Guillaume Apollinaire - Οι έντεκα χιλιάδες βέργες [3]

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Stelios_X, στις 4 Αυγούστου 2018.

  1. Stelios_X

    Stelios_X "Πείρα είναι το σύνολο των σφαλμάτων μας." Ο.W.

    Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
    Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

    Λίγες ημέρες μετά την παράσταση την οποίαν ο καροτσιέρης της άμαξας 3268 και ο αστυνόμος έκλεισαν μ' αυτόν τον περίεργο τρόπο, ο πρίγκιπας Βιμπέσκου δεν είχε συνέλθει ακόμη εντελώς από τις τόσες συγκινήσεις. Τα σημάδια του μαστιγώματος είχαν ευτυχώς επουλωθεί και ξαπλωμένος τεμπέλικα σ'ένα σοφά του σαλονιού του Γκραντ Οτέλ, διάβαζε την κοσμική στήλη της εφημερίδας, για να ερεθιστεί. Μια ιστορία τον είχε συναρπάσει. Το έγκλημα ήταν τρομακτικό. Ο λαντζέρης κάποιου εστιατορίου είχε ψήσει τον κώλο ενός νεαρού παραμάγειρου, μετά τον είχε γαμήσει ζεστό και ματωμένο, και τέλος είχε φάει τα ψημένα κομμάτια που ξεκολλούσαν από τον πισινό του έφηβου. Στις φωνές του μαιτρ, οι γείτονες έτρεξαν και συνέλαβαν τον σαδιστή λαντζέρη. Η ιστορία ήταν γραμμένη με κάθε λεπτομέρεια και ο πρίγκιπας την απολάμβανε παίζοντας το πουλί του, που το 'χε βγάλει έξω.

    Εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μια καμαριέρα χαριστωμένη, φρέσκια και πανέμορφη, με το σκουφάκι και την ποδιά της, μπήκε στο σαλόνι. Κρατούσε ένα γράμμα και κοκκίνισε βλέποντας την απρεπή στάση του Μόνυ, που βιάστηκε να κουμπώσει το παντελόνι του.
    "Μη φεύγετε, όμορφη, ξανθιά μου δεσποινίς, έχω δυο λόγια να σας πω".

    Ταυτόχρονα, έκλεισε την πόρτα, κι αρπάζοντας την όμορφη Μαριέτα από τη μέση, τη φίλησε λαίμαργα στο στόμα. Εκείνη, στην αρχή αντιστάθηκε, σφίγγοντας με δύναμη τα χείλη. Όμως σύντομα κάτω από την πίεση, άρχισε να αφήνεται, και στο τέλος άνοιξε το στόμα της. Η γλώσσα του πρίγκιπα εισχώρησε μέσα του, η Μαριέτα τη δάγκωσε και ύστερα άρχισε να τη γαργαλάει με την ευκίνητη γλώσσα της την άκρη της γλώσσας του Μόνυ.

    Με το ένα χέρι, ο νεαρός αγκάλιαζε τη μέση της, με το άλλο ανασήκωνε το φουστάνι της. Δε φορούσε εσώρουχα. Το χέρι του βρέθηκε γρήγορα ανάμεσα σε δυο μπούτια χοντρά και στρογγυλά, που δε θα τα περίμενε κανείς έτσι φιαγμένα, γιατί ήταν ψηλή και λεπτή. Το μουνί της ήταν πολύ τριχωτό. Ήταν πολύ ζεστή, και το χέρι του βρέθηκε σύντομα στο εσωτερικό μιας άγριας χαράδρας, ενώ η Μαριέτα αφηνόταν, σπρώχνοντας προς τα εμπρός την κοιλιά της. Το δικό της χέρι περιφερόταν στο άνοιγμα του παντελονιού του Μόνυ, που κατάφερε να το ξεκουμπώσει. Έβγαλε έξω το υπέροχο σκήπτρο, που δεν είχε, παρά ελάιχστα διακρίνει μπαίνοντας στο δωμάτιο. Μαλακίζονταν γλυκά. Εκείνος τσιμπώντας την κλειτορίδα της. Εκείνη, πιέζοντας με τον αντίχειρά της το κεφάλι του πούτσου του. Την έσπρωξε προς το σοφά όπου την έβαλε να καθίσει. Της σήκωσε τα πόδια και τ' ακούμπησε πάνω στους ώμους του, κι εκείνη ξεκουμπώθηκε κι άφησε να πεταχτούν δυο υπέροχες καυλωμένες ρώγες, που ο μόνυ άρχισε να γλείφει εναλλάξ, χώνοντας μέσα στο μουνί την καυτή του πούτσα. Σε λίγο αυτή άρχισε να φωνάζει:
    "Είναι ωραία! Είναι ωραία!... Τι ωραία το κάνεις..."
    Άρχισε να δίνει ακανόνιστα σπρωξίματα με τον κώλο της. Έπειτα την αισθάνθηκε να χύνει ξεφωνίζοντας:
    "Να!... Χύνω... Να!... Πάρ' τα όλα!" Και ύστερα, ξαφνικά, του άρπαξες την πούτσα και είπε:
    "Αρκετά για εδώ!" Την έβγαλε από το μουνί και την έβαλε σε μια άλλη τρύπα, ολοστρόγγυλη, τοποθετημένη λίγο πιο κάτω, όμοια με μάτι κύκλωπα, ανάμεσα σε δυο σάρκινα ημισφαίρια, λευκά και φρέσκα.

    Η πούτσα, λουσμένη από τα γυναικεία υγρά, χώθηκε εύκολα και, αφού γάμησε με ζέση, ο πρίγκιπας εξαπέλυσε όλο του το σπέρμα μέσα στον κώλο της ωραίας καμαριέρας. Έπειτα έβγαλε έξω την πούτσα του που έκανε "φλοπ", όπως όταν ανοίγουμε ένα μπουκάλι, και στην άκρη της υπήρχε ακόμη χύση ανακατεμένο με λίγο σκατό! Εκείνη τη στιγμή, κάποιος χτύπησε το κουδούνι του διαδρόμου και η Μαριέτα είπε: "Πρέπει να πάω να δω". Και εξαφανίστηκε, αφού φίλησε τον Μόνυ που της έβαλε στο χέρι δυο λουδοβίκεια. Μόλις εκείνη έφυγε, έπλυνε την ψωλή του, κι ύστερα άνοιξε ένα γράμμα που έγραφε τα εξής:

    Ωραίε μου Ρουμάνε,
    Τι γίνεσαι; Πρέπει να έχεις συνέλθει από τις ταλαιπωρίες. Θυμήσου, όμως τι μου είχες πει: "Αν δεν κάνω έρωτα είκοσι φορές συνεχώς, έντεκε χιλιάδες βέργες ας με τιμωρήσουν". Δεν το έκανες είκοσι φορές. Τόσο το χειρότερο για σένα.
    Τις προάλλες έγινες δεκτός στο γαμιστρώνα της Αλεξίνας, στην οδό ντυφό. Όμως τώρα που σε ξέρουμε, μπορείς να έρθεις σπίτι μου. στης Αλεξίνας είναι αδύνατον. Δε μπορεί να δεχτεί ούτε καν εμένα. Γιαυτό έχει και το γαμιστρώνα. Ο γερουσιαστής της είναι πολύ ζηλιάρης. Εμένα, σκασίλα μου. Ο εραστής μου είναι εξερευνητής, βρίσκεται στην Ακτή του Ελεφαντοστού και φτιάχνει κολιεδάκια από μαργαριτάρια με τις μαύρες. Μπορείς να έρθεις σπίτι μου, οδός Προνί 214. Σε περιμένουμ στις τέσσερις.
    Κωλκωλίνα της Αγκόνας.

    Μόλις διάβασε το γράμμα ο πρίγκιπας κοίταξε την ώρα. Ήταν έντεκα το πρωί. Χτύπησε το κουδούνι για να έρθει ο μασέρ, που τον μάλαξε και τον γάμησε κανονικότατα. Αυτό τον ζωντάνεψε. Πήρε το μπάνιο του και καθώς ένιωθε φρέσκος και σε φόρμα, χτύπησε το κουδούνι για τον κομμωτή, που τον χτένισε και τον γάμησε καλλιτεχνικότατα. Μετά ήρθε ο μανικιουρίστας, που περιποιήθηκε τα νύχια στα χέρια και τα πόδια του και τον γάμησε αρρενωπότατα. Ο πρίγκιπας αισθανόταν θαυμάσια. Κατέβηκε στη λεωφόρο, γευμάτισε πλούσια, και μετά πήρε μιαν άμαξα που τον μετέφερε στην οδό Προνί. Ήταν ένα μικρό αρχοντικό στο οποίο έμενε μόνο η Κωλκωλίνα. Του άνοιξε μια γριά υπηρέτρια. Το σπίτι ήταν επιπλωμένο με εξαιρετικό γούστο.

    Τον έβαλαν αμέσως σε μια κρεβατοκάμαρα πυο το μπρούτζινο, πολύ χαμηλό, κρεβάτη ήταν πολύ φαρδύ. Το παρκέ ήταν σκεπασμέν από δέρματα ζώων που έπνιγαν το θόρυβο των βημάτων. Ο πρίγκιπας γδύθηκε γρήγορα και ήταν τελείως γυμνός όταν μπήκαν η αλεξίνα και η κωλκωλίνα, ντυμένες με εξαίσια νυχτικά. Άρχισαν να γελούν και τόν πλησίασαν για να τον φιλήσουν. Εκείνος κάθισε, και ύστερα πήρε τις δύο νεαρές, την καθεμιά σε κάθε του πόδι, σηκώνοντας όμως τα νυχτκά τους έτσι, ώστε να μένουν σεμνά ντυμένες και να αισθάνεται τους κώλους τους γυμνούς πάνω στα μπούτια του. Μετά βάλθηκε να τις μαλακίζει, ενώ αυτές του γαργαλούσαν το πέος. Όταν τις αισθάνθηκε αρκετά ερεθισμένες τους είπε:
    "Τώρα θα παίξουμε το σχολείο".
    Τις έβαλε να καθίσουν σε μια καρέκλα απέναντί του και αφού σκέφτηκε για μια στιγμή, τους είπε:
    "Δεσποινίς Αλεξίνα Παμφάγη, πως λέγεται ο βασιλεύς της Ιταλίας;"
    "Μα νομίζεις πως με απασχολεί; Δεν έχω ιδέα." απάντησε η Αλεξίνα.
    "Πηγαίνετε στο κρεβάτι", φώναξε ο καθηγητής.

    Την έβαλε να καθίσει γονατιστή πάνω στο κρεβάτη μμε την πλάτη γυρισμένη, της σήκωσε το νυχτικό και άνοιξε τη σχισμή της κιλότας, απ' όπου αναδύθηκαν τα ημισφαίρια των μεριών της, απαστράπτοντα από λευκότητα. Άρχισε να τα χτυπά με την παλάμη του. Σύντομα ο πισινός άρχισε να κοκκινίζει. Αυτό ερέθισε την Αλεξίνα, που τούρλωνε όλο και περισσότερο τον κώλο της, μα σε λίγο και ο ίδιος ο πρίγκιπας δεν κρατιόταν άλλο. Περνώντας τα χέρια του γύρω από το μπούστο της νεαρής, χούφτωσε τα βυζιά της κάτω απ΄οτο νυχτικό, μετά κατεβάζοντας το ένα χέρι του γαργάλησε την κλλειτορίδα της και αισθάνθηκε ότι το μουνί της ήταν κάθυγρο. Τα δικά της χέρια δεν έμεναν αδρανή. Είχαν αρπάξη την πούτσα του πρίγκιπα και την είχαν οδηγήσει στο στενό μονοπάτι των Σοδόμων. Η αλεξίνα έσκυβε έτσι, ώστε ο κώλος της να ξεπετιέται περισσότερο και να ευκολύνει την είσοδο στον πάσσαλο του Μόνυ.

    Σύντομα το κεφάλι είχε εισχωρήσει, το υπόλοιπο ακολούθησε και τ' αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στα κωλομέρια της νεαρής γυναίκας. Η Κωλκωλίνα που βαριόταν, ανέβηκε κι αυτή στο κρεβάτι και άρχισε να γλείφει το μουνί της Αλεξίνας, που είχε φτάσει στο ζενίθ της απόλαυσης, αφού της τιμούσαν και τις δύο τρύπες δεόντως. Το κορμί της δονούμενο από λαγνεία, χτυπιόταν σαν να υπέφερε. Από το λαρύγγι της έβγαιναν λάγνοι βρυχηθμοί. Η χοντρή πούτσα της γέμιζε τον κώλο, πηγαίνοντας μπρος πίσω, χτυπώντας τη μεμβράνη που τον χώριζε από τη γλώσσα της Κωλκωλίνας που μάζευε τους χυμούς που προκαλούσε αυτή η διασκέδαση. Η κοιλιά του Μόνυ χτυπούσε στον κώλο της Αλεξίνας. Σύντομα ο πρίγκιπας άρχισε να γαμεί πιο βίαια. Βάλθηκε να δαγκώνει το λαιμό της νεαρής γυναίκας. Η πούτσα φούσκωσε. Η Αλεξίνα δε μπορούσε ν' αντέξει τόση ευτυχία. Κατέρρευσε πάνω στο πρόσωπο της Κωλκωλίνας, που συνέχισε να γλείφει, ενώ ο πρίγκιπας την ακολούθησε στην πτώση της, με την πούτσα στον κώλο. Ακόμη μερικά κουνήματα, και ο Μόνυ εξαπέλυσε το χύση του. Εκείνη έμεινε ξαπλωμένι στο κρεβάτι, ενώ ο Μόνυ πήγε να πλυθεί και η Κωλκωλίνα σηκώθηκε να κατουρήσει. Πήρε έναν κουβά, στάθηκε όρθια από πάνω με τα πόδια ανοιχτά, σήκωσε το νυχτικό της και κατούρησε για πολλή ώρα, μετά, για να τινάξει τις τελευταίες σταγόνες που κρέμονταν από τις τρίχες, άφησε μια μικρή πορδή, τρυφερή και διακριτική που ερέθισε ιδιαιτέρως τον Μόνυ.

    "Χέσε μέσα στα χέρια μου, χέσε μέσα στα χέρια μου!" φώναξε. Εκείνη χαμογέλασε. Χαμήλωσε λίγο τον κώλο της και άρχισε να σφίγγεται πάνω από τα χέρια του Μόνυ που είχε καθίσει πίσω της. Μέσα από τη λινή διάφανη κιλότα φαίνονταν τα όμορφα μυώδη μπούτια της. Μαύρες κάλτσες ανέβαιναν μέχρι πάνω από τα γόνατά της και αγκάλιαζαν δυο υπέροχες γάμπες ασύγκριτης ωραιότητας, ούτε πολύ χοντρές ούτε πολύ λεπτές. Ο κώλος, στη θέση που βρισκόταν, ξεπεταγόταν θαυμαστά καδραρισμένος από τη σχισμή της κιλότας. Ο Μόνυ κοιτούσε προσεχτικά τα δυο ρόδινα, μελαχρινά κωλομέρια, χνουδωτά και ζωντανεμένα από το γενναιόδωρο αίμα. Διέκρινε το τέλος της σπονδυλικής στήλης που προεξείχε ενώ λίγο πιο κάτω άρχιζε η σχισμή του πισινού. Στην αρχή πλατιά, μετά στενότερη και βαθύτερη, καθώς τα κωλομέρια πάχαιναν. Έφτανε έτσι μέχρι τη σκούρα, στρογγυλή και γεμάτη ζάρες κωλοτρυπίδα. Οι προσπάθειες της νεαρής είχαν σαν αρχικό αποτέλεσμα να διασταλεί η κωλοτρυπίδα και να φανεί το δέρμα, απαλό και ροζ, που βρισκόταν στο εσωτερικό και έμοιαζε με γυριστό χείλος.
    "Χέσε λοιπόν", φώναξε ο Μόνυ.

    Σύντομα εμφανίστηκε μια μυτούλα σκατό, μικρό και ασήμαντο, που έδειξε το κεφάλι του και χάθηκε αμέσως στη σπηλιά του. Στη συνέχεια ξαναφάνηκε, ακολουθούμενο βραδέως και μεγαλοπρεπώς από το υπόλοιπο λουκάνικο, που ήταν μία από τις ωραιότερες κουράδες που ένα χοντρό έντερο θα μπορούσε να δημιουργήσει. Το σκατό έβγαινε λιπαρό και καλοσχηματισμένο, πλεγμένο με ηρεμία, σαν παλαμάρι πλοίου. Αιωρείτο χαριτωμένα ανάμεσα στα όμορφα κωλομέρια που άνοιγαν όλο και περισσότερο. Σύντομα άρχισε να τραντάζεται πιο δυνατά. Ο κώλος διεστάλει ακόμα περισσότερο, και το σκατό έπεσε, ολόζεστο και αχνιστό, στα χέρια του Μόνυ που τα είχε τεντώσει για να το δεχτούν. Τότε φώναξε: "Μείνε έτσι!" και, σκύβοντας, της έγλειψε την κωλοτρυπίδα, παίζοντας την κουράδα στα χέρια του. Έπειτα την έλιωσε με λαγνεία και πασάλειψε μ' αυτήν όλο του το σώμα. Η Κωλκωλίνα γδυνόταν κια να κάνει ό,τι και η Αλεξίνα, που είχε γυμνωθεί και έδειχνε στο Μόνυ τον χοντρό της κώλο τον διάφανο, όπως τον έχουν οι ξανθές. "Χέσε επάνω μου", φώναξε ο Μόνυ στην Αλεξίνα ξαπλώνοντας κατά γης. Αυτή κάθισε ανακούρκουδα από πάνω του. Μπορούσε να απολαύσει το θέαμα που προσέφερε η κωλοτρυπίδα της. Οι πρώτες προσπάθεις είχαν σαν αποτέλεσμα να βγει λίγο σπέρμα, που είχε αποθέσει εκεί ο Μόνυ. Μετά ήρθε το σκατό, κίτρινο και μαλακό, που έπεσε σε πολλές δόσεις, και καθώς εκείνη γελούσε και κουνιόταν, το σκατό έπεφτε πότε στη μια μεριά και πότε στην άλλη πάνω στο σώμα του Μόνυ, που σύντομα είχε την κοιλιά του στολισμένη με αρκετούς από αυτούς τους εύοσμους γυμνοσάλιαγκες.

    Ταυτόχρονα, η Αλεξίνα κατουρούσε και το ζεστό συντριβανάκι, πέφτοντας πάνω στην πούτσα του Μόνυ, είχε ξυπνήσει τα κτηνώδη του ένστικτα. Το κοντάρι του άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά και να φουσκώνει και φτάνοντας στο κανονικό του μέγεθος, η βάλανος φάνταζε κόκκινη σα χοντρό δαμάσκηνο, στα μάτια της νεαρής, που πλησίασε, γονάτισε και βοήθησε την εν στύσει πούτσα να εισχωρήσει ανάμεσα στα βελούδινα χείλη του ορθάνοιχτου μουνιού της. Ο Μόνυ απολάμβανε το θέαμα. Ο κώλος της Αλεξίνας χαμηλώνοντας επιδείκνυε όλο και περισσότερο τη λαχταριστή του σφαιρικότητα. Οι θελκτικές του στρογγυλάδες και το άνοιγμα των κωλομεριών φάνταζαν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια. Όταν ο κώλος κατέβηκε τελείως και η πούτσα είχε καταβροχθιστεί εντελώς, ο κώλος ανασηκώθηκε πάλι και άρχισε να επαναλαμβάνει το παιχνίδι που αλλοίωνε το σχήμα και τις αναλογίες του, προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα. Ο μόνυ καταχεσμένος απολάμβανε εκ βαθέων. Σύντομα αισθάνθηκε τον κόλπο να συσφέγγεται και η Αλεξίνα είπε με πνιχτή φωνή:
    "Βρωμιάρη, έρχεται... χύνω!" και εξαπέλυσε τα υγρά της. Όμως η Κωλκωλίνα που παρακολουθούσε τη σκηνή και φαινόταν καβλωμένη την τράβηξε απότομα από το παλούκι της, και ορμώντας πάνω στον Μόνυ, χωρίς να ενοχλείται από τα σκατά που την λέρωναν, έχωσε την πούτσα στο μουνί της βγάζοντας έναν αναστεναγμό ικανοποίησης. Άρχισε να δίνει τρομερά χτυπήματα με τον κώλο της φωνάζοντας, "Αχ!" σε κάθε σπρώξιμο. Όμως η Αλεξίνα, αγανακτισμένη που της στέρησαν το αγαθό της, άνοιξε ένα συρτάρι και ανέσυρε ένα μαστίγιο, φτιαγμένο από δερμάτινες λωρίδες. Άρχισε να χτυπά τον κώλο της Κωλκωλίνας, που συνέχισε τις κινήσεις της με ακόμη μεγαλύτερο πάθος. Η Αλεξίνα, ερεθισμένη από το θέαμα, χτυπούσε σκληρά και δυνατά. Τα χτυπήματα έπεφταν βροχή πάνω στον υπέροχο πισινό. Ο Μόνυ, ρίχνοντας το κεφάλι του λίγο προς το πλάι, έβλεπε, στον απέναντι καθρέφτη, τον χοντρό κώλο της Κωλκωλίνας ν' ανεβοκατεβαίνει. Καθώς ανέβαινε, τα κωλομέρια μισάνοιγαν, και η τρυπίτσα του εμφανιζόταν για μια στιγμή, για να εξαφανιστεί πάλι κατά την κάθοδο, όταν τα όμορφα παχιά κωλομέρια σφιγγόταν. Από κάτω από τα τριχωτά και χαλαρωμένα μουνόχειλα κατάπιναν την τεράστια πούτσα, που κατά την άνοδο εμφανιζόταν σχεδόν ολόκληρη και βρεγμένη. Σύντομα ο φτωχός κώλος κοκκίνησε από τα χτυπήματα της Αλεξίνας και τρεμούλιασε από λαγνεία. Μετά από λίγο ένα χτύπημα άφησε ένα ματωμένο χνάρι. Και οι δυο τους, και εκείνη που χτυπούσε και εκείνη που μαστιγωνόταν, παραληρούσαν σαν βακχίδες και έμοιαζαν να χαίρονται η μία περισσότερο από την άλλη. Ο ίδιος ο Μόνυ βάλθηκε να μοιράζεται τη λύσσα τους και τα νύχια του όργωσαν τη βελούδινη πλάτη της Κωλκωλίνας. Η Αλεξίνα για να χτυπά πιο άνετα την Κωλκωλίνα, γονάτισε πλάι στο σύμπλεγμα. Ο χοντρός, παχουλός της κώλος που τιναζόταν σε κάθε χτύπημα που έδινε, βρέθηκε δυο δάχτυλα απόσταση από το στόμα του Μόνυ.

    Η γλώσσα του μπήκε σύντομα μέσα, και 'υστερα, της λάγνας λύσσας βοηθούσης, βάλθηκε να δαγκώνει το δεξί της κωλομέρι. Η νεαρή έμπηξε μια κραυγή πόνου. Τα δόντια είχαν μπηχτεί στη σάρκα και το αίμα φρέσκο και κατακόκκινο ήρθε να ηεδιψάσει το βασανισμένο λαρύγγι του Μόνυ. Το έγλεψε, δοκιμάζοντας την έντονη, και ελαφρώς αλμυρή γεύση το σιδήρου. Εκείνη τη στιγμή, τα αναπηδήματα της Κωλκωλίνας έγιναν άτακτα. Τα αναποδογυρισμένα μάτια της έδειχναν το ασπράδι τους. Το στόμα της βρομισμένο από τις ακαθαρσίες που ήταν στο σώμα του Μόνυ, έμπηξε έναν αναστεναγμό και έχυσε την ίδια στιγμή με τον Μόνυ. Η Αλεξίνα έπεσε πάνω τους εξαντλημένη, γκρινιάζοντας και τρίζοντας τα δόντια, και ο Μόνυ, που έβαλε το στόμα του στο μουνί της, δεν είχε παρά να δώσει δυο τρείς γλειψιές για να την οδηγήσει στον οργασμό. Ύστερα, τα νεύρα χαλάρωσαν μετά από μερικούς σπασμούς, και το τρίο ξάπλωσε μέσα στα σκατά, στο αίμα και στο χύση. Αποκοιμήθηκαν έτσι, και όταν ξύπνησαν, το εκκρεμές του δωματίου χτυπούσε μεσάνυχτα.

    "Μην κουνηθείτε, άκουσα κάποιο θόρυβο", είπε η Κωλκωλίνα, "δεν είναι η υπηρέτριά μου, έχει συνηθίσει να μην ασχολείται με μένα. Τώρα πρέπει να έχει ξαπλώσει".
    Κρύος κυλούσε από το μέτωπο του Μόνυ και των δύο νεαρών γυναικών. Οι τρίχες τους είχαν σηκωθεί καθώς ανατριχίλα διαπερνούσε τα γυμνά και χεσμένα κορμιά τους.
    "Κάποιος είναι", είπε η Αλεξίνα.
    "Κάποιος είναι", συμφώνησε ο Μόνυ.
    Τότε η πόρτα άνοιξε και στο λιγοστό φως που μπήκε από το σκοτεινό δρόμο, μπόρεσαν να διακρίνουν δυο ανθρώπινες φιγούρες με τα πανωφόρια με ανασηκωμένο το γιακά και σκληρό καπέλο.
    Ξαφνικά, από την πρώτη σκιά ξεπήδησε η λάμψη ενός ηλεκτρικού φακού που κρατούσε στο χέρι. Το φως χύθηκε στο δωμάτιο, όμως οι κλέφτες δεν αντιλήφθηκαν αμέσως την παρέα που ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα.
    "Μυρίζει πολύ άσχημα", είπε ο πρώτος.
    "Ας μπούμε παρ' όλα αυτά· πρέπει να υπάρχει μπαγιόκο στα συρτάρια ", απάντησε ο δεύτερος.
    Εκείνη τη στιγμή, η Κωλκωλίνα, που είχε συρθεί μέχρι τον τοίχο, γύρισε το διακόπτη του ηλεκτρικού και το δωμάτιο φωτίστηκε.
    Οι ληστές βρέθηκαν άφωνοι μπροστά σ' αυτή τη γύμνια.
    "Σκατά!" είπε ο πρώτος. "Μα την πίστη του Κορναμπέ, έχετε ωραία γούστα".
    Ήταν ένας μελαχροινός κολοσσός με τριχωτά χέρια. Τα γένια του, που έμοιαζαν με θάμνο, τον έκαναν ακόμα πιο δύσμορφο.
    "Και γαμώ τις πλάκες", είπε ο δεύτερος. "Εμένα το σκατό μου πάει, μου φέρνει γούρι."
    Ήταν ένας χλομός μονόφθαλμος αλήτης που μασούλαγε μια σβησμένη γόπα.
    "Έχεις δίκιο, Σαλούπ", είπε ο Κορναμπέ. "Μόλις τα πάτησα και να η τύχη μου: θα περιποιηθώ την πρώτη δεσποινίδα. Όμως ας φροντίσουμε πρώτα το νεαρό".

    Και ορμώντας στον φοβισμένο Μόνυ, οι ληστές τον φίμωσαν και τον έδεσαν χειροπόδαρα. Έπειτα, γυρνώντας στις δυο γυναίκες, που έτρεμαν, αλλά το διασκέδαζαν και λίγο, ο Σαλούπ είπε:
    "Κι εσείς μωρά, προσπαθήστε να είστε ευγενικές, γιατί αλλιώς θα φέρω και τον Προσπέρ".
    Στο χέρι κρατούσε μια βέργα και την έδωσε στην κωλκωλίνα, διατάζοντάς την να χτυπήσει το Μόνυ με όλη της τη δύναμη. Έπειτα, πήρε θέση πίσω της, έβγαλε το όργανό του, λεπτό σα δάχτυλο αλλά πολύ μακρύ. Η Κωλκωλίνα άρχισε να διασκεδάζει. Ο Σαλούπ άρχισε να της χαστουκίζει τα κωλομάγουλα λέγοντας:
    "Ωραία! Αφράτε μου χοντρέ, τώρα θα παίξεις φλάουτο. Εμένα μ' αρέσει το καστανόχωμα".
    Έπαιζε και ζουλούσε εκείνον τον χοντρό, τουρλωτό κώλο, ενώ με το άλλο χέρι που το είχε περάσει από μπροστά πασπάτευε την κλειτορίδα· ξαφνικά έχωσε τη λεπτή και μακριά πούτσα του στην κωλοτρυπίδα που βρισκόταν μπροστά του.

    Η Κωλκωλίνα άρχισε να κουνάει τον κώλο της χτυπώντας συγχρόνως τον Μόνυ που, καθώς δεν μπορούσε ούτε να αμυνθεί ούτε να φωνάξει, τυλιγόταν σαν το σκουλήκι σε κάθε χτύπημα της βέργας· κάθε κόκκινο σημάδι που άφηνε γινόταν αμέσως βιολετί. Έπειτα, καθώς το ξεκώλιασμα συνεχιζόταν, η Κωλκωλίνα ερεθισμένη χτυπούσε δυνατά, δυνατότερα, φωνάζοντας:
    "Άθλιε, να, για τις βρομιές σου... Σαλούπ, χώσε μου την οδοντογλυφίδα σου ως τον πάτο".
    Το κορμί του Μόνυ άρχισε να ματώνει.
    Εν τω μεταξύ, οΚορναμπέ είχε αρπάξει την Αλεξίνα και την είχε πετάξει στο κρεβάτι. Άρχισε να της δαγκώνει τα βυζάκια που άρχισαν να καυλώνουν. Έπειτα κατέβηκε στο μουνί της και το 'χωσε ολόκληρο στο στόμα του, ενώ τραβούσε τις όμορφες, ξανθές, σγουρές του τρίχες. Ανασηκώθηκε και έβγαλε την τεράστια αλλά κοντή πούτσα του που είχε κεφάλι βιολετί. Αναποδογυρίζοντας την Αλεξίνα, άρχισε να χαστουκίζει τον χοντρό ροζω κώλο της. Κάθε τόσο περνούσε το χέρι του στη χαραμάδα του κώλου της. Μετά άρπαξε την νεαρή γυναίκα με το αριστερό του χέρι, έτσι ώστε να μπορεί με το δεξί να πιάνει το μουνί της. Με το αριστερό την κρατούσε από το τριχωτό γενάκι του μουνιού, πράγμα που την έκανε να πονάει. Εκείνη άρχισε να κλαίει, και τα βογκητά της δυνάμωσαν καθώς ο Κορναμπέ ξανάρχισε να τη χτυπά με όλη του τη δύναμη. Τα χοντρά, ρόδινα μπούτια της τρεμούλιαζαν και ο κώλος της ανατρίχιαζε κάθε φορά που το χοντρό χέρι του ληστή έπεφτε πάνω του. Τελικά, προσπάθησε ν' αμυνθεί. Με ελεύθερα τα μικρά της χέρια βάλθηκε να γρατζουνάει το τριχωτό του πρόσωπο. Του τραβούσε τις τρίχες από τα γένια όπως εκείνος της τραβούσε το τρίχωμα του μουνιού.
    "Καλώς", είπε ο Κορναμπέ, και την αναποδογύρισε.

    Και τότε αντίκρισε το θέαμα που παρουσίαζε ο Σαλούπ ενώ ξεκώλιαζε την Κωλκωλίνα, η οποία χτυπούσε τον Μόνυ που ήταν ήδη αιμόφυρτος, κι αυτό τον ερέθισε. Το χοντρό καυλί του Κορναμπέ έψαχνε τον κώλο της, όμως χτυπούσε λάθος, πότε δεξιά, πότε αριστερά ή λίγο πιο πάνω και λίγο πιο κάτω· μετά, βρήκε την τρύπα, έβαλε τα χέρια του στους λείους και ευτραφείς γοφούς της Αλεξίνας και την τράβηξε πάνω του με όλη του τη δύναμη. Ο πόνος που της προκάλεσε το τεράστιο αυτό καυλί που της ξέσκιζε την κωλοτρυπίδα θα την είχε κάνει να υορλιάξει από πόνο, αν δεν ήταν κι εκείνη τόσο ερεθισμένη από αυτά που συνέβαιναν. Μόλις της έβαλε την πούτσα στον κώλο, ο Κορναμπέ την ξανάβγαλε, και έπειτα αναποδογυρίζοντας την αλεξίνα πάνω στο κρεβάτι της έχωσε το όργανό του στην κοιλιά της. Το εργαλεί μπήκε με μεγάλο κόπο εξ' αιτίας του τεράστιου μεγέθους του, όμως αφού μπήκε, η Αλεξίνα τύλιξε τα πόδια της γύρω από τους γοφούς του ληστή και τον κράτησε τόσο σφιχτά, ώστε και αν ακόμα ήθελα να βγει δε μπορούσε. Το γαμήσι ήταν λυσσώδες. Ο Κορναμπέ της έγλειφε τις ρωγίτσες και τα γένια του τη γαργαλούσαν ερεθιστικά, ενώ εκείνη πέρασε το χέρι της μέσα από το παντελόνι του και έχω σε ένα της δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα του ληστή. Δαγκώνονταν σαν άγρια ζώα και συνέχιζαν να κουνούν τον κώλο τους. Έχυσαν ιλλιγιωδώς. Όμως η πούτσα του Κορναμπέ παγιδευμένη μέσα στο μουνί της Αλεξίνας ξανάρχισε να καυλώνει. Η Αλεξίνα έκλεισε τα μάτια για ν' απολαύσει καλύτερα αυτόν τον δεύτερο γύρο... Έχυσε δεκατέσσερις φορές, ενώ ο Κορναμπέ έχυσε τρεις φορές. Όταν συνήλθε κάπως, διαπίστωσε ότι το μουνί και ο κώλος της αιμορραγούσαν. Είχαν τραυματιστεί από την τεράστια πούτσα του Κορναμπέ. Διέκρινε το σώμα του Μόνυ που τρανταζόταν από τους σπασμούς στο πάτωμα.
    Το κορμί του δεν ήταν παρά μία πληγή.
    Η Κωλκωλίνα, κατά διαταγήν του μονόφθαλμου Σαλούπ, του έγλειφε την πούτσα, γονατισμένη μπροστά του.
    "Εμπρός βρόμα, όρθια", φώναξε ο Κορναμπέ.
    Η Αλεξίνα υπάκουσε και εκείνος της έδωσε μια κλωτσιά στον κώλο που την έριξε πάνω στον Μόνυ.

    Ο Κορναμπέ της έδεσε τα χέρια και τα πόδια και την φίμωσε αδιαφορώντας για τις πρακλήσεις της, κι αρπάζοντας τη βέργα άρχισε να την χτυπά αφήνοντας κόκκινες χαρακιές πάνω στο όμορφο κορμί της, που δεν ήταν και τόσο αδύνατο όσο έδειχνε. Ο κώλος της τιναζόταν σε κάθε χτύπημα της βέργας· ύστερα η πλάτη, η κοιλιά, τα μπούτια, τα βυζιά δέχτηκαν την ίδια μεταχείριση. Καθώς χτυπιόταν και κουνιόταν η Αλεξίνα συνάντησε την πούτσα του Μόνυ που καύλωνε σαν πέος πεθαμένου. Πιάστηκε κατά τύχη στο μουνι της νεαρής γυναίκας και εισχώρησε μέσα του.
    Ο Κορναμπέ πολλαπλασίασε τα χτυπήματα και άρχισε να χτυπά αδιακρίτως πότε τον Μόνυ και πότε την Αλεξίνα που καύλωσαν φοβερά. Σύντομα, η όμορφη ροζ επιδερμίδα της ξανθιάς νεαρής ήταν αθέατη κάτω από τις χαρακιές και το αίμα που κυλούσε. Ο Μόνυ λιποθύμησε· εκείνη λιποθύμησε λίγο αργότερα. Ο Κορναμπέ, που το χέρι του είχε αρχίσει να κουράζεται, γύρισε προς την Κωλκωλίνα που προσπαθούσε να πάρει μια πίπα στον Σαλούπ. Όμως ο κόπανος δε μπορούσε να χύσει.
    Ο Κορναμπέ διέταξε την ωραία μελαχροινή ν' ανοίξει τα μπούτια. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να την γαμήσει πισωκολλητά. Εκείνη υπέφερε πολύ, αλλά στωικά, και δεν σταμάτησε να γλείφει την πούτσα του Σαλούπ.

    Όταν ο Κορναμπέ κατέλαβε πλήρως το μουνί της Κωλκωλίνας, την υποχρέωσε να σηκώσει το δεξί της χέρι και της δάγκωσε την όμορφη, φουντωτή τουφίτσα της μασχάλης της. Μόλις ήρθε ο οργασμός, ήταν τόσο ισχυρός που η Κωλκωλίνα λιποθύμησε δαγκώνοντας βίται την πούτσα του Σαλούπ. Εκείνος έμπηξε μια τρομερή κραυγή πόνου, καθώς το πέος του κοβόταν. Ο Κορναμπέ, μόλις έχυσε, έβγαλε το στιλέτο του από το μουνί της Κωλκωλίνας που κύλησε αναίσθητη στο πάτωμα. Ο Σαλούπ αιμορραγούσε ακατάσχετα.
    "Φτωχέ μου Σαλούπ", είπε ο Κορναμπέ. "Την έχεις άσχημα, καλύτερα να πεθάνεις αμέσως", και τραβώντας ένα μαχαίρι, έδωσε ένα θανατηφόρο χτύπημα στον Σαλούπ που τίναξε στο σώμα της Κωλκωλίνας τις τελευταίες σταγόνες χύσι που κρέμονταν από το καυλί του. Ο Σαλούπ πέθανε χωρίς έναν στεναγμό.

    Ο Κορναμπέ ντύθηκε προσεκτικά, πήρε όλα τα χρήματα που βρήκε στα ρούχα και στα συρτάρια, καθώς επίσης και κοσμήματα και ρολόγια. Μετά κοίταξε την Κωλκωλίνα που κείτονταν λιπόθυμη στο πάτωμα.
    "Πρέπει να πάρω εκδίκηση για τον Σαλούπ", σκέφτηκε, τραβώντας πάλι το μαχαίρι και δίνοντας ένα τρομερό χτύπημα ανάμεσα στα κωλομέρια της Κωλκωλίνας που έμεινε αναίσθητη. Ο Κορναμπέ άφησε το μαχαίρι καρφωμένο στον κώλο της. Το ρολόι σήμανε τρεις το πρωί. Ύστερα βγήκε όπως είχε μπει, αφήνοντας τέσσερα κορμιά να κείτονται στο πάτωμα του δωματίου, μέσα στο αίμα, στα σκατά, στα χύσια και σε μια ακαταστασία ανεκδιήγητη.
    Στο δρόμο κατευθύνθηκε χαρούμενα προς το Μενιλμοντάν τραγουδώντας:

    Ο κώλος πρέπει κώλο να μυρίζει
    κώλο κι όχι κολόνια...


    ή

    Φανάρι, φαναράκι
    Φανάρι, φαναράκι
    άναψε, άναψε καρδούλα μου.
    -ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-