member

    carissa, ενοείς, προφανώς σε ποσότητα.
     
  4. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Ευχαριστώ για το καλωσόρισμα, Carissa.

    Σαφώς και δεν είναι δυνατόν τα πάντα να είναι αριστουργήματα -- άλλωστε, πώς θα ορίζαμε τότε το αριστούργημα;

    Θεώρησα όμως μια προκαταβολική συγγνώμη αναγκαία, αφού στην πραγματικότητα ο σκοπός του post δεν ήταν να δώσω στην κοινότητα ένα όμορφο λογοτεχνικό κομμάτι, αλλά απλά να μοιραστώ μια φαντασίωση αυτού του παράξενου φετίχ, με την ελπίδα οτι θα ανακαλύψω μέσα στην παρέα σας μια αδελφή ψυχή. Δεν ήμουν σίγουρος αν το forum επιτρέπει τέτοιες "εκ του πονηρού" αναζητήσεις.

    Χαιρετισμούς,
    DocHeart
     
  5. DreamMaster

    DreamMaster New Member

    DocHeart,

    πολύ όμορφο το κείμενο και πολύ ενδιαφέρον το φετίχ! Να θυμίσω απλώς πόσο τιμήθηκαν στο παρελθόν οι χτύποι της καρδιάς και από τον μεγάλο "σκοτεινό" δημιουργό Edgar Allan Poe (δεν αντέχω καμμία μεταγραφή, ούτε Πόε, ούτε Πω, ούτε Πο!)
     
  6. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Aγαπητέ DreamMaster,

    Σ'ευχαριστώ για το post σου.

    Πράγματι πολλοί λογοτέχνες και ποιητές στους οποίους αναφερόμαστε σήμερα με το επίθετο "γοτθικοί" (gothic) έχουν μελετήσει τον ήχο της καρδιάς στα γραπτά τους. Εκτός από τον Poe που εύστοχα μας θυμίζεις, ο Bram Stoker, o Sheridan Le Fanu, o Wilkie Collins αλλά και η σύγχρονη Anne Rice έχουν όλοι εξερευνήσει τους άγριους παλμούς της, όχι μόνο σαν σωματική αντίδραση στον τρόμο, αλλά και ως έκφραση ερωτικής διέγερσης και σεξουαλικής επιθυμίας. Μάλιστα, συχνά είναι ο ερωτισμός του "άλλου" (του τέρατος, του βρυκόλακα, του φαντάσματος) που κάνει την καρδιά της νεαρής ηρωίδας να χτυπά βίαια μέσα στο περιορισμένο από τον κορσέ στήθος της. Τα μάτια είναι το μόνο άλλο όργανο του σώματος που αυτοί οι συγγραφείς χρησιμοποιούν σε τέτοιο "διπλό" ρόλο, πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι ποιο είναι πιο ξεκάθαρο παράθυρο στην ανθρώπινη ψυχη: ο ήχος (και η αίσθηση) των χτύπων της καρδιάς ή το λάγνο βλέμμα; Και, αλήθεια, πόσο μακριά ή πόσο κοντά βρίσκονται πραγματικά ο φόβος και ο πόθος;

    Χαιρετισμούς,

    DocHeart