Πουτάνες, στα κρεβάτια σας.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος no_Taboo, στις 4 Μαϊου 2018.

  1. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Περπατούσε. Τι περπατούσε δηλαδή; Έτρεχε.

    Και φώναζε. Τι φώναζε, δηλαδή; Ούρλιαζε.


    "ΠΟΥΤΑΝΕΣ, ΣΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΣ".


    Οι περαστικοί γύριζαν έκπληκτοι και τον κοίταζαν και αμέσως τραβιούνταν στην άκρη να περάσει χωρίς να τους ακουμπήσει. Οι νεότεροι έβγαζαν τα κινητά τους και βιντεοσκοπούσαν. Ναι, κυκλοφορούν πολλοί τρελοί εκεί έξω, αλλά όχι, δεν είναι δα και καθημερινό φαινόμενο να βλέπεις έναν άνθρωπο που σίγουρα θα είχε πατήσει τα πενήντα να τρέχει στο δρόμο ξυπόλητος, φορώντας μόνο ένα ροζ πλαστικό κλουβί γύρω από το πουλί του και μανταλάκια από τα οποία κρέμονταν κουδουνάκια στις ρώγες του.


    Στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του έδωσαν μία κουβέρτα να σκεπαστεί και ένα ποτήρι κονιάκ, για να ηρεμήσει. Τους ρώτησε βέβαια, αν είχαν ουίσκι, αλλά δεν επέμεινε κιόλας. Ήπιε δύο γερές γουλιές και άναψε τσιγάρο. Ποιος να τολμήσει να του πει ότι δεν επιτρέπεται; Πήρε τις ανάσες του.


    - Τι σας συνέβη, κύριε Στυσόπουλε;

    - Από πού να το πιάσω, κύριε αστυνόμε μου;

    - Από την αρχή, κύριε.

    - Λοιπόν, εμένα, που λέτε δε με λένε Στυσόπουλο τυχαία. Το επώνυμο του πατέρα μου ήταν "Δημητριάδης". Όταν πήγα την αίτηση στη νομάρχη, για να τ' αλλάξω σε Στυσόπουλος, γέλασε και με ρώτησε γιατί θέλω να το κάνω. Κατέβασα το παντελόνι. Μιάμιση ώρα μετά είχα φύγει με την απόφαση στο χέρι και το κυλοτάκι της στην τσέπη.

    - Ναι, και;

    - Λοιπόν, εγώ είμαι άνθρωπος σοβαρός, διευθυντικό στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία, αναγνωρίσιμος στον κύκλο μου και στην οικονομική ελίτ. Και από γκομενάκια; Τι να σας λέω τώρα. Τα μικρά έρχονταν για τη θέση, τα μεσαία για τα λεφτά και τα μεγάλα για το επώνυμο. Ξέρετε τώρα πώς είναι αυτά, άμα τα 'χεις, τις έχεις. Πέρσι τέτοιο καιρό γνώρισα στο γκολφ κλαμπ την κυρία Αριάδνη. Να βλέπετε; Πάλι κυρία την λέω γαμώ το οικογενειακό δέντρο των Καπουλέτων γαμώ.

    - Μην ταράζεστε.

    - Τέλος πάντων, τι έλεγα; Α, ναι. Γνώρισα λοιπόν την κυρία αυτή. Εξηνταπεντάρα, καλοβαλμένη, γεροντόκαυλα, που λέγαμε παιδιά. Μου το 'παιξε δύσκολη πολύ στην αρχή. Όλο να στέλνω ποτά, λουλούδια, να κερνάω δείπνα κι όλο να με αποφεύγει. Έπαθα πλάκα. Ξυπνούσα το πρωί και η πρώτη μου κουβέντα ήταν "Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;". Αφού μια φορά έτυχε να κοιμηθεί μαζί μου μία εκπαιδευόμενη από την εταιρεία και μου απάντησε "Ο Στυσόπουλος και φαίνεστε, κύριε Διευθυντά" και γύρισα και την κοίταξα σαν εξωγήινη. Ένα εξάμηνο με σιγόψηνε η έκφυλη. Κάθε μέρα εγώ να γίνομαι και πιο παθιασμένος. Τρεις φορές τράκαρα εκείνο το διάστημα. Ούτε φανάρια έβλεπα μπροστά μου, ούτε πινακίδες. Το λοιπόν, μία μέρα, εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, στο τρίτο ποτό που την κέρασα στο μπαρ του κλαμπ, έστειλε με το σερβιτόρο ένα χαρτάκι. Ήταν τέσσερις λέξεις μόνο "Σε δέκα στην αποθήκη". Τι να σου λέω, κύριε αστυνόμε μου, μου 'πεσε το κινητό, μου 'πεσε το χαρτάκι, γονάτισα να το πιάσω, χτύπησα το κεφάλι μου στο τραπέζι, το έριξα, χύθηκαν τα ποτά που είχε πάνω, έγινα κώλος. Τέλος πάντων, πετάχτηκα πάνω κι άρχισα να τρέχω προς την αποθήκη. Μπαίνω μέσα στα εφτά λεπτά και κοιτάζω το χώρο. Πού να σταθώ, πώς να δείχνω άνετος. Φτάνει το δεκάλεπτο και περιμένω ν' ανοίξει η πόρτα. Περνάνε πέντε λεπτά, περνάνε δέκα, αρχίζω να θυμώνω και να απογοητεύομαι. Στο μισάωρο ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η καλή σου μέσα, με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω και μου λέει "Α, ήρθες; Δε σε ήθελα κάτι, μπορείς να φύγεις". Να μείνω μαλάκας εγώ. Να μην ξέρω τι πρέπει να κάνω. Να κοιτάζω μια αυτήν, μια την πόρτα.

    - Και τι κάνατε τελικά;

    - Τι να 'κανα, κύριε αστυνόμε; Έφυγα. Αφού έκανε σαν να μην είμαι εκεί.

    - Και μετά;

    - Πέρασε ένας μήνας ακόμη κι εγώ συνέχιζα να κερνάω ελπίζοντας ότι θα λάβω νέο χαρτάκι. Ώσπου μια μέρα ανοίγει η πόρτα του γραφείου μου χωρίς να χτυπήσει και την βλέπω να στέκεται εκεί. Για πότε πετάχτηκα όρθιος και έτρεξα να της δείξω πού να καθίσει, ούτε το κατάλαβα. Κι αυτή με προσπερνάει και πάει και κάθεται στην καρέκλα μου. "Λοιπόν", μου λέει" επειδή οι καλοί λογαριασμοί, κάνουν τους καλούς φίλους, αν θέλεις να έχεις πρόσβαση στο μουνί μου, θα πρέπει να αποδείξεις ότι την αξίζεις". "Τι θέλεις να κάνω, μωρό μου; Να σε πάω Παρίσι;". "Όχι, δε θέλω το Παρίσι σου. Θέλω να μου ξυρίσεις τα πόδια τώρα". Μαλάκας εγώ. Τι εννοεί τώρα αυτή; Τι να κάνω όμως; Βιτσιόζες έχω ξαναβρεί. Παίρνω τον αφρό και το ξυράφι που πάντοτε έχω στο γραφείο, γονατίζω μπροστά της κι αρχίζω. Πρώτα το ένα πόδι, μετά το άλλο. Να προσπαθώ να δω λίγο μουνάκι και να φοράει μια κυλότα σαν της μάνας μου. Τελειώνω το ξύρισμα, σκέφτομαι ότι επιτέλους θα πηδήξουμε λίγο, γιατί πλάκα - πλάκα έχει την καύλα του το πράγμα και πάνω που πάω να ξεκουμπώσω το παντελόνι, σηκώνεται και φεύγει χωρίς να πει τίποτα.

    - Τίποτα;

    - Τίποτα. Στις δύο μέρες λαμβάνω ένα μέιλ από άγνωστο αποστολέα. Γράφει ότι πρέπει να είμαι στις 7.30 ακριβώς στη γωνία κάτω από τα γραφεία της εταιρείας. Υποψιάζομαι ότι είναι αυτή. Σενιάρομαι όπως μπορώ και κατεβαίνω 7.25. Αν θέλεις το πιστεύεις, κύριε αστυνόμε μου, αλλά ήρθε στις 8. Κι εγώ περίμενα. Με πλησιάζει χωρίς να την πάρω χαμπάρι και με ρωτάει "Προφυλακτικά έχεις;". Πανηγύρια εγώ μέσα μου. Επιτέλους θα γαμήσεις Στυσόπουλε σκέφτομαι. "Όχι", της λέω. "Ε, τι κάθεσαι και δεν πας να πάρεις;". Περνάω το δρόμο τρέχοντας σαν τρελός, μπαίνω στο φαρμακείο, αναρωτιέμαι να πάρω τη μικρή ή τη μεγάλη συσκευασία, καταλήγω στη μεγάλη, πληρώνω και τρέχω πίσω. "Δώσ' τα μου", μου λέει. Τα παραδίδω. "Σ' ευχαριστώ. Ο πιτσιρικάς πάντα τα ξεχνάει και δε γουστάρω να κολλήσω τίποτα", μου πετάει κατάμουτρα και φεύγει. Τουλάχιστον δέκα λεπτά μου πήρε να αντιληφθώ τι συμβαίνει. Σαν το μαλάκα στεκόμουν στη μέση του δρόμου. Τρεις μέρες μετά βρήκα το θάρρος και της έστειλα μέιλ στο λογαριασμό που μου 'χε στείλει ότι εγώ δε σηκώνω τέτοια και να τελειώνει με τις μαλακίες. Μου απαντάει μία εβδομάδα μετά σαν να μην έστειλα εγώ τίποτα. "Αύριο το πρωί στις πέντε στο γκολφ κλαμπ" γράφει. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Ήμουν στο κλαμπ από τις τέσσερις. Αυτή με περίμενε εκεί. Έπαθα πλάκα που δεν είχε αναμονή αυτήν τη φορά. Μου είπε όμως ότι, επειδή πήγα νωρίς, δε θα ασχοληθεί μαζί μου κι έτσι με είχε μία ώρα να περιμένω. Μετά μου πρόσθεσε κι άλλη μισή, γιατί πήγα νωρίς λέει. Να μη στα πολυλογώ, στις 5.30 στέλνει το νυχτοφύλακα να με φωνάξει στην έβδομη τρύπα. Πάω τρέχοντας και την βλέπω να κρατάει ένα μπαλάκι στο χέρι. Μόλις στάθηκα μπροστά της, μου το δείχνει και το πετάει μέσα στην τρύπα. Γυρίζει, με κοιτάζει και μου λέει επί λέξει, επί λέξει σου λέω: "Αυτήν την τρύπα την αγαπάω, γιατί χωράει το μπαλάκι μου εύκολα. Όταν το χωρέσει και η δική σου, θα αγαπήσω κι εσένα" και φεύγει. Τι κατάλαβες εσύ τώρα απ' αυτό, κύριε αστυνόμε μου;

    - Μη μου πεις...

    - Τι να μη σου πω; Μία εβδομάδα μου πήρε να λύσω το γρίφο. Είχα μαζέψει το μπαλάκι, το είχα βάλει πάνω στο γραφείο μου και το κοίταζα. Μέχρι που ένα απόγευμα είχα φωνάξει τους υφισταμένους μου και τους μιλούσα όρθιος. Έκανα να καθίσω πάνω στο γραφείο, δεν είδα το μπαλάκι και κάθισα πάνω του. Και τότε κατάλαβα.

    - Και;

    - Και κάθε βράδυ μετά τη δουλειά πήγαινα σπίτι, λάδωνα το μπαλάκι και έσπρωχνα. Σπρώξε, σπρώξε, πόντο, πόντο δύο μήνες μετά έγινε η δουλειά. Άφησα και μία εβδομάδα επαναλήψεων, για να 'μαι σίγουρος και της στέλνω πριν πέντε μέρες μέιλ με σημαιάκι του γκολφ. Χθες ήρθε απάντηση. "Αύριο στις δέκα Ηπείρου και Ομήρου γωνία. Τέταρτος όροφος, διαμέρισμα 4". Το τι χαρές και πανηγύρια έγιναν δεν περιγράφεται. Πήρα άδεια από τη δουλειά, έκανα τα μπάνια μου, παρφουμαρίστηκα, πήρα τα προφυλακτικά μου και πέντε λεπτά πριν τις δέκα χτυπούσα το κουδούνι της. Φυσικά με άφησε να περιμένω, αλλά ούτε που μ’ ένοιαζε. Εντάξει, στη μία ώρα λίγο κουράστηκαν τα πόδια μου, αλλά τι να κάνεις; Να σπάσεις την πόρτα; Λοιπόν, μ’ ανοίγει. Μπαίνω μέσα. Ημίφως. Αυτή να κάθεται σε μία πολυθρόνα και να πίνει κρασί. «Δείξε μου», λέει. Κατάλαβα τέλος πάντων τι ήθελε. Ντροπή, ξεντροπή γδύνομαι, γυρνάω κώλο, παίρνω το μπαλάκι και τσουπ. Όλο μέσα. «Μπράβο. Σκύψε τώρα πάνω στο τραπέζι», μου λέει. Σκύβω κι ενώ αναρωτιέμαι τι σκατά θα γίνει. Έρχεται πίσω μου κι εκεί που περίμενα ακούω ένα «ΠΛΑΑΑΤΣ» και νοιώθω τον κώλο μου να ζεματάει. Δεν πρόλαβα να πω «Τι κά» και μου λέει «Εδώ παίζουμε με τους κανόνες μου. Αν θέλεις, καλώς. Αν όχι, δρόμο». Τι να κάνω; Να πηδήξω ήθελα, απωθημένο μου ‘χε γίνει. Κάθισα και τις έφαγα. Όταν χόρτασε ή κουράστηκε ή και τα δύο με κώλο να καίει σαν να του έχουν βάλει φωτιά και δάκρυα στα μάτια σηκώθηκα και την κοίταξα. Μου ρίχνει μια σφαλιάρα, δε μιλάω. Μου ρίχνει δεύτερη, σφίγγομαι. Στην τρίτη της πιάνω το χέρι και της λέω, «Τι θα γίνει, θα γαμήσουμε επιτέλους;». «Να γαμήσεις θέλεις;», με ρωτάει. «Φυσικά», λέω. «Θα γαμήσεις, αλλά πρώτα θα κάνεις κάτι που θέλω». «Τι;», ρωτάω. «Πρώτα θα μου πεις ότι θα το κάνεις και μετά θα σου πω», απαντάει. «Άει, δε γαμείς, μέσα», παραδέχομαι την ήττα μου. Με παίρνει λοιπόν, με δένει γερά στο κρεβάτι της, μου βάζει αυτές τις μαλακίες στα βυζιά κι αρχίζει και παίζει με τα κουδουνάκια.

    - Και μετά; Επιτέλους πήδηξες;

    - Κύριε αστυνόμε μου, μ’ όλα αυτά που πέρασα και το άγχος που μ’ έπιασε που επιτέλους θα πηδήξω τη γυναίκα που έξι μήνες με παίδευε, ξανάγινε Δημητριάδης ο Στυσόπουλος. «Λύσε με», της λέω. Με λύνει. Τι να τον παίζω, τι να μου τον παίζει, τι να τον γλείφει, τι να τον φτύνω, τίποτ’ αυτός. «Ξέρω τι θα κάνουμε», μου λέει. «Κλείσε τα μάτια μ’ αυτό το μαντήλι και περίμενε». Κάπου πήγε, κάτι έψαχνε, γύρισε, την ένοιωσα να σκύβει μπροστά μου, αισθάνθηκα να μου τον πιάνει και να μου τον σφίγγει, ξεκίνησε να ζωντανεύει και πάνω που πήρε τα πάνω του νοιώθω έναν πόνο. Έναν πόνο. Τι να σου λέω. Γελάει η καριόλα με την κραυγή και μου βγάζει το μαντήλι και τι βλέπω;

    - Τι, κύριε Δημητριά, εεε Στυσόπουλε;

    - Αυτό το πράμα. «Τι έκανες εκεί; Πώς ανοίγει αυτό;», της φωνάζω και μου δείχνει το κλειδί. Κάνω το πιάσω και τι κάνει η πουτάνα;

    - Τι;

    - Το βάζει στο στόμα και το καταπίνει ρε. Και με κοιτάζει και μου λέει «Ξέρεις πού πρέπει να ψάχνεις, για να το βρεις τώρα, αν θέλεις να ξαναποκτήσεις πουλί, κύριε Δημητριάδη». Ε, δεν άντεξα. Την κοίταξα και άρχισα να φωνάζω «Πουτάνες στα κρεβάτια σαααας» και μετά άρχισα να τρέχω στο δρόμο. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.

    - Και τι θα κάνετε τώρα, κύριε Στυσόπουλε; Πού πηγαίνατε; Σε κλειδαρά;

    - Πού να πάω, κύριε αστυνόμε μου; Στο σούπερ μάρκετ να πάρω γάντια. Μην τα πιάνω και γυμνά χέρια τα σκατά.
     
    Last edited: 4 Μαϊου 2018
  2. dina

    dina Φοιτήτρια στην κλούβα Contributor

    Είσαι απίθανος!
    Μπραβο!
     
    Circe likes this.
  3. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Ευχαριστώ. Ευχαριστώ.

    Φήμες λένε ότι υπάρχουν λάθη στο κείμενο.

    Θα διορθωθούν εν ευθέτω.
     
  4. Queen87

    Queen87 sapiosexual Contributor

    Θέλω κ άλλο...
     
    vintor likes this.
  5. -Volt-

    -Volt- Regular Member

    τέλειο :D :D :D :D
     
  6. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Τι άλλο;
    Μπαλάκι;


    Θενκθ.
     
  7. daniela100

    daniela100 FREE-DOM

    Κυριε @no_Taboo , μας κακομαθαινετε!!!
    (y)(y)(y)
     
  8. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Περάστε με το φοντάν στο πρεσβευτικό γραφείο που θέλω να σας δείξω τη συλλογή μου με τις πεταλούδες παρακαλώ.
     
  9. mad_hatter

    mad_hatter You can always take more than nothing

    Θεούλης
     
    rea.. likes this.
  10. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Άντε πάλι με τα υποκοριστικά. :p
     
    rea.., cadpmpc and mad_hatter like this.
  11. mad_hatter

    mad_hatter You can always take more than nothing

    Ειμαι ανθρωπος της τσεπης μ αρεσουν τα μινιον
     
    subwhat and no_Taboo like this.
  12. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος Contributor

    Τι σύμπτωση.
    Κι εγώ είμαι άνθρωπος της τσέπης.
    Αλλά μ’ αρέσουν τα ευρών.