Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ποίηση της παρακμής. Η μοντερνιστική τομή.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Dolmance, στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.

  1. stratos83

    stratos83 Regular Member

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΕΛΗΣΗ

    Να πεθάνουμε έτσι,
    όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει –
    το φίλο, που βλέμματα και λάμψεις
    θεϊκές έριχνε πάνω στη σκοτεινή νεότητά μου:
    –ζωηρός και βαθύς,
    ένας χορευτής μέσα στη μάχη–,

    ο πιο χαρούμενος απ’ όλους τους πολεμιστές,
    ο σοβαρότερος απ’ όλους τους νικητές,
    πάνω στη μοίρα του στήνοντας μια μοίρα,
    σκληρός, στοχαστικός, προβλεπτικός: –
    τρέμοντας που νικούσε,
    αλλαλάζοντας που, πεθαίνοντας, νικούσε: –

    προστάζοντας την ώρα που πεθαίνει,
    και πρόσταξε να τον αφανίσουν …

    Να πεθαίνουμε έτσι,
    όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει:
    νικώντας, αφανίζοντας …


    Friedrich Nietzsche
     
  2. sweet_release

    sweet_release ~she looks like the moon~

    !  
     
  3. stratos83

    stratos83 Regular Member

    Η αποκριά

    Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
    η αποκριά
    το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
    όπου δεν ανάπνεε κανείς
    πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
    κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
    που τους είχαν ξεχάσει
    έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
    μάτωνε τις καρδιές
    μια γυναίκα γονατισμένη
    ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
    μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
    εν δυο με παγωμένα δόντια

    Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
    αποκριάτικο
    γεμάτο μίσος
    το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
    μαχαιρωμένο
    Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
    η αποκριά

    Μ Σαχτούρης
     
  4. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Στὸ νυχτερινὸ κέντρο

    Τώρα ποὺ παίζει τὸ βιολὶ κι ἔχουμε πιεῖ τόσο πολύ,
    ποὺ μ᾿ ἕναν ἔρωτα τρελὸ σὰ νά ῾μαστε δεμένοι,
    σ᾿ ἕνα συντρόφεμα ζεστό, βᾶνε ξανὰ νὰ ζαλιστῶ,
    μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό σου νὰ κλειστῶ. Τὸ μόνο ποὺ μοῦ μένει.

    Γιατὶ ἂν λείψει τὸ κρασὶ κι φύγεις ἄξαφνα κι ἐσὺ
    καὶ βουβαθεῖ καὶ τὸ βιολὶ μὲ τὸ γλυκὸ βραχνᾶ του,
    μεσ᾿ στῆς καρδιᾶς μου τὸ κενό, μεγάλο σὰ τὸν οὐρανό,
    θ᾿ ἀκούσω πάλι τὸ βραχνὸ, τραγούδι τοῦ θανάτου...

    ( Ναπολέων Λαπαθιώτης )
     
  5. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Ό,τι για πάντα με μουδιάζει

    Ό,τι για πάντα με μουδιάζει κι οδηγεί
    εσένα στο χαμό κι αδιαφορεί για μένα
    κρατώντας μου τα χέρια και το νου
    αναποφάσιστα, σε ένοχη απραξία
    βλέποντας καταδίκους να περνούν
    απ' το βαθύ το χάραμα ως τη νύχτα
    μες στις γνωστές μου γειτονιές, και το χειρότερο
    να περιφέρεσαι ανάμεσα εσύ, ξέρω πως δεν μπορεί
    να είναι ο θάνατος. Γιατί χωνεύει
    ανάσες μες στη μουσική του ύπνου, αφοπλίζει
    καημούς και συμφιλιώνει τ' όνειρο
    με την πυρακτωμένη μνήμη κι όλα γίνονται
    λαμπρή σκηνοθεσία.
    Ό,τι χρόνια με κράτησε
    άπραχτο και φιλάσθενο, σχεδόν ανυπεράσπιστο
    με το μαλάκωμα της μακριάς αρρώστιας, είναι
    προσήλωση τυφλή σε ομοιώματα κι ακόμα
    παράξενη επιμονή να καταναλωθούμε.

    ( Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου )
     
    Last edited: 29 Νοεμβρίου 2017
  6. lotus

    lotus Silence

    Τὸ δάσος
    Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
    ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
    τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
    διαβάτη ἀποσπερνέ.

    Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
    ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
    κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
    διαβάτη ἀποσπερνέ.

    Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
    ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
    κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
    δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

    τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
    περίτρομα φτερά τους
    καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
    τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

    Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
    μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
    στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
    βουβάθηκε κι αὐτό.

    Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
    ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
    σὲ μαγικὸ παλάτι
    δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

    τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
    στερνὴ ἀνατριχίλα
    τὰ πεθαμένα φύλλα
    ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

    Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
    ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
    μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
    θανάτου μουσική,

    χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
    ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
    στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
    νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

    Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
    ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
    τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
    διαβάτη ἀποσπερνέ,

    γεννήκαν νεκροκρέβατα
    τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
    καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
    διαβάτη ἀποσπερνέ.


    Μιλτιάδης Μαλακάσης
     
  7. lotus

    lotus Silence

    Σονέτο του γλυκού παραπόνου

    Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
    των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
    που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
    το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

    Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
    κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
    που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
    για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

    Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
    αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
    αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
    μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

    και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
    με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

    Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
     
  8. lotus

    lotus Silence

    Ο Άγγελος, ως λέγουν, της ύστατης (ΜΙΑ ΨΥΧΗ)

    Ο Άγγελος, ως λέγουν, της ύστατης
    πορείας ξεναγός, επαναφέρει
    την φεύγουσαν ψυχήν εις τα γνωστά της
    και εις τα προσφιλή της μνήμης μέρη…
    Απηύδησα να κυλινδώ μοιραίως
    του βίου μου το άχθος προς το μνήμα,
    κατάδικος, ως η ψυχή φονέως
    η σύρουσ’ από του λαιμού το θύμα.
    Ποία σκληρά την θύραν μου χειρ κρούει ;
    Οστών ως θραυομένων είν’ ο κρότος˙
    Τοιούτον κρότον πώς το ούς ακούει ;
    Τοιούτον πώς το όμμα πλήττει σκότος ;
    Τα έτη μου απώλεσα εις μάτην·
    Παρείδον την στιγμήν μου την υστάτην·
    Εις μάτην τας φαιδράς, τας γλυκυτέρας
    ηρίθμησα του βίου μου ημέρας…
    «Και αν μαζί σου υπερβώ τα νέφη,
    κι εις του Θεού η χείρ σου αν με φέρει,
    το πνεύμα μου οπίσω επιστρέφει
    και θεατής της γης να μείνει χαίρει.
    Ως ξένος εν τω μέσω γης ερήμου
    ζητεί τον προ πολλού ταφέντα οίκον,
    της προσφιλούς ζητεί και η ψυχή μου
    αλύσεώς της τον κοπέντα κρίκον.»

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 1891
     
  9. lotus

    lotus Silence

    Αν μ' Ηγάπας

    Αν του βίου μου το σκότος
    φαεινή έρωτος ακτίς διεθέρμαινεν,
    ο πρώτος της αλγούσης μου ψυχής ο παλμός
    ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.

    Δεν τολμώ να ψιθυρίσω ό,τι ήθελον σε ειπεί:
    πως χωρίς εσέ να ζήσω μοι είναι αφόρητος ποινή
    - αν μ' ηγάπας...
    πλην, φευ, τούτο είν' ελπίς απατηλή!

    Αν μ' ηγάπας, των δακρύων ήθελον το τέρμα ιδεί·
    και των πόνων των κρυφίων.
    Οι δε πλάνοι δισταγμοί δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.
    Εν τω μέσω οραμάτων θείων ήθελ' ευρεθείς.
    Ρόδα θαλερά την βάτον θα εκόσμων της ζωής
    - αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' απατηλή ελπίς!

    Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
     
  10. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Η ανακωχή

    Ο χρόνος θα γιατρέψει τα σημάδια των αγώνων μας,
    δίνοντας αιτία και στέγη στα κύματα του πυρετού μου.

    Τον έχω πολεμήσει, κυνηγήσει κατά πόδας,
    στραγγαλίσει σε κάθε δεσμό,
    γεννήσει σε κάθε μας ρήξη.

    Σήμερα πορευόμαστε μαζί,
    όπως το ποτάμι και της όχθης οι λεύκες.

    Αυτά που κοιμούνται στη φωνή μου, τα σκυλιά,
    είναι πάντα λυσσασμένα.

    ( Jacques Dupin )

    * Μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος
     
  11. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Η θλίψη που υψώνουν τα ώριμα στάχυα

    Τίποτα δεν θέλω ν’ αφήσω
    απ’ τη θλίψη μου.
    Μεγάλωσα περίεργα,
    δίχως αλάτι,
    μ’ όλα τα συνακόλουθα,
    με τύψεις.
    Είχα να κάνω με τα νησιά
    και τις οχυρώσεις,
    με πύργους, ώς του φόβου το φίλημα.

    Ήμουν το μήλο των γονιών μου,
    ώσπου έβγαλα σκουλήκι.
    Και ξαφνικά το σπίτι γέμισε φτερά.

    ( Πάνος Κυπαρίσσης )
     
  12. stratos83

    stratos83 Regular Member

    ΔΕΣΜΟΙ

    Ωραία Παράνοια, φτάνεις τη νύχτα, σύντροφε,
    κι ανοίγεις τα κουτιά με τις εικόνες. Είναι οι δικές μου.

    Μου τις ξαναφέρνεις σε ώρες της σπουδής, κι εγώ αποθέτω
    ευθύς όλο το φόρτο του φθαρτού Λόγου της ημέρας κι αφοσιούμαι
    σε ό,τι κομίζεις αλλαγμένο. Μαζί γευόμαστε, οι παλιοί εταίροι,
    ό,τι χωρίς εσέ είναι στείρον. Αλλά πού πηγαίνεις
    τις άλλες ώρες και, ενώ βιάζει ο χρόνος, τόσα μου αφαιρείς;

    Ποια ορμή ακρασίας, προς ποιες οδούς σε απομακρύνει;

    Πού μου πλανάσαι, τι καλύτερο σε απασχολεί, όταν η συνάφεια
    μαζί μου, μόνη, σε περιάγει σε μυθώδη ισχύ;

    Σε ποια σπατάλη δίδεσαι, όταν ο δεσμός μας
    δεν επιτρέπει πλέον τις εκλείψεις σου; Καμώματα
    δεν σου ταιριάζουν γυναικός· ιδέα του κόρου
    είναι από μένα τόσο ξένη, όσο τ’ απώτερα των άστρων·
    είσαι η εστία του συμπλέγματος εκείνου,
    που την αμφίβολη ύπαρξή μου συνιστά στον κόσμο·

    είσαι το σχήμα και το χρώμα του σχεδίου μου, ενός σχεδίου,
    που, δίχως την παρεμβολή σου, θα έμενε ό,τι οι κέραμοι
    της αταξίας οι ερριμμένοι, ωραία Παράνοια.

    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ