Eric Franc Russel - Δεν είμαι τίποτα

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 11 Δεκεμβρίου 2005.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος

    Δεν είναι BDSM είναι επιστημονική φαντασία. Είναι το ψυχογράφημα ενός πραγματικά δυνατού ανθρώπου και μιλάει για τη μάχη του με το δυνατότερο αντίπαλο, τον εαυτό του.

    Ο Μαστερ είναι Μάστερ γιατί πρώτα απ'όλα δάμασε τον εαυτό του.

    Ελπίζω να το απολαύσετε.


    Ο Νταίβιντ Κόρμαν είπε σκληρά: «Στείλε τους το τελεσίγραφο.»
    «Μάλιστα, κύριε, μα...»
    «Μα, τι;»
    «Μπορεί να σημαίνει πόλεμο.»
    «Και μ’ αυτό;»
    «Τίποτα, κύριε.» Ο άλλος ζήτησε να ξεφύγει. «Απλώς σκέφτηκα...»
    «Δεν πληρώνεσαι για να σκέφτεσαι», είπε ο Κόρμαν παγερά. «Πληρώνεσαι μόνο για να υπακούς τις διαταγές.»
    «Φυσικά, κύριε, φυσικά.» Μάζεψε τα χαρτιά του και σηκώθηκε βιαστικά. «Θα στείλω το τελεσίγραφο στο Λάνι αμέσως.»
    «Έτσι μπράβο!» είπε ο Κόρμαν από το σκαλιστό γραφείο του και παρακολούθησε την πόρτα να κλείνει. Ύστερα, είπε με έμφαση: «Ουφ!»
    Γλοιώδες υποκείμενο. Όλοι γύρω του ήταν κόλακες και γλοιώδη υποκείμενα χωρίς χαρακτήρα, έτοιμοι να πηδήσουν στην παραμικρή του κίνηση. Του χαμογελούσαν με ψεύτικα χαμόγελα, συμφωνούσαν βιαστικά για οτιδήποτε τους έλεγε, του έδειχναν έναν υπερβολικό σεβασμό που χρησίμευε για να σκεπάζει τους φόβους τους.
    Υπήρχε ένας λόγος για όλα αυτά. Εκείνος, ο Νταίβιντ Κόρμαν, ήταν δυνατός. Ήταν δυνατός με τους χίλιους τρόπους που σημαίνουν πλήρη δύναμη. Με το μεγάλο του σώμα, το γερό σαγόνι, τα φουντωτά φρύδια και τα σκληρά γκρίζα μάτια του, έδειχνε ακριβώς αυτό που ήταν: ένα πλάσμα με τεράστια δύναμη, διανοητική και σωματική.
    Ευτυχώς που ήταν έτσι! Ήταν νόμος της Φύσεως να υποχωρούν οι αδύνατοι μπροστά στο δυνατό. Ένας πολύ φρόνιμος νόμος. Εξάλλου, ο κόσμος αυτός της Μορκίνης χρειαζόταν ένα δυνατό άνθρωπο. Η Μορκίνη ήταν ένας κόσμος σ’ ένα σύμπαν γεμάτο από πιθανούς συναγωνιστές που όλοι τους είχαν γεννηθεί σε κάποιον ομιχλώδη ξεχασμένο πια πλανήτη κοντά σ’ ένα χαμένο ήλιο που λεγόταν Σολ. Το καθήκον της Μορκίνης απέναντι στον εαυτό της ήταν να δυναμώσει εις βάρος των αδυνάτων. Να ακολουθήσει το φυσικό νόμο.
    Το βαρύ του δάχτυλο βρήκε το κουμπί στο γραφείο, το πίεσε και είπε στο μικρό ασημένιο μικρόφωνο. «Στείλτε μου τον αρχηγό της αεροπορίας Ρότζερς, αμέσως!»
    Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. «Εμπρός!» είπε απότομα. Ύστερα, όταν ο Αρχηγός Ρότζερς πλησίασε ο Κόρμαν είπε:
    «Στείλαμε το τελεσίγραφο.»
    «Αλήθεια κύριε; Νομίζετε πως θα το δεχτούν;»
    «Δεν παίζει ρόλο αν θα το δεχτούν ή όχι», δήλωσε ο Κόρμαν. «Εμείς θα κάνουμε αυτό που θέλουμε.»
    Το βλέμμα του επάνω στον άλλον έγινε προκλητικό. «Η αεροπορία είναι έτοιμη σύμφωνα με τις διαταγές μου;»
    «Μάλιστα.»
    «Είστε βέβαιος; Το εξακριβώσατε προσωπικώς;»
    «Μάλιστα.»
    «Πολύ καλά. Ιδού οι διαταγές μου. Η αεροπορία μας θα παρακολουθήσει την άφιξη του αγγελιαφόρου μας στο Λάνι με το τελεσίγραφο. Θα τους παραχωρήσει εικοσιτέσσερις ώρες για μια ικανοποιητική απάντηση.»
    «Και αν η απάντηση δεν έρθει;»
    «Θα επιτεθεί ένα λεπτό αργότερα με όλες τις δυνάμεις της. Ο άμεσος σκοπός της θα είναι να κατακτήσει και να κρατήσει μια καλή θέση στο έδαφος. Μόλις τη βρει, θα φτάσουν αμέσως οι ενισχύσεις και η κατάκτηση του πλανήτη θα συνεχιστεί συστηματικά.»
    «Καταλαβαίνω κύριε», είπε ο Ρότζερς καθώς ετοιμαζόταν να φύγει. «Θέλετε τίποτε άλλο;»
    «Ναι», είπε ο Κόρμαν. «Έχω μια ακόμη διαταγή. Όταν είστε έτοιμοι να επιτεθείτε εναντίον της βάσεως, το σκάφος του γιου μου πρέπει να προσγειωθεί πρώτα σ’ αυτήν.»
    Ο Ρότζερς μισόκλεισε τα μάτια νευρικά. «Μα, κύριε, ως νεαρός λοχαγός ακόμη έχει περίπου είκοσι ανθρώπους στις διαταγές του μ’ ένα μικρό αναγνωριστικό σκάφος. Ασφαλώς θα ήταν καλύτερα αν κατέβαινε πρώτο κανένα μεγάλο θωρηκτό.»
    «Ο γιος μου θα προσγειωθεί πρώτος!» Όρθιος ο Κόρμαν έσκυψε προς τα εμπρός. Τα μάτια του ήταν ψυχρά. «Η γνώση πως ο Ρηντ Κόρμαν, ο μοναδικός μου γιος, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πυρός, θα έχει σπουδαίο ψυχολογικό αποτέλεσμα στις μάζες εδώ. Είναι διαταγή!»
    «Και αν συμβεί τίποτε;» ψιθύρισε ο Ρότζερς κατάπληκτος. «Αν σκοτωθεί;»
    «Αυτό», απάντησε ο Κόρμαν, «θα προξενήσει ακόμα καλύτερη εντύπωση.»
    «Μάλιστα», είπε ο Ρότζερς ξεροκαταπίνοντας, και βγήκε βιαστικά με το πρόσωπο συγχυσμένο.
    Τι συνέβαινε ακριβώς; Η ευθύνη για την ασφάλεια του Ρηντ Κόρμαν είχε τοποθετηθεί στους ώμους του ή μήπως ο άνθρωπος αυτός πίσω από το γραφείο ήταν ειλικρινής στη φρικτή μοιρολατρία και στον κυνισμό του; Δεν ήξερε. Ήξερε μόνο πως ήταν αδύνατο να κριθή ο Κόρμαν σα συνηθισμένος άνθρωπος.
    Τα πρόσωπα των αστυνομικών που τον συνόδευαν ήταν ανέκφραστα καθώς ο Κόρμαν κατέβαινε από το επίσημο αυτοκίνητο. Τους επιθεώρησε αυστηρά, όπως πάντα, ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου περίμενε κρατώντας με το χέρι του την πόρτα ανοικτή. Ύστερα ο Κόρμαν, ανέβηκε τα σκαλοπάτια του σπιτιού του και άκουσε την πόρτα να κλείνει στο έκτο σκαλοπάτι. Πάντα ήταν στο έκτο, ποτέ στο πέμπτο ή στο έβδομο.
    Μέσα η υπηρέτρια περίμενε στην ίδια γωνιά του χωλ, με τα χέρια έτοιμα να παραλάβουν το καπέλο, τα γάντια και το πανωφόρι του. Ήταν παγερή και κολλαρισμένη και ποτέ δεν τον κοίταζε κατευθείαν. Ούτε μια φορά στα δεκατέσσερα χρόνια που τον υπηρετούσε δεν είχαν συναντηθεί τα μάτια τους.
    Με περιφρόνηση την προσπέρασε και μπήκε στην τραπεζαρία, κάθισε και μελέτησε τη γυναίκα, πάνω από το κάτασπρο τραπεζομάντιλο το φορτωμένο ασήμια και κρύσταλλα.
    Ήταν ψηλή και ξανθή με γαλανά μάτια και κάποτε του φαινόταν υπέροχα όμορφη. Ήταν λυγερή σαν ιτιά και κάποτε σκεπτόταν πόσο θα ήθελε να την αισθάνεται στην αγκαλιά του σα φίδι. Τώρα, οι απαλές καμπύλες της είχαν στεγνώσει. Στα υποταγμένα της μάτια υπήρχαν ρυτίδες που δεν είχαν σχηματιστεί από το γέλιο.
    «Βαρέθηκα το Λάνι», ανήγγειλε εκείνος. «Του ετοιμάζουμε επίθεση. Έστειλα τελεσίγραφο.»
    «Ναι, Νταίβιντ.»
    Αυτό περίμενε πως θα του απαντούσε. Θα μπορούσε να το είχε πει εκείνος. Ήταν η μόνιμη αντίδρασή της σε όλα. Πριν εικοσιπέντε χρόνια της είχε πει με την απαιτούμενη ευγένεια: «Μαίρη, επιθυμώ να γίνεις γυναίκα μου.»
    «Ναι, Νταίβιντ.»
    «Αλήθεια, Νταίβιντ;»
    Η κουβέντα ήρθε χωρίς συγκίνηση. Τα χλωμά χαρακτηριστικά του λεπτού προσώπου της ήταν υποταγμένα και η φωνή της άχρωμη. Αναρωτιόταν εκείνος καμιά φορά αν τον μισούσε μ’ ένα άγριο, ταραγμένο μίσος, τόσο εκρηκτικό, ώστε έπρεπε να το συγκρατεί με κάθε τρόπο. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν σίγουρος γι αυτό. Για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: τον φοβόταν από τότε που τον πρωτογνώρισε.
    Όλοι τον φοβόντουσαν. Όλοι χωρίς καμιά εξαίρεση. Όσοι δεν δοκίμαζαν αμέσως φόβο, από την πρώτη τους συνάντηση, σύντομα μάθαιναν να τον φοβούνται. Το φρόντιζε ο ίδιος γιατί το έβρισκε σωστό. Ο φόβος αντικαθιστούσε θαυμάσια όλες τις άλλες συγκινήσεις που δεν είχε ποτέ του γνωρίσει.
    Όταν ήταν παιδί, φοβόταν τον πατέρα του και τη μητέρα του με μεγάλη ένταση. Τόσο, ώστε ο θάνατός τους είχε έρθει σαν ανακούφιση. Τώρα ήταν η δική του σειρά. Κι αυτό ήταν ένας φυσικός νόμος, δίκαιος και λογικός. Ό, τι κερδίζεται από τη μια γενεά πρέπει να κληρονομείται από την άλλη. Ό, τι στερείται η μια γενεά πρέπει κατά την ίδια λογική να το στερηθεί και η άλλη γενεά. Δικαιοσύνη!
    «Το αναγνωριστικό σκάφος του Ρηντ είναι και αυτό έτοιμο προς δράση.»
    «Το ξέρω, Νταίβιντ.»
    Τα φρύδια τους σηκώθηκαν. «Πως το ξέρεις;»
    «Έλαβα γράμμα του δύο ώρες πριν.»
    Του το έδωσε.
    Ξεδίπλωσε αργά το χαρτί. Ήξερε ποιες θα ήταν οι τρεις πρώτες λέξεις. Το άνοιξε και το κοίταξε:
    «Αγαπημένη μου μητέρα.»
    Αυτή ήταν η εκδίκησή της.
    «Μαίρη θέλω γιο.»
    Του το είχε κάνει... κ’ ύστερα του τον πήρε πίσω.
    Τώρα ήταν τα γράμματά του, δύο την εβδομάδα ή ένα κάθε δυο μήνες, αναλόγως του μέρους που ήταν το σκάφος του. Πάντα ήταν γραμμένα και για τους δύο, πάντα τελείωναν με αγάπη και για τους δύο, επίσημες ελπίδες πως και οι δυο τους ήταν καλά στην υγεία τους.
    Πάντα όμως άρχιζαν: «Αγαπημένη μου μητέρα.»
    Ποτέ «Αγαπημένε μου πατέρα.»
    Εκδίκηση!

    Η ώρα μηδέν ήρθε και πέρασε. Η Μορκίνη ήταν σ’ έναν πυρετό προετοιμασίας. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε εκεί έξω στο Διάστημα, ούτε ο ίδιος ο Κόρμαν. Υπήρχε μια χρονική απόσταση, γιατί οι αποστάσεις ήταν τεράστιες. Τα σήματα του στόλου απαιτούσαν πολλές ώρες για να φτάσουν.
    Η πρώτη είδηση πήγε ίσια στο γραφείο του Κόρμαν όπου περίμενε έτοιμος να την ακούσει. Η είδηση έλεγε πως οι Λανιανοί είχαν απαντήσει με μια διαμαρτυρία και με ό,τι θεωρούσαν «έκκληση στη λογική». Σύμφωνα με τις διαταγές που είχε λάβει ο αρχηγός του στόλου απέρριψε ως μή ικανοποιητική την απάντηση. Η επίθεση είχε αρχίσει.
    «Ζητούν να φανούμε λογικοί», μούγκρισε. «Αυτό σημαίνει πως θέλουν να μαλακώσουμε. Η ζωή όμως είναι καμωμένη μόνο για τους σκληρούς.»
    Έριξε ένα βλέμμα μπροστά: «Δεν είναι έτσι;»
    «Σωστά», συμφώνησε ο αγγελιαφόρος βιαστικά.
    «Πες στον Μπάθχερστ να βάλει αμέσως μπρος την μαγνητοφωνημένη ταινία.»
    «Μάλιστα, κύριε.»
    Όταν έφυγε, ο Κόρμαν άνοιξε το μικροσκοπικό του ραδιόφωνο και περίμενε. Σε δέκα λεπτά άκουσε την ίδια φωνή ν’ απαγγέλλει τον μεγαλοπρεπέστατο λόγο που είχε μαγνητοφωνήσει εκ των προτέρων. Μιλούσε για δύο κυρίως θέματα. Για το δίκιο της χώρας του και για τη δύναμή της. Τα δήθεν αίτια του πολέμου δίνονταν αναλυτικά μα χωρίς θυμό. Η έλλειψη αγανακτήσεως εκ μέρους του ήταν σημαντική γιατί έκανε τον πόλεμο ένα αναπόφευκτο μοιραίο κακό και γιατί έδειχνε πως οι δυνατοί έχουν πολλή αυτοπεποίθηση ώστε να χάνονται σε συγκινήσεις και νεύρα.
    Όσο για τα αίτια του πολέμου, τα άκουσε και πάλι με ανία. Μόνο οι δυνατοί ξέρουν πως υπάρχει ένα και μοναδικό αίτιο, πάντα. Όλα τα άλλα χίλια αίτια που γράφονται στα ιστορικά βιβλία δεν είναι καθόλου αληθινά αίτια. Δεν είναι παρά αληθοφανή προσχήματα. Δεν υπάρχει παρά μόνο ένα βασικό αίτιο που ξεκίνησε από παλιά, στη ζούγκλα. Όταν δύο μαϊμούδες θέλουν την ίδια μπανάνα, αυτό σημαίνει πόλεμο.
    Φυσικά, η εκπομπή του δεν τοποθετούσε τα πράγματα τόσο κυνικά. Τα αδύνατα στομάχια θέλουν χυλό και όχι φρέσκο κρέας.
    Αφού η εκπομπή τελείωσε με έναν εγκαρδιωτικό υπαινιγμό για την ανίκητη δύναμη της Μορκίνης, ξάπλωσε στην πολυθρόνα του και σκέφτηκε τα πράγματα καλά Δεν υπήρχε περίπτωση να βομβαρδιστεί το Λάνι από τα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιράς του μέχρι τελικής υποταγής. Όλες οι πόλεις του ήταν σκεπασμένες με θόλους ημισφαιρικής δυνάμεως που απέκρουαν αυτομάτως τις βόμβες. Ακόμη και αν ήταν ίσως τελείως ανοιχτές, δεν θα διέταζε την καταστροφή τους. Δεν είναι νίκη το να κατακτήσεις μερικούς σωρούς ερειπίων.
    Φτάνουν πια οι κενές νίκες. Από ένστικτο τα γκρίζα μάτια του γύρισαν προς την βιβλιοθήκη και κοίταξε τη φωτογραφία που βρισκόταν εκεί, εδώ και πολλά χρόνια. Μια φωτογραφία που σπάνια παρατηρούσε και που είχε καταντήσει αντικείμενο όπως το μελανοδοχείο του, αλλά λιγότερο χρήσιμο βέβαια.
    Δεν έμοιαζε πια με τη φωτογραφία του. Μα ούτε και τότε δεν έμοιαζε. Του είχε προσφέρει υπακοή και φόβο όταν ακόμα δεν είχε μάθει να ζητά από αυτά τα δύο αισθήματα ν’ αντικαταστήσουν στη ζωή του όλα τ’ άλλα. Εκείνη την εποχή ζητούσε κάτι άλλο που δεν του είχε δοθεί. Όσο μπορούσε να θυμηθεί, από παιδί, δεν του είχε δοθεί ποτέ από κανέναν.
    Ξανασκέφτηκε το Λάνι. Ο τόπος και η φύση των αμυντικών του έργων καθόριζαν τον τρόπο επιθέσεως. Πρώτα έπρεπε να κερδίσουν μια βάση στο έδαφος, που θα γέμιζε συνεχώς από καινούργια στρατεύματα, βοηθητικές υπηρεσίες και όπλα. Από κει οι δυνάμεις της Μορκίνης θα άρχιζαν την εξάπλωση ώσπου οι οχυρωμένες πόλεις να μείνουν στη φρικτή μοναξιά και να πεινάσουν.
    Έπρεπε να εξαπλωθούν στο εχθρικό έδαφος, αυτός ήταν ο βασικός στόχος. Αυτό σήμαινε ότι παρά το στόλο των διαστημοπλοίων και όλα τα άλλα μοντέρνα όπλα, ο φαντάρος παρέμενε ο τελικός κριτής της νίκης. Οι μηχανές μπορούσαν να επιτεθούν και να καταστρέψουν. Μόνον οι άνθρωποι μπορούσαν να πάρουν και να κρατήσουν.
    Επομένως, αυτός δεν μπορεί να ήταν πόλεμος πεντάλεπτος. Θα συνεχιζόταν μήνες ολόκληρους, ίσως και χρόνο, με μερικά διαλείμματα μάχης παλιού τύπου καθώς τα σοβαρά σημεία θα έπρεπε να πέσουν και κατόπιν να διατηρηθούν. Αναγκαστικά θα γινόταν βομβαρδισμός στους δρόμους, σε στρατηγικούς κόμβους, σε συγκεντρώσεις του εχθρού και σε απροστάτευτα αλλά πεισματάρικα χωριά.
    Καταστροφές εδώ και κει ήταν αναπόφευκτες. Και μερικοί νεκροί φυσικά.
    Καλύτερα έτσι όμως. Η αληθινή κατάκτηση έρχεται μόνον όταν νικηθούν αληθινά εμπόδια και όχι φανταστικές δυσκολίες. Όλοι θα φοβόντουσαν τη Μορκίνη την ώρα του θριάμβου της και όλοι θα φοβόντουσαν τον Κόρμαν. Όταν φοβάσαι, σέβεσαι και αυτό είναι το δίκαιο και το σωστό. Αν δεν μπορείς να έχεις τίποτε άλλο.
    Οι έγχρωμες ταινίες από το πεδίο της μάχης, ταινίες με τον ήχο, ήρθαν στο τέλος του μηνός. Τις είδε πρώτα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και μερικούς επίσημους και ανώτερους αξιωματικούς. Χωρίς αντίσταση από την αδύναμη άμυνα του Λάνι, τα λεπτά μαύρα σκάφη της Μορκίνης έκαναν προσγειώσεις όλο και βαθύτερα στο εχθρικό έδαφος. Ο στρατός προχωρούσε, παρά την σπασμωδική αλλά πεισματάρικη αντίσταση. Ο κινηματογραφικός φακός περνούσε από μια τεράστια γέφυρα. Τους μετέφερε κατόπιν μέσα από εφτά κατεστραμμένα χωριά και είδαν φωτογραφίες ερειπωμένων δρόμων, είδαν καλύβες μαύρες από τη φωτιά κ’ ένα πρησμένο άλογο κοντά στο στάβλο. Ύστερα είχε μια σκηνή δράσης. Πως πάρθηκε ένα αγρόκτημα. Ένα μηχανικό τέρας πλησίασε το φακό και άρχισε να φτύνει φωτιά. Οι άνθρωποι έπεφταν με φρικτούς σπασμούς κ’ ύστερα έμεναν ακίνητοι.
    Η ταινία τέλειωσε και ο Κόρμαν είπε: «Την εγκρίνω για προβολή στο κοινό.»
    Σηκώθηκε από το κάθισμά του, συνοφρυώθηκε, κοίταξε γύρω του και είπε:
    «Μόνο μια παρατήρηση έχω να κάνω. Ο γιος μου έχει αναλάβει την διοίκηση ενός τμήματος πεζικού. Πολεμάει σαν όλους. Γιατί δεν τον κινηματογράφησαν καθόλου;»
    «Δεν θελήσαμε να των φωτογραφίζουμε χωρίς την έγκρισή σας», είπε κάποιος.
    «Όχι μόνο εγκρίνω... αλλά διατάζω. Θέλω να φαίνεται την επόμενη φορά. Όχι πολύ, μα αρκετά ώστε να φαίνεται ότι βρίσκεται εκεί και μοιράζεται τις δυσκολίες και τους κινδύνους.»
    «Πολύ καλά κύριε.»
    Σηκώθηκαν και έφυγαν. Ο Κόρμαν άρχισε να βηματίζει εμπρός στο καλοριφέρ.
    «Θα τους κάνει καλό να ξέρουν πως ο Ρηντ είναι εκεί, ανάμεσα στους στρατιώτες.»
    «Ναι, Νταίβιντ.» Είχε πάρει κάποιο πλεχτό και οι βελόνες της δούλευαν μηχανικά.
    «Είναι γιος μου.»
    «Ναι, Νταίβιντ»
    Σταμάτησε, μάσησε το κάτω χείλος του εκνευρισμένος.
    «Δεν μπορείς να πεις τίποτε άλλο;»
    Σήκωσε τα μάτια της.
    «Θέλεις να πω;»
    «Αν θέλω;» Συνέχισε το βηματισμό σφίγγοντας τις γροθιές του και εκείνη γύρισε πίσω στο πλεχτό της.
    Τί ήξερε από τις κρυφές του επιθυμίες;
    Τί ξέρει ποτέ κανείς για τις επιθυμίες των άλλων;

    Τέσσερις μήνες αργότερα, το έδαφος του Λάνι που είχε πέσει στα χέρια τους ήταν περίπου χίλια τετραγωνικά μίλια. Δεν είχαν βέβαια προοδεύσει με την ταχύτητα που περίμεναν στην αρχή. Είχαν γίνει μικρά λάθη στον προγραμματισμό, μερικές από τις κλασσικές δυσκολίες που πάντα εμφανίζονται όταν γίνεται πόλεμος σε τόση απόσταση, και είχαν βρει απελπισμένη αντίσταση ακριβώς εκεί που δεν περίμεναν να βρουν. Όμως η πρόοδος είχε επιτευχθεί. Παρά τις αργοπορίες, το αναπόφευκτο παρέμενε αναπόφευκτο.
    Ο Κόρμαν γύρισε σπίτι του, κι όταν βρισκόταν στο έκτο σκαλοπάτι, άκουσε την πόρτα να κλείνει. Όλα ήταν όπως πριν, μόνον που το πλήθος περίμενε να τον επευφημεί κ’ ενόσω έμπαινε στο σπίτι του. Η υπηρέτρια που περίμενε πήρε τα πράγματά του. Μπήκε πατώντας βαριά στο δωμάτιο.
    «Ο Ρηντ πήρε προαγωγή. Έγινε λοχαγός.»
    Εκείνη δεν απάντησε.
    Στάθηκε μπροστά της και ρώτησε:
    «Λοιπόν; Δεν ενδιαφέρεσαι;»
    «Φυσικά, Νταίβιντ.» Έβαλε κατά μέρος το βιβλίο της και κοίταξε από το παράθυρο.
    «Τι σου συμβαίνει;»
    «Τι μου συμβαίνει;» Τα λεπτά ξανθά φρύδια της σηκώθηκαν: «Τίποτα δεν μου συμβαίνει, γιατί ρωτάς;»
    «Σε καταλαβαίνω.» Ο τόνος του έγινε πιο σκληρός. «Και μαντεύω. Δεν σου αρέσει που ο Ρηντ βρίσκεται εκεί πέρα. Θύμωσες που τον έστειλα μακριά από σένα. Τον θεωρείς γιο σου και όχι δικό μου.»
    Τον αντιμετώπισε ήρεμα.
    «Είσαι λίγο κουρασμένος, Νταίβιντ. Και ανήσυχος.»
    «Δεν είμαι κουρασμένος», αρνήθηκε υπερβολικά ζωηρά. «Ούτε είμαι ανήσυχος. Μόνον οι αδύνατοι ανησυχούν.»
    «Οι αδύνατοι έχουν δίκιο.»
    «Πάντως εγώ δεν ανησυχώ.»
    «Τότε πεινάς απλούστατα.» Κάθισε στο τραπέζι: «Φάε κάτι. Θα αισθανθείς καλύτερα.»
    Δυσαρεστημένος, τέλειωσε με κόπο το φαγητό του. Η Μαίρη του έκρυβε κάτι, ήταν σίγουρος, με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει ζήσει μαζί της μια ζωή. Μα δεν μπορούσε να της αποσπάσει το μυστικό με το άγριο. Μόνον όταν τελείωσε το φαγητό του εκείνη μίλησε ήρεμα:
    «Είχαμε και άλλο γράμμα από τον Ρηντ.»
    «Α!...» Έπιασε ένα ποτήρι κρασί κι αισθανόταν καλά που είχε φάει μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί. «Πάντως είναι ευτυχισμένος, υγιής και αρτιμελής! Αν είχε συμβεί τίποτε, θα το μάθαινα πρώτος εγώ.»
    «Δεν θέλεις να ακούσεις τι μας λέει;» Πήρε το γράμμα από ένα σκαλιστό τραπέζι και του το έτεινε.
    Το κοίταξε χωρίς ν’ απλώσει το χέρι του.
    «Θα λέει τα συνηθισμένα για τον πόλεμο.»
    «Νομίζω ότι πρέπει να το διαβάσεις», επέμενε εκείνη.
    Το πήρε και την κοίταξε με περιέργεια. «Γιατί αυτό το γράμμα πρέπει να τύχει της ιδιαίτερης μου προσοχής; Ξέρω πριν το κοιτάξω ότι απευθύνεται σ’ εσένα. Όχι σε μένα. Σε σένα! Ποτέ στη ζωή του δεν έγραψε σε μένα ειδικά ο Ρηντ!»
    «Γράφει και στους δύο μας.»
    «Τότε γιατί δεν αρχίζει: Αγαπητοί μου γονείς;»
    «Ίσως δεν φαντάστηκε πως θα τό ‘παιρνες κατάκαρδα.»
    «Ανοησίες!»
    «Πάντως, καλύτερα να το διαβάσεις παρά να συζητάς χωρίς να το κοιτάζεις. Κάποτε θα πρέπει να το μάθεις...»
    Αυτές οι τελευταίες λέξεις τον έπεισαν. Ξεδίπλωσε το γράμμα, μούγκρισε καθώς διάβασε τις πρώτες λέξεις, κ’ ύστερα διέτρεξε δέκα παραγράφους περί πολέμου σ’ έναν άλλον πλανήτη. Ήταν το κλασσικό γράμμα ενός φαντάρου χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Γύρισε τη σελίδα και έριξε μια ματιά στο υπόλοιπο. Το πρόσωπό του συσπάστηκε και κοκκίνισε.
    Το γράμμα έλεγε:
    «Θα πρέπει να σου πω ότι έγινα ο εθελούσιος σκλάβος μιας Λανιανής. Την βρήκα στα ερείπια του χωριού Blue Lake που είχαμε χτυπήσει μάλλον άσχημα. Ήταν μόνη της και νομίζω πως μόνον αυτή επέζησε. Μαμά, δεν έχει κανέναν. Την στέλνω σπίτι επάνω στο νοσοκομειακό σκάφος ‘Ιστάρ’. Ο καπετάνιος γκρίνιαξε, αλλά δεν τόλμησε να μου αρνηθεί. Σε παρακαλώ να μου τη φροντίσεις ώσπου να επιστρέψω.»
    Ο Κόρμαν πέταξε το γράμμα πάνω στο τραπέζι και έβρισε χυδαία τελειώνοντας με τη λέξη «Ο βλάκας!»
    Χωρίς να μιλά, η Μαίρη τον παρακολουθούσε.
    «Τα μάτια όλου του κόσμου είναι καρφωμένα επάνω του» φώναξε με λύσσα. «Είναι γνωστός εξαιτίας μου και πρέπει να φέρεται παραδειγματικά. Αντί γι αυτό, τι πάει να κάνει;»
    Εκείνη έμεινε σιωπηλή.
    «Γίνεται το θύμα μιας καπάτσας που εκμεταλλεύεται τον οίκτο του.»
    «Πρέπει να είναι όμορφη!» είπε η Μαίρη.
    «Τρελή είσαι μου φαίνεται! Καμιά Λανιανή δεν είναι όμορφη!»
    «Καλά, Νταίβιντ.»
    «Τότε γιατί λες τέτοιες ανοησίες. Ένας βλάκας στην οικογένειά μας είναι υπεραρκετός.» Χτύπησε τη δεξιά του γροθιά πολλές φορές στη χούφτα του αριστερού του χεριού. «Ακριβώς την εποχή που όλοι είναι εναντίον των Λανιανών, μπορώ να φανταστώ τι επίδραση θα έχει στην κοινή γνώμη αν γινόταν γνωστό ότι στεγάζουμε καμιά πρόστυχη, βαμμένη γυναίκα που κοροϊδεύει τον Ρηντ. Μου φαίνεται σα να τη βλέπω πόσο περήφανα θα τριγυρίζει, αυτή, η νικημένη που νίκησε εκμεταλλευόμενη έναν βλάκα. Ο Ρηντ πρέπει να τα έχει χαμένα.»
    «Ο Ρηντ είναι εικοσιτριών χρονών», παρατήρησε εκείνη.
    «Και τι μ’ αυτό; Θέλεις να πεις πως υπάρχει μια ορισμένη ηλικία που ένας άνδρας έχει δικαίωμα να κάνει κουταμάρες;»
    «Νταίβιντ δεν είπα τέτοιο πράγμα.»
    «Μα το εννοούσες.» Ξαναχτύπησε το χέρι του. «Ο Ρηντ έδειξε μια αδυναμία που δεν φανταζόμουν. Δεν την έχει κληρονομήσει πάντως από μένα.»
    «Όχι Νταίβιντ. Όχι από σένα.»
    Την κοίταξε προσπαθώντας να βρει τι υπήρχε πίσω από τα λόγια της. Του ξέφευγε. Το μυαλό του δεν ήταν σαν το δικό της. Δεν μπορούσε να σκεφτεί σαν εκείνη.
    «Θα θέσω τέρμα στην τρέλα του. Αν ο Ρηντ δεν έχει αρκετή δύναμη χαρακτήρα, θα του την προμηθεύσω εγώ.» Βρήκε το τηλέφωνο και συνέχισε καθώς το σήκωνε: «Υπάρχουν χιλιάδες κορίτσια εδώ στη Μορκίνη. Αν ο Ρηντ πιστεύει πως χρειάζεται έρωτα μπορεί να τον βρει εδώ.»
    «Μα δεν βρίσκεται εδώ», παρατήρησε η Μαίρη. «Είναι πολύ μακριά.»
    «Για λίγους μήνες. Δεν είναι τίποτε.» Το τηλέφωνο χτύπησε και εκείνος βρυχήθηκε. «Έφυγε το ‘Ιστάρ’ από το Λάνι;» Κράτησε το τηλέφωνο για λίγο κ’ ύστερα ξαναχτύπησε το κουδούνι. «Θα τους έλεγα να την πετάξουν έξω μα είναι πολύ αργά. Το ‘Ιστάρ’ έφυγε αμέσως μετά από το σκάφος-ταχυδρομείο που έφερε αυτό το γράμμα.» Έκανε ένα πολύ άγριο μορφασμό. «Το κορίτσι φτάνει αύριο. Άκου αναίδεια. Δείχνει εκ των προτέρων τι είδους άνθρωπος είναι.»
    Κοίταξε το μεγάλο ρολόι του τοίχου σαν το «αύριο» να ήταν μετά από λίγη ώρα. Το μυαλό του δούλευε γύρω από το πρόβλημα. Σε λίγο ξαναμίλησε:
    «Αυτή η παμπόνηρη δεν πρόκειται να βρει την ιδεώδη φωλιά της στο σπίτι μου όποια και να είναι η γνώμη του Ρηντ γι αυτήν. Δεν την θέλω. Ακούς;»
    «Ναι, Νταίβιντ.»
    «Αν είναι αδύνατος αυτός, εγώ δεν είμαι. Όταν λοιπόν έρθει εδώ θα την κάνω να περάσει την πιο τρομερή ώρα της ζωής της. Όταν τελειώσω δεν θα θέλει τίποτε άλλο στον κόσμο παρά να πάρει το πρώτο πλοίο πίσω για το Λάνι. Θα φύγει βιαστικά και για πάντα.»
    Η Μαίρη δεν μίλησε.
    «Δεν πρόκειται όμως να κάνω μεγάλο οικογενειακό καυγά μπροστά στο πλήθος. Δεν πρόκειται να της δώσω αυτήν την ικανοποίηση. Θέλω να τη συναντήσεις στο αεροδρόμιο, να μου τηλεφωνήσει αμέσως και να την φέρεις εδώ στο σπίτι. Θα την δω εδώ.»
    «Ναι, Νταίβιντ.»
    «Και μην ξεχάσεις να μου τηλεφωνήσεις πριν. Θα μου δώσεις έτσι τον καιρό να αδειάσω το σπίτι ώστε να μη γίνουμε θύματα των αδιάκριτων.»
    «Θα το θυμηθώ», του υποσχέθηκε.

    Ήταν τρεισήμισι το απόγευμα όταν έλαβε το τηλεφώνημα. Έδιωξε αμέσως μερικούς ναυάρχους και ένα διευθυντή μυστικής υπηρεσίας, ξεμπέρδεψε τα πιο βιαστικά έγγραφα, καθάρισε το γραφείο του κι ετοιμάστηκε ψυχικά για το δυσάρεστο έργο του. Σε λίγο, το εσωτερικό τηλέφωνο ακούστηκε και η φωνή της γραμματέως του ανήγγειλε: «Η κ. Κόρμαν και η Δεσποινίς Τατιάνα Χερστ περιμένουν να σας δουν.»
    «Να περάσουν.»
    Το πρόσωπό του ήταν όσο έπρεπε αυστηρό. «Τατιάνα», σκέφτηκε. Ξενικό όνομα. Ήταν εύκολο να φανταστεί την έξυπνη, βαμμένη κοπέλα που θα έμπαινε. Τύπος γυναίκας που τύλιγε εύκολα έναν αθώο, ευαίσθητο νέο σαν το Ρηντ. Σίγουρα ήταν αποφασισμένη να καλοπιάσει με τον ίδιο τρόπο τον πατέρα του. Λάθος! Μεγάλο λάθος!
    Η πόρτα άνοιξε, μπήκαν μέσα και στάθηκαν μπροστά του αμίλητες. Για μισό λεπτό τις μελέτησε ενώ το μυαλό του πηδούσε προσπαθώντας να ανασυγκροτηθεί σωστά και δεκάδες εκφράσεων ήρθαν κι έφυγαν από το πρόσωπό του. Τελικά σηκώθηκε αργά στα πόδια του και μίλησε στη Μαίρη, φανερά χαμένος.
    «Πού είναι λοιπόν;»
    «Αυτή είναι», είπε η Μαίρη με ικανοποίηση, που δεν προσπαθούσε καν να την κρύψει.
    Έπεσε στην πολυθρόνα του κοιτάζοντας την Τατιάνα Χερστ και μην πιστεύοντας στα μάτια του. Είχε κοκαλιάρικα πόδια, γυμνά ως το γόνατο. Τα ρούχα της ήταν παμπάλαια. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό και με σκαμμένα μάγουλα και τα μάτια της, τεράστια, κοίταζαν χωρίς να συγκεντρώνονται σαν να παραφύλαγε τον εσωτερικό της κόσμο αδιαφορώντας για τον εξωτερικό κόσμο. Ένα μικρό, κάτασπρο, χεράκι κρατούσε το χέρι της Μαίρης, το άλλο αγκάλιαζε μια μεγάλη πάνινη αρκουδίτσα που καταλάβαινε ποιος της την είχε χαρίσει. Ήταν περίπου οχτώ χρονών.
    Ήταν τα μάτια της που τον τάραξαν. Τρομερά σοβαρά και χωρίς θέληση να βλέπουν γύρω της. Πάγωσε το στομάχι του καθώς την κοίταζε. Δεν ήταν τυφλή. Μπορούσε να τον δει μα δεν τον κοίταζε. Ήταν πολύ ενοχλητικό και τον φόβιζε. Καθώς την κοίταζε υπνωτισμένος, προσπάθησε ν’ αναλύσει και να καθορίσει την ιδική ιδιότητα αυτών των ματιών. Περίμενε να βρει τόλμη, αναίδεια, πάθος, προκλητικότητα, ό,τι χαρακτήριζε ένα αρπακτικό θηλυκό. Τώρα στις αλλαγμένες αυτές συνθήκες, θα μπορούσε να περιμένει παιδική δειλία. Μα αυτή δεν ήταν ούτε καν ντροπαλή, διαπίστωσε. Ήταν κάτι άλλο. Σαν να μη βρισκόταν μαζί τους. Σαν να είχε μείνει σ’ ένα κόσμο αποκλειστικά δικό της.
    Η Μαίρη διέκοψε τις σκέψεις του μ’ ένα ξαφνικό:
    «Λοιπόν, Νταίβιντ;»
    Τινάχτηκε λίγο με τον ήχο της φωνής της. Το μυαλό του ήταν ακόμη κάπως συγκεχυμένο γιατί αυτός δεν είχε ούτε την μισή ώρα που χρειάστηκε η Μαίρη για να προσαρμοστεί στην έκπληξη.
    «Ας την μαζί μου για λίγα λεπτά», πρότεινε. «Θα σε φωνάξω όταν τελειώσω.»
    Η Μαίρη έφυγε με το ύφος της γυναίκας που απολαμβάνει ένα δικό της μυστικό. Με μια ικανοποίηση που έμοιαζε να της χρωστούσε η μοίρα εδώ και πολύ καιρό.
    Ο Κόρμαν είπε με ασυνήθιστη γι’ αυτόν γλυκύτητα:
    «Έλα εδώ Τατιάνα.»
    Το κοριτσάκι κινήθηκε αργά ώσπου άγγιξε το γραφείο του. Ύστερα σταμάτησε.
    «Έλα κοντά μου σε παρακαλώ. Κοντά στην πολυθρόνα μου.»
    Με το ίδιο αυτόματο βήμα, σα ρομπότ, ακολούθησε τη διαταγή του, ενώ τα μαύρα μάτια της κοίταζαν ανέκφραστα μπροστά. Όταν πλησίασε αρκετά, στάθηκε πάλι και περίμενε αμίλητη.
    Ο Κόρμαν ανέπνευσε βαθιά. Του φαινόταν πως οι τρόποι της καθορίζονταν από μια φωνίτσα μέσα της που τη συμβούλευε: «Πρέπει να είμαι υπάκουη. Δεν μπορώ να κάνω παρά ό,τι μου λένε.»
    Και το έκανε σα να ήξερε πως δεν είχε κανένα μέσο πια ν’ αντιδράσει σε τίποτε. Υποχωρούσε στα πάντα για να κρατήσει άγγιχτη μια μυστική και πολύτιμη γωνιά του εαυτού της. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
    Μάλλον τρομαγμένος, είπε:
    «Μπορείς να μιλήσεις;»
    Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, μόνο μια φορά.
    «Μα αυτό δεν είναι ομιλία», της είπε.
    Δεν είχε μέσα της όρεξη να αντιλογήσει ή να δώσει απόδειξη της ικανότητάς της. Δέχτηκε τα λόγια του όπως ήταν και δεν αντέδρασε. Σιωπηλή και αφάνταστα σοβαρή έσφιγγε την αρκουδίτσα της και περίμενε να πάψει ο κόσμος του Κόρμαν να ενοχλεί τον δικό της.
    «Είσαι ευχαριστημένη ή δυσαρεστημένη που βρίσκεσαι εδώ;»
    Καμιά αντίδραση. Κενό.
    «Λοιπόν, είσαι ευχαριστημένη.»
    Μια αδιόρατη κίνηση του κεφαλιού.
    «Δεν λυπάσαι λοιπόν;»
    Το κεφάλι κινήθηκε ακόμα λιγότερο.
    «Προτιμάς να μείνεις παρά να γυρίσεις πίσω;»
    Τον κοίταξε χωρίς να τον βλέπει.
    Χτύπησε το κουδούνι του και είπε στη Μαίρη:
    «Πάρε την σπίτι.»
    «Σπίτι, Νταίβιντ;»
    «Ναι, σπίτι!» Δεν του άρεσε η υπερβολική γλύκα της φωνής της. Είχε κάποιο νόημα μα δεν ήξερε ακριβώς ποιο.
    Η πόρτα έκλεισε πίσω από τις δύο τους. Τα δάχτυλά του χτυπούσαν νευρικά στο γραφείο καθώς θυμόταν εκείνα τα μάτια. Κάτι περίεργο και πικρά παγωμένο ήταν μέσα του.

    Στις δύο εβδομάδες που ακολούθησαν, το μυαλό του φαινόταν να γεμίζει με περισσότερα προβλήματα παρά ποτέ. Όπως συμβαίνει συνήθως σε ανθρώπους της δικής του δυνάμεως ήταν σε θέση να σκέπτεται πολλά ζητήματα ταυτόχρονα, μα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πότε το ένα από αυτά γινόταν το πιο σημαντικό μέσα του.
    Τις πρώτες δυο – τρεις μέρες αγνόησε τη χλωμή μικρή ξένη. Όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί την παρουσία της. Βρισκόταν πάντα εκεί, ήσυχη, υπάκουη, με τα σκαμμένα μάγουλα και τα πελώρια μάτια της. Συχνά καθόταν ώρες ολόκληρες ακίνητη σαν πεταγμένη κούκλα.
    Όταν της μιλούσε η Μαίρη ή καμιά από τις υπηρέτριες έμενε κουφή αν η παρατήρηση δεν είχε μεγάλη σημασία. Απαντούσε μόνο σε ευθείες ερωτήσεις ή διαταγές. Απαντούσε με ελάχιστες κινήσεις του κεφαλιού ή και του χεριού όταν αρκούσαν, μιλούσε με μονοσύλλαβα, με μια ψιλή φωνούλα, μόνον όταν ήταν απόλυτα απαραίτητο. Εκείνη την εποχή ο Κόρμαν δεν της μιλούσε καθόλου μα αναγκαστικά παρατηρούσε πόσο μοιρολατρικά δεχόταν το γεγονός ότι όλη αυτή η ιστορία αποτελούσε τμήμα της πολύπλοκης ζωής του.
    Μετά από το μεσημεριανό φαγητό, την τέταρτη μέρα, την βρήκε μόνη. Έσκυψε από ψηλά και τη ρώτησε:
    «Τατιάνα, τι σου συμβαίνει; Είσαι δυστυχισμένη εδώ;»
    Ένα σύντομο κούνημα του κεφαλιού.
    «Τότε γιατί δεν γελάς και δεν παίζεις σαν τα άλλα...;»
    Σταμάτησε απότομα καθώς η Μαίρη μπήκε στο δωμάτιο.
    «Κουτσομπολεύετε εσείς οι δυο;» ρώτησε
    «Σαν να ήταν δυνατόν!» απάντησε εκείνος εκνευρισμένος.
    Το ίδιο εκείνο βράδυ, είδε την τελευταία ταινία από το μέτωπο. Του έδωσε πολύ λίγη ικανοποίηση. Στην πραγματικότητα, μάλλον τον θύμωσε. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο η χαρά της κατακτήσεως είχε φύγει από τις εικόνες.
    Στο τέλος των δύο εβδομάδων είχε βαρεθεί ν’ ακούει μια φωνή που δεν μιλούσε και να βλέπει μάτια που δεν κοίταζαν. Ήταν σα να ζει μ’ ένα φάντασμα και δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Είχε κι αυτός δικαίωμα να ξεκουράζεται λίγο ψυχικά όταν πήγαινε σπίτι του.
    Βέβαια μπορούσε να της δώσει μια κλωτσιά και να τη στείλει πίσω στο Λάνι όπως είχε απειλήσει και στην αρχή. Αυτό όμως θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή της ήττας του. Ο Κόρμαν δε? ήταν ανάξιος να παραδεχτεί τον εαυτό του νικημένο και μάλιστα από ένα μελαγχολικό παιδί. Δεν θα κατάφερνε να τον πετάξει έξω από το ίδιο του το σπίτι, αλλά ούτε να τον κάνει να την διώξει. Αποτελούσε πρόκληση και έπρεπε να την αντιμετωπίσει με τρόπο ικανοποιητικό για τον εγωισμό του.
    Φώναξε τον επιστημονικό του σύμβουλο στο γραφείο του και άρχισε να λέει νευρικά:
    «Κοιτάξτε, βρίσκομαι μπλεγμένος με ένα κακά προσαρμοσμένο παιδί. Ο γιος μου το συμπάθησε και μου τό ‘στειλε από το Λάνι. Με εκνευρίζει. Τί μπορούμε να κάνουμε;»
    «Φοβάμαι πως δεν μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε.»
    «Γιατί όχι;»
    «Είμαι φυσικός.»
    «Έχετε να μου προτείνετε κανέναν καταλληλότερο;»
    Ο άλλος σκέφτηκε λιγάκι και είπε:
    «Δεν υπάρχει κανείς στο τμήμα μου κύριε. Μα η επιστήμη δεν ασχολείται μόνο με την παραγωγή μηχανών. Χρειάζεστε έναν ειδικό σε μια λιγότερο... απτή επιστήμη.»
    Σταμάτησε για μια στιγμή και πρόσθεσε: «Οι νοσοκομειακές αρχές μπορεί να σας συστήσουν κανέναν.»
    Δοκίμασε με το πιο κοντινό νοσοκομείο και έλαβε την εξής απάντηση:
    «Χρειάζεστε έναν ειδικό παιδικής ψυχολογίας.»
    «Ποιός είναι ο καλύτερος στον πλανήτη;»
    «Ο Δρ. Τζάγκερ.»
    «Να μου τον βρείτε. Τον θέλω σπίτι μου απόψε, όχι αργότερα από τις εφτά.»

    Χοντρός, μεσήλικας και εύθυμος, ο Δρ. Τζάγκερ έπαιξε χωρίς δυσκολία το ρόλο του περαστικού φίλου. Κουβέντιασε πολλά ασήμαντα θέματα, πήρε την Τατιάνα μέσα στη συζήτηση απευθύνοντάς της διάφορες παρατηρήσεις, κράτησε και μια φανταστική συζήτηση με την αρκουδίτσα της. Δύο φορές ακριβώς μπήκε στον δικό του κόσμο μ’ ένα ελαφρότατο χαμόγελο και ξαναζήτησε αμέσως καταφύγιο στον δικό της.
    Στο τέλος, ο γιατρός τους άφησε να καταλάβουν πως ήθελε να μείνει μόνος του με την Τατιάνα. Ο Κόρμαν βγήκε έξω πεπεισμένος ότι δεν υπήρχε ελπίδα να σημειωθεί καμία πρόοδος. Στο σαλόνι, η Μαίρη τον κοίταξε:
    «Ποιος είναι ο επισκέπτης μας, Νταίβιντ; Ή μήπως δεν με αφορά;»
    «Είναι ειδικός ψυχολόγος. Εξετάζει την Τατιάνα.»
    «Α, έτσι;» ...και πάλι εκείνη η γλύκα που ήταν πικρή.
    «Ναι, έτσι είναι.» Απάντησε απότομα.
    «Δεν ήξερα πως αισθανόσουν πραγματικό ενδιαφέρον γι αυτήν.»
    «Δεν αισθάνομαι τίποτα. Ο Ρηντ όμως αισθάνεται. Καμιά φορά μ’ αρέσει να θυμάμαι πως ο Ρηντ είναι γιος μου.»
    Άφησε τη συζήτηση να σβήσει. Ο Κόρμαν ασχολήθηκε με κάτι έγγραφα ως ότου τελείωσε ο Τζάγκερ. Τότε γύρισε στο δωμάτιο, αφήνοντας τη Μαίρη βυθισμένη στο βιβλίο της. Κοίταξε γύρω του:
    «Πού είναι;»
    «Την πήρε η υπηρέτρια. Είπε πως ήταν η ώρα της να πάει για ύπνο.»
    «Α!» Βρήκε ένα κάθισμα και περίμενε να ακούσει περισσότερα.
    Ακουμπώντας στην άκρη του τραπεζιού, ο Τζάγκερ εξήγησε:
    «Έχω ένα μέσο για τα παιδιά που δεν θέλουν να μου μιλήσουν. Τα βάζω να γράψουν. Συμφωνούν, συνήθως, γιατί τους το παρουσιάζω σαν παιχνίδι. Τα πείθω να γράψουν μια έκθεση για κάτι που τους έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα αποτελέσματα είναι πολύ χρήσιμα.»
    «Και τί κάνατε...;»
    «Μια στιγμή, παρακαλώ, κύριε Κόρμαν. Πριν προχωρήσω πρέπει να σας τονίσω ότι τα παιδιά έχουν μια αυθόρμητη ικανότητα που θα ζήλευαν πολλοί συγγραφείς. Μπορούν να εκφραστούν με μεγάλη ζωηρότητα σε απλούστατη γλώσσα, με μεγάλη οικονομία λέξεων. Δημιουργούν μεγάλη εντύπωση με ό,τι παραλείπουν όσο και με ό,τι θυμούνται να πουν.» Κοίταξε τον Κόρμαν ερευνητικά:
    «Ξέρετε κάτω από ποιες συνθήκες βρήκε ο γιος σας αυτό το παιδί;»
    «Μάλιστα. Μας το είπε σ’ ένα γράμμα του.»
    «Λοιπόν, έχοντας υπ’ όψιν σας αυτές τις συνθήκες, νομίζω πως θα βρείτε αυτό το κείμενο τρομαχτικότερο και από τα πιο εντυπωσιακά διηγήματα τρόμου.» Έτεινε ένα φύλλο χαρτί. «Το έγραψε χωρίς βοήθεια.» Άπλωσε το χέρι του και πήρε το καπέλο και το πανωφόρι του.
    «Φεύγετε;» ρώτησε ο Κόρμαν έκπληκτος. «Και η διάγνωσή σας; Τι θεραπεία προτείνετε;»
    Ο Δρ. Τζάγκερ σταμάτησε, με το χέρι στην πόρτα. «Κύριε Κόρμαν, είστε έξυπνος άνθρωπος.» Έδειξε το χαρτί που ο άλλος κρατούσε. «Νομίζω ότι αρκεί αυτό.»
    Και έφυγε. Ο Κόρμαν κοίταξε το χαρτί. Δεν ήταν γεμάτο με λέξεις όπως περίμενε. Σαν διήγημα ήταν υπερβολικά σύντομο. Το διάβασε.
    «Δεν είμαι τίποτα. Δεν είμαι κανείς. Το σπίτι μου τινάχτηκε. Η γάτα μου κόλλησε στον τοίχο. Ήθελα να την ξεκολλήσω. Δεν μ’ άφησαν. Την πέταξαν.»
    Εκείνη η παγερή αίσθηση στο στομάχι του μεγάλωσε. Διάβασε και ξαναδιάβασε το χαρτί. Πήγε στα πόδια της σκάλας και κοίταξε ψιλά, προς το δωμάτιο όπου το παιδί. Όπου κοιμόταν αυτός ο εχθρός που είχε γίνει εξαιτίας του ένα «τίποτα.»

    Ο ύπνος ήρθε δύσκολα εκείνη τη νύχτα. Συνήθως μπορούσε να ησυχάσει το μυαλό του και να πάρει έναν υπνάκο όποτε ήθελε, όπου και να ήτανε, σε μισό λεπτό. Τώρα ήταν παράξενα ταραγμένος, ανήσυχος. Το μυαλό του ήταν ερεθισμένο από κάτι που δεν το ήξερε καν και επέμενε να στριφογυρίζει.
    Κάθε φορά που ξυπνούσε – κι αυτό γινόταν συχνά – φανταζόταν θολά πράγματα σα να προσπαθούσε να βρει το δρόμο του μέσα σε μια γκρίζα ομίχλη που τον έπνιγε και στην οποία δεν υπήρχαν θόρυβοι, φωνές ή άλλοι άνθρωποι. Τα όνειρα ήταν χειρότερα, γεμάτα από φρικτά τοπία που κάπνιζαν, με πράγματα που ούρλιαζαν σκίζοντας τον ουρανό, με φρικαλέα τέρατα που σέρνονταν σε μετάλλινες γραμμές, με μακριές παρελάσεις σκονισμένων ανθρώπων που τραγουδούσαν όλοι ένα παμπάλαιο, ξεχασμένο τραγούδι.
    «Άφησες πίσω μια σπασμένη κούκλα.»
    Ξύπνησε νωρίς με κουρασμένα μάτια και κουρασμένο μυαλό. Όλο το πρωί στο γραφείο χιλιάδες μικροζητήματα συνωμότησαν εναντίον του. Η ικανότητά του να συγκεντρώνεται δεν ήταν τόση όσο τις άλλες φορές που συχνά έπιασε τον εαυτό του να ετοιμάζεται να κάνει μικρά λάθη. Μια – δυο φορές αισθάνθηκε πως κοίταζε σκεφτικός στο κενό με μάτια που κοίταζαν ό,τι ποτέ δεν είχαν κοιτάξει.
    Στις τρεις το απόγευμα, η γραμματέας τού μίλησε στο εσωτερικό τηλέφωνο:
    «Ο Αστροδηγός Γουώρρεν επιθυμεί να σας δει.»
    «Αστροδηγός;» επανέλαβε με απορία. «Δεν υπάρχει τέτοιος βαθμός.»
    «Είναι βαθμός του λαού των Δρακώνων.»
    «Α, βέβαια. Δίκιο έχετε. Θα τον δεχτώ αμέσως.»
    Περίμενε χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον. Οι Δρακώνοι ήταν ένας ισχυρός συνασπισμός δέκα πλανητών σε μεγάλη απόσταση απ’ την Μορκίνη. Ήταν τόσο μακριά, ώστε σπάνια είχαν επαφές. Ένα πολεμικό τους σκάφος είχε περάσει για μια επίσκεψη τυπικής ευγένειας δύο φορές σε όλη του τη ζωή. Άρα το γεγονός ήταν κάπως περίεργο.»
    Ο επισκέπτης μπήκε. Ήταν ψηλός και νέος και φορούσε ανοιχτοπράσινη στολή.
    Έσφιξε το χέρι του Κόρμαν εγκάρδια και κάθισε στην καρέκλα που του πρότεινε.
    «Απορείτε, κύριε Κόρμαν, ε;»
    «Πολύ.»
    «Ήρθαμε πολύ βιαστικά μα το ταξίδι δεν μπορεί να γίνει σε μια μέρα. Η απόσταση, δυστυχώς, είναι μεγάλη.»
    «Το ξέρω.»
    «Η κατάσταση είναι αυτή: Εδώ και πολύ καιρό λάβαμε μια ειδοποίηση από τον Λάνι μέσω δευτερευόντων πλανητών. Μας ζητούσαν να επέμβουμε για διαπραγματεύσεις, σαν ουδέτεροι, χωρίς συμφέροντα, για να αποφευχθεί ο πόλεμος.»
    «Ώστε γι αυτό ήρθατε;»
    «Μάλιστα, κύριε Κόρμαν. Ξέραμε πως δεν είχαμε μεγάλες ελπίδες να φτάσουμε εγκαίρως. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να έρθουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να ελπίζουμε. Ο ρόλος του ειρηνοποιού είναι ωραίος για κάθε πολιτισμένο άνθρωπο.»
    «Είναι;» ρώτησε ο Κόρμαν κοιτάζοντάς τον προσεχτικά.
    «Για μας, είναι.» Και ο Γουώρρεν έσκυψε και τον κοίταξε στα μάτια. «Καλέσαμε το Λάνι καθώς ερχόμασταν εδώ. Ακόμη επιθυμούν την ειρήνη. Χάνουν τον πόλεμο. Γι αυτό θέλουμε να ξέρουμε ένα πράγμα μονάχα: Μήπως φτάσαμε πολύ αργά;»
    Αυτή ήταν η βασική ερώτηση: «Μήπως φτάσαμε πολύ αργά; Ναι ή όχι;» Ο Κόρμαν σκέφτηκε βαθιά, χωρίς να περάσει από το νου του πως πριν λίγο καιρό η απάντησή του θα ήταν σύντομη, αυτόματη. Σήμερα, το σκεφτόταν το ζήτημα.
    Ναι ή όχι; Το ναι σήμαινε στρατιωτική νίκη, δύναμη και φόβο. Το όχι σήμαινε... Τί ακριβώς, σήμαινε; Σήμαινε απλούστατα λίγη λογική αντί για πείσμα. Σήμαινε και μια μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία του. Του φάνηκε εκείνη την ώρα πως έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δύναμη χαρακτήρα για να πετά μακριά τις αντιλήψεις του που είχαν ριζώσει μέσα του από πολλά χρόνια. Οι αδύνατοι και οι διστακτικοί δεν θα το κατόρθωναν ποτέ.
    «Όχι», απάντησε αργά. «Δεν είναι πολύ αργά.»
    Ο Γουώρρεν σηκώθηκε και το πρόσωπό του έδειχνε πως δεν είχε ελπίσει μια τέτοια απάντηση. «Εννοείτε, κύριε Κόρμαν...;»
    «Ότι το ταξίδι σας δεν θα είναι μάταιο. Μπορείτε να αρχίσετε τις διαπραγματεύσεις.»
    «Υπό ποίους όρους;»
    «Τους πιο δίκαιους και για τα δύο μέρη.» Γύρισε το κουμπί του μικροφώνου και μίλησε σ’ αυτό. «Πείτε στον Ρότζερς ότι διατάζω την άμεση παύση των εχθροπραξιών. Στρατεύματα θα φυλάξουν τα σύνορα τα οποία καθόρισε η προέλασή μας και οι πολίτες του Δρακωνείου Συνασπισμού θα μπορούν να περνούν ελεύθερα από τις γραμμές μας και προς τις δύο κατευθύνσεις.»
    «Μάλιστα, κύριε Κόρμαν.»
    Βάζοντας κατά μέρος το μικρόφωνο, συνέχισε με τον Γουώρρεν.
    «Αν και μακριά σε μίλια, το Λάνι είναι αρκετά κοντά σε μας, αν σκεφτούμε πόσο τεράστιες είναι συνήθως οι διαπλανητικές αποστάσεις. Θα ήμουν ευχαριστημένος αν οι Λανιανοί συμφωνούσαν για μια ένωση των πλανητών μας, με κοινή υπηκοότητα, κοινή ανάπτυξη των φυσικών πόρων. Αλλά δεν επιμένω σ’ αυτό. Απλώς εκφράζω μια ευχή, ξέροντας πως πολλές ευχές δεν πραγματοποιούνται ποτέ.»
    «Η ιδέα θα μελετηθεί σοβαρά, παρ’ όλα ταύτα.» βεβαίωσε ο Γουώρρεν. Του έσφιξε το χέρι με παιδικό ενθουσιασμό. «Είσαστε μεγάλος, κύριε Κόρμαν.»
    «Λέτε;» ρώτησε με πικρό χαμόγελο. «Προσπαθώ να μεγαλώσω αυτές τις μέρες, αλλά σε άλλη κατεύθυνση γιατί η κατεύθυνση του μεγαλείου πάλιωσε πια.»
    Όταν ο άλλος έφυγε, πέταξε μια στοίβα έγγραφα σ’ ένα συρτάρι. Τα περισσότερα ήταν άχρηστα πια. Παράξενο πως είχε την αίσθηση πως ανέπνεε καλύτερα από ποτέ, πως οι πνεύμονές του τραβούσαν πιο ελεύθερα.
    Στο εξωτερικό γραφείο, ειδοποίησε τους υπαλλήλους. «Είναι νωρίς ακόμη, αλλά πηγαίνω σπίτι. Τηλεφωνήστε μου αν χρειαστεί τίποτα επείγον.»
    Ο οδηγός έκλεισε την πόρτα στο έκτο σκαλοπάτι. «Αδύνατο πλάσμα.» Σκέφτηκε ο Κόρμαν καθώς έμπαινε στο σπίτι του. «Δεν έχει τη δύναμη να ξεφύγει από τη λάσπη που ο ίδιος δημιούργησε. Κι όμως δεν επιτρέπεται να μένει πολύ καιρό ο άνθρωπος μέσα στη λάσπη.»

    Ρώτησε την υπηρέτρια: «Πού είναι η γυναίκα μου;»
    «Βγήκε έξω πριν δέκα λεπτά, κύριε. Είπε πως θα γυρίσει σε μισή ώρα.»
    «Πήρε μαζί της...»
    «Όχι, κύριε.» Η υπηρέτρια κοίταξε στο σαλόνι.
    Προσεχτικά, ο Κόρμαν μπήκε στο σαλόνι, βρήκε το παιδί να ξεκουράζεται σ’ ένα ντιβάνι με το κεφάλι ριγμένο πίσω και τα μάτια κλειστά. Ένα ραδιόφωνο εκεί κοντά έπαιζε γλυκιά μουσική. Αναρωτήθηκε αν το είχε ανοίξει μόνη της και αν το άκουγε. Πηγαίνοντας στο ντιβάνι, πήρε το αρκουδάκι από το πλευρό της, τό’ βαλε στο μπράτσο της πολυθρόνας και κάθισε ο ίδιος πολύ κοντά της.
    «Τατιάνα», είπε με απότομη αλλά γλυκιά φωνή, «γιατί δεν είσαι τίποτα;»
    Καμιά απάντηση, καμιά αλλαγή.
    «Μήπως γιατί δεν έχεις κανέναν;»
    Σιωπή.
    «Κανέναν δικό σου;» επέμεινε με κάτι σαν απελπισία. «Ούτε καν ένα γατάκι;»
    Κοίταξε τα παπούτσια της και τα μεγάλα της μάτια που ήταν μισοσκεπασμένα από τα βλέφαρα. Δεν αντέδρασε αλλιώς.
    Ήττα! Αχ, η πικρία της ήττας. Τα δάχτυλά του έτρεμαν. Κουβέντες κατρακυλούσαν στο μυαλό του.
    «Δεν είμαι τίποτα.»
    «Η γάτα μου... την πέταξαν.»
    Το βλέμμα του πλανήθηκε τυφλά στο δωμάτιο, ενώ το μυαλό του στριφογύριζε γύρω από τον τοίχο του τείχους της σιωπής της, ψάχνοντας μια πόρτα που δεν μπορούσε να βρει. Μα δεν υπήρχε κανένας τρόπος; Κανένας τρόπος;
    Υπήρχε.
    Τον ανακάλυψε τυχαία.
    Στον εαυτό του μάλλον, παρά σε κείνη, ψιθύρισε:
    «Από τότε που ήμουν μωρό είχα γύρω μου ανθρώπους. Σ’ όλη μου τη ζωή είχα πολλούς ανθρώπους. Μα κανένας δεν ήταν δικός μου. Ούτε ένας. Κι εγώ δεν είμαι τίποτα.»
    Του χάιδεψε το χέρι.
    Η έκπληξή του ήταν τεράστια. Κοίταξε κάτω το χέρι του, είδε το δικό της να ακουμπά διστακτικά, παρηγορητικά και ύστερα να τραβιέται ντροπαλά. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Κάτι μέσα του έγινε πολύ μεγάλο και δεν χωρούσε πια.
    Γυρίζοντας στο ένα πλάι, την άρπαξε καθιστή στα γόνατά του, την αγκάλιασε, έκρυψε τη μύτη του στο μαλακό μέρος του λαιμού, χάιδεψε το κεφαλάκι της και τα χοντρά του δάχτυλα μπήκαν στα μαλλιά της. Και όλη την ώρα την νανούριζε με ψιθυριστούς, γλυκούς ήχους.
    Το κοριτσάκι έκλαιγε. Δεν είχε ξανακλάψει ποτέ. Έκλαιγε, όχι σαν γυναίκα με συγκρατημό, μα σαν το παιδί που ήταν, με τρομερούς λυγμούς που την ξέσχιζαν και που πάλευε σκληρά να μετριάσει.
    Το μπρατσάκι της ήταν γύρω στο λαιμό του, σφιχτά κολλημένο και όλο έσφιγγε περισσότερο καθώς εκείνος την κουνούσε ρυθμικά και έλεγε «Χρυσούλι μου» και άλλες ανόητες λέξεις που δεν είχε πει ποτέ του, λέξεις που τον καθησύχαζαν και τον παρηγορούσαν χωρίς να λένε τίποτα.
    Αυτό ήταν νίκη.
    Όχι αδειανή. Γεμάτη.
    Γιατί το να νικήσεις τον εαυτό σου δεν είναι ποτέ μια άδεια νίκη.
     
  2. lara

    lara (lady godiva)

    υπεροχο...
     
  3. little_slut[PieR]

    little_slut[PieR] New Member

    Απίστευτα όμορφο!!
     
  4. G_E

    G_E New Member

    Ωραίο Αrioch. Ευχαριστίες - Η ΕΦ ειναι θησαυρός