...μετά δε σε νοιάζει και μούσκεμα να γίνεις.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 12 Μαρτίου 2018.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Of Mans First Disobedience, and the Fruit
    Of that Forbidden Tree, whose mortal tast
    Brought Death into the World, and all our woe,
    With loss of Eden, till one greater Man
    Restore us, and regain the blissful Seat,
    Sing Heav'nly Muse

    John Milton, Paradise Lost

    Με λένε Άγγελο. Με λένε Άγγελο αλλά είμαι οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Ήμουν ένα ρεμάλι, ένας ρεμπεσκές. Έγινα και φονιάς.

    Μία και μοναδική καλή πράξη έκανα στη ζωή μου και ακόμα και αυτή ήταν έγκλημα. Όχι, δε το μετάνιωσα για το φόνο του γουρουνιού που κακοποιούσε την Έφη. Όπως δε μετάνιωσα το φόνο που έκανα στη φυλακή και έφαγα άλλα δέκα χρόνια στην πλάτη μου.

    Η φυλακή είναι περίεργο μέρος και όμως τόσο οικείο. Πάτα για να μη σε πατήσουν, σφάξε να μη σε σφάξουν, γάμα μη σε γαμήσουν.

    Το τελευταίο δεν ήταν πρόβλημα για μένα. Όπως έδινα τον κώλο μου και το στόμα μου κάνοντας το πουτανάκι στο συνταγματάρχη και το φίλο του, το έκανα και μέσα. Γιουσουφάκι, πουτανίτσα, ψωλαρπάχτρα, πάτος... όλα μειωτικά και όλα χωρίς νόημα για έναν σαν εμένα που έβγαζε το παντεσπάνι του πουλώντας ψυχή, σώμα και περηφάνια.

    Στη φυλακή δε βιάζουν για το σεξ, βιάζουν για τη δύναμη. Εγώ είμαι ο πιο δυνατός. Εγώ είμαι ο πιο γαμήκουλας. Εντάξει, είσαι. Γονάτιζα υπάκουα, έστηνα τον κώλο μου υπάκουα και σταματούσα να είμαι ο στόχος.

    Όταν ο Ζήσιμος ήρθε να μου επιβάλει τη δύναμη του εγώ έκανα όπως είχα μάθει. Του το είπα ξερά, δε χρειάζεται να με χτυπήσεις. Θες να με γαμήσεις; Γάμα με. Θες να στον ρουφήξω; Φέρτον μου να τον πάρω στο στόμα μου. Γάμα με αλλά άσε με στην ησυχία μου.

    Το έκανε. Και έγινε μόνιμος. Έγινα το πουτανάκι του και αυτόματα σταμάτησε να μου κολλάει ο οποιοσδήποτε. Παράξενο πράγμα. Μπορεί να έγινα η δούλα του αλλά γνώρισα έναν άλλο Ζήσιμο, που ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχε. Παρά το γεγονός ότι έδινα κώλο για την προστασία ο Ζήσιμος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με έκανε να νιώσω συναισθηματικό ενδιαφέρον γι αυτόν. Και αυτός μου το ανταπέδωσε στο βαθμό που μπορούσε.

    Μόνο η Έφη ερχόταν που και που να με δει. Βρήκε ένα καλό παιδί που την αγαπούσε και τον παντρεύτηκε και έκανε μαζί του και δυο κόρες. Μπορεί η μία και μοναδική καλή πράξη της ζωής μου να ήταν έγκλημα αλλά η λύτρωση της Έφης ήταν η ανταμοιβή μου.

    Δεν την χάρηκα πολύ. Ένα χρόνο μετά τη γέννηση της δεύτερης κόρης της, στο πέμπτο χρόνο που ήμουν μέσα έφυγε από καρκίνο στη μήτρα. Ήρθε ο ίδιος της ο άντρας να μου το πει, δεν τον είχα δει ξανά. Και είχαμε κάτσει δυο μαντραχαλάδες ο καθένας μόνος του από τη δική του πλευρά να κλαίμε σαν κοριτσάκια.

    Και τότε ο Λουκάς από τα μανιάτικα έσφαξε το Ζήσιμο.

    Αυτό σε συνδυασμό με το χαμό της Έφης μου γύρισε τα μυαλά.

    Ο Λουκάς είχε πολύ άσχημο τέλος. Του τον έκοψα, τον ξεκοίλιασα και τον στραγγάλισα με τα ίδια του τα άντερα. Ζούσε ακόμα, ο σκύλος ζούσε ακόμα, με κομμένο πούτσο και ανοιχτή κοιλιά και κομμένα άντερα. Ζούσε ακόμα όταν του τα τύλιξα γύρω από το λαιμό.

    Ο θάνατος ήταν από στραγγαλισμό, αυτό έγραψε το κατηγορητήριο. Όχι ότι θα τη γλίτωνε δηλαδή ακόμα και αν δεν είχα κάνει αυτό που έκανα. Πέντε χρόνια μέσα στη φυλακή ήμουν υπόδειγμα και μου αναγνωρίστηκαν και κάποια ελαφρυντικά. Ωστόσο έφαγα άλλα δέκα χρόνια στην καμπούρα μου.

    Δε βαριέσαι. Είναι να μη βραχείς, μετά δε σε νοιάζει και μούσκεμα να γίνεις.

    Όλα τα υπόλοιπα χρόνια, βγήκα τελικά στα 22, τα πέρασα μονάχος. Δεν μου ξανακόλλησε κανείς, δεν κόλλησα εγώ σε κανέναν και έτσι απόμεινα πάλι μόνος, λες και ξαναζούσα τα παιδικάτα μου. Για να σκοτώσω το χρόνο το έριξα κι εγώ στο διάβασμα. Όχι, δεν έγινα καλύτερος άνθρωπος, δεν άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Αυτό το τραίνο είχε χαθεί εδώ και πολλά χρόνια. Μια παρηγοριά ήταν, μια παρέα τις ατελείωτες ώρες της βαρεμάρας κλεισμένος μέσα στην φυλακή και μέσα στον εαυτό μου.

    Όταν βγήκα δεν είχα κανένα να με περιμένει. Το μόνο που είχα ήταν το δυαράκι μου, δηλαδή ήλπιζα να υπάρχει ακόμα και να είναι στη θέση του. Η παλιά γειτονιά είχε αλλάξει. Δύο νέες μοντέρνες πολυκατοικίες είχαν υψωθεί εκεί που ήταν δύο σπίτια με μεγάλες αυλές.

    Όταν πήγα στην πολυκατοικία που έμενα διαπίστωσα ότι το εξωτερικό κλειδί είχε αλλάξει. Χτύπησα όλα τα κουδούνια μέχρι που κάποιο μου άνοιξε. Μπήκα μέσα και ανέβηκα τη σκάλα. Αριστερά το διαμέρισμά μου, στη μέση το ανανσέρ, δεξιά η σκάλα και ακόμα πιο δεξιά ένα άλλο διαμέρισμα.

    Δεν ήξερα τι θα έκανα αν το κλειδί μου δεν ταίριαζε παρόλα αυτά ένιωσα τεράστια έκπληξη όταν μπήκε μέσα και άνοιξε λες και σαν να ήταν μόλις εχθές που είχα βγει για τελευταία φορά.

    Άνοιξα την πόρτα. Μηχανικά γύρισα το διακόπτη. Φυσικά δεν είχε φως.

    Και όμως το σπίτι ήταν καθαρό. Δε μύριζε μούχλα. Δεν είχε νερό, δεν είχε φως αλλά ήταν λες και αυτά είχαν κοπεί μόλις χθες. Δεν είχα το κουράγιο και την όρεξη να το ψάξω, η ελευθερία μου μετά από είκοσι χρόνια φυλακής με τρόμαζε και με εξουθένωνε.

    Στην αρχή είχα δοκιμάσει να κάνω τα ίδια αλλά οι εποχές είχαν αλλάξει και εγώ είχα μεγαλώσει. Ποιος θα πάει να πληρώσει ένα σαραντάρη για σεξ όταν μπορεί να βρει πρόθυμους εικοσάριδες να κάνουν το ίδιο και τσάμπα; Ήμουν ακόμα ωραίος άντρας αλλά πλέον δεν μπορούσα να με πουλήσω.

    Αναγκάστηκα να κάνω διάφορες δουλειές του ποδαριού μέχρι που με λυπήθηκε ένας γείτονας που είχε σουβλατζίδικο και που είχε και αυτός την ατυχία νέος να έχει κάνει φυλακή και ήξερε τι σημαίνει να χτυπάς πόρτες και να μη σου ανοίγει καμία.

    Είχα ρωτήσει τους γείτονες για την κατάσταση που είχα βρει το σπίτι, καθαρό, αερισμένο και περιποιημένο. Μου είχαν πει ότι μια φορά το μήνα ερχόταν μια μεσήλικη γυναίκα και το αέριζε και το καθάριζε και πως αυτό γινόταν τον τελευταίο χρόνο. Που και που τη συνόδευε μια νεαρή κοκκινομάλλα αλλά δεν ήξεραν παραπάνω.

    Πέρασαν έτσι πέντε χρόνια. Είχα κάνει κάποιες περιστασιακές σχέσεις αλλά μετά τα πρώτα ενθουσιώδη γαμήσια ξέφτιζαν. Ήμουν ανίκανος να νιώσω αίσθημα είτε με γυναίκα είτε με άντρα και κανείς δεν άντεχε για πολύ εμένα και το παρελθόν που με βάραινε.

    Είχαν περάσει ακριβώς 27 χρόνια από τη βραδιά που μου άλλαξε τη ζωή. Τα νέα μου γενέθλια, τα παλιά μου είχαν σβήσει και είχαν χαθεί, πεταμένα στα σκουπίδια του χρόνου. Κάθε χρόνο τα τελευταία χρόνια τα γιόρταζα γινόμενος στουπί στο μεθύσι.

    Τα θυμάμαι όλα σα να είχαν συμβεί μόλις χθες.

    Η Έφη να κλαίει με λυγμούς που με μαχαίρωναν. Να τη χαϊδεύω και να προσπαθώ μάταια να την ηρεμήσω. Ήμουν το ίδιο γουρούνι με τον αρραβωνιαστικό της, είχα κακοποιήσει και βιάσει ένα κορίτσι που δε μου είχε φταίξει σε τίποτα μόνο και μόνο για να βγάλω τα δικά μου σπασμένα. Μόνο και μόνο γιατί μπορούσα να το κάνω επειδή η ίδια δεν μπορούσε να αντισταθεί.

    Δεν είχα τίποτα ιερό να της ορκιστώ, τίποτα αντρίκιο πάνω μου για να της δώσω το λόγο μου.

    Της ζήτησα συγνώμη και απλά της δήλωσα τι επρόκειτο να κάνω.

    Οι γέροι της χέστηκαν πάνω τους όταν τους χάραξα και στην αστυνομία το πήρα πάνω μου. Είπα ότι ήμουν ο κρυφός δεσμός του μαντρά και ότι ζήτησε να χωρίσουμε και θόλωσα και έγινε ό,τι έγινε. Κανείς στη γειτονιά που ήξερε τι πάρε-δώσε είχα με το στρατιωτικό δεν είχε να πει κάτι άλλο, το μόνο που αναρωτιόνταν ήταν πως η λούγκρα ο μαντράς είχε καταφέρει να κρατήσει κρυφή τη διπλή ζωή του.

    Σήμερα ήταν η επέτειος. Σήμερα είχα τα δεύτερα γενέθλιά μου. Σκούπισα και σφουγγάρισα και κλείδωσα το μαγαζί. Γύρισα να φύγω και εκεί με περίμενε μια όμορφη, μινιόν Βαλκυρία.

    -"Γεια σου Άγγελε" μου είπε.

    Εκείνη την ώρα ήμουν πολύ κουρασμένος για να θυμηθώ την αναφορά των γειτόνων μου για την κοκκινομάλλα.

    -"Γνωριζόμαστε;"

    -"Κατά κάποιο τρόπο ναι."

    Δεν είχα όρεξη.

    -"Άκου κοριτσάκι μου, δεν ξέρω τι είσαι και τη ζητάς αλλά άσε με στην ησυχία μου."

    -"Κι όμως... σου οφείλω την ύπαρξή μου. Με λένε Αγγελική. Είμαι η μεγάλη κόρη της μακαρίτισσας της μάνας μου, της Έφης"

    -"Κοριτσάκι, δεν αφήνεις το δούλεμα; Την πρώτη κόρη της Έφης την ονόμασαν Μαργαρίτα, από τη μάνα του άντρα της. Δεν ξέρω τι έχεις στο μυαλουδάκι σου και τι σκατά ζητάς από εμένα αλλά άσε με στην ησυχία μου, εντάξει;"

    -"Μαργαρίτα-Αγγελική. Δύο ονόματα. Η μητέρα μου σου είπε το πρώτο, το δεύτερο το ξέρουν μόνο όσοι ήσαν παρόντες στη βάφτιση. Μου έδωσαν το όνομά σου."

    Πάγωσα

    -"Εγώ ήμουν που φρόντισα το σπίτι σου να είναι καθαρό και να σε περιμένει. Πρώτα ο πατέρας μου και μετά εγώ σου πλήρωνα τα κοινόχρηστα όλα αυτά τα χρόνια."

    -"Και τι θέλεις τώρα, απόδειξη; Ξέρεις ποιος είμαι και τι είμαι, τι σκατά παρτίδες θέλεις να ανοίξεις μαζί μου;"

    -"Θέλω να σου ανταποδώσω αυτό που έκανες για τη μητέρα μου" μου είπε ατάραχη και συνέχισε, "Θέλω να σε κάνω άνθρωπο."

    Έμεινα να την κοιτάω αποσβολωμένος. Εκείνη απλά μου έδειξε ένα αυτοκίνητο και μου είπε να μπω μέσα. Έκανε μεταβολή και μπήκε στο αυτοκίνητο χωρίς να περιμένει απάντηση. Μουδιασμένος από το σοκ της αποκάλυψης και χωρίς να ξέρω καλά καλά το γιατί την ακολούθησα.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 13 Μαρτίου 2018
  2. Keiko Mika

    Keiko Mika Αθλια Μαϊμού

    ...για όσους τελείωσαν το διάβασμα και σκέφτονται πότε θα βγει η συνέχεια.
    Μην ανησυχείτε το έχω.
    Η θα συνεχίσεις το γράψιμο η αύριο έχει βραστά κολοκύθια...
     
  3. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Τον είδα να μπαίνει μηχανικά στο αυτοκίνητό μου σα ρομπότ. Κάθισε στη μεριά του συνοδηγού χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα, χωρίς καν να με κοιτάξει. Ξεκίνησα και δεν με ρώτησε καν που πάμε.

    Ο μπαγάσας ήταν ωραίος άντρας, τα χρόνια στη φυλακή μπορεί να είχαν σκληρύνει τα χαρακτηριστικά του αλλά δεν τα είχαν χαλάσει. Ο πατέρας μου όταν μεγάλωσα και μας είπε στο νεκροκρέββατό του όλη την ιστορία μας είχε πει ότι αυτός ήταν ο λόγος που η μητέρα μου ήταν μαζί του ερωτευμένη σε όλη της την εφηβεία.

    Και εκείνος δεν είχε γυρίσει καν να της ρίξει μια δεύτερη ματιά. Εκτός από εκείνο το βράδυ, εκείνο το βράδυ που τη λύτρωσε.

    Μαργαρίτα-Αγγελική. Πώς και πού να πεις ότι το δεύτερο σου όνομα είναι το όνομα ενός φονιά;

    Η μητέρα μου γνώρισε τον πατέρα μου μερικούς μήνες μετά από εκείνη τη νύχτα. Δεν τον ερωτεύτηκε και αν δεν τους είχα προκύψει εγώ ως ατύχημα μπορεί καν να μην τον είχε παντρευτεί. Όμως ο πατέρας μου, κύριος όπως πάντα, ήταν εκεί.

    Μου είπε πως τον αγάπησε. Δεν ξέρω, δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω, όταν έφυγε ήμουν μόλις τριών και κάτι. Ο πατέρας μου έφυγε όπως και η μητέρα μου και αυτός από καρκίνο. Όμως εκεί, στο νεκροκρέββατό του, είπε σε εμένα και την Ελένη όλη την ιστορία και μας όρκισε να συνεχίσουμε εμείς... κρατώντας τον τελευταίο όρκο που είχε δώσει ο ίδιος στη μητέρα μου.

    "Του χρωστάω τη ζωή μου. Όταν βγει από τη φυλακή που μπήκε για μένα, θέλω να υπάρχει κάποιος να τον περιμένει"

    Ήμουν 20 και κάτι εγώ και 17 η Ελένη όταν βγήκε, ένα χρόνο αφού είχε φύγει και ο πατέρας μου. Η Ελένη ήταν τότε μικρή οπότε αποφάσισα το βάρος να το πάρω πάνω μου. Άλλωστε πέντε χρόνια αργότερα εκείνη έχει βάλει σε δρόμο τη ζωή της, έχει φύγει για έξω για να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν βλέπω κάποιο καλό λόγο να γυρίσει.

    Δεν μπορούσα να κρατήσω πλήρως τον όρκο. Φρόντισα ωστόσο το σπίτι να είναι καθαρό και συνέχισα εγώ να πληρώνω τα κοινόχρηστά του μέχρι που γύρισε ώστε να μπορεί να βρει το σπίτι του εκεί, να τον περιμένει τουλάχιστον αυτό.

    -"Δεν σε ενδιαφέρει που πάμε;" τον ρώτησα χωρίς να τον κοιτάξω.

    -"Έχει πάψει να με νοιάζει εδώ και 27 χρόνια και για να εμφανιστείς ειδικά σήμερα νομίζω ότι το ξέρεις κι εσύ."

    Δεν είπαμε άλλη κουβέντα μέχρι που φτάσαμε στο ήσυχο μπαράκι που ήταν ο προορισμός μας.

    -"Σ'αρέσει";

    -"Τι θέλεις από εμένα;"

    -"Σου είπα, αλλά όλα στην ώρα τους."

    Μπήκαμε μέσα και κάτσαμε σε μια απόμερη γωνιά. Μετά από πέντε λεπτά σιωπής πήγε να μιλήσει.

    -"Άκου, κοριτσάκι μου, δεν ξέ-"

    -"Θέλω να βγάλεις τον σκασμό και να με ακούσεις" του είπα νευριασμένη.

    Ταράχτηκε και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα ύφος αδιόρατου φόβου, σαν ένα σκυλί που έχει φάει ξύλο στη ζωή του και φοβάται ότι θέλεις να το χτυπήσεις. Μαζεύτηκε στη γωνία του.

    Εγώ καύλωσα.

    -"Η μητέρα μου τα είπε όλα στον πατέρα μου και αυτός μου τα μετέφερε. Δεν ξέρω τι άνθρωπος ήσουν και τι άνθρωπος είσαι, αλλά αυτό που έκανες εκείνη τη βραδιά μας γέννησε μια υποχρέωση που δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε."

    Με κοίταξε με φανερή απορία, σα να μην καταλαβαίνει.

    -"Η μητέρα μου που ήταν ερωτευμένη μαζί σου κι εσύ δεν της είχες ρίξει ούτε μια δεύτερη ματιά, πήρε εκείνο το απόγευμα το θάρρος και ήρθε και σε βρήκε. Δεν είχε σκοπό τα πράγματα να πάρουν την κατάληξη που πήραν, δεν ήθελε να βάψεις με αίμα τα χέρια σου. Μου είπε ότι κατά λάθος τον σκότωσες, ότι δεν ήθελες να το πας τόσο μακριά και μου είπε ότι το πήρες αποκλειστικά πάνω σου. Πήρες το σταυρό της και τον έκανες δικό σου. Ούτε τον πατέρα μου δεν αγάπησε όπως εσένα."

    Το βλέμμα του σκοτείνιασε αλλά δεν τον άφησα να μιλήσει.

    -"Ο πατέρας μου την αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο. Το ξέρεις ότι δεν ξαναπαντρεύτηκε και μεγάλωσε εμένα και την αδερφή μου μόνος του; Την αγάπησε τόσο πολύ που της ορκίστηκε στο νεκροκρέββατό της όταν αποφυλακιστείς να έχεις κάποιον να σε περιμένει και πέρασε αυτόν τον όρκο σε εμένα και την αδερφή μου όταν είδε ότι δεν θα ζούσε για να τον εκπληρώσει".

    -"Δεν είμαι αυτό που νομίζεις" απάντησε απλά. "Φύγε, άσε με στην ησυχία μου όσο προλαβαίνεις... δεν είμαι αυτός που νομίζεις"

    -"Ναι, ξέρω, μισείς τον εαυτό σου γιατί έκανες αυτά που έκανες. Όμως λυτρώθηκες και σου αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία."

    -"Πάμε να φύγουμε" μου είπε. "Σε παρακαλώ, πάμε να φύγουμε. Πήγαινέ με σπίτι μου, και φύγε, χάσου από τη ζωή μου. Φύγε μακρυά μου όσο προλαβαίνεις. Δεν... δεν μπορείς..."

    -"Δε θα σε παρακαλέσω" του είπα. "Θες να σε πάω σπίτι σου, θα σε πάω σπίτι σου".

    Πληρώσαμε και φύγαμε χωρίς καν να έχουμε αγγίξει τα ποτά μας. Πάρκαρα έξω από το σπίτι του.

    -"Κατέβα" του είπα.

    Εκείνος άνοιξε την πόρτα και χωρίς να πει άλλη κουβέντα βγήκε από το αυτοκίνητο. Δεν ξέρω τι με έπιασε αλλά βγήκα και εγώ έξω και τον ακολούθησα. Η εξώπορτα δεν είχε προλάβει να κλείσει, την πρόλαβα και μπήκα μέσα και ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες.

    Με κοίταξε γεμάτος απορία

    -"Προχώρα" του είπα.

    Κούνησε το κεφάλι του και άνοιξε την πόρτα και μου έκανε να περάσω.

    Είχα ξαναμπεί στο σπίτι του, δεν είχε αλλάξει σχεδόν τίποτα.

    -"Γιατί με διώχνεις;" τον ρώτησα.

    -"Για να σε προστατεύσω" μου απάντησε. "Έχεις ακόμα χρόνο, φύγε, φύγε και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου"

    Είχε γίνει χλωμός.

    -"Είμαι μεγάλο κορίτσι, δε χρειάζομαι προστασία" είπα και πήγα και κάθισα στον καναπέ.

    Σκλήρυνε απότομα.

    -"Είναι η τελευταία σου ευκαιρία" μου είπε ψυχρά.

    -"Γιατί, θα με κάνεις ντα ή θα φωνάξεις την αστυνομία;" του είπα περιπαιχτικά.

    -"Ούτε το ένα ούτε το άλλο" είπε σκληρά και συνέχισε "Θα σε ξυπνήσω".

    -"Εσύ εμένα;"

    -"Ωραίο το παραμυθάκι που σου είπε η μανούλα σου, μικρή, αλλά τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Δεν βρήκε κανένα κουράγιο να έρθει, ήρθε στο σπίτι μου επειδή την εκβίασα. Ναι, κοίτα με σα χαζή τώρα. Σε αυτό τον καναπέ που κάθεσαι ξέρεις τι έγινε;"

    Τον κοίταξα αβέβαιη.

    -"Ναι, αυτός που πας να σώσεις εκβίασε τη μητέρα σου και στον ίδιο καναπέ που κάθεσαι την έβαλε και του πήρε τσιμπούκι, και ξέρεις τι καλά τσιμπούκια την είχε μάθει να κάνει ο αρραβωνιάρης της;"

    -"ΣΚΑΣΕ" του φώναξα και σηκώθηκα όρθια.

    -"Και μετά, μετά να δεις τι έγινε. Μετά τη μαστίγωσα με τη ζώνη μου και την πήρα από πίσω. Ναι, ένα γλυκό κωλαράκι σαν το δικό σου είχε η μάνα σου"

    -"ΣΚΑΣΕ, ΣΚΑΣΕ"

    -"Την αλήθεια δεν ήθελες να μάθεις; Ε; Γκρεμίστηκε ο μύθος ε; Ε βέβαια, που να τα πει αυτά η Έφη"

    Τον χαστούκισα δυνατά. Και ξανά. Και ξανά.

    Δεν έκανε τον κόπο να προστατεύσει τον εαυτό του.

    Είχα δακρύσει και είχα κοκαλώσει από το σοκ της αποκάλυψης.

    -"Δεν αξίζω τίποτα. Τίποτα. Το φονικό που έκανα... το ήθελα, ήθελα να τον σκοτώσω. Και... και το ευχαριστήθηκα. Το ευχαριστήθηκα γιατί δεν προσπαθούσα να σκοτώσω αυτό το καθίκι, εμένα προσπαθούσα να σκοτώσω. Το δικό μου πτώμα πέταξα στον ασβέστη."

    Σιγή.

    -"Γιατί δεν ήμουν... δεν ήμουν καλύτερος απ' αυτόν. Γιατί εγώ ήμουν ένα ρεμάλι και η μάνα σου ένα κοριτσάκι."

    Έπεσε γονατιστός και άρχισε να κλαίει.

    Μέσα από τους λυγμούς του μου είπε "Τώρα ξέρεις, φύγε... φύγε".

    Στο μυαλό μου ήρθαν οι στοίχοι του Σκαρίμπα.

    ...
    Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
    έτσι να `ναι
    και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά
    να κοιτάνε

    Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
    δίχως χάρη
    κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
    το φεγγάρι
    ...

    Εκεί, γονατιστός, μου αγκάλιασε τα πόδια κλαίγοντας.

    Ήθελα να τον χτυπήσω. Ήθελα να τον σκοτώσω.

    Του χάιδεψα τα μαλλιά.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 15 Μαρτίου 2018
    yannouli, -Volt-, goodevil and 22 others like this.
  4. Εκαναν την δουλειά τους τα βραστά κολοκυθάκια, περιμένω συνέχεια :bookworm::coffee:
     
  5. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
    οὐλομένην, ἣ μυρί᾽ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾽ ἔθηκε,
    πολλὰς δ᾽ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν
    ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
    5οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διὸς δ᾽ ἐτελείετο βουλή,
    ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
    Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς.

    Ομήρου Ιλιάδα, Α 1-7

    Θυμήθηκα...

    Μιλούσα περισσότερο στον εαυτό μου παρά σε εκείνη ωστόσο έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έμαθε τα πραγματικά γεγονότα εκείνης της νύχτας.

    Έφτασα στη μάντρα χωρίς να με δει κανείς. Η είσοδος ήταν κλειστή αλλά το λυόμενο που χρησιμοποιούσε το γουρούνι για γραφείο είχε φως. Πήγα από την πίσω μεριά και σκαρφάλωσα τον τοίχο και μπήκα μέσα. Ήθελα να τον τσακίσω στο ξύλο μέχρι να φτύσει το γάλα της μάνας του αλλά θα έπρεπε να τον πετύχω μόνο του. Πλησίασα σα γάτα και κρυφοκοίταξα από την πόρτα.

    Αυτό που είδα ήταν η θανατική του καταδίκη.

    Σκυμμένος πάνω στο γραφείο ήταν ο παραγιός του. Το βλέμμα του ήταν στο άπειρο. Από πίσω του και γαμώντας τον με μανία ήταν ο μαντράς.

    Σα να άκουσα ξανά τη φωνή του συνταγματάρχη. "Τι νόμιζες αγοράκι, πως θα με γαμήσεις;"

    Θυμήθηκα τη ντροπή μου όταν τον πήρα για πρώτη φορά στο στόμα μου. Την αηδία που ένιωσα. Την ξεφτίλα. Το πούτσο του να δονείται στο στόμα μου γεμίζοντάς το με πικρό σπέρμα. Την αναγούλα που ένιωσα όταν κατάπια. Και μόλις είχε αρχίσει μαζί μου.

    Θυμήθηκα που κατέβασα το παντελόνι μου και το σλιπ μου μηχανικά. Θυμήθηκα το πρόστυχο γέλιο του. Που τον ξαναέβαλε στο στόμα μου. Που με έβαλε να κάτσω στα τέσσερα και να τουρλώσω τον κώλο μου. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον ακούμπησε στον κώλο μου. Που τον βύθισε αργά και βασανιστικά μέσα μου κάνοντας με να ουρλιάξω από τον πόνο. Τον θυμήθηκα να με ξεσκίζει και να βογκάει. Θυμήθηκα την ταπείνωση της συνειδητοποίησης της θέσης μου. Θυμήθηκα που καρφώθηκε μέσα μου και τέλειωσε με σπασμούς. Που πήγα τρέχοντας στην τουαλέτα με τον κώλο μου να κρατιέται με τα χίλια ζόρια να μην αδειάσει τα περιεχόμενά του μέχρι να κάτσω στη λεκάνη. Τον εμετό... ξανά και ξανά και ξανά.

    Μου ήρθε αναγούλα και δεν κρατήθηκα. Ξέρασα μπροστά από την πόρτα του χωρίς να με νοιάζει αν θα ακουστώ. Όταν σηκώθηκα και ξανακοίταξα από το παράθυρο, ο παραγιός ήταν γονατισμένος με το στόμα ανοιχτό και ο μαντράς τον έπαιζε χύνοντας τον στο στόμα και στο πρόσωπο.

    Άνοιξα την πόρτα και τον πέτυχα με το παντελόνι κατεβασμένο. Με κοίταξε σαν ηλίθιος αλλά δεν πρόλαβε να πει κουβέντα. Η πρώτη μου γροθιά έπεσε στη μύτη του και του την έχωσε μέσα στο κεφάλι σχεδόν. Έπεσε κάτω και εγώ πήγα από πάνω του και τον κλώτσησα στο κεφάλι. Το βρήκα πολύ απόμακρο.

    Όχι.

    Κάθησα πάνω στο στέρνο του και του έκανα το κεφάλι πελτέ από τις γροθιές. Τον χτύπησα μέχρι που μάτωσαν οι γροθιές μου. Όταν τέλειωσα μαζί του δεν ήταν αναγνωρίσιμος.

    Ο παραγιός με κοιτούσε κοκαλωμένος.

    -"Ντύσου και φύγε σα να μην τρέχει τίποτα." του είπα και συνέχισα "Πήγαινε στο σουβλατζίδικο να πάρεις κάτι να φας και πάρε τηλέφωνο εδώ. Θα σου απαντήσω εγώ. Κάνε σα να μιλάς στο αφεντικό σου, ρώτα τον αν θέλει να του φέρεις να φάει. Θα σου πω εγώ όχι και θα ρωτήσεις αν είμαι σίγουρος."

    Εξακολουθούσε να με κοιτάει σα χαζός.

    -"Θα έρθει η αστυνομία. Πρέπει να έχεις άλλοθι. Δεν χρειάζεται να μπλέξεις κι εσύ. Αρκετά σου έκανε όσα ζούσε. Φύγε, πήγαινε και κάνε ότι σου είπα."

    Ντύθηκε και έφυγε χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα. Σε πέντε λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα. Ο παραγιός ήταν ψύχραιμος και ακολούθησε τις οδηγίες μου. Το άλλοθί του το είχε εξασφαλίσει.

    Δεν έφτανε όμως αυτό.

    Πήρα τηλέφωνο μια πιτσαρία γνωστή για τη βραδύτητά της και παράγγειλα μια πίτσα κάνοντας το μαντρά. Μετά έσυρα το πτώμα του με δυσκολία και το πέταξα στο λάκκο με τον ασβέστη.

    Δεν είχα πολλή ώρα ακόμα.

    Έφυγα πηδώντας από πίσω από τον τοίχο και πήγα στο σπίτι της Έφης. Άνοιξε το Λενιώ, η μικρή κόρη της οικογένειας.

    Σ' αυτήν οφείλουν τη ζωή τους οι κωλόγεροι.

    -"Φώναξε τον πατέρα σου, αγάπη μου" της είπα γλυκά και η μικρή πήγε μέσα και τον φώναξε.

    Ήρθε και με αντίκρισε με περιέργεια. Του έβαλα το μαχαίρι στο λαιμό. "Φώναξε τη γριά και μην κάνεις άλλο ήχο γιατί θα σε κόψω σε φέτες"

    Υπάκουσε και σε λίγο ήρθε και η μάνα της Έφης.

    -"Έτσι και βγάλεις την παραμικρή φωνή θα του ανοίξω το λαιμό εδώ που είμαστε, κατάλαβες;"

    Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

    -"Θα πάμε μέσα σιγά-σιγά" είπα κατεβάζοντας το μαχαίρι και φέρνοντάς το στο νεφρό του "χωρίς να πείτε κουβέντα. Θα στείλεις τη μικρή για ύπνο και μετά θα τα πούμε ήσυχα οι τρεις μας."

    Με υπάκουσαν.

    Τους έβαλα και έκατσαν στον καναπέ και κάθησα απέναντι σε μια πολυθρόνα. Τους εξιστόρησα αυτά που μου είχε εξομολογηθεί η Έφη. Τους είπα τι έκανα στο γαμπρουδάκι τους.

    Χάραξα με το μαχαίρι την πλάτη και της γριάς και του γέρου μέχρι που έβγαλαν αίμα. Τους ορκίστηκα ότι έτσι και ξανακάνουν αυτό που έκαναν στην Έφη είτε στην ίδια είτε στις άλλες δυο τους κόρες θα τους έσφαζα χωρίς οίκτο.

    Τους έφτυσα στα μούτρα και βγήκα έξω, ασφυκτιούσα εκεί.

    Πήγα στο παρκάκι όπου είχα χαμουρέψει την Έφη και σκέφτηκα από όλες τις πλευρές τι θα πω στους μπάτσους. Δικός μου ο φόνος, δε θα επέτρεπα στον εαυτό μου να πάρει κανείς άλλος το βάρος.

    Περπάτησα αργά-αργά για δέκα λεπτά, τα τελευταία δέκα λεπτά της ελευθερίας μου για πολλά χρόνια, μέχρι που έφτασα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Ζήτησα από το φρουρό να με πάει στον αξιωματικό υπηρεσίας για να του καταγγείλω ένα έγκλημα.

    Μπήκα σα το ρομπότ στο γραφείο του Α.Υ.

    -"Ήρθα να παραδωθώ. Πριν 20 λεπτά σκότωσα τον Χριστόπουλο, τον ιδιοκτήτη της μάντρας με τα οικοδομικά υλικά."

    Ο αξιωματικός με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια μα εγώ για πρώτη στη ζωή ένιωσα λεύτερος
    .​

    Επανήλθα στο παρόν.

    Ένα τρεμάμενο χέρι χάιδευε τα μαλλιά μου. Σήκωσα το κεφάλι και είδα τη Βαλκυρία μου να με κοιτάζει δακρυσμένη.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 29 Απριλίου 2018
    Nasreen, anmaya, SeaHorse and 17 others like this.
  6. yannouli

    yannouli busy mind

    υπέροχο, όπως πάντα !! (y)
    ελπιζω να μην αργησει η συνέχεια...:writer:
     
    Arioch likes this.