Σκαλί 3ο: Τρεις και η κακή μου μοίρα

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος DreamMaster, στις 16 Σεπτεμβρίου 2005.

  1. DreamMaster

    DreamMaster New Member

    Δεν πήγα την επόμενη μέρα. Δεν ξέρω πώς μπόρεσα. Περπατούσα όλη μέρα στoυς δρόμους, πέρασα τρεις φορές απέξω. Την πήρα τηλέφωνο Δευτέρα μεσημέρι από το αεροδρόμιο, λίγο πριν πετάξω για Αθήνα. Ήταν καλά, έτσουζε λίγο, είχε βάλει Bepanthol όπως συμφωνήσαμε πριν φύγω. See you when I see you. Ανταλλάσαμε email για λίγο καιρό - παθιασμένα τις πρώτες μέρες, πιο χαλαρά αργότερα, άτονα σε κανά μήνα. Το κόψαμε. Δεν μου βγήκε ταξίδι για Παρίσι - δεν το ψαξα.

    Ξαναβρεθήκαμε στην Αθήνα, κοντά στο 15αύγουστο. Η Ρενέ γυρνούσε από τη Σύμη, θα έμενε Αθήνα για ένα βράδυ, πετούσε για Παρίσι την επομένη. Μου έστειλε ένα mail πρωί-πρωί από τη Ρόδο που είχε πάει για ψώνια, αν ήμουν Αθήνα και αν ήθελα να βρεθούμε αύριο βράδυ. Είχε συμπεριλάβει κι ένα a la carte που χρησιμοποιούσε όσο ήταν εδώ, για να επικοινωνήσω. Σκέφτηκα να γονατίσω και να αρχίσω να φιλάω τα άδεια γραφεία των συναδέλφων που φαγώθηκαν να φύγουν 15αύγουστο με τα κουτσούβελα και με έστειλαν διακοπές τον Ιούλιο. Τσακίστηκα να κατέβω στο περίπτερο, πήρα ένα σιμάκι και κάλεσα το νούμερο που έγραφε. Θα πέρναγε στη Ρόδο με το Αίγλη νωρίς το πρωί, πρωινή πτήση από Ρόδο, να δει κάποιους παλιούς φίλους και συγγενείς, να τα πούμε αργά; Να τα πούμε, πάμε για φαγητό; Μάλλον θα έχει φάει, ίσως να πίναμε κάτι το βράδυ, μετά τις 22:00; Να πίναμε. Δώσαμε ραντεβού στο Καλλιμάρμαρο, 23:30.


    Πάρκαρα στο Ζάππειο κι έκοβα βόλτες καπνίζοντας απέναντι από το Στάδιο από τις 23:00. Κανά δυό πουστόγεροι νομίζαν ότι κάνω ψωνιστήρι στην περίμετρο του Ζαππείου και μου χαμογελάγανε ηλίθια. Στις 23:25 πέρασα απέναντι, μπροστά στο Καλλιμάρμαρο, στις 23:37 ήρθε.


    Αν υπάρχει έστω ένα καλό στοιχείο στις σχέσεις που δεν έχουν πυκνές συναντήσεις είναι πως κάθε φορά βλέπεις έναν άλλον άνθρωπο. Στενό μαύρο βαμβακερό μπλουζάκι αμάνικο - Valentino Jeans με άσπρα γράμματα κάτω απ΄το σβέρκο, μαύρη αέρινη μακριά φούστα, πέδιλα. Μαύρα μαλλιά σε κοντό καρέ, ηλιαρπαγμένο δέρμα χωρίς ενυδατική (αν τέντωνα, άραγε, τη γλώσσα μου θα είχε ακόμη αρμύρα;) κι ένα σομόν κοντό μαντηλάκι δεμένο σφιχτά στο λαιμό, κόμπος στο πλάι - λες κι έκρυβε πιπιλιά. Μακριά ασημένια σκουλαρίκια με σμαραγδί και κεχριμπαρένιους κόμπους στ αυτιά. Πίσω απ' τ' αυτιά, Αρμάνι Mania. Άργησε; όχι καθόλου, κι οι δυό χαρούμενοι πολύ που ειδωθήκαμε, πολύ ήσυχη η Σύμη, ακριβώς αυτό που της χρειαζόταν, είχα φύγει Ιούλιο γι αυτό είμαι τώρα εδώ. Πού πάμε;


    Πού πας κάποιον που έρχεται σπάνια Αθήνα, κατακαλόκαιρο, αν δεν θες να χάσεις ώρα για παραλιακή; Το "Ασάι" μου φάνηκε καλή ιδέα. Κι έτσι βρεθήκαμε σέ ένα τραπέζι στη βεράντα, δεξιά μας ο Λυκαβητός, αριστερά η Ακρόπολη, μπροστά μας πετρέλαιο σε πράσινο μπουκάλι με ετικέτα Cutty, κόκα-κόλες και παγάκια. "Πολλά παγάκια" του είπα, να σπάσω λίγο το πετρέλαιο, χώρια η ζέστη. Η λιγοστή Αθήνα που είχε μείνει στην πόλη είχε αρχίσει να μαζεύεται. Ηλικίες εκνευριστικά κοντά στα 20. Είχε ξανάρθει στο μαγαζί πριν χρόνια, άλλο όνομα, άλλοι χώροι, άλλη μουσική, λείπανε και οι γελοίες ρεπροντουξιόν από τους τοίχους στο μέσα χώρο. Η Ρενέ ήταν αποκάλυψη: όχι μόνο μπορούσε να ξεχωρίσει τον Ματίς από τον Κλεέ, αλλά είχε και άποψη, τεκμηριωμένη, για τον κυβισμό, τους σουρεαλιστές.. Είχα όλη την παιδεία που χρειαζόταν για να παρακολουθήσω τη συζήτηση, αλλά κατέληξα να μιλώ ασυνάρτητα, με γενικολογίες και τσιτάτα βγαλμένα θαρρείς από ένθετα Κυριακάτικων εφημερίδων. Προσπάθησα να καταλάβω τί ακριβώς είχε σπουδάσει, μου αράδιαζε ανάκατα courses που είχε παρακολουθήσει σε διάφορα πανεπιστήμια με νούμερα, αλλά δεν ήταν σαφές. Τα παράτησα. Χιλιάδες χρόνια πολιτισμού εξατμίζονταν από τους πόρους μου μαζί με τον ιδρώτα: το μόνο που με ένοιαζε ήταν πώς να βυθιστώ και πάλι μέσα της, πώς να την νιώσω να σπαρταράει στην άκρη μου, πώς να της κλέψω έναν ακόμη μικρό θάνατο.


    Το Cutty λιγόστευε, τα βλέμματά μας θόλωναν, οι όρθιοι είχαν αρχίσει να μας κόβουν τη θέα. Είχε σκύψει προς το τραπέζι και είχε μαζέψει τη φούστα της να μη σέρνει. Την είχε κατεβάσει ανάμεσα στα πόδια, οι μηροί της διαγράφονταν πλήρως, όπως ξεκινούσαν από τη λεκάνη, τα γόνατα φωτίζονταν. Το σημείο που το σαγόνι της έδενε στο λαιμό, μου έμοιαζε το πιο σαγηνευτικό μέρος στον κόσμο. "Ξέρεις, χτες βράδυ σκεφτόμουν ότι θα ερχόσουν.." ξεκίνησα. "Και;" - άρχισε να χαμογελάει.. "Να, θα 'θελα.." Κοντοστάθηκα - έβαλε τα γέλια. Μου άρεσε που θυμόταν ακόμη τα λόγια που ανταλλάξαμε πριν 3 μήνες στο Παρίσι, σημαίνει πως τα ξανασκέφτηκε -με ξανασκέφτηκε - συχνά από τότε. Κι εγώ την σκεφτόμουν συχνά - άσχετα τί ήμουν έτοιμος να παραδεχτώ. "Τι θα 'θελες;" μου είπε γελώντας. "Θα 'θελα να ξέρω αν θέλεις ακόμη να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις..." - έστριψε η γλώσσα μου. Σοβάρεψε. Το βλέμμα της στο ποτήρι που κούναγε, γύρω-γύρω τα παγάκια. Ησυχία. Έπρεπε να τραβήξω από 12, κι η τράπουλα είχε όλες τις φιγούρες μέσα... Μια γουλιά, βαθειά ανάσα, πάμε. "Προς το παρόν θα πας τουαλέτα, για να φεύγουμε σιγά-σιγά - τι λές;" - "Φυσικά", πετάχτηκε όρθια. Τώρα έπρεπε να σκεφτώ το πού να πάμε.

    Σπίτι όχι. Στα γαμιστράδικα αποκλείεται, μου γυρίζουν τα άντερα με τους καθρέφτες, τις Γερμανικές τσόντες και τις καπότες στο τασάκι. Επίσης, μου θυμίζουν την Α. και αυτό μου γυρίζει τα άντερα ακόμη περισσότερο. Κανονικό ξενοδοχείο, λοιπόν. Τα φτηνά είναι βρώμικα, τα μεγάλα στη Συγγρού ακριβά χωρίς λόγο. Το Πρέζιντεντ έχει πολύ βαβούρα όλη νύχτα, το Holiday Inn επίσης, και μάλιστα στα Ρώσσικα. Το Park είναι καλή φάση - λογικές τιμές, ησυχία, αξιοπρέπεια, θέα στο πάρκο, πρωινό με τους μπαρμπάδες... Μπα, όχι. Είχα βέβαια τα κλειδιά του Δ. για τις γλάστρες. Αχά!

    Λοιπόν, μπορεί να απέχεις έτη φωτός απ' το τέλειο και μόλις φτάσεις δυό βήματα, γίνεται η στραβή. Κοιτούσα την Ακρόπολη. "Επιτέλους, συναντιόμαστε και μια φορά στην Ελλάδα!" - η Ντίνα μου έκοψε τη θέα. Η Ντίνα. Λες και δεν την είχα κοιτάξει με βλέμμα "κάνω-πως-δε-σε-βλέπω" μισή ώρα νωρίτερα όταν την είδα από μακριά στο μπαρ... Τακούνι στιλέτο, διχτυωτή κάλτσα με 30 Κελσίου τα μεσάνυχτα (ήμαρτον!) κοντό μαύρο μίνι και χρυσαφί μπούστο Versace, κανά δυό νούμερα μικρότερο, να τσιτώνει. Καστανό μαλλί spikes με ξανθές ανταύγειες, κάμποσο gel, άλλο τόσο rimmel στα μάτια και σκιά να τραβάει προς τα έξω. Ποτήρι margarita, ανάσα πιωμένη. "Καλησπέρα.. Πώς κι Αθήνα;" χαιρέτησα με στοιχειώδη ευγένεια - "Ξέμεινα.. κι εσύ δεν περνάς χάλια από ότι είδα.." -"Το κατά δύναμη". Η Ρενέ αργούσε, αλλά θα γύρναγε. Φόρτωνα. "Καλό το μικρό;" το βλέμμα της θολωμένο. "Δεν έχω παράπονο". - "Το γλείφεις καθόλου;" - "εσύ τι λές;" - "Και;" - "Τί καί;" - "Τί γεύση έχει;" μου γέλασε υστερικά. "Ξινή, όπως σ' αρέσει". Χαμογέλασε. Τσαντισμένη. Χαμογέλασα. Ηλίθια. Αν ήξερα, θα πήδαγα από τη βεράντα του Ασάι μόλις το ξεστόμισα. Δεν ήξερα.

    Η Ντίνα λοιπόν - η leather dyke, όπως την έλεγε ο κοινός συμμαθητής μας, ο Δ. - δεν της φαινόταν ότι είχε PhD από τη Χαϊδελβέργη στη Φιλοσοφία, αλλά το είχε. Την τελευταία φορά ήταν λέκτορας σε περιφερειακό πανεπιστήμιο, τώρα μπορεί να ήταν και επίκουρη. Η καλή μας συμμαθήτρια. Η σημαιοφόρος στο γυμνάσιο.

    Ένα βράδυ στο Αμβούργο, το 98 ή το 99, πολύ πριν η Repperbahn κλείσει με παραπέτα, ήμουν με τον Δ. σ΄ένα άθλιο κωλάδικο με απαίσιο στριπτίζ, διαγωνίως απέναντι από τα MacDonald's, περασμένες τρείς, σχεδόν μόνοι μας - κάτι Δανοί τραγούδαγαν πιο πέρα.. Είχαμε πιεί ότι αγόραζε το μάρκο, οι γκόμενες είχαν φορτώσει που τα δίναμε στο μπαρ αντί γι αυτές, και ο μπάρμαν μας λέει με 100 μάρκα να μας κατεβάσει "κάτω". Αδειάσαμε και τα ψιλά απ' τις τσέπες, και κουτρουβαλήσαμε. Ώστε εδώ ερχόντουσαν αυτοί που φεύγανε όλο το βράδυ, κι εμείς νομίζαμε ότι πάνε σπίτι! Ένα μίνι dungeon: πέτρινο υπόγειο, άλλο μπαρ, σποτάκια στους τοίχους σε στράβωναν. Καμμιά 20ριά άτομα μαζεμένα κοντά σε έναν τοίχο. Γυμνοί, ημίγυμνοι, κουστουμάτοι. Από κοντά κι εμείς. Χέρια, πόδια, σώματα. Στριμωχτήκαμε να βγούμε προς τα μπρος. Στο κέντρο του σύμπαντος: ένας σαρανταπεντάρης, καραφλός, διαμαντάκι στ΄αυτί, δυό χέρια δεμένα μεταξύ τους σε δερμάτινα περικάρπια κι απο κει αλυσίδες με κρίκους στον τοίχο. Γυμνός, τραβηγμένος πιο έξω απ' τον τοίχο, σκυμμένος σαν να δίνει κώλο. Δίπλα στα μούτρα του, όρθια, μια πολύ λιγνή, κοκκινομάλλα, άβυζη, όχι πάνω από 35, leather top, leather φούστα, κάτι του λέει στα Γερμανικά - τι ν' ακούσεις, χώρια η τύφλα απ' το ποτό- κουνώντας απειλητικά ένα dildo 15 πόντους μήκος μπροστά του, να γυαλίζει. Αυτός κάτι ψελλίζει, αυτή ουρλιάζει. "Να θυμηθώ να μην της πιάσω τον κώλο" μου ψιθυρίζει ο Δ. - πνίγω τα γέλια μην τις μαζέψουμε. Η ψηλή γυρίζει και κάτι λέει στο κοινό, ποιός να κάνει.. αλλά τί; Δεν το 'πιασα. Πετάγεται μια γυναίκα, κολλάρο με καρφιά, λουρίδες δέρμα να ξεκινουν από αυτό και να δένουν με μεταλλικές κάψες σε δερμάτινο βρακί, από πίσω λουρίδα δέρμα σα στρινγκ. Πλούσια βυζιά τρίβονταν μπροστά στα ανοίγματα. Δερμάτινες μπότες πανω από το γόνατο, κάπως χοντρά μπούτια. Παίρνει το dildo, πάει από πίσω του, ο τύπος ψελλίζει κάτι - ματαίως. Το βάζει τουλάχιστον 5 πόντους με τη μία, ο τύπος στα ακροδάχτυλα των ποδιών! Επιφωνήματα του κοινού, η ψηλή σκύβει, τεντώνει το χέρι και αρχίζει να του σφίγγει τον πούτσο, ο τύπος σφαδάζει και η από πίσω σπρώχνει πιο μέσα, ώσπου να βρει η χούφτα της. Αρχίζει να του γαμάει τον κώλο με το dildo, στριφτά. H ψηλή τεντώνεται και αρχίζει να φιλιέται παθιασμένα με την από πίσω, χωρίς να σταματήσει να σφίγγει το καβλί του τύπου που ακούγεται ως το Ρότερνταμ. Δώστου επιφωνήματα το κοινό, ο τύπος έχει σίγουρα τα μάτια έξω... Είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον μες στο σκοτάδι. Κάποιος μου πιάνει τον πούτσο έξω από το παντελόνι, μαλλον αντρικό χέρι, όπως κατάλαβα όταν μου άνοιξε το φερμουάρ και πέρασε πιο μέσα. Κοιτάω τον Δ. - απορροφημένος. Τα 'χω λίγο χαμένα, το ποτό, το θέαμα.. ή έτσι σκέφτηκα μετά επειδή κάβλωσα. Σε πέντε-έξι λεπτά, ξεκολλάνε οι γκόμενες, του το βγάζουνε, κάτι του λέει η ψηλή, σηκώνει τη φούστα της, ο τύπος μιξοκλαμμένος, αρχίζει να τη γλείφει, στα γόνατα, τα χέρια του ενωμένα, τραβηγμένα στο πλάι από τις αλυσίδες. Εμένα με μαλακίζει ένα αριστερό χέρι.

    Γυρνάει η από πίσω στο πλήθος, περνάει δίπλα μας να πάει στο μπαρ, και ο Δ. ακούγεται σε όλο το μαγαζί: "Ρε μαλάκα, η Ντίνα!" Όντως. Συνήλθα σαν να 'χα πιει τριπλό στρέτο. Τινάχτηκα πίσω και πρόλαβα να τραβήξω τον πούτσο μου μέσα και το φερμουάρ πάνω. Όπως καταλαβαίνετε, το σοκ να δεις τη σημαιοφόρο του Γυμνασίου... τροπαιοφόρο στο Αμβούργο είναι μεγάλο. Οι γύρω μας κοιτάνε λες κι είμαστε Έλληνες. Εντελώς ψύχραιμη, μας χαιρέτησε, ήπιαμε νερό μ'ανθρακικό στο μπαρ. Είπαμε για τ' άλλα παιδιά, ποιός έχει δει πρόσφατα ποιόν.. Εμείς τυχαία ήρθαμε εδώ, πρώτη φορά, και καλά. Άμα κάνεις ότι γουστάρεις, τότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, και άλλες μαλακίες. Και βέβαια, φύγαμε μαζί, οι τρεις μας και η ψηλή, η Ute.. Από τότε βρεθήκαμε με την Ντίνα κανά δυό φορές, με τον Δ. και χωρίς, πάντα τυχαία (;) και πάντα στη Γερμανία. Μείναμε και κανά δυό βράδια όλοι μαζί - και κάμποσοι ακόμη - στο σπίτι της Ute στο Αννόβερο, όταν είχαμε πάει με τον Δ. σε μια έκθεση, από την οποία δεν είδαμε τίποτα - διαβάζαμε τον κατάλογο στο αεροπλάνο της επιστροφής για να μην ξεφτιλιστούμε στο γραφείο. Αλλά γι αυτά, θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

    Η Ρενέ γύρισε, ώρα για συστάσεις. Η Ρενέ, φίλη από το Παρίσι, η Ντίνα, παλιά μου συμμαθήτρια (στράβωσε τα μούτρα της, νομίζει ότι δείχνει νεότερη;). "Απ' το Παρίσι; Εκεί ήμουν την προηγούμενη βδομάδα.." Η Ντίνα στρογγυλοκάθησε. Για κανά μισάωρο άκουσα ένα σωρό διευθύνσεις κι ιστορίες για "τρύπες" και στοκάδικα με ευκαιρίες στο Παρίσι, η Ντίνα φλυαρούσε περισσότερο, αλλά και η Ρενέ της έδειχνε μια παράξενη οικειότητα. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Ρενέ σε κοινωνική συναναστροφή. Δε χόρταινα να κοιτάζω τα χέρια της, τα δάχτυλα της πώς τινάζονταν στον αέρα όταν μιλούσε, πώς κοντοστέκονταν, μετέωρα, όταν η Ντίνα την διέκοπτε. Φαινόταν να το απολαμβάνει, κι ήταν μάλλον εντυπωσιασμένη - ίσως λίγο ντροπιασμένη που η Ντίνα ήξερε μέρη στο Παρίσι που δεν ήξερε εκείνη. Τις κοιτούσα καθώς φλυαρούσαν και πού και πού πέταγα καμμιά μαλακία, περισσότερο για να φανεί ότι δεν έφυγα. Ως γνήσιο μέλος ΔΕΠ, η Ντίνα είχε πάρει το διδακτικό ύφος και την συμβούλευε - Αρμάνι από τις Βρυξέλλες, Βερσάτσε από το Παρίσι, στο Μιλάνο μόνο αρώματα. Η κουβέντα είχε φτάσει στα σινιέ εσώρουχα. Το ουίσκι τέλειωνε, εγώ έλιωνα - απ' τη ζέστη και τη θολούρα. Οι σερβιτόροι σπάνιζαν. "Να φέρω κάτι; πάω στο μπαρ για καμμιά λεμονάδα". Η Ρενέ έλιωνε επίσης - λεμονάδα, η Ντίνα margarita. Άντε μπας και σωριαστεί και ησυχάσουμε, σκέφτηκα.

    Να έλλειψα 5 λεπτά; Παραπάνω; Όταν έφτασα στο τραπέζι, έμεινα όρθιος από πάνω τους, η Ντίνα είχε το στόμα της δίπλα στο σκουλαρίκι της Ρενέ, το χέρι ακουμπησμένο χαλαρά στα μπούτια της, της ψιθύριζε κάτι και αυτή ξελιγωνόταν. Κάποιος με σκούντηξε, το χέρι με τις δύο λεμονάδες πιτσιλίστηκε λίγο, θα κολλούσε. Ξεκόλλησα. "Τί λέτε εσείς οι δυό;" - ξαναγινόμουν μαθητούδι... "Της έλεγα για την πρώτη μας γνωριμία" γέλασε η Ντίνα. Κοίταξα τη Ρενέ. Χαμογελούσε. "Α, ναι;" Έκατσα. Ήπιαμε μια γουλιά. Ησυχία. Ήμασταν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα. Ο dj είχε παίξει όλες τις επιτυχίες και τις αποτυχίες που ήξερε κι είχε φτάσει στις εσχατιές της electronica. Η Ντίνα άρχισε μια κουβέντα για τη σύγκριση Βερολίνου και Παρισιού, πρελούδιο πλήξης. Η Ρενέ δεν είχε πάει Βερολίνο, άκουγε εκστατική. Μετά από λίγο έσπασα. "Λοιπόν, εμείς πρέπει να πηγαίνουμε, η Ρενέ πετάει στις 09:00, πρέπει να κοιμηθεί.." ξεστόμισα. "Α, όχι, ένα τελευταίο θα το πιούμε σπίτι μου, η θέα είναι εξίσου καλή και η μουσική καλύτερη!" πετάχτηκε η Ντίνα. Δεν είχα PhD από τη Χαϊδελβέργη, αλλά καταλάβαινα πού πηγαίναμε. Ήταν πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. Η εκπαίδευση της Ρενέ γινόταν σπασμωδικά, με άλματα. Δεν την "είχα" - πώς να την προσφέρω; Σ' ένα τέτοιο σημείο, να δίνουν την ηδονή τους όχι στον αφέντη τους αλλά για τον αφέντη τους, πολύ λίγες sub μπορούν να φτάσουν και η γνώμη μου ήταν πάντα πως δεν είναι απαραίτητο. Το είχα ξαναδοκιμάσει δυό φορές. Με άλλες. Είχα μετανιώσει. Αυτή θα ήταν η τρίτη. Κοίταξα τη Ρενέ. "Αν είναι για ένα.." μουρμούρισε.

    Το σπίτι της Ντίνας είναι στο Λυκαβητό - για ευνόητους λόγους δεν θα το περιγράψω απέξω. Είναι πάντως ένα από αυτά τα παλιά, ψηλοτάβανα πέτρινα διόροφα, με θέα στο λόφο. Η ξύλινη σκάλα μας ανέβασε στο πρώτο πάτωμα, και μας πήρε τις τελευταίες σταγόνες ιδρώτα. Το κάτω ήταν κι αυτό δικό της, ξενοίκιαστο. Το σπίτι ήταν κλειστό, άρα πιο δροσερό από τον έξω κόσμο. Το χωλ ήταν παλιομοδίτικα μεγάλο. Δεξιά του, άνοιγε κουζίνα με μαρμάρινους νεροχύτες (είχα πολλά χρόνια να δω) και πλάι της μια κλειστή πόρτα - δωμάτιο υπηρεσίας; Πολύ όμορφα στημένοι χώροι, λίγα και διαλεχτά μικροέπιπλα, τόσο ακριβά που δεν το έδειχναν. Στο καθιστικό ένας τεράστιος καναπές με άσπρο δέρμα σαν κλεμμένος από ιατρείο κι ένα φωτιστικό δαπέδου πάνω στο παρκέ. Το φωτιστικό ήταν λίγο πιο ψηλό από μένα, κανά δυό μέτρα, άρα -υπολόγισα- το ταβάνι μπορεί να ήταν και στα τεσσεράμισι, πέντε. Ένα παροπλισμένο σεκρετέρ στη γωνιά, με καπάκι φυσαρμόνικα, κλειστό. Απέναντι, από ανοιχτή συρόμενη πόρτα, έβλεπες wall-to-wall βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία, ένα τραπέζι ακατέργαστο ξύλο με χαρτιά, σημειώσεις, βιβλία ανοιγμένα στη μέση, μια μπουκάλα Cuervo πάνω από τη μέση κι ένα βαρύ αδιαφανές ποτήρι του ουίσκι - στο βάθος ένα Sony DAV-C450 με μια 32άρα, επίσης Sony - ήταν σαφές ότι είχε πολύ χαρτί. Και ότι έμενε μόνη - απόδειξη ότι το living room ήταν και work room.

    Η Ρενέ κι εγώ συρθήκαμε ως τον καναπέ. Άναψα τσιγάρο, η Ντίνα έφερε ένα κρυστάλλινο τασάκι και το άφησε κάτω. Άνοιξε ένα παράθυρο που έβλεπε κατευθείαν στο λόφο και η ζεστή νύχτα μας ξανατύλιξε. Πήρε ένα τηλεκοντρόλ από το ξύλινο τραπέζι, άνοιξε ένα ντουλάπι στο απέναντι δωμάτιο, σημάδεψε μέσα του και η μικρή κινεζούλα που χοροπηδάει με ένα βιολί παίζοντας κάτι σαν κλασσική μουσική ήρθε στην παρέα μας. Η Ντίνα ξαναήρθε κοντά μας. "Αν θέλετε κάτι να πιείτε, έχει διάφορα μέσα (έδειξε το μέσα χώρο) και στο ψυγείο - εμένα με συγχωρείτε να κάνω ένα ντους, κολλάω ολόκληρη". Η Ρενέ τίναξε τα πέδιλα, δίπλωσε τα πόδια πάνω στον καναπέ και έγειρε πάνω μου υπό τους ήχους ηλεκτρονικού Βιβάλντι. Το πρόσωπο της ήταν στον ώμο μου, τα μαλλιά της μύριζαν υπέροχα. Πέρασα το χέρι μου πίσω από το κεφάλι της, άρχισα με το δείκτη να τρέχω τη γραμμή της μύτης της, στα χείλη, το πηγούνι, τα μάγουλα της. Είχε κλείσει τα μάτια και ανέπνεε βαριά.

    Ήθελα να την γυρίσω και να την φιλήσω αλλά το στόμα μου ήταν πολύ ξερό, σκέτη αφυδάτωση. Σηκώθηκα να ψάξω για λίγο νερό, φιλί στο μέτωπο - "Θες κάτι να πιείς;" - έγνεψε όχι - "Μην κοιμηθείς ώσπου να 'ρθω" - κουρασμένα χαριτολογήματα.

    Έβαλα ένα ποτήρι νερό και άρχισα να πίνω μικρές γουλιές, κρατώντας το όσο πιο πολύ γίνεται στο στόμα. Όταν γύρισα, η Ρενέ ήταν γυμνή, ξαπλωμένη στον καναπέ, τα ρούχα περασμένα στην πλάτη του. Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν στις γυναίκες είναι η ικανότητα που έχουν να γλιστρούν σε αυτήν την γλυκιά διάσταση, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μια απόλυτη χαλάρωση μετά από μεγάλη κούραση. Είναι εκείνες οι στιγμές που το μόνο που μπορούν και θέλουν να κάνουν είναι έρωτα. Η Ρενέ είχε τεντώσει τα μακριά λεπτά της πόδια, είχε απλωθεί στον καναπέ και προσπαθούσε να τραβήξει κάθε ίχνος υγρασίας και δροσιάς που μπορεί να είχε ξεμείνει στο δέρμα του. Τα γόνατα της ήταν κλειστά και λίγο στραμμένα, σε μια άγουρη παρθενική άρνηση. Το δεξί της στήθος τραβούσε προς την πλάτη του καναπέ καθώς είχε βάλει το μπράτσο της πάνω από τα μάτια. Αυτή η εικόνα που έβλεπα, θα συμπλήρωνε τον άδειο τοίχο πάνω από τον καναπέ και θα ολοκλήρωνε το δωμάτιο. Αλγερινό άτι. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα πέταγα απλώς το CD με την κινέζα στα σκουπίδια και θα 'βαζα Verve remixed. Δεν μπορούσα. Ελλείψει άλλων μαρτύρων δεν είχα άλλη επιλογή παρά να χαλάσω αυτή την εικόνα, ώστε να μείνει μόνο δική μου - παλιά, παιδική μου συνήθεια. Πλησίασα κοντά, έβαλα το χέρι μου κάτω από το κεφάλι της και της έδωσα να καταλάβει ότι ήθελα να καθίσω και να κάνει τα γόνατά μου μαξιλάρι.

    Έτσι κι έγινε. Κούρνιασε στα πόδια μου, άρχισα να της χαϊδεύω το κεφάλι. Γλιστρούσα στο λαιμό, στο στέρνο - τέντωνα την παλάμη μου στο πλατύ άνοιγμα που αφήνουν τα μικρά, στητά στήθη στην ύπτια θέση. Περιεργαζόμουν τις σκουρόχρωμες θηλές της, γυρνώντας τα δάχτυλα στους κόκκους που έκαναν στα όρια τους. Ένα έντονο άρωμα μου τράβηξε την προσοχή και σήκωσα το βλέμμα. Η Ντίνα είχε πλησιάσει. Φορούσε ένα κοντό διάφανο νεγκλιζέ δεμένο με κορδονάκι στο λαιμό, χωρίς σουτιέν. Καθώς γονάτισε με το αριστερό πόδι στην άκρη του καναπέ, το νεγκλιζέ άνοιξε και αποκάλυψε μια μαύρη κιλότα - απ΄τους λευκούς μαιάνδρους στη φάσα υπέθεσα ότι ήταν επίσης Βερσάτσε - όχι ιδαίτερα φαρδιά, τούφες από το τρίχωμα της έβγαιναν δεξιά και αριστερά. Δεν ξέρω τί άρωμα φορούσε. Ανακατεμένο όπως ήταν με το μούσκιο του μουνιού της (δεν κρατήθηκε άραγε να μην χαϊδευτεί στην ντουζιέρα;) έπνιξε τα ρουθούνια μου. Έσκυψε κι άρχισε να χαϊδεύει τους μηρούς της Ρενέ, απ' τις λαγώνες ως τα γόνατα και πάλι πάνω, πιο σκληρά στο ανέβασμα, πιο χαλαρωτικά στο κατέβασμα, σαν Ταιλανδέζα μασέζ που ξεχωρίζει το μυ. Η Ρενέ γουργούριζε απαλά. Σε λίγο η Ντίνα σηκώθηκε, γονάτισε στο πάτωμα κοντά στην άκρη του καναπέ, κι άρχισε να φιλά και να γλείφει τα πέλματα της Ρενέ, παίρνοντας ένα-ένα τα δάχτυλα των ποδιών της στο στόμα - η Ρενέ είχε περάσει σε μικρά βογγητά ώσπου η Ντίνα να φτάσει ανεβαίνοντας με την γλώσσα της ως τα γόνατά της. Τα γόνατα χωρίστηκαν και η Ρενέ τέντωσε τη λεκάνη της προς τα κάτω. Όμως η Ντίνα δε βιαζόταν καθόλου. Την οδήγησε να γυρίσει μπρούμητα, το πρόσωπο της Ρενέ βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια μου όπου και βαριανάσαινε, τα στήθη της τρίβονταν στον καναπέ, τα χέρια και τα χείλη της Ντίνας ανεβοκατέβαιναν από τις γάμπες ως τους γλουτούς της.

    "Να πάμε κάπου πιο άνετα;" ρώτησε μαλακά η Ντίνα, ανεβάζοντας την παλάμη της στη σχισμή της Ρενέ που βόγγηξε δυνατά. Δεν είχε πια νόημα να ρωτήσω τίποτα και κανέναν. Σηκώθηκα και έγνεψα στη Ρενέ. Η Ντίνα της φόρεσε τα πέδιλα και ξεκινήσαμε, υποβαστάζωντας και οι δυό και οδηγώντας την Ρενέ από τα μπράτσα - εγώ "έκανα" πως οδηγούσα, γιατί δεν ήξερα που πάμε. Η Ντίνα άνοιξε την πόρτα δίπλα από την κουζίνα και άναψε το φως. Oh la la! Αυτό που νόμιζα για δωμάτιο υπηρεσίας ήταν πράγματι για τις "υπηρέτριες" της Ντίνας, για αυτές που της πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους...

    Ένα σιδερένιο κρεβάτι στο κέντρο του δωματίου με αυστηρό, πολυκαιρισμένο κεφαλάρι, φρεσκοστρωμένο με λευκά μεταξωτά σεντόνια. (Την άθλια! Είχε βγει κυνήγι απόψε στο Ασάι, να ρίξει στη φάκα της τίποτα λιγωμένες εικοσάρες νοσοκόμες που ξέμειναν στην Αθηνα για 15αύγουστο και απορούν τί να κάνουν το μουνί τους τώρα που το ανακάλυψαν!) Στις γωνιές του κεφαλαριού δεμένα δυο χοντρά σκοινιά, καλοστριμμένα, σαν κορδόνια βαριάς κουρτίνας, σε χρώμα λαδί, κατέληγαν σε θηλιές ακουμπησμένες πάνω στα σεντόνια στο ύψος του μαξιλαριού. Δίπλα στο κρεβάτι, ένα κομοδίνο-συρταριέρα. Στο δωμάτιο υπήρχε ακόμη ένας ολόσωμος καθρέφτης, στρατηγικά ακουμπισμένος στον τοίχο ώστε να εξυπηρετεί αυτόν που είναι ανάσκελα στο κρεβάτι και στην άλλη πλευρά ένα ποδήλατο γυμναστικής - για τις νύχτες μοναξιάς και αναμνήσεων;

    Η Ντίνα έτρεξε στο κομοδίνο και από το πρώτο συρτάρι έφερε ένα μαύρο μεταξωτό μαντήλι, αρωματισμένο με μια βαριά ανατολίτικη μυρωδιά. Η Ρενέ κοντοστάθηκε, συνειδητοποίησε πού βυθιζόταν, γύρισε, με κοίταξε, έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στην παραζάλη... Αφού έδεσε το μαντήλι στα μάτια της Ρενέ, και της έβγαλε τα σκουλαρίκια, η Ντίνα την οδήγησε σιγά-σιγά στο κρεβάτι και την βοήθησε να ξαπλώσει στο κέντρο του. Ύστερα πήρε τις θηλιές από τα σκοινιά και τις πέρασε στους καρπούς της - τα σκοινιά ήταν δεμένα μ' ένα παράξενο κόμπο που επέτρεπε τη ρύθμιση του ύψους του δεσίματος - η Ντίνα φρόντισε οι καρποί να είναι λίγο σηκωμένοι από το κρεβάτι, αλλά να ακουμπούν οι αγκώνες. Όσην ώρα παρατηρούσα τους κόμπους δεν πρόσεξα πως η Ρενέ άρχισε να τρέμει ελαφρά, να σφίγγει τα δάχτυλα και να αναπνέει παράξενα. Όπως κάποιοι από τους αναγνώστες σίγουρα γνωρίζουν, είναι πολύ διαφορετικό να σε δένουν με κλειστά μάτια απ ότι με ανοιχτά, ακόμη και με την συγκατάθεση σου - το μυαλό έχει κομμάτια που ποτέ δεν συγκατατίθενται. Αλλά σε αυτά ακριβώς τα κομμάτια του μυαλού της Ρενέ είχα την ευκαιρία να απευθυνθώ. Άπλωσα το χέρι μου και της χάιδεψα το μπράτσο, ήμουν δίπλα της. Το άγγιγμα, η σωματική επαφή, είναι πολύ σημαντική για μια sub σε όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσής της - χωρίς να την περισπά, δίνει τη σιγουριά που χάνει, εγκαταλείποντας προσωρινά τη λογική της. Η Ρενέ ηρέμησε, η Ντίνα κατέβηκε από το κρεβάτι, έβγαλε άτσαλα το νεγκλιζέ, οι ροδαλές της ρώγες τινάχτηκαν δεξιά και αριστερά, και γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της απλωμένης λείας μας. Είχα μετακινηθεί στο κάτω μέρος του κρεβατιού και έβλεπα τον τουρλωτό πισινό της Ντίνας, στο βάθος το κεφάλι της Ρενέ με τα μισάνοιχτα χείλη. Άρχισε με γλυκά φιλιά και δαγκώματα να ανεβαίνει από τις γάμπες προς τα πάνω, ανοίγοντας σιγά-σιγά τα πόδια της Ρενέ. Πρόσεξα πως οι προσαγωγοί της Ρενέ ήταν πολύ πιο καλογραμμένοι από την τελευταία μας συνάντηση (γυμναζόταν;) και έφτιαχναν καθώς άνοιγε διάπλατα τα πόδια της αυτά τα μικρά λακάκια δίπλα στο εφηβαίο που τόσο με τρελλαίνουν. Έδειξα στην Ντίνα και κατάλαβε αμέσως. Τέντωσε τη γλώσσα της και άρχισε να βυθίζεται μέσα σε αυτά τα λακάκια, κάνοντας την Ρενέ να τινάζει τη λεκάνη της πάνω κάτω, να προσπαθεί να κατευθύνει το μουνί της προς αυτή τη γλώσσα που την τσιγκλούσε μες στα σκοτάδια της. Η Ντίνα τραβήχτηκε λίγο, κι έπειτα, με μια κίνηση που θύμιζε αντίδραση παιδιού σε παγωτό χωνάκι, κατέβηκε με απλωμένη γλώσσα και την ανέβασε από κάτω προς τα πάνω στην σχισμή της Ρενέ. Μας αντάμειψε με έναν κοφτό αναστεναγμό. Η Ντίνα επανέλαβε την κίνηση δυό-τρεις φορές, εντείνοντας τους αναστεναγμούς της Ρενέ. Τα υγρά της γυάλιζαν τώρα, και τα μουνόχειλα της άνοιξαν διάπλατα. Κοιτούσα και μάθαινα. Η Ντίνα τεντώθηκε, άνοιξε το δεύτερο συρτάρι και τράβηξε ένα λευκό δονητή μπαταρίας, έναν από αυτούς που προτιμούν οι γυναίκες, κάπως στενός στην άκρη, φαρδαίνει μετά κι ύστερα πάλι στενεύει στη βάση. Ήταν δέκα πόντους μακρύς, αλλά τουλάχιστον έξι πόντους στην πιο χοντρή περίμετρο του. Τέντωσα αμέσως το χέρι και με το βλέμμα μου της έδωσα να καταλάβει ότι δεν ήθελα ούτε να το σκέφτεται... Χαμογέλασε ειρωνικά, μ' ένα στυλ "Α, εδώ υπάρχει αίσθημα...", τον ξαναπέταξε μες στο συρτάρι, το άφησε ανοιχτό, και ξαναέσκυψε στη Ρενέ. Άρχισε να πιπιλάει και να δαγκώνει τις ρώγες της, πρώτα έκανε μπουκιά όλη τη θηλή και την δούλευε στο στόμα της, ύστερα έβρισκε τη ρώγα και την κρατούσε στα μπροστινά δόντια, ανασηκωνόταν και τραβούσε πάνω όλο το στήθος - η Ρενέ τιναζόταν. Σε δυό λεπτά, οι θηλές της είχαν πρηστεί, οι ρώγες της ήταν πέτρα. Η Ντίνα έβγαλε από το συρτάρι μια λεπτη αλυσιδίτσα 50 πόντους, στις δύο άκρες της ήταν κρεμασμένα δυό κλιπ, σαν κροκοδειλάκια με πριονωτές δαγκάνες. Τα στερέωσε προσεκτικά στις ρώγες της Ρενέ, τα τέντωσε για να τα δοκιμάσει - η Ρενέ ανασηκώθηκε με ένα μικρό μουγκρητό, τα σκοινιά μάγκωσαν στους καρπούς της. Η Ντίνα κατέβηκε στο μουνί της Ρενέ. Άρχισε τώρα να της ανοίγει το "καπάκι" με τα χείλη, να δαγκώνει και να πιπιλάει παρόμοια την κλειτορίδα της, πότε ρουφώντας την όλη στο στόμα, πότε ξακρίζοντας την με τα δόντια και γρατζουνόντας τη με το νύχι. Με δυό δάχτυλα, τής άνοιγε κυκλικά τα μουνόχειλα, έξω-έξω, χωρίς να την "τρυπάει". Η Ρενέ ανεβοκατέβαινε αγκομαχώντας στα όρια των σκοινιών της, το σεντόνι μπροστά στο μουνί της είχε αρχίσει να λεκιάζει από τα υγρά της. 'Οταν πια η κλειτορίδα της στεκόταν τεντωμένη, η Ντίνα ανασηκώθηκε και τράβηξε από το συρτάρι μια ακόμη αλυσιδίτσα, λίγο μεγαλύτερη, με κλιπ στη μια άκρη και έναν κρίκο στην άλλη. Πίεσε με τα δάχτυλα την κλειτορίδα της Ρενέ να τεντώσει, την άρπαξε με το κλιπ (η Ρενέ τσίριξε), ζύγισε την αλυσιδίτσα που κρατούσε τις ρώγες της Ρενέ και πέρασε τον κρίκο που ασφάλιζε όπως κάποια μπρελόκ στο μέσον της. Οι αλυσιδίτσες σχημάτιζαν τώρα έναν σταυρό και κρατούσαν τις ρώγες της Ρενέ με το μουνί της δεμένα. Η Ντίνα σηκώθηκε από το κρεβάτι, έπιασε τις αλυσιδίτσες από το δέσιμο και τις τράβηξε προς τα πάνω με καμάρι. Οι ρώγες και η κλειτορίδα της Ρενέ τεντώθηκαν - μ' ένα μουγγρητό σήκωσε τη λεκάνη να ακολουθήσει την κίνηση. Η Ντίνα γύρισε και με κοίταξε. Της χάρισα ένα βλέμμα επιβράβευσης και της έγνεψα να μείνει για λίγο μακριά. Έσκυψα πάνω στη Ρενέ και άγγιξα το στήθος της στη βάση του. Αναρρίγησε. Έσκυψα και τη φίλισα στο στόμα, πολύ γλυκά, πατρικά. Ήθελα να ξέρει ότι ήμουν πολύ περήφανος γι αυτήν. Έσκυψα στο αυτί της: "Μπορείς;" Έγνεψε καταφατικά.

    Η Ντίνα είχε βγάλει την κυλότα της και στεκόταν από την άλλη μεριά. Το σώμα της αν και σφιχτό, με στιλπνό δέρμα, δεν έκρυβε τα 37 της χρόνια. Στα στήθη της, βαριά και λίγο κουρασμένα, είχαν αρχίσει να πρασινίζουν κάποιες φλέβες. Το κλασικό φούσκωμα της κοιλιάς, κάμποση κυταρρίτιδα στην πίσω μεριά των μηρών, αλλά και μια ανοιχτή και δυνατή λεκάνη με τα κόκκαλα να προεξέχουν. Ήθελε να συνεχίσει. Σηκώθηκα και στάθηκα πάλι στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Η Ντίνα σκαρφάλωσε πάνω από την Ρενέ και καβάλησε με φάτσα αντίκρυ μου πάνω από το πρόσωπο της. Πέρασε τις γάμπες της κάτω από τους αγκώνες της Ρενέ, κατέβασε τη μέση της ώστε το μουνί της να βρεθεί λίγους πόντους από το πρόσωπο της (η μυρωδιά της πρέπει να έπνιγε τη Ρενέ), έσκυψε σαν να επρόκειτο και εκείνη να την γλείψει, αλλά αντί γι αυτό, δάγκωσε απότομα τις αλυσιδίτσες από την συναρμογή τους και τις τράβηξε δυνατά κατά πάνω. Η Ρενέ ούρλιαξε - καθώς τινάχτηκε, το πρόσωπο της βρέθηκε μες στο μουνί της Ντίνας. Το κλιπ έφυγε από την κλειτορίδα της, η Ντίνα προσπάθησε να το ξαναστερεώσει. Γλιστρούσε, η Ρενέ βογγούσε. Τελικά, το έδεσε ψηλά στο δεξί μουνόχειλο. Η Ντίνα ίσιωσε τη μέση της, έπιασε με το δεξί χέρι τις αλυσιδίτσες, ανακάθησε όσο μπορούσε πιο πίσω και άρχισε να τις τραβάει ρυθμικά. Σε κάθε τράβηγμα, η Ρενέ τιναζόταν και μούγγριζε, είχε καταλάβει φυσικά, και άρχισε να σηκώνει το πρόσωπο και να γλείφει την Ντίνα. Ο ρυθμός της Ντίνας γρηγόρευε, η Ρενέ ακολουθούσε, με όλο της το κορμί να συσπάται και με μπουκωμένα μουγγρητά μες στο μουνί της Ντίνας. Παρακολουθούσα την Ντίνα να ιππεύει τώρα σαν λαίδη Γκοντάιβα, κάνοντας τις αλυσιδίτσες γκέμια, έτριβε με το ελέυθερο χέρι τα στήθη της, "Ψηλά! έλα...ψηλά...έλα..έτσι...έλα" πρόσταζε τη Ρενέ και τραβούσε με δύναμη όταν εκείνη αργούσε να συναντήσει με τη γλώσσα της το μουνί της. Μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Έβλεπα μπροστά μου το μουνί της Ρενέ να ανοίγει σε κάθε τράβηγμα, τα γόνατα της να τινάζονται προς τα πάνω. Η Ντίνα χανόταν, βλέμμα στον καθρέφτη διαγώνια της, και ξαναρχόταν. Σε μια στιγμή, άπλωσε το χέρι στο συρτάρι και πέταξε προς το μέρος μου μια Vaseline intensive care. "άνοιξε την...άνοιξε την" άρχισε να μουρμουρίζει - και φυσικά δεν εννοούσε την κρέμα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα άντεχα πολύ ακόμη. Είχα τουλάχιστον είκοσι λεπτά συνεχόμενη στύση και ο προστάτης μου μ΄έσφαζε. Ξεφορτώθηκα τα ρούχα μου, άλειψα τον πούτσο μου με την κρέμα (παραλίγο να χύσω με το ίδιο μου το άγγιγμα) και βρέθηκα ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της Ρενέ. Έγνεψα στην Ντίνα να κοπάσει λίγο. Η Ρενέ που δεν έβλεπε, συνέχισε να τεντώνει το κεφάλι της και να γλείφει. Μόλις με ένιωσε να αγγίζω με το πουτσοκέφαλο την κωλοτρυπίδα της πέτρωσε και τεντώθηκε προς τα πίσω. Η Ντίνα έσκυψε, της σήκωσε τα μπούτια και τα κράτησε σταθερά, ανοίγοντας μου τα κωλομέρια της Ρενέ - χωρίς να χάσει την ευκαιρία να περνάει τη γλώσσα της πάνω από τα φλογισμένα μουνόχειλα της Ρενέ και να δαγκώνει το κλιπ. Μπήκα πολύ αργά, με μικρές κοφτές κινήσεις, ολόκληρος. Πολύ σφιχτή και πολύ ζεστή. Πονούσα αλλά κουνιόμουν. Η Ρενέ ούρλιαζε, η Ντίνα σκυμμένη κρατούσε τη λεκάνη της Ρενέ σφιχτά προς τα κάτω και την έγλειφε. Έσπρωξα από τον όμο τη Ντίνα, για να σηκωθεί και να την αφήσουμε λίγο να ηρεμήσει - και γω να μείνω ακίνητος για να μη χύσω αμέσως. Ανακάθισε και έβαλε πάλι το μουνί της στο πρόσωπο της Ρενέ. Άρχισε τώρα να κατεβαίνει και να το τρίβει μόνη της στο πρόσωπο της. Η Ρενέ ακουγόταν να κλαίει μπουκωμένη αλλά η Ντίνα είχε φρενιάσει, τριβόταν τώρα με όλη της τη δύναμη. Έπρεπε κάτι να κάνω, η Ρενέ έπρεπε να αναπνεύσει. Έγειρα και άρχισα να δαγκώνω τις ρώγες της Ντίνας - θυμήθηκα ότι η αριστερή της είχε μια τρύπα από παλιότερο κρίκο και επικεντρώθηκα εκεί. Η Ντίνα τράβηξε τα μαλλιά μου πολύ δυνατά και άρχισε να ξεφυσά με θόρυβο. Τη δάγκωσα τόσο που σκέφτηκα ότι θα ματώσει. Έχυνε. Μέτρησα ως το δέκα, τραβήχτηκα, της έπιασα τη μέση και της έγνεψα να σηκωθεί - σηκώθηκε και προσπάθησε να σταθεί όρθια στο πλάι του κρεβατιού. Ακούμπησε στο κομοδίνο να συνέλθει. Το πρόσωπο της Ρενέ ήταν ταλαιπωρημένο και κατακόκκινο, τα μαλλιά της ιδρωμένα και πατικωμένα, το μαντήλι είχε φύγει από τη θέση του, όλο το πρόσωπο γυάλιζε από τα υγρά της Ντίνας και τα δικά της δάκρυα. Έσφιξα τα γόνατα της πάνω στους ώμους μου κι άρχισα να τη γαμάω, μικρές κινήσεις, δυό τρεις πόντους μέσα-έξω κάθε φορά. Με κοίταζε απεγνωσμένα, σε κάθε τράνταγμα ξεφυσούσε, οι αλυσιδίτσες πετάριζαν. Έσκυψα στα στήθη της. Με το δεξί μου χέρι απελευθέρωσα μία-μία τις ρώγες της, αρπάζωντας κάθε φορά τη θηλή στο στόμα μου για λίγα δευτερόλεπτα ώστε να ανακουφίσω το κάψιμο από την επιστροφή του αίματος - η Ρενέ με μάγκωνε με τον σφιγκτήρα της. Η Ντίνα είχε σκύψει πλάι μου και έχωσε τα νύχια της στο αριστερό μου κωλομέρι. Ήταν περιττό. Δυό τινάγματα ακόμη, δύο βογγητά - τραβήχτηκα κι έχυσα στην κοιλιά και το στήθος της Ρενέ. Θυμάμαι πως μούγγρισα χύνοντας, πράγμα που δεν συνηθίζω.

    Έμεινα για λίγο ακίνητος, έλυσα και το κάτω κλιπ. Η Ντίνα έσκυψε και φίλησε πρώτα τη Ρενέ, ύστερα εμένα, απαλά στα χείλη, σαν καληνύχτα - "Στο μπάνιο δεξιά έχει πετσέτες" είπε διεκπεραιωτικά και βγήκε από το δωμάτιο. Το αίμα προσπαθούσε να γυρίσει στο κεφάλι μου, συγκρουόταν με το αλκοόλ και μου προκαλούσε πονοκέφαλο. Έσκυψα πάνω στη Ρενέ, τη φίλησα στο λαιμό, στους όμους - δεν είχα καταλάβει αν είχε χύσει, άπλωσα το χέρι μου στο μουνί της, έκλεισε τα πόδια κι έγνεψε αρνητικά. Απελευθέρωσα τα χέρια της και ξάπλωσα πλάι της. Σε λίγο σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο.

    Σε 15 λεπτά πίναμε κι οι τρείς σιωπηλά καφέ στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, παρέα με μονογραφίες για τον Βίτγκενστάιν. Τελειώσαμε και σηκωθήκαμε να φύγουμε, είχε πάει 05:30. Φτάνοντας στην πόρτα, η Ντίνα με κοίταξε επίμονα και μίλησε - που να μην έσωνε. "Τελικά ήταν ξινό το μουνάκι της, όπως ακριβώς μου το περιέγραψες.." και γύρισε χαμογελώντας στη Ρενέ. Αν τα μάτια μου μιλούσαν καθώς κοίταζα τη Ντίνα θα λέγανε δύο μόνο λέξεις, "μαλακισμένη" και "καριόλα", αντίστοιχα. Παρακάλεσα το Θεό, αν υπάρχει, να βάλει τη Ρενέ να μου σκάσει μια γονατιά στ' αρχίδια και να το ξεχάσουμε. Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η Ρενέ είπε ένα πνιχτό καληνύχτα και έκανε μεταβολή.

    Έτρεξα πίσω της. Ήταν πολύ θυμωμένη - σίγουρα νόμιζε πως τα είχα προσχεδιάσει όλα. Είπα να την πάω αεροδρόμιο, αρνήθηκε. Έπρεπε να πάρει τα πράγματα από μια θεία της. Επέμενα. Αρνιόταν. Την κατέβασα ως την Ασκληπιού. Με καληνύχτισε βιαστικά με φιλί στο μάγουλο και βγήκε για ταξί. Την είδα να μπαίνει και να απομακρύνεται. Την επόμενη μέρα έστειλα email ρωτώντας αν έφτασε καλά, κλπ. Δεν απάντησε. Δοκίμασα κανά δύο φορές το a la carte, νεκρό.
     
    D Q Juls likes this.
  2. Astarty

    Astarty New Member

    Δίνεις εξαίρετους τίτλους στα κείμενα σου:)

    Αστάρτη
     
  3. carissa[L_T]

    carissa[L_T] New Member

    Κύριε DreamMaster παρακαλώ στο επόμενο σκαλί να παρέχεται και κρύο ντούς γιατί έχετε αναστατώσει τις sisters μου και δεν βγάζω νόημα από τα λεγόμενα τους λολ
     
  4. meira

    meira New Member

    πω πω!!!! ούτε το κρύο ντουζ δεν μας σώζει μετά από αυτό και άντε να πάρουμε άδεια τώρα
     
  5. little_slut[PieR]

    little_slut[PieR] New Member

    Την άδεια χλωμή τη βλέπω sis και ποιος μας κλαίει τώρα. Άλλα ας κάνουμε μια προσπάθεια ποτέ δεν ξέρεις. Άλλωστε ποιος μας είπε να το διαβάσουμε χωρίς άδεια; λολ

    Την άλλη φορά λοιπόν να φροντίσουμε να πέρνουμε πρώτα την άδεια και μετά να το διαβάζουμε ;)
     
  6. DreamMaster

    DreamMaster New Member

    Μα καλά, δεν υπάρχει λίγη ανθρωπιά επιτέλους;;;
    Στου ψυχρολουσμένου το ποστ μιλάτε για κρύο ντους;;;

    :)))

    Τί να πώ; Wish you were there...

    Dream

    ΥΓ. Λόγος δε μου πέφτει, αλλά αν ήμουν στη θέση του Κυρίου σας, θα έδινα εντολή να μείνετε έτσι, χωρίς ντους, ώσπου να έρθετε κοντά μου. Μετά, θα έπρεπε να μου εξηγήσετε λεπτομερώς γιατί και πώς ακριβώς βρεθήκατε σε αυτή την κατάσταση...
     
  7. little_slut[PieR]

    little_slut[PieR] New Member

    Εύκολο να το λες πάρα πολύ δύσκολο να το κάνεις όμως. Θα μου πεις οι σκλάβες είναι μαθημένες στα δύσκολα αλλά κι ο οργανισμός έχει κάποια όρια και δεν αντέχει πάντα. Μου μυρίζει τιμωρία σήμερα αλλά ακόμα δεν ξέρω αν θα είναι παιχνίδι ή κανονική. Ελπίζω τουλάχιστον να είναι παιχνίδι :)
     
  8. carissa[L_T]

    carissa[L_T] New Member

    Έτσι όπως πάμε μάλλον σε Σκωτσέζικο ντούς θα καταλήξουμε ;)
     
  9. lara

    lara (lady godiva)

    * γελά..
    εμένα με προειδοποίησαν να μην το διαβάσω αν δεν έχω άδεια για συνέχεια και τις άκουσα...αλλά όταν το ανέφερα Στον Κύριο μου, πήρα 2 διαταγές...η μία ήταν να το διαβάσω απόψε και η 2η να ΜΗΝ τολμήσω να ζητήσω άδεια γιατί δεν θα πάρω...

    Οπότε πάω κι εγώ για ντουσάκι μάλλον. λολ
     
  10. little_slut[PieR]

    little_slut[PieR] New Member

    χμ τελικά ούτε αυτός ο τρόπος βοηθάει.

    DreamMaster μήπως μαζί με τον οδηγό ανάγνωσης των ποστ σου πρέπει να δημοσιεύεις και έναν οδηγό επιβίωσης για σκλάβες μετά την ανάγνωση; ;)
     
  11. Spank35

    Spank35 New Member

    Γειά, είμαι νέος στο site, gay, spank-fan και διαβάζω διάαφορα posts...

    Και μόνο γιά την λεπτομερή περιγραφή και τη γλαφυρότητα, σου αξίζουν συγχαρητήρια DreamMaster!!!

    :)
     
  12. slv_hana

    slv_hana New Member

    Συμφωνω μαζι σου little slut[PieR]!!Καλο θα ηταν να μας πει τι μπορουμε να κανουμε μετα την αναγνωση γιατι δυστυχως το κρυο ντουζ δε με βοηθησε καθο
    λου και εφαγα και μια περιποιημενη τιμωρια γι'αυτο που εκανα..:( κλαψ