Histoire d' O (1)

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος SM_Art_Lady, στις 17 Ιουνίου 2005.

  1. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΑΣΣΥ


    Μια μέρα ο εραστής της Ο την παίρνει να κάνουν ένα περίπατο σε μιά γειτονιά όπου ποτέ δεν είχαν πατήσει : το πάρκο Μονσουρί, το πάρκο Μονσώ. Στη γωνιά του πάρκου στην άκρη ενός δρόμου όπου ποτέ δεν σταθμεύουν ταξί, αφού έκαμαν ένα περίπατο στο πάρκο, καθισμένοι πλάι-πλάι στην άκρη ενός παρτεριού, παρατηρούν ένα αυτοκίνητο, με μετρητή, να πλησιάζει, που μοιάζει με ταξί. «Ανέβα», της λέγει. Μπαίνει. Αρχίζει να βραδυάζει κι είναι φθινόπωρο. Είναι ντυμένη όπως συνήθιζε : παπούτσια με ψηλά τακούνια, ένα ταγιέρ με φούστα πλισσέ, μιά μεταξωτή μπλούζα και δίχως καπέλλο. Όμως μακρυά γάντια που φτάνουν ως τα μανίκια του ταγιέρ. Κρατά ένα δερμάτινο σάκκο με τα χαρτιά της, την πούδρα της και το ρουζ. Το ταξί ξεκινά σιγά-σιγά, χωρίς ο άντρας να πει τίποτε στον σωφέρ. Κατεβάζει, δεξιά κι αριστερά τα στόρια στα τζάμια και στο πίσω μέρος. Εκείνη έβγαλε τα γάντια της με τη σκέψη πως ίσως τη φιλήσει ή εκείνη τον χαϊδέψει. Όμως λέγει : «Όλα τούτα σε δυσκολεύουν, δώσμου την τσάντα σου». Τη δίνει, την τοποθετεί μακρυά της, και προσθέτει : «Και είσαι πολύ ντυμένη. Βγάλε τις ζαρτιέρες σου, κατέβασε τις κάλτσες σου ως τα γόνατα». Δυσκολεύεται κάπως, το ταξί τρέχει πιο γρήγορα, και φοβάται μήπως ο σωφέρ γυρίσει και την δει. Τέλος, αφού κατέβασε τις κάλτσες, αισθάνεται σαν ενοχλημένη γιατί τα πόδια της είναι γυμνά και ελέυθερα κάτω από το μετάξι της κομπιναιζόν. Έτσι, γλυστρούν κι οι ζαρτιέρες. «Βγάλε τη ζώνη σου, της λέγει, βγάλε το σλιπ». Αυτό είναι εύκολο, αρκεί να περάσεις τα χέρια πίσω στα νεφρά και, λιγάκι, ν΄ ανασηκωθείς. Της παίρνει από τα χέρια τη ζώνη και το σλιπ, ανοίγει τη τσάντα και τα βάζει μέσα. Κατόπιν της λέγει : «Δεν πρέπει να καθήσεις πάνω στην κομπιναιζόν και τη φούστα σου. Πρέπει να τ΄ ανασηκώσεις και να καθήσεις γυμνή πάνω στο κάθισμα». Το κάθισμα είναι από δέρμα, γλυστερό και κρύο και δεν είναι ευχάριστο να το αισθάνεσαι να κολλά πάνω στα γυμνά σου μπούτια. Έπειτα της λέγει : «Ξαναβάλε τώρα τα γάντια σου». Το ταξί κυλά πάντα κι εκείνη δεν τολμά να ρωτήσει γιατί δεν κάνει καμμιά κίνηση ο Ρενέ, και δεν λέγει πια τίποτε, ούτε και τι σημασία μπορεί νάχει γι΄ αυτόν, να στέκεται ακίνητη και βουβή, γυμνή και έτοιμη να προσφερθεί, με φορεμένα γάντια, σ΄ ένα σκοτεινό αμάξι που πάει προς άγνωστη κατεύθυνση, Δεν της έδωσε καμμιά διαταγή, ούτε της απαγόρευσε τίποτε, όμως δεν τολμά ούτε να σταυρώσει τα πόδια της ούτε να σφίξει τα γόνατά της. Τα δυο της γαντωμένα χέρια τα στηρίζει στα πλάγια της πάνω στο κάθισμα.

    «Να», της λέγει ξαφνικά. Να : το ταξί σταματά σε μιαν ωραία λεωφόρο, κάτω από ένα δέντρο - είναι πλατάνια - μπροστά σ΄ ένα είδος μικρού ξενοδοχείου που μόλις ξεχωρίζει ανάμεσα σε μιαν αυλή κι έναν κήπο, σαν τα μικρά ξενοδοχεία του προαστίου Σαιν-Ζερμαίν. Τα φώτα του δρόμου είναι κάπως μακρυά, είναι ακόμη σκοτεινά μες το αμάξι, και έξω, βρέχει. «Μη σαλέψεις καθόλου», λέγει ο Ρενέ. Απλώνει το χέρι του προς τον γυακά της μπλούζας, λύνει τον φιόγγο, την ξεκουμπώνει. Γέρνει εκείνη λιγάκι το στήθος της, και νομίζει πως θέλει να της το χαϊδέψει. Όχι. Ψάχνει μονάχα να πιάσει και να κόψει μ΄ έναν σουγιά τις μπρετέλες του σουτιέν και της το βγάζει. Τώρα, κάτω από την ξανακλεισμένη μπλούζα, τα στήθη είναι ελεύθερα και γυμνά, καθώς και τα νεφρά και η κοιλιά, από τη μέση ως τα γόνατα.

    «Άκουσε - της λέγει - τώρα είσαι έτοιμη. Σ΄ αφήνω. Θα κατέβεις και θα χτυπήσεις την πόρτα. Θ΄ ακολουθήσεις εκείνον που θα σου ανοίξει, θα κάμεις ό,τι σε διατάξουν. Αν δεν μπεις αμέσως μέσα, θα σε πάρουν, κι αν δεν υπακούσεις αμέσως, θα σε κάμουν να υπακούσεις. Η τσάντα; Όχι, δεν σου χρειάζεται πια. Είσαι απλούστατα, το κορίτσι που το πασσάρω. Ναι, ναι, θα είμαι εδώ. Πήγαινε».


    Μια άλλη όψη της ίδιας αρχής ήταν σκληρότερη και απλούστερη : η νεαρή γυναίκα το ίδιο ντυμένη οδηγείτο από τον εραστή της, και έναν άγνωστο φίλο. Ο άγνωστος ήταν στο τιμόνι, κι ο εραστής καθισμένος κοντά στη νεαρή γυναίκα, και ήταν ο φίλος, ο άγνωστος, που μιλούσε για να εξηγήσει στη νεαρή γυναίκα πως ο εραστής της είχε αναλάβει να την προετοιμάσει, ότι θα της έδενε τα χέρια πίσω στην πλάτη, θα της έβγαζε τη ζώνη, το σλιπ και το σουτιέν και θα της έδενε τα μάτια. Πως έπειτα θα την παρέδιναν στο παλάτι, όπου θα την οδηγούσαν βαθμηδόν σε όσα επρόκειτο να κάνει. Πραγματικά, έτσι γυμνή και δεμένη, έπειτα από μισήν ώρα, την βοηθούσαν να βγεί από το αυτοκίνητο, ανέβαινε μερικά σκαλοπάτια, περνούσε στα τυφλά, ανάμεσα από μιαν ή δυο πόρτες, ξαναβρισκόταν μόνη της, με βγαλμένο το πανί που σκέπαζε τα μάτια της, όρθια, σ΄ ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου την αφήκαν μισή ώρα, ή μια ώρα, ή δυο, δεν ξέρω. Ήταν όμως ένας αιώνας. Έπειτα, όταν επί τέλους άνοιξε η πόρτα και άναψε το φώς, έβλεπε πως βρισκόταν σ΄ ένα κοινό και άνετο δωμάτιο που όμως ήταν κάπως παράξενο : με ένα παχύ χαλί στο δάπεδο, δίχως κανένα έπιπλο και γύρω-γύρω ντουλάπια. Δυο γυναίκες άνοιξαν την πόρτα, δυο νέες και όμορφες γυναίκες, ντυμένες σαν όμορφες υπηρέτριες του 18ου αιώνα : με μακρυές ελαφρές και μπουφάν φούστες που σκέπαζαν τα πόδια, σφιχτούς κορσέδες που πρόβαλλαν το στήθος κι ήταν δεμένοι μπροστά, με δαντέλλες γύρω στο λαιμό, και μισά μανίκια. Τα μάτια και το στόμα ήταν μακιγιαρισμένα. Φορούσαν ένα σφιχτό κολλιέ στο λαιμό, και βραχιόλια στους καρπούς των χεριών.

    Τότε, ξέρω πως λύσανε τα χέρια της Ο, που ήταν πάντα δεμένα πίσω στη πλάτη, και της είπαν ότι έπρεπε να γδυθεί, ότι θα την έλουζαν, και θα την μακιγιάραν. Την ξεγύμνωσαν λοιπόν, και τακτοποίησαν τα φορέματά της σ΄ ένα από τα ντουλάπια. Δεν την άφησαν να κάμει μπάνιο μόνη της. Της χτένισαν τα μαλλία όπως θα έκαμε ένας κομμωτής, βάζοντάς την να καθήσει σε μια από εκείνες τις πολυθρόνες που γέρνουν προς τα πίσω όταν λούζουν τα μαλλιά και την ξανασηκώνουν για να βάλουν το κεφάλι στο σεσουάρ, έπειτα από τη μιζαμπλί. Τούτο κράτησε πραγματικά μια ώρα. Όμως στην πολυθρόνα αυτή καθόταν γυμνή και της απαγόρευαν να σταυρώσει τα γόνατά της ή και να τα πλησιάσει το ένα κοντά στο άλλο. Και καθώς είχε απέναντί της ένα μεγάλο καθρέφτη, σ΄ όλο το μήκος του τοίχου, που δεν διακόπτετο από κανένα ραφάκι, έβλεπε τον εαυτό της σ΄ αυτή τη στάση, κάθε φορά που το βλέμμα της αντίκρυζε τον καθρέφτη.


    Όταν την ετοίμασαν, και την μακιγιάραν, με τα βλέφαρα ελαφρά σκούρα βαμμένα, το στόμα κατακόκκινο, οι ρόγες και ο περίγυρός τους κοκκινισμένα, το κάτω μέρος της κοιλιάς κόκκινο κι αυτό, με άρωμα κάτω από τις μασχάλες και στο φύλο της, ανάμεσα από τα μπούτια, ανάμεσα απ΄ τα στήθια και τις παλάμες, την πήγαν σ΄ ένα δωμάτιο όπου ένας καθρέφτης με τρείς όψεις κι έναν τέταρτο στον τοίχο βοηθούσαν να κοιταχτεί κανείς από κάθε πλευρά. Της είπαν να καθήσει σ΄ ένα σκαμνάκι ανάμεσα από τους καθρέφτες και να περιμένει. Το ταμπουρέ ήταν σκεπασμένο με μαύρη γούνα, που κάπως την αγκίλωνε, το χαλί μαύρο, οι τοίχοι κόκκινοι. Είχε στα πόδια κόκκινα πασούμια. Σε μια από τις πλευρές του μικρού μπουντουάρ, υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε σε ένα σκοτεινό πάρκο. Είχε πάψει να βρέχει, τα δέντρα κουνιόταν από τον άνεμο, το φεγγάρι έτρεχε ψηλά μέσα από τα σύννεφα. Δεν ξέρω πόσον καιρό έμεινε έτσι μέσα στο κόκκινο μπουντουάρ, ούτε κι αν ήταν τελείως μόνη όπως το πίστευε, ή αν κάποιος την κοίταζε πίσω από ένα καμουφλαρισμένο άνοιγμα του τοίχου. Μα αυτό που γνωρίζω είναι ότι, όταν οι δυο γυναίκες ξαναγύρισαν, η μια κρατούσε ένα μέτρο ράφτρας και η άλλη ένα καλάθι. Ένας άντρας τις συνώδευε, ντυμένος με μια μακρυά ρόμπα σε χρώμα βιολέ, με στενά μανίκια στους καρπούς και φαρδιά στους αγκώνες, και που άνοιγε στη μέση, όταν περπατούσε. Κάτω από τη ρόμπα φαινόταν ένα εφαρμοστό εσώβρακο που κάλυπτε τις κνήμες και τα μπούτια και άφηνε ανοιχτό το φύλο. Κι αυτό είδε πρώτ΄ απ΄ όλα η Ο, στο πρώτο του βήμα, κι έπειτα το μαστίγιο από δερμάτινες λουρίδες, περασμένο στη μέση του, κι έπειτα ότι ο άντρας αυτός είχε σκεπασμένο το πρόσωπο με μια μαύρη κουκούλα όπου ένα μαύρο τούλι σκέπαζε ως και τα μάτια - και τέλος, φορούσε μαύρα γάντια από λεπτό δέρμα. Της είπε να μην κινηθεί, μιλώντας της στον ενικό και στις γυναίκες να βιαστούν να φύγουν. Αυτή που κρατούσε το μέτρο μέτρησε το λαιμό της Ο και τους καρπούς της. Ήταν συνηθισμένες οι διαστάσεις αν και κάπως μικρότερες. Εύκολα βρέθηκαν στο καλάθι που κρατούσε η άλλη γυναίκα το κολλιέ και τα βραχιόλια που της ταίριαζαν. Και να πως ήταν καμωμένα : σε πολλά δερμάτινα πάχη (κάθε πάχος αρκετά λεπτό, συνολικά όχι περισσότερο από ένα δάχτυλο), που κλείναν με μιάν ασφάλεια που λειτουργούσε αυτόματα σαν μια αλυσσίδα όταν την κλείνουν και δεν μπορεί ν΄ ανοίξει παρά με ένα μικρό κλειδί. Στο αντίθετο ακριβώς μέρος από το κλείσιμο, μέσα στα διάφορα πέτσινα κομμάτια, σχεδόν με τέλεια εφαρμογή, υπήρχε ένας μετάλλινος χαλκάς που μπορούσε να στερεωθεί στο βραχιόλι, αν το επιθυμούσαν, γιατί ήταν σφιχτοβαλμένο στο χέρι και το κολλιέ πολύ σφιγμένο στο λαιμό, αν και αρκετά ελεύθερο ώστε να μην προκαλεί πληγή και για να μπορεί να περάσει από μέσα του ένα λεπτό δέσιμο.

    Της έβαλαν, λοιπόν, τούτο το κολλιέ κι αυτά τα βραχιόλια στο λαιμό και στους καρπούς της, κι έπειτα ο άντρας της είπε να σηκωθεί. Κάθισε στη θέση της πάνω στο σκαμνί με τη γούνα και την έφερε κοντά προς τα γόνατά του, πέρασε το γαντοφορεμένο χέρι του ανάμεσα από τα μπούτια της κι επάνω στα στήθη της και της εξήγησε πως το ίδιο βράδυ, θα την παρουσίαζαν, έπειτα από το δείπνο που θα το έπαιρνε μόνη της. Πράγματι, δείπνησε μόνη της, πάντα γυμνή, σ΄ ένα είδος μικρού γραφείου, όπου ένα αόρατο χέρι της έφερνε τα φαγητά από μια θυρίδα. Τέλος, όταν το δείπνο τέλειωσε, οι δυο γυναίκες ήρθαν να τη πάρουν. Στο μπουντουάρ, τοποθέτησαν μαζί, πίσω στην πλάτη της, τους δυο χαλκάδες των βραχιολιών της, της έβαλαν πάνω στους ώμους, πιασμένη μ΄ ένα κολλιέ, μια μακρυά κόκκινη κάπα που την κάλυπτε ολόκληρη, αλλά που άνοιγε όταν περπατούσε, αφού δεν μπορούσε να την συγκρατήσει, γιατί είχε τα χέρια της δεμένα πίσω στην πλάτη. Μια γυναίκα προχωρούσε μπροστά της και άνοιγε τις πόρτες, η άλλη την ακολουθούσε και την ξανάκλεινε. Διέσχισαν ένα διάδρομο, δυο σαλόνια και μπήκαν στη βιβλιοθήκη, όπου τέσσερις άντρες παίρναν τον καφέ τους. Φορούσαν τις ίδιες μεγάλες ρόμπες όπως και ο πρώτος, ήσαν όμως δίχως μάσκες. Όμως, η Ο δεν πρόφτασε να ιδεί τα πρόσωπά τους και ν΄ αναγνωρίσει αν ο εραστής της ήταν ανάμεσά τους (ήταν πράγματι), γιατί ο ένας από αυτούς έστρεψε προς το μέρος της έναν προβολέα που την τύφλωσε.


    Όλοι έμειναν ακίνητοι, οι δυο γυναίκες ζερβόδεξα και οι άντρες απέναντι που την κοίταζαν. Έπειτα ο προβολέας έσβυσε. Οι γυναίκες φύγανε. Ξανάβαλαν όμως πάλι ένα πανί στα μάτια της Ο. Τότε την έβαλαν να περπατήσει, κάπως σκοντάφτοντας, και αισθάνηθηκε να βρίσκεται μπροστά σε μεγάλη φωτιά, εκεί που καθόνταν οι τέσσερις άντρες: αισθανόταν τη θερμότητα κι άκουγε, στη σιγαλιά, το θόρυβο που έκαμαν, καίγοντας, τα ξύλα. Ήταν απέναντι από τη φωτιά. Δυο χέρια ανασήκωσαν την κάπα της, δυο άλλα γλύστρησαν κατά μήκος του κορμιού για να ελέγξουν το δέσιμο των βραχιολιών: δεν ήταν γαντοφορεμένα και ένα από αυτά, μπήκε μέσα της ταυτόχρονα και από τις δύο μεριές, τόσον απότομα που έβγαλε μια κραυγή. Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος είπε: «Ας την γυρίσουμε να ιδούμε τα στήθη και την κοιλιά». Την γύρισαν και η ζέστη της φωτιάς γινόταν αισθητή στη μέση της. Ένα χέρι έπιασε το ένα στήθος, ένα ακόμα έπιασε την άκρη του άλλου. Όμως, ξαφνικά, έχασε την ισορροπία της, κλονίσθηκε κι έπεσε προς τα πίσω, συγκρατημένη, από ποια άραγε χέρια; ενώ εν τω μεταξύ της ανοίγαν τα πόδια και τα χείλη ελαφρά, αισθάνθηκε μαλλιά ανάμεσα από τα μπούτια της. Άκουσε να λένε πως έπρεπε να τη βάλουν να γονατίσει. Έτσι κι έγινε. Αισθανόταν πολύ άσχημα έτσι γονατιστή και πιότερο γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσει τα γόνατά της και γιατί τα στην πλάτη δεμένα χέρια της την έκαναν να γέρνει κάπως προς τα εμπρός. Της επέτρεψαν τότε να σκύψει λίγο προς τα πίσω, μισοκαθισμένη στις φτέρνες, όπως κάμουν οι καλόγριες.


    «Δεν την έχετε ποτέ δέσει; - Όχι ποτέ - ούτε μαστιγώσει; - Ποτέ, άλλ΄ ακριβώς...», απαντούσε ο εραστής της. «Ακριβώς, είπε η άλλη φωνή. Αν τη δένατε που και που, αν τη μαστιγώνατε λιγάκι κι αν αυτό της άρεσε!... Αυτό που της χρειάζεται, είναι να ξεπεραστεί η στιγμή όπου θα αισθανόταν ευχαρίστηση για να προκληθούν δάκρυα».

    Σήκωσαν τότε την Ο και θα την έλυναν, για να τη δέσουν ίσως σε κάποιο στύλο ή κάποιο τοίχο, όταν κάποιος διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ήθελε πρώτα, και αμέσως, να την χαρεί - κι έτσι την ξανάβαλαν γονατιστή. Τη φορά τούτη στο στήθος ακουμπούσε πάνω σ΄ ένα σκαμνί, τα χέρια πάντα δεμένα στην πλάτη και η μέση πιο ψηλά από τον κορμό. Τότε ένας από τους άντρες, κρατώντας την από τη μέση με τα δυο του χέρια, μπήκε μέσα της. Παρεχώρησε τη θέση του σ΄ ένα δεύτερο. Ο τρίτος ανεζήτησε ένα πιο στενό δρόμο και μπαίνοντας απότομα, την έκαμε να ουρλίασει.

    Όταν την άφηκαν, αναστενάζοντας και γεμάτη δάκρυα κάτω από τα δεμένα μάτια της, γλύστρησε κι έπεσε κατά γης: ένοιωσε τότε γόνατα κοντά στο πρόσωπό της και κατάλαβε πως το στόμα της δεν θα γλύτωνε. Τέλος, την άφηκαν, δεμένη, ανάσκελα, με τα κόκκινα κουρέλια της μπροστά στη φωτιά. Άκουσε να γεμίζουν ποτήρια, να πίνουν και να μετακινούν καθίσματα. Ξανάβαζαν ξύλα στη φωτιά. Ξαφνικά της βγάλαν το πανί από τα μάτια. Το μεγάλο δωμάτιο με τα βιβλία στον τοίχο, μόλις φωτιζόταν από μια λάμπα πάνω σε μια κονσόλα και από τη λάμψη της φωτιάς, που δυνάμωνε. Δυο άντρες ήταν όρθιοι και κάπνιζαν. Ένας άλλος ήταν καθισμένος, με ένα μαστίγιο στα γόνατά του και εκείνος που ήταν σκυμμένος επάνω της και της χάιδευε το στήθος, ήταν ο εραστής της. Όλοι μαζί την είχαν απολαύσει και δεν μπόρεσε να τον ξεχωρίσει από τους άλλους. Της εξήγησαν πως έτσι θα γινόταν πάντα, όσο θα βρισκόταν μέσα σ΄ αυτό το παλάτι, ότι θα έβλεπε τα πρόσωπα αυτών που θα την βιάζανε ή θα την έκαμαν να υποφέρει, πότε όμως τη νύχτα, δεν θα μάθαινε ποτέ ποιοι ήταν οι υπέυθυνοι για το χειρότερο. Ότι όταν θα τη μαστίγωναν, θα συνέβαινε το ίδιο πράγμα, παρά μόνο πώς θα ήθελαν να τη βλέπανε να μαστιγώνεται, πως για πρώτη φορά δεν θα της έκλειναν τα μάτια, όμως εκείνοι θα φορούσαν τις μάσκες τους και δεν θα μπορούσε πια να τους διακρίνει.


    Ο εραστής της την ανασήκωσε και την έβαλε να καθίσει με την κόκκινη κάπα της σε μια πολυθρόνα στη γωνιά του τζακιού, για ν΄ ακούσει όσα θα είχαν να της πουν και να ιδεί όσα θα ήθελαν να της δείξουν. Τα χέρια τα είχε πάντα πίσω στη πλάτη. Της έδειξαν τον βούρδουλα, που ήταν μαύρος, μακρύς και λεπτός, από λεπτό μπαμπού τυλιγμένο μέσα σε δέρμα, όπως βλέπουμε στις βιτρίνες αυτών που κάνουν σέλες. Το δερμάτινο μαστίγιο που ο πρώτος άνδρας που είδε είχε στη ζώνη του, ήταν μακρύ, από έξι λουρίδες που κατέληγαν σε ένα κόμπο. Υπήρχε κι ένα τρίτο μαστίγιο από αρκετά λεπτά σχοινιά, που κατέληγαν σε πολλούς κόμπους, σκληρούς, σαν να είχαν βουτηχτεί στο νερό, όπως και πράγματι είχε γίνει γιατί μ΄ αυτούς της χάιδεψαν την κοιλιά και της άνοιξαν τα μπούτια για να νοιώσει καλύτερα πόσο βρεμμένα και ψυχρά ήταν τα σχοινιά πάνω στο τρυφερό εσωτερικό δέρμα.

    Πάνω στη κονσόλα υπήρχαν κλειδιά και μικρές ατσάλινες αλυσσίδες. Κατά μήκος ενός τοίχου της βιβλιοθήκης, ήταν μια προεξοχή που στηριζόταν σε δυο πυλώνες. Στον ένα υπήρχε ένας γάντσος που ένας άνθρωπος μπορούσε να φτάσει στις μύτες των ποδιών του και με τεντωμένο το χέρι. Είπαν στην Ο, που ο εραστής της σήκωσε στα χέρια του, με το ένα χέρι κάτω από τους ώμους και το άλλο κάτω από την κοιλιά της που την έκαψε, για να την κάνει να λιποθυμήσει, της είπαν λοιπόν πως δεν θα της έλυναν τα χέρια παρά για να τη δέσουν, σε λίγο, με τούτα τα ίδια βραχιόλια και μια από τις μικρές ατσάλινες αλυσσίδες, σε τούτον τον πυλώνα. Πως εκτός από τα χέρια που θα τα κρατούσε λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι της, θα μπορούσε να σαλεύει και να βλέπει τα χτυπήματα που θα την έπλητταν. Και πως βασικά, δεν θα μαστίγωναν παρά τη μέση και τα μπούτια, ως τα γόνατα, όπως την είχαν προετοιμάσει μέσα στ΄ αμάξι, που την έφερε, όταν την έβαλαν γυμνή στο κάθισμα. Πως ακόμη ένας από τους τέσσερις αυτούς άντρες θα ήθελε ίσως να σημαδέψει τα μπούτια της με τον βούρδουλα, που κάνει ωραίες μακρυές και βαθειές χαραματιές, που κρατάνε πολύ. Δεν θα της τα έκαμαν όλα μαζί, ώστε να έχει όλο τον καιρό να φωνάξει, να σπαρταρίσει και να κλάψει. Θα την άφηναν να πάρει ανάσα κι έπειτα θα ξανάρχιζαν, εκτιμώντας το αποτέλεσμα όχι από τις φωνές της ή τα δάκρυά της, αλλά από τα λίγο ή περισσότερο έντονα ή διαρκέστερα ίχνη που θ΄ άφηναν τα μαστίγια πάνω στο δέρμα της. Της ετόνισαν πως αυτός ο τρόπος εκτιμήσεως της αποτελεσματικότητος του μαστιγίου, εκτός που ήταν ο ορθός και καθιστούσε ανώφελες τις απόπειρες των θυμάτων, υπερβάλλοντας τα βογγητά τους, για να προκαλέσουν τον οίκτο, επέτρεπε και την εφαρμογή αυτών των μεθόδων έξω από τα τείχη του πύργου, στο ύπαιθρο, στο πάρκο, καθώς συνέβαινε συχνά ή σε οποιοδήποτε συνηθισμένο διαμέρισμα ή οποιοδήποτε δωμάτιο ξενοδοχείου, υπό τον όρον να χρησιμοποιηθεί το φράξιμο του στόματος με ένα πανί (και της έδειξαν ένα τέτοιο αμέσως) που να μην αφήνει ελεύθερα παρά τα δάκρυα, πνίγοντας όλες τις φωνές και επιτρέποντας μόλις κάποιους αναστεναγμούς. Δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί εκείνο το βράδυ. Αντίθετα μάλιστα. Ήθελαν ν' ακούσουν τα ουρλιαχτά της Ο και γρήγορα μάλιστα. Ο εγωϊσμός ν' αντισταθεί και να σωπάσει δεν κράτησε πολύ. Την άκουσαν μάλιστα να παρακαλεί να την λύσουν, να σταματήσουν έστω και για μια μονάχα στιγμή.

    Είχε τέτοιες φρενήρεις συσπάσεις, για να ξεφύγει στα χτυπήματα των λουριών που στριφογυρνούσε σχεδόν, μπροστά στον πυλώνα, γιατί η αλυσσιδίτσα που την συγκρατούσε ήταν μακριά και κάπως χαλαρή, αν και γερή. Έτσι, η κοιλιά και τα μπούτια και τα πλάγια, είχαν σχεδόν το ίδιο μερίδιο με τη μέση. Άπεφάσισαν, αφού σταμάτησαν για ένα λεπτό, να μη ξαναρχίσουν παρά μονάχα αφού θα περνούσαν ένα σχοινί στη μέση και γύρω από τον πυλώνα. Επειδή την έσφυξαν γερά, για να στερεώσουν το σώμα από τη μέση στον πυλώνα, ο κορμός έφυγε αναγκαστικά κάπως στο πλευρό, κι έτσι πρόβαλλαν από την άλλη τα οπίσθια. Από εκείνη τη στιγμή τα χτυπήματα δεν πήγαιναν στα χαμένα, παρά θεληματικά. Ο τρόπος που μ΄ αυτόν ο εραστής της παρέδωσε την Ο, μπορούσε να την κάμει να σκεφθεί πως το να εκληπαρίσει τον οίκτο του ήταν ο καλύτερος τρόπος να γίνει διπλά σκληρός, τόσο πολύ χαιρόταν να της αποσπά, τούτες τις αδιάψευστες μαρτυρίες της ισχύος του. Και πραγματικά, πρώτος αυτός παρατήρησε πως το δερμάτινο μαστίγιο που μ΄ αυτό πρωτοβόγγηξε, τη σημάδευε πολύ λιγότερο (αυτό το πετύχαιναν μόνο με το βρεμμένο σχοινί και το πρώτο χτύπημα του βούρδουλα). Έτσι, ο πόνος διαρκούσε περισσότερο και επέτρεπε - όταν θέλανε - την επανάληψη. Ζήτησε να μη χρησιμοποιήσουν πια παρά αυτό.


    Εν τω μεταξύ, ο ένας από τους τέσσερις που δεν αγαπούσε τις γυναίκες παρά μονάχα σ΄ αυτό που έχουν κοινό με τους άντρες, ζήτησε να ικανοποιηθεί και με κάποιον άλλον τρόπο αν και συνάντησε αρκετή δυσκολία. Όταν έλυσαν τη νέα γυναίκα, τρικλίζουσα και σχεδόν λιποθυμισμένη κάτω από τον κόκκινο μανδύα της, για να της δώσουν, πριν την οδηγήσουν στο κελλί της, τη λεπτομέρεια των κανόνων που θα είχε ν΄ ακολουθήσει στον πύργο όσο καιρό θα έμενε εκεί (και κατόπιν όταν θα τον εγκατέλειπε, δίχως βέβαια ν΄ ανακτήσει την ελευθερία της), την έβαλαν να καθίσει σε μια μεγάλη πολυθρόνα πλάι στη φωτιά, και χτύπησαν το κουδούνι. Οι δυο νεαρές γυναίκες που την είχαν υποδεχθεί, έφεραν ότι χρειαζόταν για να ντυθεί κατά το διάστημα της παραμονής της και όλα όσα θα την ξεχώριζαν στα μάτια εκείνων που εφιλοξενήθηκαν στον πύργο πριν απο αυτήν ή που θα’ ρχόταν όταν θα είχε φύγει. Το φόρεμα ήταν όμοιο με το δικό τους: ένας κορσές με μπανέλες, σφιχτά δεμένος στη μέση και μία φουστίτσα από λινό κολλαρισμένο, μια μακρυά ρόμπα με φαρδιά φούστα που το επάνω μέρος άφηνε να φαίνονται ολόκληρα σχεδόν τα στήθη, ανασηκωμένα από τον κορσέ, μόλις καλυμμένα από δαντέλα. Η φουστίτσα ήταν άσπρη, ο κορσές και η ρόμπα από σατέν πράσινο ανοικτό, ή δαντέλλα άσπρη. Όταν η Ο ντύθηκε και ξαναγύρισε στην πολυθρόνα της κοντά στη φωτιά, χλωμή πάντα μέσα στην ελαφρόχρωμη ρόμπα της, οι δυο νεαρές γυναίκες, που δεν είχαν πει λέξη, ανεχώρησαν. - Ενας από τους τέσσερις άντρες, άρπαξε στο πέρασμά τους, την μια απ΄ αυτές, έκαμε νεύμα στην άλλη να περιμένει και φέρνοντας προς το μέρος της Ο αυτήν που είχε σταματήσει, τη γύρισε πιάνοντάς την από τη μέση με το ένα χέρι και ανασηκώνοντας τα φουστάνια της άλλης, για να δείξει, λέγει, στην Ο, γιατί τούτο το φόρεμα (ειδικά φτιαγμένο), μπορούσε ν΄ ανέβει όσο θέλουμε, χάρις σε μιαν απλή ζώνη κι έτσι ν΄ αφήνει ακάλυπτο, για οποιαδήποτε πρόθεση, το αποκαλυπτόμενο μέρος του σώματος. Άλλωστε, συχνά, κυκλοφορούσαν στον πύργο ή στο πάρκο γυναίκες έτσι ντυμένες ή και από μποροστά, ως τη μέση. Δείξανε στην Ο, με τη νεαρή γυναίκα, πως έπρεπε να κρατά τη φούστα της: ανασηκωμένη σε πολλές σειρές (καθώς μια μπούκλα μαλλιών τυλιγμένη μέσα σ΄ ένα μπιγκουτί), μέσα σε μια σφιχτή ζώνη, μπροστά, στη μέση ακριβώς, για να μένει ελεύθερη η κοιλιά ή ακριβώς στη μέση από τη πλάτη για να φαίνονται τα νεφρά. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, η φουστίτσα και η φούστα έπεφταν σε χονδρούς διαγώνιους πλισσέδες. Καθώς η Ο, η νεαρή γυναίκα είχε προς το μέρος των νεφρών νωπά σημάδια βούρδουλα. Έφυγε. Και να ο λόγος που έβγαλαν έπειτα στην Ο.

    «Είστε εδώ στην υπηρεσία των κυρίων σας. Την ημέρα θα κάμετε την αγγαρεία, θα σας εμπιστευθούν για να είναι ευπρεπές το σπίτι, σκούπισμα, τακτοποίηση βιβλίων ή τοποθέτηση λουλουδιών, ή σερβίρισμα φαγητού. Δεν θα υπάρξουν βαρύτερες από αυτές. Αλλά στην πρώτη εντολή θα εγκαταλείπετε πάντα, σ΄ όποιον σας διατάξει ή στην πρώτη κίνηση, αυτό που κάνετε, για τη μόνη πραγματικήν υπηρεσία, που είναι να δίνεστε. Τα χέρια σας δεν σας ανήκουν, ούτε τα στήθη σας, ούτε κανένα από τα ανοίγματα του κορμιού σας. Κι όλα αυτά μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Θα έχετε συνεχώς στο νου σας όσο γίνεται πιο έντονα, ότι χάσατε το δικαίωμα ν΄ αποφεύγετε αυτό που θα σας πουν να κάνετε. Μπροστά σε μας, δεν θα κλείνετε ποτέ εντελώς τα χείλη σας, ούτε θα σταυρώνετε τα γόνατά σας (όπως σας το απαγορεύσανε όταν φθάσατε εδώ). Τούτο θα σημαίνει στα δικά σας και στα δικά μας μάτια, πως το στόμα σας, η κοιλιά σας, όλα σας είναι ανοιχτά για μας. Μπροστά μας, δεν θ΄ αγγίζετε ποτέ τα στήθη σας: είναι ανασηκωμένα από τον κορσέ για να μας ανήκουν. Την ημέρα, θα είσθε ντυμένη και υποχρεωμένη ν΄ ανασηκώνετε τη φούστα σας αν σας διατάξουν, για να σας χρησιμοποιεί όποιος το θελήσει, με ακάλυπτο το πρόσωπο - και όπως το θελήσει - εκτός βέβαια από το μαστίγιο. Μαστίγωση θα γίνεται μόνο ανάμεσα από τη δύση και την ανατολή του ηλίου. Όμως εκτός από εκείνον που θα σας έχει όταν το επιθυμήσει, θα τιμωρείσθε με μαστίγωση το βράδυ, για τυχόν παράβαση του κανονισμού μέσα στην ημέρα: δηλ. Αν δεν είσθε ευγενικιά, παραχωρητική, ή αν σηκώσατε τα μάτια να δείτε ποιος σας μιλάει ή ποιος σας έχει. Δεν πρέπει να κοιτάζετε ποτέ κανέναν από μας κατά πρόσωπο. Αν στο ρούχο που φορούμε τη νύχτα και φορώ τούτη τη στιγμή, μένει ακάλυπτο το φύλο μας, δεν είναι για ευκολία (αυτό μπορούσε να γίνει και διαφορετικά), αλλά για την αδιαντροπιά, για να πηγαίνει εκεί το βλέμμα σας κι όχι αλλού και να μαθαίνετε πως αυτός είναι ο κύριός σας, που του προορίζονται τα χείλη σας. Μέσα στην ημέρα, ντυμένη όπως ο κόσμος καθώς είστε κι εσείς, θα τηρείτε τον ίδιο κανονισμό και θα κάνενε μονάχα τον κόπο αν σας το ζητήσουν, ν΄ ανοίγετε τα φορέματά σας και θα τα ξανακλείνετε μόνη σας, όταν θα ΄χουμε τελειώσει. Εξ άλλου, τη νύχτα, δεν θα έχετε παρά τα χείλη σας για να μας τιμήσετε και το άνοιγμα των ποδιών σας γιατί θα έχετε τα χέρια σας δεμένα στην πλάτη και θα είσθε γυμνή όπως όταν, πριν από λίγο σας έφεραν εδώ. Δεν θα σας κλείσουν τα μάτια παρά μονάχα για να σας κακοποιήσουν, δηλ. να σας μαστιγώσουν όπως προηγουμένως. Πάνω σ΄ αυτό, πρέπει να συνηθίσετε να δέχεσθε το μαστίγιο, κάθε μέρα, όχι τόσο για τη δική μας ευχαρίστηση όσο για τη μόρφωσή σας. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό ώστε αν κάποια νύχτα κανείς δεν θα έχει όρεξη να σας μαστιγώσει θα ΄ρχεται στη μοναξιά του κελλιού σας ο υπηρέτης ο επιφορτισμένος με τούτη τη φροντίδα να σας δίνει αυτό που εμείς δεν είχαμε διάθεση να σας δώσουμε. Με τούτο το μέσον, πρόκειται, πράγματι, καθώς και με την αλυσσίδα που θα σας συγκρατεί λίγο ή πολύ σφικτά στο κρεββάτι σας για πολλές ώρες κάθε μέρα, όχι τόσο να δοκιμάσετε τον πόνο, να φωνάξετε ή να κλάψετε, αλλά να σας διδάξουν ότι είστε ολότελα δοσμένη σε κάτι που βρίσκεται έξω από σας. Όταν θα βγείτε από εδώ, θα φέρετε ένα σιδερένιο δακτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο σαν αναγνώριση - τότε θα έχετε μάθει να υπακούετε σε όσους θα φέρουν το ίδιο σημάδι - κι αυτοί θα ξέρουν πως κάτω από τη φούστα σας είσθε πάντα εντελώς γυμνή, όσο κι αν είναι συνηθισμένο και σεμνό το φόρεμά σας και πως τούτο το πράγμα είναι γι΄ αυτούς. Σ΄ όσους δεν θα υπακούσετε θα σας φέρουν εδώ και θα οδηγηθείτε στο κελλί σας».

    Ενώ μιλούσαν στην Ο, οι δυο γυναίκες που ήρθαν να την ντύσουν, στάθηκαν δεξιά κι αριστερά του πυλώνα όπου την είχαν μαστιγώσει, αλλά δίχως να τον αγγίζουν, σαν να τον φοβόταν ή να τους το είχαν απαγορεύσει (κι αυτό ήταν πιθανότερο). Όταν ο άντρας τελείωσε, προχώρησαν προς την Ο, που κατάλαβε ότι έπρεπε να σηκωθεί για να τις ακολουθήσει. Σηκώθηκε λοιπόν, ανασηκώνοντας το φουστάνι της για να μην σκοντάψει, γιατί δεν ήταν μαθημένη να φορεί μακρυά φουστάνια και δεν περπατούσε άνετα με τα ψηλοτάκουνα πασούμια, που μονάχα μια λουρίδα από χοντρό σατέν, στο ίδιο χρώμα με την ρόμπα, δεν τ΄ άφηνε να ξεφύγουν από το πόδι. Σκύβοντας, γύρισε το κεφάλι. Οι γυναίκες περίμεναν, οι άντρες δεν κοίταζαν πια. Ο εραστής της, καθισμένος κατάχαμα ακουμπισμένος στο σκαμνί όπου την είχαν βάλει στην αρχή της βραδιάς, με ανασηκωμένα τα γόνατα και τους αγκώνες πάνω στα γόνατα, έπαιζε με το δερμάτινο μαστίγιο. Στο πρώτο βήμα που έκανε για να πλησιάσει τις γυναίκες, η φούστα της τον άγγιξε. Σήκωσε το κεφάλι και της χαμογέλασε, φωνάζοντάς την με τ’ όνομά της και σηκώθηκε κι αυτός. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, της έσιαξε τα φρύδια με το δαχτυλό του και τη φίλησε τρυφερά στα χείλη. Και φωναχτά, της είπε πως την αγαπά.

    Η Ο, τρέμοντας, αντιλήφθηκε με τρόμο που του απαντούσε «σ΄ αγαπώ» και πως τούτο ήταν αληθινό. Την αγκάλιασε, της είπε «αγαπημένη μου, αγαπημένη μου καρδούλα», τη φίλησε στο λαιμό και στο μάγουλο, άφησε το κεφάλι της να γύρει πάνω στον ώμο του σκεπασμένο από τη βιολέ ρόμπα του. Τώρα, σιγανά, της επανέλαβε πως την αγαπούσε και πιο σιγά ακόμη είπε: «Θα γονατίσεις, θα με χαϊδέψεις και θα με φιλήσεις» και την απώθησε, υποδεικνύοντας στις γυναίκες ν΄ απομακρυνθούν, για ν΄ ακουμπήσει στην κονσόλα. Ήταν ψηλός, αλλά η κονσόλα δεν ήταν πολύ ψηλή και τα μακρυά του πόδια, ντυμένα κι αυτά στο ίδιο βιολέ της ρόμπας του, λυγίζαν. Η ανοιχτή ρόμπα άνοιγε από κάτω σαν μια κουρτίνα και το ξύλο της κονσόλας ανεσήκωνε λίγο το βαρύ φύλο καθώς και το ανοιχτό χρώμα δέρας που το στεφάνωνε. Οι τρεις άντρες προχώρησαν. Η Ο γονάτισε στο χαλί, η ρόμπα της απλωμένη ολόγυρά της. Το κορσάζ την έσφιγγε, τα στήθια της που φαινόταν η άκρη τους, ήταν στο ύψος των γονάτων του εραστή της. «Λίγο περισσότερο φως», είπε ο ένας από τους άντρες. Όταν κατηύθυναν την ακτίνα της λάμπας κάθετα πάνω στο φύλο του και το πρόσωπο της μαιτρέσας του, που ήταν έτσι κοντά, και στα χέρια της που τον χαϊδεύανε, ο Ρενέ διέταξε ξαφνικά: «Επανέλαβε: σας αγαπώ». Η Ο απήντησε «σας αγαπώ», με τόση γλύκα ώστε τα χείλη της μόλις τολμούσαν ν΄ αγγίξουν την άκρη του φύλου, που ακόμη το προστάτευε το δέρμα. Οι τρεις άντρες, που κάπνιζαν, σχολίαζαν τις κινήσεις της, τη κίνηση του στόματός της που σφιγγότανε στο φύλο καθώς το είχε αρπάξει, το παραμορφωμένο πρόσωπο που πλημμύριζε από δάκρυα κάθε φορά που το φουσκωμένο μέλος τη χτυπούσε στο βάθος του λαρυγγιού, σπρώχνοντας τη γλώσσα και προκαλώντας ναυτία. Με το στόμα, φυμωμένο από τη σκληρημένη πλάκα που το γέμιζε, ψιθύρισε και πάλι «σας αγαπώ». Οι δυο γυναίκες στάθηκαν δεξιά κι αριστερά του Ρενέ, που ακουμπούσε πάνω στους ώμους τους. Η Ο άκουγε τα σχόλια των παρόντων, αλλά παραμόρφωνε ανάμεσα από τα λόγια τους τους αναστεναγμούς του εραστή της, περιμένοντας να τη χαϊδέψει, μ΄ ένα ατέλειωτο σεβασμό και τη βραδύτητα που ήξερε πως του άρεσε. Η Ο αισθάνεται πως το στόμα της καταδεχόταν να μπει σ΄ αυτό, αφού καταδεχόταν να προσφέρει σε θέαμα τα χάδια, αφού καταδέχθηκε να ικανοποιηθεί. Τον δέχτηκε σαν θεό, τον άκουσε να φωνάζει, άκουσε τους άλλους να γελάνε, κι έπειτα σωριάσθηκε, με το πρόσωπο στο πάτωμα. Οι δυο γυναίκες την ανασήκωσαν και την πήραν.

    Τα πασούμια αντηχούσαν πάνω στα κόκκινα πλακάκια των διαδρόμων, όπου η μια πόρτα διαδέχετο την άλλη, πόρτες διακριτικές και καθαρές, με μικροσκοπικές κλειδαριές, σαν τις πόρτες στα δωμάτια των μεγάλων ξενοδοχείων. Η Ο δεν τολμούσε να ρωτήσει ποιος κατοικούσε σ΄ αυτά τα δωμάτια, όταν μια από τις συνοδούς της, που ως τότε δεν είχε ακόμη ακούσει τη φωνή, της είπε: «Βρίσκεσθε στη κόκκινη πτέρυγα και ο υπηρέτης σας ονομάζεται Πέτρος - Ποιος υπηρέτης; είπε η Ο συνεπαρμένη από τη γλυκύτητα της φωνής. Κι εσάς πως σας λένε; - Λέγομαι Αδριάνα – Κι εγώ Ιωάννα», είπε η δεύτερη. Η πρώτη συνέχισε: «Είναι ο υπηρέτης που έχει τα κλειδιά, που θα σας δένει και θα σας λύνει, που θα σας μαστιγώνει όταν θα τιμωρείσθε και όταν οι άλλοι δεν θα ΄χουν καιρό ν΄ ασχοληθούν μαζί σας. - Ήμουνα πέρυσι στην κόκκινη πτέρυγα, είπε η Ιωάννα, κι ο Πέτρος ήταν κιόλας εκεί. Ερχόντανε συχνά τη νύχτα. Οι υπηρέτες έχουν τα κλειδιά και στα δωμάτια που αποτελούν μέρος του τμήματός των, έχουν το δικαίωμα να μας χρησιμοποιούν».

    Η Ο σκεφτόνταν να ρωτήσει πως ήταν αυτός ο Πέτρος. Δεν πρόφθασε όμως. Στη στροφή του διαδρόμου, τη σταμάτησαν μπροστά σε μια πόρτα που δεν ξεχώριζε από τις άλλες: σ΄ ένα πάγκο ανάμεσα σε τούτη την πόρτα και την επόμενη παρατήρησε ένα είδος κατακόκκινου χωρικού, κοντού, με κεφάλι σχεδόν ξυρισμένο, με μικρά μαύρα μάτια χωμένα βαθειά και σβώλοι κρέας στο σβέρκο. Ήταν ντυμένος σαν υπηρέτης οπερέττας: ένα υποκάμισο με δαντελλένιο ζαμπό έβγαινε από το μαύρο του γιλέκο. Μαύρο παντελόνι, άσπρες κάλτσες και γυαλισμένα σκαρπίνια. Κι αυτός είχε στη ζώνη ένα μαστίγιο με πέτσινη λουρίδα. Τα χέρια του ήταν σκεπασμένα από κόκκινες τρίχες. Έβγαλε ένα αντικλείδι από την τσέπη του γιλέκου του, άνοιξε την πόρτα, πέρασε τις τρεις γυναίκες, λέγοντας: «Ξανακλείνω, θα χτυπήσετε όταν τελειώσετε».

    Το κελλί ήταν μικρούτσικο, όμως είχε δυο δωμάτια. Η πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο ξανάκλεισε. Αυτό το πρώτο δωμάτιο έμοιαζε σαν προθάλαμος, που οδηγούσε στο πραγματικό κελλί. Στον ίδιο τοίχο, μια άλλη πόρτα έβγαζε στο μπάνιο. Απέναντι από τις πόρτες ένα παράθυρο. Στον αριστερό τοίχο, ανάμεσα από τις πόρτες και το παράθυρο, ήταν το μαξιλάρι ενός μεγάλου τετράγωνου κρεββατιού, πολύ χαμηλού και σκεπασμένο με γούνες. Δεν υπήρχαν άλλα έπιπλα, ούτε και καθρέφτης. Η Αδριάνα είπε στην Ο πως το κρεββάτι ήταν μάλλον μια πλατφόρμα με στρώμα, σκεπασμένη με μαύρο ύφασμα με πολύ μακρυές τρίχες, απομίμηση γουναρικού. Το μαξιλάρι, χαμηλό και σκληρό σαν το στρώμα, ήταν από το ίδιο ύφασμα, καθώς και η κουβέρτα ντουμπλφάς. Το μόνο αντικείμενο που υπήρχε στον τοίχο, στο ίδιο ύψος σε σχέση με το κρεββάτι και ο πυλώνας σε σχέση με τον γάντσο και τη βιβλιοθήκη, ήταν μια χοντρή ατσάλινη αλυσσίδα που κρεμόταν κατ΄ ευθείαν πάνω από το κρεββάτι. Οι στοιβαγμένοι χαλκάδες της σχημάτιζαν μια στήλη. Η άλλη άκρη ήταν κρεμασμένη σε απόσταση χεριού από ένα γάντσο με αλυσσίδες σαν μια κουρτίνα που την είχαν τραβηγμένη και πιασμένη.
    «Πρέπει να σας κάνουμε μπάνιο», είπε η Ιωάννα. «Θα σας ξεκουμπώσουμε τη ρόμπα».
    Τα μόνα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μπάνιου ήταν το κάθισμα ά λα τούρκα, στη γωνιά που βρισκόταν κοντά στην πόρτα καθώς και το ότι οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με καθρέφτες. Η Αδριάνα κι η Ιωάννα δεν άφησαν την Ο να μπει παρά μονάχα όταν ξεγυμνώθηκε, τακτοποίησαν το φουστάνι στην ντουλάπα κοντά στη λεκάνη της τουαλέττας, όπου ήσαν ήδη τακτοποιημένα τα πασούμια της και η κόκκινη κάπα της, και παρέμειναν μαζί της τόσο ώστε όταν επρόκειτο να ξεκουρασθεί καθισμένη στο από πορσελάνη βάζο, βρέθηκε ανάμεσα από τόσους προβολείς καθώς ήταν και τότε στη βιβλιοθήκη, όπου τόσα άγνωστα χέρια την ψηλαφίζαν. «Περιμένετε να ΄ρθει ο Πέτρος και θα ιδείτε. -Γιατί ο Πέτρος; - Όταν θα ΄ρθει να σας αλυσσοδέσει, θα σας βάλει ίσως να καθίσετε στο πάτωμα». Η Ο χλώμιασε. - Μα γιατί; είπε. -Θα υποχρεωθείτε, είπε η Ιωάννα, είσθε όμως τυχερή. - Γιατί τυχερή; - Σας έφερε εδώ ο εραστής σας; - Ναι, είπε η Ο. - Θα είναι πολύ σκληροί μαζί σας... - Δεν καταλαβαίνω... - Θα καταλάβετε πολύ γρήγορα. Θα χτυπήσω να ΄ρθει ο Πέτρος. Αύριο το πρωϊ θα ΄ρθουμε να σας πάρουμε».

    Η Αδριάνα φεύγοντας χαμογέλασε, και η Ιωάννα, πριν την ακολουθήσει, χάιδεψε στην άκρη των στηθιών την Ο, που παρέμενε άφωνη, όρθια στην άκρη του κρεββατιού. Εκτός από το κολλιέ και τα δερμάτινα βραχιόλια, που είχαν σκληρυνθεί όταν πήρε το μπάνιο της και που τώρα την έσφιγγαν περισσότερο, ήταν γυμνή.


    «Λοιπόν ωραία κυρία», είπε μπαίνοντας ο υπηρέτης. Και της έπιασε τα δυο χέρια. Πέρασε το ένα μέσα στο άλλο τους δυο χαλκάδες των βραχιολιών της και τούτο της ένωσε σφιχτά τους καρπούς, και τους δυο τούτους χαλκάδες στον χαλκά του κολλιέ. Βρέθηκε λοιπόν με ενωμένα τα χέρια στο ύψος του λαιμού, σαν σε στάση προσευχής. Δεν έμενε πια παρά να την αλυσσοδέσει στον τοίχο με την αλυσσίδα που υπήρχε στο κρεββάτι και περνούσε μέσα από τον υψηλότερο χακλά Άνοιξε το αγγίστρι που συγκρατούσε την άλλη άκρη και το τράβηξε για να το μικρύνει. Η Ο αναγκάσθηκε να προχωρήσει προς το προσκέφαλο όπου και την ξάπλωσε. Η αλυσσίδα αντήχησε μέσα στον χαλκά και τεντώθηκε τόσο πολύ ώστε η νεαρή γυναίκα μπορούσε να μετακινηθεί μόνο στο πλάτος του κρεββατιού ή να σταθεί όρθια και στις δυο πλευρές του μαξιλαριού. Καθώς η αλυσσίδα έσυρε το κολλιέ στο στενότερο σημείο, δηλ. προς τα οπίσω, και τα χέρια προσπαθούσαν να το ξαναφέρουν προς τα εμπρός, εδημιουργείτο μια ισορροπία: τα ενωμένα χέρια πηγαίναν προς τον αριστερόν ώμο και προς τον ίδιο ώμο έγερνε επίσης και το κεφάλι. Ο υπηρέτης ξανάφερε προς την Ο την μαύρη κουβέρτα, αφού πρώτα της τοποθέτησε για μιαν στιγμή τις γάμπες πάνω στο στήθος, για να εξετάσει το μισάνοιγμα που είχαν τα μπούτια. Δεν την ενόχλησε περισσότερο, δεν είπε λέξη, έσβυσε το φως (μιαν απλίκα ανάμεσα από τις δυο πόρτες) και βγήκε.

    Ξαπλωμένη στο αριστερό πλευρό, και μόνη στην σκοτεινιά και στη σιωπή, ζεστή ανάμεσα από τα δυο γούνινα σκαπάσματα, και , αναγκαστικά ακίνητη, η Ο διερωτάτο γιατί τόση γλύκα ήταν ανάμικτη με τόσο τρόμο μέσα της. Πρόσεξε πως ένα από τα πράγματα που την έκαμαν περισσότερο να υποφέρει ήταν ότι της είχε αφαιρεθεί η χρήση των χεριών της. Όχι πως τα χέρια της θα μπορούσαν να την προστατεύσουν (θα επιθυμούσε άραγε να αμυνθεί;), αλλά ελεύθερα, θα έκαμαν κάπως τη κίνηση, θα προσπαθούσαν ν’ απωθήσουν τα χέρια που θα την άρπαζαν, τη σάρκα που θα την διαπερνούσε, θα τα έφερνε ανάμεσα στο σώμα της και το μαστίγιο. Την είχαν απαλλάξει από τα χέρια της. Το σώμα κάτω από τη γούνα ήταν απρόσιτο ακόμα και στην ίδια. Φαινόταν παράδοξο να μην μπορεί ν΄ αγγίξει τα ίδια της τα γόνατα, ούτε την κοιλιά της. Τα χείλη της ανάμεσα από τα σκέλη της, που την φλόγιζαν, της ήταν απαγορευμένα, και την φλόγιζαν ίσως γιατί γνώριζε πως είναι ανοιχτά σ΄ οποιονδήποτε το θελήσει: ακόμη και στον Πέτρο τον υπηρέτη, αν το επιθυμούσε. Της προξενούσε έκπληξη το ότι η ανάμνηση του μαστιγίου την άφηνε τόσο γαλήνια, ενώ η σκέψη ότι δεν θα μαθαίνει ποτέ ποιος από τους τέσσερεις άντρες την πλησίασε δυο φορές κι αν και τις δυο φορές ήταν ο ίδιος, κι αν δεν ήταν ο εραστής της, την αναστάτωνε. Γλύστρησε κάπως πάνω στην κοιλιά της, σκέφθηκε πόσο ο εραστής της αγαπούσε αυτό το σημείο του σώματός της, που εκτός από απόψε (αν ήταν αυτός), δεν είχε ποτέ εισχωρήσει. Επιθυμούσε να ήταν αυτός. Θα τον ρωτούσε; Α! ποτέ. Ξαναείδε το χέρι, που μέσα στ΄ αμάξι της πήρε τη ζώνη και το σλίπ, και τέντωσε τις ζαρτιέρες για να κατεβάσει τις κάλτσες της ως τα γόνατα. Τόσο δυνατή ήταν τούτη η εικόνα που ξέχασε πως είχε τα χέρια δεμένα, κι έκαμε την αλυσσίδα να ηχήσει. Και γιατί, ενώ η ανάμνηση του βασανισμού της ήταν τόσο υποφερτή, και μόνη η ιδέα, η λέξη μονάχα, η θέα μονάχα ενός μαστιγίου έκαμαν τη καρδιά της να χτυπά κι έκλεινε, από φρίκη τα μάτια της; Δεν διερωτήθηκε αν ήταν μονάχα ο τρόμος. Ένας πανικός τη κατέλαβε: θα τραβούσαν την αλυσσίδα για να τη στήσουν όρθια πάνω στο κρεββάτι της και θα την μαστίγωναν, θα την μαστίγωναν και η λέξη στριφογύριζε μέσα στο μυαλό της. Θα την μαστίγωνε ο Πέτρος, το ΄χε πει η Ιωάννα. Έχετε τύχη, επανέλαβε η Ιωάννα, θα είναι πολύ πιο σκληροί μαζί σας. Τι εννοούσε μ΄ αυτό; Δεν αισθανόταν πια παρά το κολλιέ, τα βραχιόλια και την αλυσσίδα. Έσβυνε. Τώρα θα καταλάβαινε. Αποκοιμήθηκε


    Κατά τις τελευταίες ώρες της νύχτας, τότε που είναι πιο μαύρη και πιο κρύα, λίγο πριν την αυγή, ξαναφάνηκε ο Πέτρος. Άναψε το φως στο μπάνιο, αφήνοντας μισοανοιγμένη την πόρτα κι έτσι σχηματιζόταν ένα φωτεινό τετράγωνο στη μέση του κρεββατιού, όπου υπήρχε το σώμα της Ο, λεπτό και κουβαριασμένο και φούσκωνε λίγο το σκέπασμα που το πέταξε σιωπηλά. Καθώς η Ο είναι ξαπλωμένη στ΄ αριστερό πλευρό, με το πρόσωπο προς το παράθυρο, και τα γόνατα μαζεμένα πρός τα επάνω, πρόσφερε στο βλέμμα του τα κάτασπρα οπίσθιά της που ξεχώριζαν στο μαύρο φόντο της γούνας. Έβγαλε το μαξιλάρι από κάτω απ΄ το κεφάλι της, λέγοντας ευγενικά: «Θέλετε να σηκωθείτε, παρακαλώ» κι όταν βρέθηκε γονατισμένη, κι αυτό χρειάσθηκε να κάνει στην αρχή συγκρατούμενη από την αλυσσίδα, την βοήθησε πιάνοντάς την από τους αγκώνες για να σηκωθεί εντελώς και ν΄ ακουμίσει με το πρόσωπο στον τοίχο. Η αντανάκλαση του φωτός πάνω στο κρεββάτι, αδύνατη καθώς ήταν, γιατί το κρεββάτι ήταν μαύρο, φώτιζε το σώμα της κι όχι τις δικές του κινήσεις. Μάντεψε, δίχως να ιδει, ότι έβγαζε την αλυσσίδα από εκεί που ήταν για να την σκαλώσει σ΄ έναν άλλο χαλκά, ώστε να παραμείνει τεντωμένη και εκείνη την αισθάνθηκε να τεντώνεται. Τα πόδια της, πατούσαν, γυμνά στέρεα πάνω στο κρεββάτι. Δεν είδε επίσης ότι είχε στη ζώνη του, όχι το δερμάτινο μαστίγιο, αλλά ένα μάυρο βούρδουλα, όμοιο μ΄ αυτόν που την χτύπησαν δυο μονάχα φορές, και σχεδόν ελαφρά, όταν βρισκόταν στον πυλώνα. Το αριστερό χέρι του Πέτρου στηρίχθηκε στη μέση της, το στρώμα βούλιαξε λιγάκι, γιατί είχε βάλει το δεξί του πόδι για να στερεωθεί. Και ενώ άκουγε ένα σφύριγμα στο ημίφως, η Ο αισθάνθηκε ένα φριχτό κάψιμο στη μέση και ούρλιαξε. Ο Πέτρος την μαστίγωνε με δύναμη. Δεν περίμενε να σωπάσει, και ξανάρχισε τέσσερις φορές, φροντίζοντας να την χτυπά κάθε φορά λίγο πιο ψηλά ή λίγο πιο χαμηλά από την προηγούμενη, ώστε τα ίχνη να φαίνονται καθαρά. Είχε πάψει, κι εκείνη φώναζε ακόμη και τα δάκρυά της κυλούσαν μέσα στο ανοιχτό της στόμα. «Θα θέλατε να γυρίσετε», της είπε, και χαμένη καθώς ήταν, δεν υπάκουε, την άρπαξε από τη μέση, δίχως ν΄ αφήσει το βούρδουλα, που το μανίκι του την άγγιξε.


    Όταν γύρισε προς το μέρος του, την έσπρωξε λίγο προς τα πίσω κι έπειτα, με όλη του τη δύναμη έπεσε ο βούρδουλας στα μπούτια της. Όλα τούτα κράτησαν πέντε λεπτά. Όταν έφυγε, αφού ξανάσβυσε το φως και έκλεισε την πόρτα του μπάνιου, η Ο βογγώντας, τρίκλιζε από τον πόνο κατά μήκος του τοίχου, στην άκρη της αλυσσίδας της, μέσα στο σκοτάδι. Για να σωπάσει και ν΄ ακινητοποιηθεί στον τοίχο που δρόσιζε την ξεσχισμένη σάρκα της, χρειάσθηκε τόσος καιρός όσο για να ξημερώσει. Το μεγάλο παράθυρο, προς το οποίο ήταν στραμμένη, γιατί στηριζόταν στο πλευρό, έβλεπε στην ανατολή, άρχιζε στο ταβάνι και τελείωνε στο πάτωμα με μόνο κάλυμμα το ίδιο κόκκινο ύφασμα που υπήρχε στον τοίχο, στα δυο πλάγια που έσπαζε σε σκληρές πτυχώσεις. Η Ο είδε να γεννιέται μια αργή χλωμή αυγή, που έσερνε τις ομίχλες της στα λουλούδια που ήταν κοντά στο παράθυρο και τελικά, έκαμε να ξεχωρίζει ένα κυπαρίσσι. Τα κίτρινα φύλλα πέφτανε κάθε τόσο, στροβιλίζοντας, αν και δεν φυσούσε διόλου. Μπροστά στο παράθυρο, έπειτα από τα μωβ λουλούδια, ήταν ένα παρτέρι και στην άκρη ένα ανθισμένο μονοπάτι. Είχε κιόλας προχωρήσει η μέρα. Εδώ και πολλήν ώρα η Ο δεν εκινείτο πια. Ένας κηπουρός φάνηκε στο μονοπάτι, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι. Η ρόδα του έτριζε πάνω στα χαλίκια. Αν πλησίαζε για να καθαρίσει τα πεσμένα φύλλα, το παράθυρο ήταν τόσο μεγάλο και το δωμάτιο τόσο μικρό και τόσο φωτεινό που θα ‘βλεπε την Ο αλυσσοδεμένη και τα σημάδια του βούρδουλα στα μπούτια της. Τα ίχνη του μαστιγώματος είχαν πρηστεί και σχημάτιζαν εξογκώματα στενόμακρα πιο κόκκινα κι από το κόκκινο των τοίχων. Που να κοιμόταν ο εραστής της, που τόσο του άρεσε να κοιμάται ήρεμα το πρωϊ; Σε ποιο δωμάτιο, σε ποιο κρεββάτι; Ήξερε άραγε σε ποιο βασανιστήριο την είχε παραδώσει; Μήπως εκείνος το είχε αποφασίσει; Η Ο συλλογίσθηκε τους φυλακισμένους, όπως τους παριστάνουν στα βιβλία στα βιβλία της ιστορίας, δεμένους και μαστιγωμένους, πριν από χρόνια ή από αιώνες, και που τώρα πια ήσαν πεθαμένοι. Δεν επεθύμησε να πεθάνει, αλλά αν το βασανιστήριο ήταν το τίμημα που θα ΄πρεπε να καταβάλει για να συνεχίσει να την αγαπά ο εραστής της, θα ευχόταν μονάχα να ήταν ικανοποιημένος που είχε υποστεί, και, περίμενε, γλυκειά και σιωπηλή, να την ξαναπάνε σ΄ εκείνον.


    Καμμιά γυναίκα δεν είχε τα κλειδιά, ούτε από τις πόρτες, ούτε από τις αλυσσίδες, ούτε από τα βραχιόλια ή τα κολλιέ. Όμως όλοι οι άντρες έφεραν χαλκά με τριών ειδών κλειδιά που, το κάθε ένα στο είδος του, άνοιγε όλες τις πόρτες, ή όλες τις κλειδαριές, ή όλα τα κολλιέ. Τα είχαν και οι υπηρέτες. Ο άντρας που μπήκε στο κελλί της Ο φορούσε μια πέτσινη μπλούζα και ένα παντελόνι ιππασίας με μπότες. Δεν τον αναγνώρισε. Άνοιξε πρώτα την αλυσσίδα του τοίχου και η Ο μπόρεσε να ξαπλώσει στο κρεββάτι. Πριν της λεφτερώσει τους καρπούς, πέρασε τα χέρια του ανάμεσα από τα μπούτια της, καθώς έκανε ο άνθρωπος με την προσωπίδα και τα γάντια που τον είδε πρώτο στο μικρό κόκκινο σαλόνι. Ίσως να ήταν ο ίδιος. Πρόσωπο οστεώδες, με το σκληρό βλέμμα των παλαιών φανατισμένων θρησκευτικών ηγετών. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Η Ο αντίκρυσε το βλέμμα του με δυσκολία και ξαφνικά θυμήθηκε πως της ήταν απαγορευμένο να κοιτάζει τ΄ αφεντικά πιο ψηλά από τη ζώνη τους. Έκλεισε τα μάτια, πολύ αργά όμως, γιατί τον άκουσε να γελά και να λέγει, ενώ λεφτέρωνε τελικά τα χέρια της: «Σημειώστε μια τιμωρία έπειτα από το δείπνο». Μιλούσε στην Αδριάνα και την Ιωάννα που είχαν μπει μαζί του και περίμεναν όρθιες στις δυο πλευρές του κρεββατιού. Έπειτα έφυγε. Η Αδριάνα, μάζεψε το μαξιλάρι που είχε πέσει και την κουβέρτα που ο Πέτρος έριξε στα πόδια του κρεββατιού, όταν ήρθε να μαστιγώσει την Ο, ενώ η Ιωάννα έφερνε προς το προσκέφαλο ένα κυλιόμενο τραπέζι που το ΄φερε από τον διάδρομο, με καφέ, γάλα, ζάχαρη, ψωμί, βούτυρο και φραντζολάκια. «Φάτε γρήγορα, είπε η Αδριάνα, είναι εννιά. Έπειτα μπορείτε να κοιμηθείτε ως τις δώδεκα, και όταν θ΄ ακούσετε το καμπανάκι θα ετοιμαστείτε για το γεύμα. Θα κάνετε μπάνιο, θα χτενιστείτε, και θα ΄ρθω να σας μακιγιάρω και να σφίξω το κορσέ σας. - Δεν θα έχετε υπηρεσία παρά το απόγευμα, είπε η Ιωάννα, στη βιβλιοθήκη: σερβίρισμα καφέ, λικέρ και συντήρηση φωτιάς. - Κι εσείς, είπε η Ο. - Α! μας έχουν αναθέσει να σας φροντίζουμε τις πρώτες 24 ώρες της εδώ παρανονής σας. Κατόπιν θα είστε μόνη και δεν θα΄ χετε να κάνετε παρά μονάχα με άντρες. Δεν θα μπορούμε να σας μιλούμε, ούτε κι εσείς σε μας. - Μείνετε, είπε η Ο, μείνετε ακόμη και πέστε μου...». Δεν πρόφτασε όμως να τελειώσει τη φράση της. Μια πόρτα άνοιξε: ήταν ο εραστής της και δεν ήταν μόνος. Ντυμένος όπως όταν σηκωνόταν από το κρεββάτι και άναβε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας: με πυτζάμα ριγέ και ρόμπ ντε σάμπρ μάλλινη γαλάζια, με ρεβέρ από μετάξι που την είχαν διαλέξει μαζί πριν από ένα χρόνο. Κι οι κάλτσες του ήταν φαγωμένες κι έπρεπε ν΄ αγοράσει άλλες. Οι δυο γυναίκες εξαφανίστηκαν, δίχως άλλο θόρυβο παρά το θρόισμα του μεταξιού όταν ανασήκωσαν τις φούστες τους (όλα τα φουστάνια κάπως σερνότανε στη γη) - πάνω από τα πασούμια που δεν ακουγόταν διόλου. Η Ο, που κρατούσε ένα φλυτζάνι τσαγιού στο ένα χέρι στην άκρη του κρεββατιού, με το ένα πόδι να κρέμεται, έμεινε ακίνητη, με το φλυτζάνι να τρέμει ξαφνικά στο χέρι της, ενώ της έπεφτε το φραντζολάκι. «Μάζεψέ το», είπε ο Ρενέ. Ήταν τα πρώτα λόγια του. Άφησε το φλυτζάνι πάνω στο τραπέζι, μάζεψε το φραντζολάκι και το άφησε πλάι στο φλυντζάνι. Ένα μεγάλο ψίχουλο είχε μείνει στο χαλί, κοντά στο γυμνό της πόδι. Ο Ρενέ έσκυψε και το μάζεψε. Έπειτα κάθισε κοντά στην Ο, την έριξε πάνω στο κρεββάτι και τη φίλησε. Τον ρώτησε αν την αγαπά. Της απάντησε: «Α! σ΄ αγαπώ!». Κατόπιν σηκώθηκε, την σήκωσε όρθια, ακουμπώντας τρυφερά τη δροσερή παλάμη των χεριών του κι έπειτα τα χείλη του πάνω στα σημάδια του βούρδουλα. Έπειδη είχε έρθει με τον εραστή της, η Ο δεν ήξερε αν θα μπορούσε να κοιτάζει ή όχι τον άνθρωπο που μπήκε μαζί του, που για μια στιγμή τους είχε γυρίσει τη πλάτη, και κάπνιζε, κοντά στην πόρτα. Ό,τι επακολούθησε δεν την άφησε δίχως στεναχώρια. «Έλα να σε ιδούν», είπε ο εραστής της, και παρασύροντάς την στην άκρη του κρεββατιού, παρατήρησε στο συντροφό του πως είχε δίκιο, και τον ευχαρίστησε, προσθέτοντας πως αν το ήθελε θα ήταν σωστό να έχει πρώτος αυτός την Ο. Ο άγνωστος, που δεν τολμούσε να τον κοιτάξει, ρώτησε τότε, αφού άγγιξε τα στήθη της και τη μέση, ν΄ ανοίξει τα σκέλη της. «Υπάκουσε», της είπε ο Ρενέ, που τη συγκρατούσε όρθια, στηριγμένη με την πλάτη επάνω του καθώς και αυτός ήταν όρθιος. Το δεξί του χέρι χάιδευε το ένα στήθος και το άλλο της κρατούσε τον ώμο. Ο άγνωστος κάθισε στην άκρη του κρεββατιού, άρπαξε σιγά και άνοιξε τα χείλη που τα προστάτευε το κάτω μέρος της κοιλιάς. Ο Ρενέ την έσπρωξε προς τα εμπρός, για να προσφέρεται καλύτερα, όταν κατάλαβε τι ζητούσαν από αυτήν, καθώς πέρασε το χέρι του από τη μέση της.

    Τούτο το χάδι δεν το δεχόταν ποτέ δίχως ν΄ αντιδράσει, και δίχως να αισθάνεται ντροπή και που του ξέφευγε όσο γινόταν πιο γρήγορα, γιατί το θεωρούσε ιεροσυλία. Δεν έπρεπε να είναι ο εραστής της πεσμένος στα πόδια της, αλλ΄ αυτή στα δικά του. Ξαφνικά ένοιωσε σαν χαμένη για δεν κατόρθωνε να ξεφύγει. Γιατί αναστέναξε όταν τα ξένα χείλη, που επίεζαν την σάρκινη προεξοχή απ΄ όπου ξεκινά ο εσωτερικός μίσχος, την άναψαν ξαφνικά, το εγκατέλειψαν για ν΄ αφήσουν τη ζεστή άκρη της γλώσσας να την ξανάψει περισσότερο. Αναστέναξε πιο δυνατά όταν τα χείλη ξανάρχισαν. Αισθάνθηκε την κρυφή άκρη να σκληραίνει και να ορθώνεται, και ανάμεσα από τα δόντια και τα χείλια ένα παρατεταμένο γλυκό δάγκαμα που την έκαμε να ασθμαίνει. Ξαφνικά γλύστρησε, βρέθηκε ξαπλωμένη στο πάτωμα με την πλάτη και το στόμα του Ρενέ συνάντησε το στόμα της. Τα δικά της χέρια, (που δεθήκαν τη στιγμή που ο Ρενέ την είχε σπρώξει προς τον άγνωστο), τα χέρια της άγγιξαν το φύλο του άντρα που την χάιδευε ανάμεσα απ΄ τα πόδια της, ανέβαινε και χτύπησε στο βάθος της σάρκινης θήκης. Στο πρώτο χτύπημα φώναξε, σαν κάτω από το μαστίγιο κι έπειτα πάλι σε κάθε χτύπημα, ενώ ο εραστής της της δάγκανε το στόμα.

    Ο άντρας την άφηκε με μιαν απότομη κίνηση, έπεσε κατάχαμα σαν κεραυνοβολημένος, κι έβγαλε κι αυτός μια φωνή. Ο Ρενέ έλυσε τα χέρια της Ο, την ανασήκωσε, την ξάπλωσε κάτω από το σκέπασμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε. Πήγε μαζί του ως τη πόρτα.

    Ξαφνικά η Ο λεφτερώθηκε,αποκαμωμένη. Στέναζε κάτω από τα χείλη του ξένου όπως ποτέ δεν την είχε κάνει να στενάξει ο εραστής της, φώναξε με το πλήγμα του φύλου του ξένου όπως ποτέ δεν την είχε κάνει να φωνάξει ο εραστής της. Αισθανόταν ένοχη και ιερόσυλη. Δίκαια λοιπόν θα την εγκατέλειπε. Όμως όχι, η πόρτα ξανάκλεισε, έμενε μαζί της, κάτω από τη κουβέρτα, γλυστρούσε προς το φλογερό και υγρό υπογάστριό της, και κρατώντας την έτσι αγκαλιασμένη, της έλεγε: «Σ' αγαπώ. Όταν θα σε έχω δώσει και στους υπηρέτες, τότε θα ΄ρθω μια νύχτα να σε μαστιγώσω ώσπου αν ματώσεις». Ο ήλιος είχε διαπεράσει την ομίχλη και πλημμύριζε τα δωμάτια. Όμως δεν τους ξύπνησε παρά το μεσημεριανό κουδούνισμα.

    Η Ο δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ο εραστής της ήταν εκεί, τόσο κοντά, τόσο τρυφερά εγκαταλειμμένος καθώς στο κρεββάτι με το χαμηλοτάβανο δωμάτιο, όπου ερχόταν να κοιμηθεί κοντά της, σχεδόν κάθε νύχτα, από τότε που ζούσανε μαζί. ‘Ηταν ένα μεγάλο κρεββάτι, από ακαζού. Κοιμόταν πάντα στ΄ αριστερά της και όταν ξυπνούσε, έστω και μέσα στη νύχτα, άπλωνε πάντα το χέρι του προς τις γάμπες της. Γι΄ αυτό και δεν φορούσε ποτέ νυχτικιά, κι όταν έτυχε να φοράει δεν έβαζε ποτέ κυλότα. Έτσι έκαμε και τώρα. Πήρε το χέρι του και το φίλησε, χωρίς να τολμήσει να του ζητήσει τίποτε. Όμως εκείνος μίλησε. Της είπε, κρατώντας την από το κολλιέ , με δυο δάχτυλα περασμένα ανάμεσα στο δέρμα και το λαιμό, πως εννοούσε ν΄ ανήκει στο εξής σ΄ αυτόν και σε όσους αυτός θ΄ απεφάσιζε κι αυτούς που αποτελούσαν μέλη της κοινωνίας του πύργου όπως, έγινε χθές το βράδυ. Κι όταν εξαρτώταν απ΄ αυτόν και μονάχα απ΄ αυτόν, έστω κι αν έπαιρνε διαταγές από άλλους, είτε ήταν παρών είτε όχι, γιατί κατ΄ αρχήν συμμετείχε στο κάθε τι που θα μπορούσαν ν΄ απαιτήσουν από αυτήν ή να της το επιβάλλουν και ότι μέσω αυτών που θα την απολάμβαναν, ήταν σαν να την απολάμβανε αυτός ο ίδιος, μόνο και μόνο γιατί αυτός θα τους την είχε παραδώσει. Έπρεπε να υποτάσσεται σ΄ αυτούς και να τους δέχεται με τον ίδιο σεβασμό που δεχόταν τον ίδιον, σαν να ήταν αυτοί εικόνες δικές του. Θα την κατείχε καθώς ένας θεός κατέχει τα πλάσματά του, που τα εξουσιάζει είτε σαν τέρας, είτε σαν πουλί, σαν αόρατο πνεύμα ή σαν έκσταση. Δεν ήθελε να την αποχωρισθεί. Το ότι την έδινε σε άλλους, αυτός, τούτο ήταν μια απόδειξη και έπρεπε να είναι και γι΄ αυτήν, το ότι του ανήκε.

    Δεν δίνει κανείς παρά ότι του ανήκει. Την έδινε για να την ξαναπάρει αμέσως και την ξανάπερνε πιο πλούσια στα μάτια του, σαν ένα αντικείμενο που χρησίμεψε για μια χρήση θεϊκή και έτσι είχε καθιερωθεί. Επιθυμούσε από πολύ καιρό να την καταστήσει ιερόδουλο κι αισθανόταν με χαρά πως η ευχαρίστηση που αισθανόταν ήταν πολύ μεγαλύτερη απ΄ ότι ο ίδιος περίμενε και τον έδενε μαζί της, όσο περισσότερο αυτή θα ήταν πιότερο ταπεινωμένη και πληγωμένη. Κι αφού τον αγαπούσε, δεν μπορούσε παρά και ν΄ αγαπά ό,τι προερχόταν από εκείνον. Η Ο άκουγε και έτρεμε από ευτυχία, αφού τον αγαπούσε, έτρεμε και έλεγε σε όλα ν α ι. Θα το μάντεψε βέβαια, εκείνος, γιατί συνέχισε: «Επειδή σου είναι αδύνατο να συγκατατεθείς, έστω κι αν εκ των προτέρων το αποδέχεσαι, έστω κι αν τώρα λες ν α ι, και φαντάζεσαι τον εαυτό σου ικανό να υποταγεί. Δεν μπορείς να μην εξεγερθείς. Παρά τη θέλησή σου θα πετύχουμε την υποταγή σου, όχι μονάχα για την απαράμιλλη ευχαρίστηση που θα βρουν οι άλλοι ή κι εγώ, αλλά για να συνειδητοποιήσεις τι σου έχουν κάνει». Η Ο θ' απαντούσε πως ήταν σκλάβα του και πως δεχόταν ευχάριστα τα δεσμά της. Την σταμάτησε: «Σου είπαν χτες πως δεν έπρεπε, όσο βρίσκεσαι εδώ σ΄ αυτόν τον πύργο, να κοιτάξεις στο πρόσωπο άντρα, ούτε και να του μιλήσεις. Ούτε και σε μένα, αλλά να σωπαίνεις, και να υπακούεις. Σ΄ αγαπώ. Σήκω. Στο εξής δεν θ΄ ανοίξεις το στόμα, μπροστά σ΄ έναν άντρα, παρά για να φωνάξεις ή να χαϊδέψεις». Η Ο σηκώθηκε. Ο Ρενέ έμεινε ξαπλωμένος στο κρεββάτι. Πήρε το μπάνιο της, χτενίστηκε και το χλιαρό νερό την έκαμε να ριγήσει όταν βύθισε σ΄ αυτό το πληγωμένο σώμα της. Χρειάσθηκε να σφουγγισθεί, δίχως να τριφτεί, για να μην ερεθίσει την πληγή.

    Έβαψε τα χείλη της, όχι τα μάτια της, και πάντοτε γυμνή, αλλά με χαμηλωμένα τα μάτια, ξαναγύρισε στο κελλί της.

    Ο Ρενέ κοίταζε την Ιωάννα, που είχε μπει, και στεκότανε πλάι στο κρεββάτι, με χαμηλωμένα τα μάτια και σιωπηλή. Της είπε να ντύσει την Ο. Η Ιωάννα πήρε τον από πράσινο σατέν κορσέ, την άσπρη φούστα, τη ρόμπα, τα πράσινα πασούμια και αφού πέρασε την εγκράφα στον κορσέ της Ο, άρχισε να σφίγγει από πίσω το κορδόνι. Ο κορσές ήταν με μπαλένες, μακρυές και άκαμπτες, καθώς τον παλιό καιρο και είχε θήκες όπου αναπαυόταν τα στήθη. Όσο προχωρούσε το σφίξιμο, τόσο τα στήθη ανέβαιναν και πρόσφεραν περισσότερο την άκρη τους. Ταυτόχρονα, η μέση λέπταινε και τούτο πρόβαλλε το υπογάστριο και τα οπίσθια. Το παράξενο είναι ότι τούτος ο εξοπλισμός ήταν άνετος και, ως ένα σημείο ξεκουραστικός. Στεκόταν κανείς ευθυτενής, όμως καθιστούσε αισθητή, άγνωστο γιατί, ίσως από αντίθεση, την ελευθερία ή καλύτερα τη διαθεσιμότητα των όσων δεν επίεζε. Η φαρδιά φούστα και το ανοιγμένο κορσάζ σε σχήμα τραπεζοειδές, από τη βάση του λαιμού ώς την άκρη των στηθιών και σ΄ όλο το πλάτος τους, φαινότανε στην Ο πως έφερε λιγότερο μια προστασία και πιότερο ένα σύστημα προκλήσεως, παρουσιάσεως. Όταν η Ιωάννα έδεσε το κορδόνι με διπλό κόμπο, η Ο έβαλε στο κρεββάτι τη ρόμπα της, που ήταν μονοκόμματη, και το κορσάζ, σταυρωμένο μπροστά και δεμένο πίσω για να μπορεί να ακολουθεί τη γραμμή του κορμιού, ανάλογα με το σφίξιμο του κορσέ. Η Ιωάννα τον είχε παρασφίξει, και η Ο κοιταζόταν στον καθρέφτη του μπάνιου, από τη μισοανοιγμένη πόρτα, λεπτή και βυθισμένη μέσα στο βαρύ πράσινο σατέν που φούσκωνε γύρω από τη μέση της σαν να ήταν καλαθάκια. Οι δυο γυναίκες στεκόταν η μια πλάι στην άλλη. Η Ιωάννα άπλωσε το χέρι για να τακτοποιήσει μια πτυχή στο μανίκι της πράσινης ρόμπας, και τα στήθη της ταράχθηκαν μέσα στη δαντέλλα που ξεχείλιζε από το κορσάζ, στήθη που η άκρη ήταν μακρυά και ο φωτοστέφανος σκουρόχρωμος.

    Η ρόμπα είχε ένα άνοιγμα κίτρινο. Ο Ρενέ πλησίασε τις δυο γυναίκες και είπε στην Ο: «Κοίτα». Και στην Ιωάννα: «Ανασήκωσε τη ρόμπα σου». Με τα δυο της χέρια σήκωσε το θροϊζον μετάξι και την από λινό φόδρα, απακαλύπτοντας ένα χρυσωμένο υπογάστριο, μπούτια και γόνατα γυαλιστερά, και ένα μαύρο κλειστό τρίγωνο. Ο Ρενέ έβαλε εκεί το χέρι του και το ψαχούλεψε αργά, ενώ το άλλο χέρι έκαμε να προβάλλει η άκρη του στήθους. «Είναι για να ιδείς», είπε στην Ο. Η Ο κοίταζε. - Εβλεπε το ειρωνικό και προσεκτικό πρόσωπό του, τα μάτια του που παραμόνευαν το μισοανοιγμένο στόμα της Ιωάννας και τον ριγμένο, προς τα πίσω λαιμό, σφιγμένο από το δερμάτινο κολλιέ. Ποιαν ευχαρίστηση άραγε του ΄δινε τούτη η μια οποιαδήποτε άλλη, που αυτή δεν θα μπορούσε να του δώσει; «Δεν το έχεις ακόμα σκεφθεί» της είπε. Όχι, δεν το είχε σκεφθεί. Είχε ακουμπήσει στον τοίχο ανάμεσα απ΄ τις δυο πόρτες, ευθυνενής, με τα χέρια κρεμασμένα. Δεν υπήρχε πια λόγος να την διατάξει να σωπάσει. Πως άλλωστε θα μιλούσε; Ίσως να συγκινήθηκε από την απελπισία της. Άφησε την Ιωάννα για να την πάρει στην αγκαλιά του, αποκαλώντας την αγάπη του και ζωή του και επαναλαμβάνοντας πως την αγαπούσε. Το χέρι που μ΄ αυτό χάιδευε το στήθος της είχε ακόμη τη μυρωδιά της Ιωάννας. Κι έπειτα; Η απελπισία που κυρίως την είχε πνίξει υπεχώρησε: την αγαπούσε, α!, την αγαπούσε. Ήταν κύριος να ευχαριστηθεί με την Ιωάννα ή και με άλλες, όμως την αγαπούσε. «Σ΄ αγαπώ, της έλεγε στ΄ αυτί, σ' αγαπώ», τόσο χαμηλόφωνα που μόλις τ΄ άκουγε. «Σ΄ αγαπώ». Δεν έφυγε παρά μονάχα όταν την είδε ήρεμη, με φωτεινά τα μάτια, ευτυχιστημένη.

    Η Ιωάννα πήρε την Ο από το χέρι και την παρέσυρε προς το διάδρομο. Τα πασούμια τους αντήχησαν και πάλι στα πλακάκια. Ξαναβρήκαν, έναν υπηρέτη, καθισμένο σ΄ ένα πάγκο, ανάμεσα απ΄ τις πόρτες. Ήταν ντυμένος σαν τον Πέτρο, όμως δεν ήταν αυτός. Ψηλός, ξερακιανός με μαύρα μαλλιά. Προηγήθηκε και τις έμπασε σ΄ ένα προθάλαμο όπου, μπροστά από πράσινες κουρτίνες, δυο άλλοι υπηρέτες περίμεναν, έχοντας άσπρα σκυλιά με κόκκινες βούλες, καθισμένα στα πόδια τους. «Είναι το κλείσιμο» ψυθίριζε η Ιωάννα. Όμως ο υπηρέτης που προηγείτο το άκουσε και στράφηκε προς το μέρος τους. Η Ο είδε την Ιωάννα να γίνεται κατάχλωμη, ν΄ αφήνει το χέρι της, τη ρόμπα της που κρατούσε στο άλλο της χέρι και να πέφτει γονατιστή στα μάυρα πλακάκια - γιατί ο προθάλαμος ήταν στρωμένος με μαύρα πλακάκια-. Οι δυο υπηρέτες που ήταν κοντά στο φράχτη άρχισαν να γελούν. Ο ένας απ' αυτούς προχώρησε προς την Ο παρακαλώντας την να τον ακολουθήσει, άνοιξε μια πόρτα που ήταν απέναντι από εκείνην που μπηκε και, χάθηκε. Άκουγε γέλια και βήματα κι έπειτα η πόρτα ξανάκλεισε. Πότε, μα ποτέ δεν έμαθε τι είχε συμβεί, αν η Ιωάννα τιμωρήθηκε γιατί είχε μιλήσει, ούτε πως ούτε εαν υπεχώρησε μονάχα σ΄ ένα καπρίτσιο του υπηρέτη, ή πέφτοντας στα γόνατά του υπάκουε σε κάποιο κανονισμό, ή ήθελε έτσι να τον μαλακώσει. Αντελήφθηκε μονάχα, πως κατά την πρώτη παραμονή της στον πύργο, που κράτησε δυο εβδομάδες, πως αν και ο κανόνας της σιωπής ήταν απόλυτος, ήταν σπάνια, στα διάφορα σούρτα-φέρτα, ή κατά τα γεύματα, να μην τολμούσαν να τον παραβούν, και ιδιαίτερα την ημέρα, όταν ήταν παρόντες μονάχα οι υπηρέτες. Ωσάν το ένδυμα να έδινε κάποια σιγουριά, πως η γύμνια και οι νυχτερινές αλυσσίδες, και η παρουσία των αφεντικών, να τον έσβυναν. Αντελήφθη επίσης ότι, ενώ η παραμικρή κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια πρόταση προς ένα από τ΄ αφεντικά, φαινόταν, φυσικά, αδιανόητη, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τους υπηρέτες. Αυτοί δεν έδιναν ποτέ διαταγές, αν και η ευγένεια των παρακλήσεων των ήταν τόσον αμείληκτη όσο και οι διαταγές. Είχαν, φαίνεται, εντολή να τιμωρούν τις παραβάσεις, επί τόπου, όταν αυτοί ήσαν οι μόνοι μάρτυρες.

    Έτσι, η Ο είδε τρεις φορές, μια στο διάδρομο που οδηγούσε προς την κόκκινη πτέρυγα και τις άλλες δυο στην τραπεζαρία όπου την πήγαν, κοπέλες να ρίχνονται κατά γης και να μαστιγώνονται γιατί μίλησαν. Επομένως μπορούσε κανείς να μαστιγωθεί μέρα μεσημέρι, παρά τα όσα του είχαν λεχθή το πρώτο βράδυ, ωσάν αυτό που συνέβαινε με τους υπηρέτες να μη λογαριαζόταν και το άφηναν στη δική τους κρίση. Το φως της ημέρας έδινε στα ρούχα των υπηρετών μια παράξενη και απειλητική όψη. Μερικοί φορούσαν μάυρες κάλτσες κι ένα κόκκινο σακάκι και άσπρη δαντέλλα, ένα μαλακό μεταξωτό κόκκινο υποκάμισο με μακρυά μανίκια, σφιγμένα προς το λαιμό και τους καρπούς. Ένας από αυτούς, την όγδοοη ημέρα, το μεσημέρι, με το μαστίγιο στο χέρι, σήκωσε από το ταμπουρέ του, κοντά στην Ο, μια παχουλή ξανθειά Μαγδαληνή, με στήθος άσπρο και τριανταφυλλί, που του είχε χαμογελάσει και που μερικές λέξεις ήταν τόσο βιαστικές ώστε η Ο ούτε καν τις κατάλαβε.

    Πριν καν την αγγίξει, βρισκόταν πεσμένη στα γόνατα του, και τα κάτασπρα χέρια της, άγγιξαν κάτω από το μαύρο μετάξι το κοιμισμένο φύλο του που το απεκάλυψε και το πλησίασε προς το μισοανοιγμένο στόμα της.
    Εκείνη τη φορά δεν την μαστίγωσαν. Και καθώς ήταν ο μόνος επόπτης, την ώρα εκείνη, στην τραπεζαρία και έκλεινε τα μάτια του καθώς δεχότανε το χάδι, οι κοπέλες μίλησαν. Επομένως μπορούσαν να δωροδοκηθούν οι υπηρέτες. Γιατί όμως; Αν υπήρχε κάποιος κανόνας που σ΄ αυτόν έπρεπε να συμμορφωθεί η Ο, και τελικά δεν συμμορφώθηκε εντελώς, ήταν ο κανόνας που απαγόρευε να κοιτάζουν τους άντρες κατά πρόσωπο – αφού το ίδιο πράγμα ίσχυε και για τους υπηρέτες. Η Ο αισθανόταν να βρίσκεται σε συνεχή κίνδυνο, τόσο την τυραννούσε η ιδέα να βλέπει τα πρόσωπα. Και, πράγματι, μαστιγώθηκε από τον ένα ή τον άλλο, όχι τόσο κάθε φορά που το πρόσεχαν (γιατί εφήρμοζαν χαλαρά τις διαταγές, φροντίζοντας περισσότερο, τη γοητεία που ασκούσαν για να μη στερούνται, με την απόλυτη αυστηρότητα την τόσον αποτελεσματική, των βλεμμάτων που γλυστρούσαν από τα μάτια και το στόμα τους προς το φύλο τους, το μαστίγιο, τα χέρια τους, και για να ξαναρχίζουν συνεχώς), αλλά αναμφίβολα, κάθε φορά που τους ερχόταν η επιθυμία να την ταπεινώσουν. Οσονδήποτε σκληρά κι αν την μεταχεριζόταν, όταν το είχαν πάρει απόφαση, δεν είχε ποτέ η ίδια το θάρρος, ή τη δειλία, να πέσει στα γόνατά τους από δική της θέληση, και, συχνά, τόσα υφίστατο, αλλά ποτέ δεν τους ικέτευσε. Όσο για τον κανόνα της σιωπής, εκτός από τον εραστή της, δεν της φαινόταν τόσο ελαφρός ώστε δεν τον παραβίασε παρά μια μονάχα φορά, απαντώντας με χειρονομίες σε μιαν άλλη κοπέλα που επωφελήθηκε από την αβλεψία των φυλάκων τους για να της μιλήσει. Τούτο, γενικά, συνέβαινε κατά τα γεύματα, που γινόταν στην αίθουσα όπου την είχαν πάει, όταν ο μεγάλος υπηρέτης που τις συνόδευε είχε στραφεί προς την Ιωάννα.

    Οι τοίχοι ήσαν μαύροι και το μωσαϊκό μαύρο, μαυρό το μακρύ, τραπέζι, από χονδρό γυαλί, και κάθε κοπέλα, είχε, για κάθισμα ένα στρογγυλό ταμπουρέ από μαύρο δέρμα.

    Έπρεπε ν΄ ανασηκωθεί η φούστα για να καθίσεις, και η Ο ξανάβρισκε έτσι, στην επαφή της με το γυαλιστερό και κρύο δέρμα κάτω από τα μπούτια της, την πρώτη στιγμή όπου ο εραστής της την είχε βάλει να καθίσει κατάσαρκα στο κάθισμα του αμαξιού. Αντίθετα, όταν είχε εγκαταλείψει τον πυργό και έπρεπε, ντυμένη σαν όλες τις γυναίκες, όμως γυμνά τα οπίσθια κάτω από ένα συνηθισμένο ταγιέρ ή μια κόκκινη ρόμπα, ν΄ ανασηκώνει κάθε φορά την κομπιναιζόν και τη φούστα για να καθίσει στο πλευρό του εραστή της, ή ενός άλλου, γυμνή στο κάθισμα ενός αυτοκινήτου ή ενός καφενείου, ξανάβρισκε έτσι τον πύργο, με προτεταμένα τα στήθη μέσα σε μεταξωτούς κορσέδες, τα χέρια και τα στόματα που μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν καθώς και τη τρομερή σιωπή. Τιποτε όμως δεν τη βοήθησε τόσο, εκτός από τη σιωπή, όσο οι αλυσσίδες. Οι αλυσσίδες και η σιωπή, που θα ΄πρεπε να τη δένουν στα βάθη του εαυτού της, να τον πνίξουν. Απεναντίας την λεφτέρωναν από τον ίδιο της τον εαυτό. Τι θα γινόταν, αν της επέτρεπαν να μιλά, αν είχε το δικαίωμα κάποιας εκλογής, όταν ο εραστής της την εξέδιδε μπροστά του; Είναι αλήθεια πως μιλούσε τις στιγμές των βασανιστηρίων, αλλά μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν λόγια, αυτά που δεν ήταν παρά λυγμοί και φωνές; Και πάλι, φράσσοντάς της το στόμα, την έκαμαν, συχνά, να σωπάσει. Κάτω από τα βλέμματα, κάτω από τα χέρια, κάτω από τα φύλα που την πρόσβαλαν, κάτω από τα μαστίγια που την ξέσκιζαν, χανόταν μέσα σε μια μεθυστική απουσία του εαυτού της που της χάριζε την αγάπη και ίσως την έφερνε κοντά στο θάνατο. Ήταν μια οποιαδήποτε, μια οποιαδήποτε από τις άλλες κοπέλες.

    Παραβιασμένες σαν κι αυτήν που τις έβλεπε να παραβιάζονται, γιατί το ΄βλεπε αυτό, όταν έστω δε βοηθούσε η ίδια. Τη δεύτερη ημέρα, 24 ώρες μετά την άφιξή της, οδηγήθηκε μετά το γεύμα στη βιβλιοθήκη, για να σερβίρει καφέ και να συντηρεί τη φωτιά. Η Ιωάννα τη συνόδευε (την είχε φέρει ο υπηρέτης με τα μαύρα μαλλιά, καθώς και μια άλλη κοπέλα, που τη λέγανε Μόνικα). Ήταν ο ίδιος ο υπηρέτης που τις οδήγησε, και παρέμεινε στο δωμάτιο, όρθιος κοντά στον πυλώνα όπου είχε δεθεί η Ο. Η βιβλιοθήκη ήταν ακόμα έρημη. Τα μεγάλα παράθυρα έβλεπαν στα δυτικά, και ο φθινοπωρινός ήλιος, που αργά γυρίζει σ΄ ένα μεγάλο ήρεμο ουρανό, μ΄ ελάχιστα σύννεφα φωτίζει πάνω σ΄ ένα κομοδίνο μια τεράστια ανθοδέσμη από κιτρινοκόκκινα χρυσάνθεμα που μύριζαν γη και νεκρά φύλλα. «Σας σημάδεψε χθες βράδυ ο Πέτρος;» ρώτησε την Ο ο υπηρέτης. Έκαμε με μια κίνηση, ναι. «Θα πρέπει λοιπόν να το δείξετε, είπε. Παρακαλώ σηκώστε το φουστάνι σας». Περίμενε ωσπου να σηκώσει από πίσω τη φούστα της, καθώς το είχε κάνει η Ιωάννα χθές το βράδυ. Η Ιωάννα τη βοήθησε να τη συγκρατήσει. Έπειτα της είπε ν΄ ανάψει τη φωτιά. Το σώμα της Ο, γυμνό ως τη μέση, ενώ τα μπούτια της, οι λεπτές γάμπες της πλαισιωνόνταν από τις πτυχώσεις του πράσινου μεταξιού και του άσπρου λινού. Τα πέντε σημάδια του βούρδουλα ήταν μαύρα. Στο τζάκι η φωτιά ήταν έτοιμη, η Ο δεν είχε παρά μ΄ ένα σπίρτο να βάλει φωτιά στο προσάνναμα που φλογίστηκε αμέσως. Κλώνια μηλιάς, κλώνια από δρυ πήραν αμέσως φωτιά με ψηλές, φωτεινές φλόγες, αρωματισμένες, σχεδόν αόρατες την ημέρα. Ένας άλλος υπηρέτης, τοποθέτησε πάνω στη κονσόλα απ΄ όπου αφήρεσαν τη λάμπα ένα δίσκο με φλυτζάνια του καφέ, κι έπειτα έφυγε. Η Ο προχώρησε προς τη κονσόλα, ενώ η Μόνικα και η Ιωάννα έμειναν όρθιες δεξιά κι αριστερά από το τζάκι. Τη στιγμή εκείνη μπήκαν δυο άντρες ενώ έφευγε ο πρώτος υπηρέτης. Η Ο νόμισε, πως στη φωνή του, αναγνώρισε έναν από αυτούς που την είχαν βιάσει χθες βράδυ. Τον κοίταζε κλεφτάτα, βάζοντας εν τω μεταξύ καφέ στα μικρά μαύρα και χρυσά φλυτζάνια. Φαίνεται πως ήταν αυτό το λεπτό αγόρι, τόσο νέο, ξανθό, που έμοιαζε με Άγγλο. Όταν συνέχισε να μιλά, δεν είχε καμμία αμφιβολία. Ο άλλος, ήταν κι αυτός ξανθός, κοντόχοντρος, με ένα παχύ μούτρο. Και οι δυο τους καθίσανε στις μεγάλες δερμάτινες πολυθρόνες, με τα πόδια προς τη φωτιά, καπνίσανε ήρεμα διαβάζοντας τις εφημερίδες των, χωρίς διόλου να ενδιαφερθούν για τις γυναίκες, σαν να μην ήταν εκεί. Κάθε τόσο, ακουγόταν ένα θρόισμα χαρτιού και τα ξύλα που ΄πεφταν. Κάθε τόσο, η Ο ξανάβαζε ξύλα στη φωτιά. Καθόταν σ΄ ένα μαξιλάρι κατάχαμα απέναντι από τη φωτιά. Απέναντί της η Μόνικα και η Ιωάννα. Τα φουστάνια τους είχαν μπλεχθεί στο πάτωμα. Ξαφνικά, όμως μονάχα έπειτα από μια ώρα, το ξανθό αγόρι φώναξε την Ιωάννα, κι έπειτα τη Μόνικα. Τους είπε να φέρουν το πουφ (εκείνο που ξάπλωσαν χθες βράδυ την Ο). Η Μόνικα δεν περίμενε άλλες διαταγές.

    Γονάτισε, έσκυψε, το στήθος της πάνω στη γούνα, κρατώντας με τις παλάμες της τις δυο άκρες του πουφ. Όταν το αγόρι είπε στην Ιωάννα ν΄ ανασηκώσει την κόκκινη φούστα, δεν σάλεψε. Τότε η Ιωάννα υπεχρεώθηκε, και το αγόρι έδωσε διαταγή με τις πιο σκληρές λέξεις, να ξεκουμπώσει το φόρεμά της και να πάρει στα δυο της χέρια, αυτό το σάρκινο σπαθί που τόσο σκληρά, τουλάχιστον μια φορά, είχε διαπεράσει την Ο. Φούσκωσε, σκλήρυνε μέσα στη κλειστή παλάμη, και η Ο είδε αυτά τα χέρια, τα λεπτά χέρια της Ιωάννας ν΄ ανοίγουν τα μπούτια της Μόνικας, και στο βάθος του να μπαίνει το αγόρι με μικρές κινήσεις που την έκαμαν να βογγά. Ο άλλος άντρας που έβλεπε δίχως να προφέρει λέξη, έκαμε νεύμα στην Ο να πλησιάσει και δίχως να πάψει να την κοιτάζει, αφού την έριξε προς τα εμπρός στην πολυθρόνα της - και το ανασηκωμένο φουστάνι της προσφέρει όλο το μήκος της μέσης της - χάρηκε με την παλάμη του το κάτω μέρος του κορμιού της. Έτσι τη βρήκε ο Ρενέ, όταν έπειτα από ένα λεπτό, άνοιξε τη πόρτα και μπήκε. «Μην κινηθείτε, σας παρακαλώ», είπε και κάθισε κατάχαμα στο μαξιλάρι όπου καθόντανε η Ο κοντά στο τζάκι, πριν τη φωνάξουν. Την κοίταξε προσεκτικά και χαμογελούσε κάθε φορά που το χέρι που την κρατούσε την σκάλιζε ή έμπαινε βαθύτερα μέσα της κάνοντάς την ν΄ αναστενάζει. Η Μόνικα είχε πριν από ώρα σηκωθεί, και η Ιωάννα σκάλιζε, στη θέση της Ο τη φωτιά. Έφερε στον Ρενέ, που της φίλησε το χέρι, ένα ποτήρι ουϊσκυ που το ήπιε δίχως να πάψει να κοιτάζει την Ο. Ο άντρας που την κρατούσε πάντα, είπε τότε: «Είναι δική σου; -Ναι, απάντησε ο Ρενέ. - Ο Ιάκωβος έχει δίκιο, επανέλαβε ο άλλος, είναι πολύ στενή, πρέπει να ευρηνθεί. -Οχι όμως και πάρα πολύ, είπεν ο Ιάκωβος. –Κατά τη γνώμη σας, είπε, καθώς σηκωνόταν ο Ρενέ, είσθε καλύτερος κριτής από μένα». Και χτύπησε το κουδούνι.

    Από τότε, και επί οχτώ ημέρες, ανάμεσα στο σούρουπο, τότε που τελείωνε την υπηρεσία της στη βιβλιοθήκη και τη νυχτερινή ώρα, οχτώ ή δέκα ώρες συνήθως, τότε που την πέρναν από εκεί - όταν συνέβαινε να την πάρουν -αλυσσοδεμένη και γυμνή κάτω από τη κόκκινη κάπα της, η Ο έφερε, στερεωμένο στη μέση της με τρεις μικρές αλυσσίδες κρεμασμένες από μια δερμάτινη ζώνη, ώστε να σπρώχνεται από την κίνηση των ποδιών της, ένα ομοίωμα ανδρικού φύλου εν διεγέρσει από εβονίτη. Μια μικρή αλυσσίδα που έφθανε ως το τρίγωνο του υπο
     
  2. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    Histoire d' O (2)

    ΣΕΡ ΣΤΕΦΕΝ


    Το διαμέρισμα όπου έμενε η Ο, βρισκόταν στο νησί Σαίν-Λουϊ, στο υπόγειο ενός παλαιού σπιτιού προσανατολισμένο στα νότια, προς τη πλευρά του Σηκουάνα. Τα δωμάτια είχαν φεγγίτες, πλατιά και χαμηλά, και όσα ήταν στη πρόσοψη, δηλαδή δυο, είχαν μπαλκόνια που προβάλλαν από το επικλεινές της στέγης. Ένα από αυτά ήταν το δωμάτιο της Ο. Το άλλο, που χρησίμευε για σαλόνι και γραφείο, είχε στον ένα του τοίχο ράφια με βιβλία, που πλαισίωναν το τζάκι. Απέναντι από τα δυο παράθυρα του είχε ένα μεγάλο ντιβάνι και απέναντι από το τζάκι ένα μεγάλο παλιού στυλ τραπέζι. Έτρωγαν εκεί, όταν η μικρή σάλα, ντυμένη σε πράσινο σκούρο, που έβλεπε στην εσωτερικήν αυλή, ήταν πράγματι αρκετά μικρή για τους καλεσμένους. Ένα άλλο δωμάτιο, πάλι στην αυλή, το χρησιμοποιούσε ο Ρενέ για να τακτοποιεί τα ρούχα του και να ντύνεται. Η Ο μοιραζόταν μαζί του το κίτρινο μπάνιο και τη μικροσκοπική κουζίνα που ήταν και αυτή κίτρινη. Μια βοηθός ερχόταν κάθε μέρα. Τα δωμάτια που βλέπαν στην αυλή είχαν κόκκινα τετράγωνα μωσαϊκά που σκέπαζαν τα σκαλοπάτια και τα κεφαλόσκαλα, έπειτα από το δεύτερο πάτωμα, καθώς τα παλιά παρισινά σπίτια. Αναβλέποντάς τα η Ο αισθάνθηκε ένα σοκ στην καρδιά της: ήταν ακριβώς τα ίδια καρρώ όπως των διαδρόμων του Ρουασσύ. Το δωμάτιο της ήταν μικρό, τα κλειστά ριντώ ροζ και μαύρα, η φωτιά έκαιγε πίσω από το μεταλλικό σύρμα, το κρεββάτι ήταν στρωμένο, η κουβέρτα τακτοποιημένη.

    «Σου αγόρασα ένα νάυλον πουκαμισάκι, είπε ο Ρενέ, γιατί δεν έχεις τέτοιο». Και πραγματικά, ένα πουκαμισάκι από άσπρο νάυλον, διπλωμένο και λεπτό σαν τα φορέματα των μικρών αιγυπτιακών αγαλμάτων, και σχεδόν διαφανές, ήταν ανοιχτό στο κρεββάτι, από το μέρος που κοιμόταν η Ο. Το σφίγγαν στη μέση με μια λεπτή ζώνη και το νάυλον ήταν τόσο λεπτό που οι προεξοχές του στήθους το χρωμάτιζαν ροζ. Όλα, εκτός από τις κουρτίνες και το πανώ από το ίδιο ύφασμα όπου ακουμπούσε το επάνω μέρος του κρεββατιού και οι δυο μικρές χαμηλές πολυθρόνες σκεπασμένες από το ίδιο ύφασμα, όλα ήσαν άσπρα σε τούτο το δωμάτιο: οι τοίχοι, το κρεββάτι και τα αρκουδοδέρματα που ήσαν κατά γης. Καθισμένη μπροστά στη φωτιά, στο λευκό της δωμάτιο, η Ο άκουγε τον εραστή της. Της είπε πρώτα απ΄ όλα πως δεν έπρεπε να θεωρείται στο εξής ελεύθερη. Και φυσικά ήταν ελεύθερη να μην εξακολουθήσει να τον αγαπά και να τον εγκαταλείψει αμέσως. Αλλά αν τον αγαπούσε, δεν διατηρούσε, κατά τίποτε, την ελευθερία της.

    Τον άκουγε δίχως να λέγει λέξη, σκεπτόμενη ότι ήταν πολύ ευτυχισμένη και θα ήθελε ν΄ αποδείξει στον ίδιο της τον εαυτό, αδιάφορο με ποιο τρόπο, πως του ανήκε, και ότι δεν ήταν τόσο αφελής, να πιστεύει πως τούτο το δόσιμο βρισκόταν πολύ πέρα από κάθε δοκιμασία. Να το υπελόγιζε άραγε και δεν το έδειχνε, γιατί αισθανόταν μια πρόσθετη ευχαρίστηση; Έβλεπε τη φωτιά. Καθώς εκείνος μιλούσε δεν τολμούσε ν΄ αντικρύσει το βλέμμα του, καθώς ήταν όρθιος και πηγαινοερχόταν μέσα στο δωμάτιο. Ξαφνικά της είπε πως ήθελε πρώτα απ΄ όλα να ξέσφιγγε τα γόνατά της και να έλυνε τα χέρια της. Γιατί ήταν πάνω στα ενωμένα γονατά της και με τα χέρια δεμένα γύρω από τα γόνατά της. Ανεσήκωσε τότε το υποκαμισάκι της, και περίμενε, καθισμένη πάνω στα γόνατά της, καθώς κάνουν οι Καρμελίτες ή οι Γιαπωνέζοι. Μονάχα που καθώς τα γόνατά της ήταν ανοιγμένα, ένοιωθε ανάμεσα από τα μισάνοιχτα μπούτια της, το ελαφρύ οξύ γαργάλισμα της άσπρης γούνας. Εκείνος επέμενε: δεν άνοιγε αρκετά τα πόδια της. Οι λέξεις «ά ν ο ι ξ ε» και η έκφραση «ά ν ο ι ξ ε τ ι ς γ ά μ π ε ς σ ο υ» φορτίζοταν στο στόμα του εραστού της με τόση ταραχή και δύναμη που δεν τις άκουγε ποτέ, δίχως να νοιώσει ένα είδος εσωτερικού προσκυνήματος, ιερής υποταγής, ωσάν ένας θεός, κι όχι εκείνος, να είχε μιλήσει. Παρέμεινε λοιπόν ακίνητη και τα χέρια της, με τις παλάμες ανοιχτές προς τα επάνω, κρεμόταν δεξιά κι αριστερά στα γόνατά της.

    Αυτό που της ζητούσε ο εραστής της ήταν απλό: να είναι πάντα και άμεσα προσιτή. Δεν του αρκούσε να γνωρίζει ποια ήταν, έπρεπε και να το πραγματοποιεί, δίχως το παραμικρό εμπόδιο, ώστε ο τρόπος που θα στεκόταν κι έπειτα τα φοράματά της, να την μετατρέπουν σε σύμβολο για τα έμπειρα μάτια. Τούτο εσήμαινε, σύνεχισε, δυο πράγματα. Το πρώτο, που το εγνώριζε και είχε ειδοποιηθεί από την πρώτη ημέρα της αφίξεώς της στον πύργο: τα γόνατά της που δεν έπρεπε να τα σταυρώσει και τα χείλη της που έπρεπε να παραμένουν ανοιχτά. Πίστευε, βέβαια πως τούτο δεν ήταν τίποτε (και το πίστευε πραγματικά), θα έβλεπε τότε, πως αντίθετα χρειαζόταν για να συμμορφώνεται σε τούτη τη πειθαρχία, μια συνεχής προσπάθεια προσοχής, που θα της θύμιζε, στο μυστικό που μοιραζότανε μαζί του, ίσως και μερικά άλλα, όμως ανάμεσα σε συνηθισμένες φροντίδες και ανάμεσα σε όσους δεν το γνώριζαν, την πραγματικότητα της θέσεώς της. Όσο για τα φορέματά της, ας φρόντιζε η ίδια για την εκλογή τους ή εν ανάγκη να τα εφεύρισκε έτσι ώστε το μισόγυμνο τούτο όπου την είχε υποχρεώσει καθώς μέσα στο αμάξι που την έφερνε στο Ρουασσύ, θα φαινόταν όχι πια αναγκαίο. Την επομένη θα έκαμε την επιλογή, στις ντουλάπες της, για τα φουστάνια της, στα συρτάρια για τα εσώρουχα, θα της άφηνε όλα όσα θα ΄βρισκε από ζώνες και σλιπς. Επίσης σουτιέν όμοια μ΄ εκείνο που για να της βλέπουν το στήθος έπρεπε να το κόψουν, τα κομπιναιζόν που το άνω μέρος σκέπαζε τα στήθη, οι μπλούζες και οι φούστες που δεν άνοιγαν από εμπρός, οι στενές, παρά πολύ στενές, φούστες, για να μην μπορούν να σηκωθούν με μια μονάχα κίνηση. Ας παρέγγελνε άλλα σουτιέν, άλλες μπλούζες, άλλες φούστες.

    Από εδώ και εμπρός θα πήγαινε στην κορσεδού της με γυμνά τα στήθη κάτω από τη μπλούζα της; Ναι, θα πήγαινε με γυμνά τα στήθη. Αν κάποιος το πρόσεχε, θα το εξηγούσε όπως αυτή το νόμιζε, ή δεν θα το εξηγούσε; Αυτό αφορούσε μονάχα την ίδια. Τώρα, για ό,τι έμεινε να της διδάξει, εκείνος θεώρησε πως έπρεπε να περιμένει μερικές ημέρες και επιθυμούσε να ντυθεί όπως θα ΄πρεπε να είναι. Θα εύρισκε στο μικρό συρτάρι της τουαλέτας όσο χρήμα θα είχε ανάγκη. Όταν σιώπησε, εκείνη ψιθύρισε «σ΄ αγαπώ» δίχως να κάνει τη παραμικρή κίνηση. Εκείνος ξανάβαλε ξύλα στη φωτιά, άναψε τη λάμπα δίπλα στο κομοδίνο της από ροζ οπαλίνα. Είπε τότε στην Ο να ξαπλώσει και να τον περιμένει και πως θα κοιμόταν μαζί της. Όταν επέστρεψε, η Ο άπλωσε το χέρι της για να σβύσει το φως: ήταν το αριστερό χέρι και, το τελευταίο πράγμα που είδε πριν το σκοτάδι εξαφανίσει τα πάντα, ήταν η σκοτεινή λάμψη του σιδερένιου δαχτυλιδιού της. Ήταν ξαπλωμένη στο πλευρό. Την ίδια στιγμή ο εραστής της είπε τ΄ όνομά της με μια φωνή μπάσσου και άρπαξε με τη παλάμη του το κάτω μέρος του υπογαστρίου, φέρνοντάς την προς το μέρος του.

    Την επομένη, όταν ακριβώς έμεινε η Ο, μόνη, με ρ ό μ π ν τ έ σ ά μ π ρ, στην πράσινη τραπεζαρία - ο Ρενέ είχε φύγει πολύ νωρίς και δεν επρόκειτο να επιστρέψει παρά αργά το βράδυ για να δειπνήσουν κάπου έξω – χτύπησε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο ήταν στο δωμάτιο κοντά στο κρεββάτι, κάτω από τη λάμπα. Η Ο κάθισε καταγής για να πάρει το ακουστικό. Ήταν ο Ρενέ, που ήθελε να μάθει αν η υπηρεσία είχε φύγει. Ναι, μόλις, σέρβιρε το πρόγευμα και δεν θα ξαναγύριζε παρά την επομένη το πρωϊ. «Άρχισες να διαλέγεις τα φορέματά σου;» είπε ο Ρενέ. - Θ΄ άρχιζα μόλις, απάντησε εκείνη, αλλά ξύπνησα πολύ αργά, έκανα μπάνιο και δεν ετοιμάσθηκα παρά για το μεσημέρι. - Είσαι ντυμένη; - Όχι, φορώ την νυχτικιά μου και τη ρόμπ ντέ σάμπρ. - Άφησε το ακουστικό, βγάλε τη ρόμπα σου και τη νυχτικιά». Η Ο υπάκουσε, τόσο όμως ήταν ταραγμένη που το ακουστικό γλύστρησε από το κρεββάτι. Το τοποθέτησε πάνω στο λευκό χαλί. Νόμιζε πως έγινε διακοπή. Όχι, δεν έγινε. «Είσαι γυμνή;», επανέλαβε ο Ρενέ. - Ναι, είπε, αλλά από που μου τηλεφωνείς; Δεν απάντησε στο ερωτημά της, προσθέτοντας μονάχα: «Κράτησες το δαχτυλίδι σου;». Ναι, το φορούσε. Τότε της είπε να μείνει όπως ήταν ως ότου γυρίσει και να ετοιμάσει έτσι τη βαλίτσα με τα φορέματα που ήθελε να τα ξεφορτωθεί. Κατόπιν σταμάτησε τη συνδιάλεξη.

    Ήταν περασμένη η μία μετά το μεσημέρι. Λίγος ήλιος φώτιζε, πάνω στο χαλί, την άσπρη νυχτικιά και το φόρεμα από βελούδο κοτλέ, σε πράσινο ανοιχτό, καθώς είναι τα φρέσκα αμύγδαλα, που άφησε να γλυστρήσουν από το σώμα της η Ο. Τα μάζεψε και τα πήγε στο λουτρό, τοποθετώντας τα σ΄ ένα ντουλάπι. Στο πέρασμά της, ένας από τους καθρέφτες πάνω στην πόρτα, που σχημάτιζε με τον τοίχο και μιαν άλλη πόρτα σκεπασμένη με καθρέφτη, ένα μεγάλο καθρέφτη με τρεις όψεις, που πρόβαλε ξαφνικά την εικόνα της: δεν φορούσε παρά τα πασούμια, σε χρώμα πράσινο σκούρο και το δαχτυλίδι. Δεν φορούσε ούτε κολλιέ, ούτε δερμάτινα βραχιόλια, και ήταν μόνη, μόνος θεατής του εαυτού της. Ποτέ όμως δεν είχε αισθανθεί τόσο ολοκληρωτικά δοσμένη σε μια θέληση έξω από τη δική της, τόσο απόλυτα σκλάβα, κι ακόμη πιο ευτυχής γιατί ήταν η σκλάβα του. Όταν έσκυβε για ν΄ ανοίξει κάποιο συρτάρι, έβλεπε τα στήθη της να κινούνται τρυφερά. Χρειάσθηκε περίπου δυο ώρες να τακτοποιήσει πάνω στο κρεββάτι της τα φορέματα που θα ΄πρεπε αργότερα να βάλει στη βαλίτσα. Για τα σλιπ, και ήταν αυτονόητο, έκαμε μ΄ αυτά μια μικρή στήλη πλάι σ΄ ένα μικρό κίονα. Για τα σουτιέν της, θα τα ΄παιρνε όλα: ήταν σταυρωτά στην πλάτη και κουμπώναν στα πλάγια. Και αντελήφθηκε πως θα μπορούσε να κάνει το ίδιο μοντέλο, αλλά τοποθετώντας το άνοιγμα, μπροστά, στη μέση, ακριβώς στο βαθούλωμα που έκαμαν τα δυο στήθη. Οι ζώνες δεν την δυσκόλεψαν πολύ. Εδίστασε πάντως αν έπρεπε να πάρει το φόρεμα με γκεπύρ από ροζ σατέν, που έδενε στην πλάτη κι έμοιαζε πολύ με τον κορσέ που φορούσε στο Ρουασσύ. Το έβαλε χωριστά στο κομοδίνο της.

    Ο Ρενέ θα αποφάσιζε επίσης και για τ΄ άλλα φορέματα που ήταν σφιχτά στο λαιμό και δεν ανοίγαν. Όμως μπορούσαν ν΄ ανασηκωθούν κι από τη μέση κι επάνω για να λεφτερώσουν τα στήθη. Αντίθετα όλες οι κομπιναιζόν, ήταν στοιβαγμένες πάνω στο κρεββάτι. Στο συρτάρι έμεινε μονάχα μια φούστα σχιστή στα πλάγια γαρνιρισμένη με ένα βολάν πλισσέ και μικρές δαντέλλες, που χρησίμευε σαν μισοφώρι, από μαύρο μαλλί πάρα πολύ ελαφρό, για να μην καταντά διαφανές. Χρειαζόταν κι άλλες φούστες, φωτεινές και κοντές. Πρόσεξε πως θα ΄πρεπε ακόμη ή να εγκαταλείψει τα ίσια φορέματα, ή να διαλέξει μοντέλα από ρόμπ μαντώ κουμπωμένα από πάνω ως κάτω. Και τότε θα έραβε μια φόδρα που θα ΄νοιγε κι αυτή καθώς το ίδιο το φόρεμα.
    Για όλα τ΄ άλλα ήταν εύκολο, όμως για τα εσώρουχά της, τι θα ΄λεγε η μοδίστρα της; Θα της εξηγούσε ότι ήθελε μια κινητή φόδρα, γιατί ήταν ευαίσθητη στο κρύο. Και πράγματι ήταν ευαίσθητη. Διερωτήθηκε ξαφνικά πως, τόσο λίγο προφυλαγμένη θα μπορούσε άραγε να υποφέρει το χειμερινό κρύο; Όταν επιτέλους τελείωσε, και κράτησε απ΄ όλόκληρη τη ντουλάπα μόνο τις μπλούζες της, αυτές που κούμπωναν πίσω από το κεφάλι, τη μαύρη πλισσέ της φούστα, τα παλτά της ασφαλώς, και το κοστούμι που φορούσε σπίτι από το Ρουασσύ, πήγε να ετοιμάσει το τσάι. Στην κουζίνα άναψε τον θερμοσίφωνα. Η υπηρεσία δεν ξαναγέμισε το πανέρι με ξύλα, κοντά στη φωτιά. Γέμισε το καλάθι, το ΄φερε κοντά στο τζάκι του σαλονιού, και άναψε τη φωτιά. Έτσι, όπως ήταν, τυλιγμένη πάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα, με τον δίσκο του τσαγιού, ξαναγύρισε. Αλλά τούτη τη φορά τον περίμενε γυμνή όπως την είχε διατάξει.

    Η πρώτη δυσκολία που συνάντησε η Ο ήταν στο επάγγελμά της. Δυσκολία που δεν περιγράφεται. Πιο σωστά θα λέγαμε, κατάπληξη. Η Ο εργαζόταν στο τμήμα μόδας ενός φωτογραφικού πρακτορείου. Τούτο εσήμαινε ότι εργαζόταν στο στούντιο όπου επόζαραν, ώρες ολόκληρες, τα παράξενα και τα πιο ωραία μανεκέν, διαλεγμένα από τους οίκους ραπτικής για να στολίσουν τα μοντέλα τους. Παραξενεύτηκαν. Εξεπλάγησαν το ότι η Ο είχε παρατείνει τις διακοπές της τόσο αργά και είχε απουσιάσει ακριβώς στην εποχή όπου η δραστηριότης ήταν πλέον έντονη, όταν θα παρουσίαζαν τη νέα μόδα. Τούτο όμως δεν ήταν τίποτε. Τους έκανε εντύπωση το πόσο είχε αλλάξει. Με την πρώτη ματιά δεν ήξερε κανείς σε τι και πως; Όμως ο καθένας το αισθανόταν τούτο και όσο την παρατηρούσε, όλο και περισσότερο επείθετο. Στεκόταν πλέον ευθυτενής, το βλέμμα της ήταν πιο καθαρό. Εκείνο που προξενούσε εντύπωση ήταν η τελειότητα της ακινησίας της και το μέτρο στις χειρονομίες της. Ντυνόταν πάντα πολύ απλά, καθώς οι κοπέλες που εργάζονται, όταν η δουλειά τους μοιάζει με τη δουλειά των αντρών. Όμως κι αν ήθελε με επιδεξιότητα ν΄ αποφύγει κάθε έλεγχο, οι άλλες κοπέλες που αποτελούσαν άλλωστε το αντικείμενο της εργασίας της, είχαν σαν ασχολία αλλά και επιδίωξη τα φορέματα, τα κοσμήματα, γρήγορα παρατήρησαν αυτό, που γι΄ άλλα μάτια, εκτός από τα δικά τους, θα περνούσε απαρατήρητο. Το φόρεμα που φορούσε κατάσαρκα, και που ιχνογραφούσαν, τόσο γλυκά τα στήθη - ο Ρενέ της επέτρεψε τελικά να το φορέσει - οι πτυχωτές φούστες που τόσο εύκολα στροβιλίζονταν, έδιναν κάπως την εντύπωση μιας διακριτικής στρατιωτικής στολής.

    Η Ο τα φορούσε συχνά. «Πολύ νέα κοπέλα», της είπε κάποια μια μέρα, πειρακτικά, ένα ξανθό μανεκέν με πράσινα μάτια, με ψηλά τα μήλα των παρειών, καθώς οι Σλάβοι με το σκουρόχρωμο δέρμα τους. «Αλλά, πρόσθεσε, έχετε άδικο να φοράτε καλτσοδέτες. Θα χαλάσετε τα πόδια σας». Και τούτο συνέβη γιατί η Ο, δίχως να το προσέξει κάθισε λοξά, στην άκρη μιας μεγάλης πέτσινης πολυθρόνας. Η κίνησή της προκάλεσε το τίναγμα της φούστας. Η κοπέλα είχε αντιληφθεί την αστραπή της γυμνής γάμπας, πάνω από ττην κατεβασμένη καλτσοδέτα, που σκέπαζε τα γόνατα και σταμάτησε ευθύς αμέσως. Η Ο την είδε να χαμογελά, τόσο παράξενα, σαν να διερωτάτο, τι αναρωτιόταν εκείνη και τι προς στιγμήν είχε φαντασθεί ή ίσως είχε καταλάβει. Τέντωσε τις κάλτσες, την μια έπειτα από την άλλη και τούτο ήταν πιο δύσκολο παρά όταν ήταν ήδη ανεβασμένες ως τα μπούτια της και τις συγκρατούσαν οι ζαρτιέρες. Απήντησε, σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί στη Ζακελίν -Δεν μ΄ αρέσουν οι ζώνες», απάντησε η Ο. Η Ζακελίν όμως δεν την άκουγε και κοίταζε πάντα το σιδερένιο δαχτυλίδι.

    Μέσα σε λίγες ημέρες, η Ο φωτογράφησε την Ζακελίν σε καμιά πενηνταριά πόζες. Δεν μοιάζαν με καμιά από τις προγούμενες. Ποτέ της, ίσως, δεν είχε συναντήσει τέτοιο μοντέλο. Όπως κι αν έχει το πράγμα, δεν απέσπασε ποτέ από κανένα πρόσωπο ή σώμα τόση εκφραστικότητα. Κι όμως δεν επρόκειτο παρά να καταστούν ωραιότερα τα μετάξια, τα γουναρικά, οι δαντέλλες με τη ξαφνική, μαγευτική ομορφιά που αποκτούσαν όλα τούτα, από την απλή μπλούζα ως το πολυτελέστατο βιζόν. Τα μαλλιά της ήταν κοντά κομμένα, πυκνά και ξανθά, μόλις οντουλαρισμένα. Σε κάθε της λέξη έγερνε λίγο το κεφάλι προς τον αριστερό ώμο και ακουμπούσε το μάγουλο στον ανασηκωμένο γιακά του γουναρικού. Η Ο την είδε κάποτε έτσι, χαμογελαστή και τρυφερή, τα μαλλιά ελαφρά ανασηκωμένα σαν να τα ώθησε μια ανεπαίσθητη ριπή ανέμου, και το γλυκό και σκληρό μάγουλο της να στηρίζεται στο γαλάζιο βιζόν, γκρι και τρυφερό σαν τη νωπή στάχτη από το ξύλο που έκαιγε στο τζάκι. Μισάνοιγε τα χείλη και μισόκλεινε τα μάτια. Κάτω από το λαμπρό και παγωμένο νερό της φωτογραφίας, θα ΄λεγε κανείς πως ήταν ευτυχισμένη, πνιγμένη, χλωμή, τόσο χλωμή.

    Η Ο έβγαλε ένα αντίγραφο της φωτογραφίας στο πιο ελαφρό γκρίζο τόνο. Έβγαλε και μια άλλη φωτογραφία της Ζακελίν που την συγκλόνισε ακόμα περισσότερο: απέναντι στο φως, με γυμνούς τους ώμους, το μικρό λεπτό κεφαλάκι της τυλιγμένο καθώς και το πρόσωπο μέσα σε μια μαύρη τουαλέτα με αραιό πλέξιμο, φορώντας μια γελοία διπλή εγκρέτα, που τα αδιόρατα νήματα τη στεφάνωναν σαν να'τανε καπνός. Φορούσε μια πελώρια μεταξωτή ρόμπα από βαρύ κεντημένο μετάξι, κόκκινη σαν τουαλέτα νύφης του Μεσαίωνα, που την κάλυπτε ως τα πόδια, απλωνόταν στους γοφούς, την έσφιγγε στη μέση και διέγραφε το στήθος. Ήταν αυτό που οι ράπτριες αποκαλούν «τ ο υ α λ έ τ α ν τ έ γ κ α λ ά» και που ποτέ κανείς δεν φοράει. Από κόκκινο μετάξι ήταν επίσης τα σανδάλια με πολύ υψηλά τακούνια. Και όσην ώρα η Ζακελίν στεκόταν μπροστά στην Ο με τούτο το φόρεμα, και τούτα τα σανδάλια, και τούτη τη τουαλέτα - σαν μια προφητεία μάσκας -, η Ο συμπλήρωνε μέσα της, τροποποιούσε μέσα της το μοντέλο: τόσο λίγο όμως - πιο σφιγμένη η μέση, πιο προσφερόμενα τα στήθη - και ήταν το ίδιο φόρεμα όπως στο Ρουασσύ, το ίδιο που φορούσε η Ιωάννα, το ίδιο βαρύ, γυαλιστερό, τσακιστό μετάξι που ανασηκώνεις με τα δυο σου χέρια, όταν σου λένε...

    Ναι, με τα δυο της χέρια το ανεσήκωνε η Ζακελίν, για να κατεβεί από την πλατφόρμα όπου, επόζαρε εδώ κι ένα τέταρτο. Ήταν το ίδιο θρόισμα ξηρών φύλλων. Κανείς άραγε δεν φορά τούτα τα φορέματα «γκαλά»; Και βέβαια. Η Ζακελίν είχε κι αυτή στο λαιμό, ένα σφιχτό χρυσό κολλιέ και τους καρπούς δυο χρυσά βραχιόλια. Η Ο σκέφθηκε πως η Ζακελίν θα ήταν ομορφότερη με ένα κολλιέ δερμάτινο και δερμάτινα βραχιόλια. Και τούτη τη φορά, κάτι που ποτέ ως τώρα δεν το είχε κάνει, ακολούθησε τη Ζακελίν στο μεγάλο δωμάτιο κοντά στο στούντιο, όπου τα μοντέλα ντυνόταν και μακιγιάρονταν, άφηναν τα ρούχα τους και τα κοκκινάδια της δουλειάς όταν φεύγανε. Στάθηκε όρθια στην πόρτα, τα μάτια καρφωμένα στον καθρέφτη, όπου είχε καθίσει η Ζακελίν δίχως να βγάλει το ρούχο της. Ο καθρέφτης ήταν τόσο μεγάλος - κατελάμβανε το βάθος του τοίχου, ενώ το τραπεζάκι ήταν από γυαλί μαύρο - ώστε έβλεπε ταυτόχρονα, τη Ζακελίν, τον εαυτό της και την εικόνα της κομμώτριας που της έβγαζε τις εγκρέτες και το τούλι. Η Ζακελίν αφαίρεσε μόνη της το κολλιέ και τ΄ ανασηκωμένα μπράτσα της έμοιαζαν με δυο λαβές αγγείου. Λίγος ιδρώτας έλαμπε κάτω από τις αποτριχωμένες μασχάλες της (γιατί, σκέφθηκε η Ο, τι κρίμα, είναι τόσο ξανθιά) και η Ο αισθάνθηκε τη βαριά και λεπτή οσμή, κάπως φυτική, και διερωτήθη ποιο άραγε άρωμα να χρησιμοποιούσε η Ζακελίν - ποιο άρωμα έπρεπε να βάλουν στη Ζακελίν. Κατόπιν η Ζακελίν έβγαλε τα βραχιόλια της, τ΄ άφησε επάνω στο γυάλινο τραπεζάκι, όπου, για μια στιγμή ακούστηκε σαν ένας θόρυβος από αλυσσίδες. Ήταν τόσο φωτεινά τα μαλλιά της όσο μελαχροινό ήταν το δέρμα της, μπεζ σαν τη λεπτή άμμο όταν μόλις έχει αποσυρθεί το κύμα από πάνω της. Στη φωτογραφία το κόκκινο μετάξι θα έβγαινε μαύρο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τα πυνκά βλέφαρα, που η Ζακελίν έβαζε παρά τη θέλησή της, ανασηκώθηκαν, και η Ο συνάντησε μέσα στον καθρέφτη το τόσο ευθύ, τόσο ακίνητο βλέμμα της που ενώ δεν μπορούσε να αποσπάσει από πάνω του το δικό της βλέμμα, αισθανόταν να κοκκινίζει σιγά - σιγά. Αυτό ήταν όλο «Με συγχωρείτε, είπε η Ζακελίν, πρέπει να γδυθώ». «Συγνώμη», ψυθίρισε η Ο, και ξανάκλεισε την πόρτα. Την επομένη πήρε μαζί της τα δοκίμια των κλισσέ που έβγαλε την προηγούμενη, δίχως να γνωρίζει αν επιθυμούσε ή όχι, να τα δείξει στον εραστή της, αφού θα ΄βγαινε μαζί του απόψε να δειπνήσουν. Την ώρα που μακιγιάρονταν μπροστά στον καθρέφτη του δωματίου της, κοίταζε τις φωτογραφίες και, διέκοπτε για να παρακολουθήσει με το δάχτυλο πάνω στη φωτογραφία, τη γραμμή ενός φρυδιού, το σχέδιο ενός χαμόγελου. Όταν όμως άκουσε το θόρυβο του κλειδιού στην κλειδαριά, τις έκρυψε στο συρτάρι.

    Η Ο, εδώ και δυο εβδομάδες, πάντα καλοντυμένη - αν και δεν ήταν τούτο στις συνήθειες της - βρήκε ένα βράδυ επιστρέφοντας από το στούντιο ένα σημείωμα του εραστή της που την παρακαλούσε να είναι έτοιμη στις οκτώ, για να φάνε έξω μαζί με έναν από τους φίλους του. Ένα αμάξι θα περνούσε να την πάρει κι ο σωφέρ θ΄ ανέβαινε να την ζητήσει. Το υστερόγραφο καθόριζε πως έπρεπε να πάρει μαζί της το γούνινο σακάκι της, να έβαζε κατάμαυρο φόρεμα (το κ α τ ά μ α υ ρ ο ήταν υπογραμμισμένο), και να φροντίσει να μακιγιαριστεί και να βάλει άρωμα όπως στο Ρουασσύ. Η ώρα ήταν έξι. Κατάμαυρα ντυμένη και για δείπνο - ήταν κατά τα μέσα Δεκεμβρίου - έκανε κρύο, και τούτο εσήμαινε κάλτσες από μαύρο νάυλον, μαύρα γάντια και με φούστα πλισσέ που άνοιγε σαν βεντάλια ή το με ανοιχτό κορσάζ φόρεμα σαν και αυτά που φορούσαν οι άντρες στον 16ον αιώνα, που υπεγράμμιζε έντονα το στήθος της. Της φάνηκε τόσο παράξενο, μόλις τακτοποίησε τα φορέματά της πάνω στο κρεββάτι και κάτω τα μαύρα σκαρπίνια της, με το λεπτό σαν βελόνα τακούνι, ότι έννοιωθε ελεύθερη και μόνη στο δικό της λουτρό, να περιποιείται τον εαυτό της καθώς στο Ρουασσύ. Το μακιγιάζ που χρησιμοποιούσε δεν ήταν σαν αυτά του πύργου. Βρήκε στο συρτάρι της τουαλέτας της, ρουζ πυκτό για τα μάγουλα - αν και δεν έβαζε ποτέ - και μ΄ αυτό υπεγράμμισε το φωτοστέφανο του στήθους της. Ήταν ένα ρουζ που μόλις διακρινόταν όταν το έβαζαν και που αργότερα σκούραινε.

    Ενόμισε, αρχικά, ότι είχε βάλει πολύ και το έσβυνε με λίγο οινόπνευμα - έσβυνε μάλλον δύσκολα - και ξανάρχισε: ένα σκούρο ροζ παπαρούνας άνθισε στην άκρη των στηθιών της. Μάταια προσπάθησε να βάψει μ΄ αυτό τα χείλη που κρυβόταν στο υπογάστριό της. Εκεί δεν έπιανε. Βρήκε τέλος, ανάμεσα στα διάφορα σωληνάρια από ρουζ για τα χείλη, που τα είχε μέσα στο ίδιο συρτάρι, ένα από αυτά τα ρουζ (τα μεταφιλικά) που δεν τα χρησιμοποιούσε γιατί ήταν πολύ ξερά, και σημάδευαν το στόμα για πολλή ώρα. Για εκεί, ήταν κατάλληλο. Έσιαξε τα μαλλιά της, το πρόσωπο κι έβαλε άρωμα. Ο Ρενέ της το είχε δώσει μέσα σ΄ ένα σπρέι που το εξακόντιζε σε πυκνό νέφος. Αγνοούσε τ΄ όνομά του. Όμως μύριζε σαν ξερό ξύλο και φυτά των λιμνών, στυφά και κάπως άγρια. Το νέφος έλοιωνε και κυλούσε πάνω στο δέρμα της, στο τρίχωμα της μασχάλης και του υπογαστρίου, σε μικροσκοπικές σταγόνες. Η Ο είχε διδαχθεί στο Ρουασσύ τη βραδύτητα: αρωματίσθηκε τρεις φορές, κι άφηνε κάθε φορά το άρωμα να στεγνώνει επάνω της. Έβαλε πρώτα τις κάλτσες της και τα ψηλά της παπούτσια, έπειτα το μεσοφόρι, τη φούστα, τη ζακέτα. Έβαλε τα γάντια της, πήρε τη τσάντα της. Εκεί μέσα έβαλε τη πούδρα της, το ρουζ, μια χτένα, το κλειδί και χίλια φράγκα. Έβγαλε από τη ντουλάπα τη γούνα, κοίταξε την ώρα: ήταν οκτώ παρά τέταρτο. Κάθισε λοξά στην άκρη του κρεββατιού, και το βλέμμα της στραμμένο προς το ξυπνητήρι, περίμενε δίχως να κινείται, το κουδούνισμα.

    Όταν, τέλος το άκουσε και σηκώθηκε για να φύγει παρατήρησε στον καθρέφτη της τουαλέτας της, πριν σβήσει το φώς, το τολμηρό, γλυκό και υπάκουο βλέμμα της. Όταν έσπρωξε την πόρτα του μικρού ιταλικού εστιατορίου όπου είχε σταματήσει το αυτοκίνητο, τον πρώτον που είδε στο μπαρ, ήταν ο Ρενέ. Της χαμογέλασε με τρυφερότητα, της έπιασε το χέρι και στρεφόμενος προς ένα είδος αθλητού με γκρίζα μαλλιά, τον παρουσίασε αγγλιστί: Σερ Στέφεν Χ. Της πρόσφεραν ένα ταμπουρέ ανάμεσα στους δυο άντρες και καθώς έκαμε ν΄ ανέβει ο Ρενέ της είπε ψιθυριστά να προσέχει μήπως τσαλακώσει το φόρεμά της. Την βοήθησε να βγάλει προς τα έξω τη φούστα της κι εκείνη αισθάνθηκε στο δέρμα της το ψυχρό δέρμα και το στρογγυλό μέταλλο που το περιέβαλε. Μισοκάθισε από φόβο μήπως καθίμενη κανονικά της έλθει η επιθυμία να σταυρώσει τα γόνατά της. Η φούστα της απλωνόταν ολόγυρά της. Το δεξί της τακούνι ήταν σκαλωμένο σ΄ ένα από τα σίδερα του ταμπουρέ και η άκρη του αριστερού ποδιού της ακουμπούσε στη γη. Ο Άγγλος, που χωρίς να πει λέξη είχε υποκλιθεί μπροστά της, δεν την έχανε από τα μάτια του. Παρετήρησε ότι κοίταζε τα γόνατά της, τα χέρια της και τέλος τα χείλη της, όμως τόσο ήρεμα και με μια τόση λεπτομερειακή προσοχή σίγουρη για τον εαυτό της, ώστε η Ο, αισθάνθηκε ότι την ζύγιζαν σαν όργανο - που γνώριζε τον προορισμό του, και σαν εξαναγκασμένη από το βλέμμα του, κι ας το πούμε, παρά τη δική της θέληση, έβαλε τα γάντια της: γνώριζε ότι αυτός θα μιλούσε μόλις θα είχε τα χέρια της γυμνά - γιατί τα χέρια της ήταν παράξενα, κι έμοιαζαν πιότερο με χέρια αγοριού παρά με γυναικεία, και γιατί έφερε στο μεσσαίο δάχτυλο το σιδερένιο δαχτυλίδι με την τριπλή χρυσή στροφή. Όμως δεν μίλησε, δεν είπε τίποτε. Χαμογέλασε: είχε δει το δαχτυλίδι.

    Ο Ρενέ έπινε ένα Μαρτίνι, ο Σερ Στέφεν ουϊσκι. Το ήπιε αργά, περίμενε να πιει κι ο Ρενέ το δεύτερο Μαρτίνι του καθώς και η Ο το χυμό της που ο Ρενέ της είχε παραγγείλει, εξηγώντας πως αν η Ο ήθελε να τον ευχαριστήσει συμφωνόντας μαζί του, θα πήγαιναν να γευματίσουν στην αίθουσα του υπογείου, που ήταν πιο μικρή και πιο ήσυχη από αυτήν του ισογείου, που συνέχιζε το μπαρ. «Βεβαίως», είπε η Ο, παίρνοντας, ταυτόχρονα, από το μπαρ τη τσάντα της και τα γάντια. Τότε, για να την βοηθήσει να κατέβει, ο Σερ Στέφεν της έτεινε το δεξί χέρι, όπως κι εκείνη έβαλε το δικό της και φιλώντας το, επιτέλους, ήταν για να της πει, πως είχε χέρια για να φορούν σίδερα, τόσο πολύ της ταίριαζε το σίδερο. Όμως καθώς τα έλεγε Αγγλικά, υπήρχε ένα ελαφρό διφορούμενο στις λέξεις, και δίσταζε κανείς αν έπρεπε να εννοήσει μόνο το μέταλλο ή επρόκειτο - κυρίως - για αλυσσίδες. Στην αίθουσα του υπογείου, που ήταν ένα απλό υπόγειο, ασβεστωμένο αλλά χαρούμενο και δροσερό, δεν υπήρχαν παρά τέσσερα τραπέζια, που μόνο στο ένα καθόταν πελάτες που σχεδόν τελείωναν το φαγητό τους. Στους τοίχους, σαν τοιχογραφία, ήταν ζωγραφισμένος ένας γαστρονομικός και τουριστικός πίνακας της Ιταλίας, με χρώματα απαλά όπως της βανίλιας, του φυστικιού ή της πραλίνας με φρέσκια κρέμα. Η Ο σκέφθηκε πως θα ζητούσε ένα παγωτό μετά το δείπνο. Αισθανόταν ευτυχισμένη και ανάλαφρη, καθώς το γόνατο του Ρενέ ακουμπούσε στο δικό της κάτω από το τραπέζι, και όταν μιλούσε, ήξερε πως μιλούσε για εκείνην. Κι εκείνος κοίταζε τα χείλη της. Της επέτρεψαν να πάρει παγωτό, όχι όμως και καφέ. Ο Σερ Στέφεν παρακάλεσε την Ο και τον Ρενέ να δεχθούν να πάρουν τον καφέ στο σπίτι του. Όλοι τους εδείπνησαν πολύ ελαφρά, και η Ο αντελήφθηκε πως εφρόντισαν να μην πιουν και να την αφήσουν να πει ακόμη λιγότερο. Μισό μπουκάλι κιάντι οι τρεις τους. Δείπνησαν επίσης γρήγορα: ήταν μόλις εννιά. «Έδιωξα τον οδηγό, είπε ο Σερ Στέφεν. Θέλετε Ρενέ να οδηγήσετε εσείς; Το απλούστερο είναι να πάμε κατ΄ ευθείαν στο σπίτι μου». Ο Ρενέ κάθισε στο τιμόνι, η Ο κάθισε πλάι του, ο Σερ Στέφεν, πλάι της. Το αμάξι ήταν μια Μπουϊκ και χωρούσε άνετα τρεις στο πίσω κάθισμα.

    Έπειτα από τη γέφυρα του Άλμπα, το Κούρ-λά- Ρέν ήταν φωτεινό, γιατί τα δένδρα δεν έιχαν πια φύλλα και η Πλάς Κονκόρντ, ακτινοβολούσα και στεγνή, και, πάνω της σκοτεινός φθινοπωρινός ουρανός, όπου το χιόνι μαζεύεται και δεν αποφασίζει να πέσει. Η Ο άκουσε ένα μικρό θόρυβο και αισθάνθηκε τον ζεστό αέρα ν΄ ανεβαίνει ανάμεσα απ΄ τα πόδια της: ο Σερ Στέφεν άναψε το καλοριφέρ. Ο Ρενέ ακολουθούσε ακόμη τον Σηκουάνα στη δεξιά όχθη, έπειτα έστριψε στο Πόν Ρουαγιάλ για να περάσει στην αριστερή όχθη. Το νερό έμοιαζε ακίνητο και μαύρο σαν τις πέτρες. Κάτι τέτοιες πολύτιμες πέτρες - τον αιματήτη λίθο - σκέφθηκε η Ο, που είναι μάυρος. Όταν ήταν δεκα πέντε χρόνων, η καλύτερη φίλη της, τριάντα χρόνων και που ήταν ερωτευμένη μ΄ αυτήν, φορούσε ένα δαχτυλίδι από αιματήτη, κι ολόγυρα μικρά διαμαντάκια. Η Ο θα ήθελε ένα κολλιέ από τέτοιες μαύρες πέτρες έστω και χωρίς διαμάντια, ένα κολλιέ σφικτά βαλμένο στο λαιμό. Όμως αυτά που της έδιναν τώρα - όχι, δεν της τα έδιναν πια - θα ήθελε άραγε να τ΄ ανταλλάξει με το κολλιέ από αιματήτη, για τους αιματήτες του ονείρου; Ξαναείδε το ελεεινό δωμάτιο όπου η Μαριόν την είχε πάει, πίσω από το σταυροδρόμι Τουρμπλιγκό, και πως είχε λύσει μόνη της, κι όχι η Μαριόν, τις μαθητικές κοτσίδες της, όταν η Μαριόν την έγδυσε και την ξάπλωσε στο σιδερένιο κρεββάτι. Ήταν ωραία η Μαριόν όταν την χάιδευαν και είναι αλήθεια πως υπάρχουν μάτια που μπορούν να μοιάσουν με αστέρια. Τα δικά της μοιάζαν με γαλάζια, τρεμάμενα αστέρια. Ο Ρενέ σταμάτησε το αμάξι. Η Ο δεν ανεγνώρισε το μικρό δρόμο, έναν απ΄ αυτούς που ενώνουν διαγωνίως τον οδό Πανεπιστημίου με την οδό της Λίλλ.

    Το διαμέρισμα του Σερ Στέφεν ήταν στο βάθος μιας αυλής, στην πτέρυγα ενός παλιού ξενοδοχείου και τα δωμάτιά του ήταν στη σειρά. Αυτό που ήταν στην άκρη των άλλων φαινόταν μεγαλύτερο και πιο αναπαυτικό, επιπλωμένο με αγγλικό γούστο σε σκούρο ξύλο και απαλά μετάξια, κίτρινα και γκρίζα. «Δεν σας ζητώ να φροντίσετε τη φωτιά, είπε ο Σερ Στέφεν στην Ο, όμως αυτός ο καναπές είναι για σας. Καθίστε παρακαλώ. Ο Ρενέ θα κάμει τον καφέ, κι εγώ θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μ΄ ακούσετε». Ο μεγάλος καναπές από ανοιχτόχρωμο δέρμα ήταν κάθετα στο τζάκι, απέναντι από τα παράθυρα που βλέπανε στον κήπο, και η πλάτη του, ήταν στραμμένη προς εκείνα που έβλεπαν στην αυλή. Η Ο έβγαλε τη γούνα της και τη τοποθέτησε στη ράχη του σοφά. Όταν γύρισε, παρατήρησε πως ο εραστής της και ο φιλοξενούμενός του περίμεναν όρθιοι, να υπακούσει στην πρόσκληση του Σερ Στέφεν. Άφησε τη τσάντα της κοντά στη γούνα, έβγαλε τα γάντια της. Πότε, επιτέλους, θα μάθαινε, και θα το μάθαινε άραγε ποτέ; - να κάνει μια κίνηση αρκετά φευγαλέα ανασηκώνοντας το φουστάνι της ώστε κανείς να μη το προσέξει και να είχε ξεχάσει τη γυμνότητά της και την υποταγή της; Όχι, πάντως, όσο ο Ρενέ και αυτός ο ξένος θα την κοίταζαν σιωπηλά, όπως έκαναν τούτη τη στιγμή. Τελικά υπεχώρησε κι ο Σερ Στέφεν, δυνάμσε τη φωτιά. Ξαφνικά ο Ρενέ πήγε πίσω από τον σοφά και αρπάζοντας την Ο από το λαιμό και από τα μαλλιά, ρίχνοντας το κεφάλι της στη ράχη του σοφά τη φίλησε, στο στόμα, τόσο παρατεταμένα και τόσο βαθειά που εκείνη έχανε την αναπνοή της και αισθανόταν το υπογάστριό της να λοιώνει και να καίει. Δεν την άφησε παρά για να της πει πως την αγαπά, αρπάζοντάς την και πάλι. Τα χέρια της Ο, λυμένα και γυρισμένα με την παλάμη στον αγέρα, ακουμπούσαν πάνω στο μαύρο φόρεμα της που απλωνόταν ολόγυρά της.

    Ο Σερ Στέφεν είχε πλησιάσει και όταν ο Ρενέ την άφησε εντελώς, και εκείνη ξανάνοιξε τα μάτια της, αντίκρυσε το γκρίζο και ίσιο βλέμμα του Άγγλου. Ζαλισμένη καθώς ήταν ακόμη και ασθμαίνουσα από ευτυχία, δεν δυσκολεύτηκε ν΄ αντιληφθεί ότι την θαύμαζε και την ποθούσε. Ποιος θα μπορούσε ν΄ αντισταθεί στο υγρό μισανοιγμένο στόμα της, στα φουσκωμένα χείλη της, στον άσπρο λαιμό της, ξαπλωμένο πάνω στον μαύρο γιακά της, στα πιο μεγάλα και πιο φωτεινά μάτια της που δεν χαμήλωναν; Όμως η μόνη χειρονομία που επέτρεψε στον εαυτό του ο Σερ Στέφεν ήταν να χαϊδέψει ελαφρά με το δάχτυλο τα φρύδια της, κι έπειτα τα χείλη της. Κάθισε απέναντί της από την άλλη πλευρά του τζακιού, κι όταν έκανε το ίδιο και ο Ρενέ, μίλησε. «Νομίζω, είπε, πως ο Ρενέ δεν σας έκανε ποτέ λόγο την οικογένειά του. Ίσως να ξέρετε πως η μητέρα του, πριν παντρευτεί τον πατέρα του, ήταν σύζυγος ενός Άγγλου, που κι αυτός είχε έναν γιο από πρώτο γάμο του. Είμαι αυτός ο γιος κι εκείνη με ανέθρεψε, εως ότου εγκατέλειψε τον πατέρα μου. Δεν έχω επομένως καμιά συγγένεια με τον Ρενέ, αν και, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε αδέλφια. Το ότι ο Ρενέ σας αγαπά, αυτό το ξέρω. Θα το είχα μαντέψει και δίχως να μου το είχε πει, κι ακόμα δίχως να σαλέψει. Αρκεί να βλέπει κανείς πως σας κοιτάζει. Γνωρίζω επίσης πως είσθε από εκείνες που πήγαν στο Ρουασσύ και φαντάζομαι ότι θα ξαναγυρίσετε εκεί. Κατ΄ αρχήν, το δαχτυλίδι που φέρετε μου δίνει το δικαίωμα να σας έχω, καθώς κι όλοι εκείνοι που γνωρίζουν την έννοιά του. Δεν θα επρόκειτο τότε παρά για μια φευγαλέα δέσμευση. Όμως αυτό που περιμένουμε από σάς είναι σοβαρότερο. Λέγω - εμείς - γιατί βλέπετε πως ο Ρενέ σωπαίνει. Αν είμεθα αδέλφια, είμαι ο πρωτότοκος, δέκα χρόνια μεγαλύτερός του. Υπάρχει επίσης μεταξύ μας μια ελεύθερη σχέση τόσο παλιά και τόσο απόλυτη ώστε ό,τι πάντα του ανήκε ήταν δικό μου και κάθε τι δικό μου, δικό του. Θέλετε να συμμετέχετε κι εσείς; Σας παρακαλώ να έχω την ομολογία σας που θα σας δεσμεύσει περισσότερο από την υποταγή σας που τη γνωρίζω. Θεωρήστε πριν μου απαντήσετε πως δεν είμαι και δεν μπορώ να είμαι τίποτε άλλο παρά μια άλλη μορφή του εραστή σας: δεν θα έχετε πάντα παρά έναν αφέντη. Φοβερότερος, βέβαια, από τους άντρες στους οποίους σας είχαν παραδώσει στο Ρουασσύ, γιατί θα είμαι παρών κάθε μέρα, και γιατί, εξάλου, έχω την αδυναμία της συνήθειας και της τελετουργίας».

    Η ήρεμη και κατασταλαγμένη φωνή του Σερ Στέφεν ακουγόταν μέσα σε μια απόλυτη σιωπή. Ακόμη και οι φλόγες μέσα στο τζάκι φώτιζαν αθόρυβα. Η Ο έμοιαζε, πάνω στο σοφά σαν πεταλούδα καρφωμένη σε μια μακρυά καρφίτσα καμωμένη από λόγια και βλέμματα που διέσχιζε τη μέση του κορμού της και στήριζε τη γυμνή μέση της πάνω στο χλιαρό μετάξι. Δεν ήξερε που ήταν ούτε τα στήθη της, ούτε ο λαιμός της, ούτε τα χέρια της. Αλλά οι συνήθειες και οι τελετουργίες που άκουγε, ήξερε καλά, πως είχαν σαν αντικείμενο, εκτός από τα μισανοιγμένα μπούτια και άλλα μέρη του σώματός της. Οι δυο άντρες καθόταν αντικρυστά.

    Ο Ρενέ κάπνιζε, αλλ΄ είχε ανάψει, πλάι του, μια από αυτές τις λάμπες με μαύρο αμπαζούρ που απορροφούν τον καπνό και τον αγέρα, που μύριζε τη νυχτερινή δροσιά, έτσι καθώς τον καθάριζε η φωτιά του ξύλου. «Θα μου απαντήσετε ή θέλετε να γνωρίζετε περισσότερα;», είπε πάλι ο Σερ Στέφεν. - Αν δέχεσαι, είπε ο Ρενέ, θα σου εξηγήσω εγώ ο ίδιος τις π ρ ο τ ι μ ή σ ε ι ς του Σερ Στέφεν - . «Τις α π α ι τ ή σ ε ι ς», διόρθωσε ο Σερ Στέφεν. Το πιο δύσκολο σκεφτόταν η Ο, δεν ήταν ν΄ αποδεχθεί, και ήξερε καλά πως κανείς τους δεν αντιμετώπιζε, ούτε για ένα δευτερόλεπτο, ούτε και η ίδια, πως θα μπορούσε ν΄ αρνηθεί. Το δυσκολότερο ήταν, απλούστατα, να μιλήσει. Τα χείλη της έκαιγαν, το στόμα της ήταν στεγνό, το σάλιο της έλειπε, ένα άγχος φόβου και επιθυμίας, της έσφιγγε το λαιμό, και τα χέρια της ήταν κρύα και υγρά. Όχι όμως. Δυο βλέμματα κυνηγούσαν το δικό της και δεν μπορούσε - και δεν ήθελε - ν΄ αποφύγει. Την τραβούσαν προς ό,τι νόμιζε πως είχε για πολύ καιρό αφήσει, ίσως και για πάντα, στο Ρουασσύ. Γιατί από τότε που επέστρεψαν, ο Ρενέ μόνο την χάιδευε και το σύμβολο τ ο ό τ ι α ν ή κ ε σε όσους γνώριζαν το μυστικό του δαχτυλιδιού της, είχε παραμείνει δίχως συνέπεια. Ή ίσως δεν συνάντησε κανένα που να το γνώριζε, ή αυτοί που το γνώριζαν είχαν σωπάσει - το μόνο πρόσωπο που υποπτευόταν ήταν η Ζακελίν (κι αν η Ζακελίν ήταν στο Ρουασσύ, γιατί δεν φορούσε κι αυτή το δαχτυλίδι; Εξ΄ άλλου, ποιο δικαίωμα είχε πάνω της η Ζακελίν, αν συμμετείχε σε τούτο το μυστικό;). Μήπως έπρεπε να κινηθεί για να μιλήσει; Δεν μπορούσε όμως να κινηθεί με τη δική της θέληση - μια διαταγή θα την έκανε αμέσως να σηκωθεί. Όμως τούτη τη φορά, αυτό που της ζητούσαν δεν ήταν να υπακούσει σε μια διαταγή, ήταν να προτρέξει των διαταγών, να θεωρούσε η ίδια τον εαυτό της σκλάβο, και να παραδοθεί γιατί ήταν σκλάβα. Αυτό το αποκαλούσαν ομολογία. Θυμήθηκε πως ποτέ της δεν είχε πει στο Ρενέ άλλο από το «σ΄ αγαπώ» και «είμαι δική σου». Φαίνεται πως σήμερα ήθελαν να μιλήσει και ν΄ αποδεχθεί με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια αυτό, που ως τώρα, μόνο η σιωπή είχε αποδεχθεί. Τέλος, σηκώθηκε, και ωσάν αυτό που επρόκειτο να πει την έπνιγε, ξεκούμπωσε τις πρώτες αγκράφες του φορέματός της ως τη χωρίστρα των στηθιών. Έπειτα ορθώθηκε εντελώς. Τα γόνατά της και τα χέρια της έτρεμαν. «Είμαι δική σου, είπε τελικά στον Ρενέ. Θα είμαι αυτό που εσύ θα θελήσεις να είμαι. - Όχι, είπε εκείνος, δ ι κ ή σ α ς. Επανέλαβε έπειτα από μένα: Είμαι δική σας, θα είμαι αυτό που θα θελήσετε να είμαι».

    Τα γκρίζα και σκληρά μάτια του Σερ Στέφεν δεν την εγκατέλειπαν ποτέ, ούτε και του Ρενέ, που μέσα τους χανόταν, επαναλαμβάνοντας αργά έπειτα από αυτόν, τις φράσεις που της υπαγόρευε, μεταφέροντάς τες στο πρώτο πρόσωπο, σαν άσκηση γραμματικής. «Αναγνωρίζεις σε μένα και στον Σερ Στέφεν το δικαίωμα...», έλεγε ο Ρενέ, και η Ο επανελάμβανε όσο μπορούσε καθαρότερα: «Αναγνωρίζω σε σένα και στον Σερ Στέφεν το δικαίωμα...». Το δικαίωμα να διαθέτουν το σώμα της κατά το κέφι τους, οπουδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο θα θέλανε, το δικαίωμα να την κρατούν αλυσσοδεμένη, το δικαίωμα να την μαστιγώνουν σαν σκλάβα ή σαν μια κατάδικη για ένα ασήμαντο σφάλμα ή για το κέφι τους, το δικαίωμα να μην υπολογίζουν ούτε τις παρακλήσεις, ούτε τις φωνές της, αν την έκαναν να φωνάξει. «Μου φαίνεται, είπε ο Ρενέ, ότι σε τούτο το σημείο ο Σερ Στέφεν θα ήθελε να σε έπαιρνε από μένα, και από τον ίδιο τον εαυτό σου και ότι επιθυμεί να σου δώσει λεπτομέρειες των απαιτήσεών του». Η Ο άκουγε τον εραστή της, και τα λόγια που της είχε πει στο Ρουασσύ, ξαναρχόταν στη μνήμη της, ήταν σχεδόν τα ίδια λόγια. Όμως τότε τα είχε ακούσει σφιγμένη επάνω του, σαν προστατευμένη από μια αληθοφάνεια που έμοιαζε με όνειρο, με το αίσθημα ότι υπήρχε μέσα σε μιαν άλλη ζωή, ίσως μάλιστα και να μην υπήρχε διόλου. Όνειρο ή εφιάλτης, διάκοσμος φυλακής, ρόμπες τελετών, άτομα με προσωπεία, όλα την απεμάκρυναν από τη δική της ζωή, ακόμα και η αβεβαιότης της διαρκείας. Εκεί αισθανόταν όπως νοιώθει κανείς μέσα στη νύχτα, στην καρδιά ενός ονείρου που το αναγνωρίζουν, και που ξαναρχίζει: ήταν βεβαία πως υπάρχει, και βεβαία πως θα τελείωνε, και θα ήθελε να πάρει τέλος γιατί φοβόταν πως δεν θα μπορούσε να το υποστεί, αλλά και που θα ΄πρεπε να συνεχίσει για να γνωσθεί το τέλος, η λύση του. Ε! Λοιπόν, εδώ τώρα, ήταν η λύση, όταν πια δεν την περίμενε (με τη σκέψη πως αυτό που τώρα έλεγε στον εαυτό της, θα ήταν πράγματι η λύση και όχι κάποια άλλη λύση που κρυβόταν πίσω από τη τελευταία, και μια άλλη πίσω απ΄ αυτήν).

    Τούτη η λύση, μετέφερε αναμνήσεις στο παρόν. Ήταν ακόμη ότι αυτό που δεν ήταν πραγματικό παρά μονάχα σ΄ ένα κλειστό κύκλο, σ΄ ένα κλειστό σύμπαν, θα μόλυνε ξαφνικά όλες τις πιθανότητες και όλες τις συνήθειες της καθημερινής ζωής της, επάνω της, μέσα της και δεν θα ήταν αρκετά τα σημάδια - γυμνοί γοφοί, ξεκουμπωμένοι κορσέδες, το σιδερένιο δαχτυλίδι - αλλά η απαίτηση μιας πραγματοποιήσεως. Είναι αλήθεια πως ο Ρενέ δεν την είχε ποτέ χτυπήσει και η μόνη διαφορά ανάμεσα στην εποχή που τον γνώρισε πριν την πάει στο Ρουασσύ, και τον χρόνο που πέρασε από τότε που επέστρεψε από εκεί, ήταν ότι χρησιμοποιούσε εξίσου καλά τους γοφούς και το στόμα της, όσο προηγουμένως (και τώρα) το υπογάστριό της. Δεν έμαθε τότε αν στο Ρουασσύ οι μαστιγώσεις που τόσο τακτικά την έπλητταν προήρχοντο, έστω και για μια μόνη φορά από εκείνον (ένα από τα άτομα που έφεραν προσωπείο).

    Όμως δεν το πίστεψε. Αναμφίβολα, η ευχαρίστηση που ένοιωθε στο θέαμα του δεμένου και παραδομένου κορμιού που μάταια σπαρταρούσε, και οι φωνές της, ήταν τόσο δυνατές, ώστε δεν θα υπέφερε την σκέψη ν΄ αποσπασθεί από αυτό απασχολώντας τα δικά του χέρια. Ήταν σαν μια ομολογία, αφού τώρα της έλεγε, τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά, δίχως να κινηθεί από τη βαθειά πολυθρόνα καθώς ήταν μισοξαπλωμένος, το ένα πόδι επάνω στο άλλο, δείχνοντας πόσο ευτυχισμένος ήταν που θα την παρέδιδε, πόσο ευτυχισμένος ήταν που εκείνη παραδινόταν από τον ίδιο της τον εαυτό στις διαταγές και στη βούληση του Σερ Στέφεν. Όταν ο Σερ Στέφεν θα επιθυμούσε να περάσει τη νύχτα της στο σπίτι του, ή για μια μονάχα ώρα, ή να τον συνοδεύσει έξω από το Παρίσι ή ακόμη και μέσα στο Παρίσι σε κάποιο εστιατόριο ή ένα θέαμα θα της τηλεφωνούσε και θα της έστελνε το αμάξι του - εκτός αν ερχόταν ο ίδιος ο Ρενέ να την πάρει. Σήμερα, εκείνη έπρεπε να μιλήσει. Θα έδινε άραγε τη συγκατάθεσή της; Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει. Τούτη τη βούληση, την απόφαση που τώρα, έτσι ξαφνικά της ζητούσαν να εκφράσει, ήταν η απόφαση να εγκαταλείψει ολότελα τον εαυτό της, να πει ΝΑΙ. Εκ των προτέρων, σε όλα όσα ασφαλώς θα έλεγε ΝΑΙ, αλλά που το σώμα της έλεγε ΟΧΙ, τουλάχιστον για ό,τι αφορούσε το μαστίγιο. Γιατί, για όλα τ΄ άλλα, αν ήθελε να είναι τίμια με τον ίδιο της τον εαυτό, αισθανόταν πολύ αναστατωμένη από την επιθυμία που διάβαζε στα μάτια του Σερ Στέφεν, ώστε να ξεγελαστεί, γιατί όσα κι αν έτρεμε, κι έτρεμε ίσως με το δίκιο της, γνώριζε ότι περίμενε με περισσότερη ανυπομονησία από εκείνον τη στιγμή που θα έβαζε το χέρι του, ή ισως τα χείλη του σ΄ αυτήν.

    Από αυτήν δίχως αμφιβολία εξαρτιόταν να φέρει πιο κοντά τούτη τη στιγμή. Όσο θάρρος, ή όση ισχυρή επιθυμία κι αν είχε, αισθάνθηκε ξαφνικά τόση αδυναμία, τη στιγμή που επρόκειτο επιτέλους ν΄ απαντήσει, ώστε γλύστρησε κι έπεσε πάνω στο απλωμένο φόρεμά της. Ο Σερ Στέφεν, παρατήρησε με σβυσμένη φωνή μέσα στη σιωπή, πως ακόμη και ο φόβος της ταίριαζε. Τούτα τα λόγια δεν τα είπε στην ίδια, αλλά στον Ρενέ. Η Ο είχε την εντύπωση ότι κάτι τον συγκρατούσε να προχωρήσει προς αυτήν και λυπόταν γιατί έτσι είχε τούτη τη συγκράτηση. Μολαταύτα δεν τον κοίταζε γιατί δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από τον Ρενέ, κατατρομαγμένη γιατί μάντευε, εκείνος, στα δικά της μάτια, αυτό που ίσως να το θεωρούσε σαν μια προδοσία. Κι όμως δεν ήταν προδοσία, γιατί αν ζύγιζαν την επιθυμία που είχε να δοθεί στον Σερ Στέφεν και το ότι ανήκε στον Ρενέ, δεν θα είχε ούτε ίχνος δισταγμού. Δεν άφηνε, στ΄ αλήθεια, να παρασυρθεί σε τούτη την επιθυμία παρά μονάχα γιατί ο Ρενέ της το είχε επιτρέψει και, ως ορισμένο σημείο άφηνε να νοηθεί ότι της το διέτασσε. Μολαταύτα, παρέμεινε μέσα της τούτη η αμφιβολία, το να γνωρίζει αν δεν θα τον ερέθιζε διαπιστώνοντας ότι η Ο υπάκουσε γρήγορα και πολύ καλά. Το παραμικρό νεύμα από μέρους του θα διέλυε κάθε αμφιβολία. Δεν έκαμε όμως κανένα νεύμα αρκούμενος να της ζητήσει, για τρίτη φορά μια απάντηση. Εκείνη τραύλισε: «Συναινώ σε ό,τι θ΄ αρέσει σ΄ εσάς». Κατέβασε το βλέμμα προς τα χέρια της που περίμεναν χωρισμένα στα γόνατά της κι έπειτα ομολόγησε μέσα σ΄ ένα ψιθύρισμα: «Θα ήθελα να ξέρω αν θα μαστιγωθώ...». Για ώρα πολλή, τόση που της έμενε καιρός να μετανοιώσει είκοσι φορές γι΄ αυτό της το ερώτημα, κανείς δεν απάντησε. Έπειτα η φωνή του Σερ Στέφεν είπε αργά: «Κάποτε, κάποτε». Η Ο άκουσε το τρίξιμο ενός σπίρτου και το θόρυβο δυο ποτηριών που τα σάλευαν: κάποιος από τους δυο άντρες θα ξανάπινε ουϊσκι. Ο Ρενέ άφηνε αβοήθητη την Ο. Ο Ρενέ σώπαινε. «Κι αν ακόμη τώρα συμφωνούσα, είπε, κι αν ακόμη έδινα τώρα την υπόσχεση, πάλι δεν θα μπορούσα να το υποφέρω». - Δεν σας ζητούμε παρά να το υποφέρετε. Κι αν φωνάζετε ή παραπονιέστε, να συναινείτε προκαταβολικά, ότι τούτο θα είναι μάταιο, συνέχισε ο Σερ Στέφεν. - Ω! λυπηθείτε με, είπε η Ο, όχι ακόμη, γιατί ο Σερ Στέφεν είχε σηκωθεί καθώς και ο Ρενέ, που έσκυβε προς το μέρος της, την άρπαζε από τους ώμους. «Απάντησε λοιπόν, δέχεσαι;». Τελικά είπε πως δέχεται.


    Την σήκωσε απαλά κι αφού κάθισε στο σοφά, την έβαλε να γονατίσει μπροστά του και με τα μπράτσα τεντωμένα,τα μάτια κλειστά, ακούμπησε το κεφάλι και το στήθος της. Μια εικόνα διέσχισε τότε το μυαλό της, που την είχε δει πριν από λίγα χρόνια. Μια παράξενη εικόνα που παρίστανε μια γονατιστή γυναίκα, όπως η ίδια τούτη τη στιγμή, μπροστά σε μια πολυθρόνα σ΄ ένα δωμάτιο με πλακάκια, ένα παιδί κι ένα σκυλί που παίζανε σε μια γωνιά, με ανασηκωμένο το φόρεμα της γυναίκας κι ένα άντρα όρθιο, κοντά της, να υψώνει πάνω της ένα μάτσο από βέργες Όλοι τους φορούσαν ρούχα του τέλους του 16ου αιώνα και η εικόνα έφερε ένα αποκρουστικό τίτλο: η οικογενειακή τιμωρία. Με το ένα χέρι, ο Ρενέ της έσφιξε τα χέρια, ενώ με το άλλο σήκωνε το φόρεμά της, τόσο ψηλά ώστε αισθάνθηκε τον πλισσέ ν΄ αγγίζει το πρόσωπό της. Της χάιδεψε τους γοφούς και έδειξε στον Σερ Στέφεν τα δυο λακκάκια που τους βαθούλωναν, καθώς και τη γλυκύτητα του αυλακιού ανάμεσα από τα μπούτια. Κατόπιν πίεσε το ίδιο αυτό το χέρι στη μέση της για να προβληθούν περισσότερο οι γοφοί, διατάσσοντάς την ν΄ ανοίξει περισσότερο τα γόνατα. Υπάκουσε δίχως να πει λέξη. Οι τιμές που ο Ρενέ απέδιδε στο κορμί της, οι απαντήσεις του Σερ Στέφεν, η σκληρότητα των λέξεων που χρησιμοποιούσαν οι δυο άντρες την βύθισαν σ' ένα κύμα ντροπής τόσο βίαιο και τόσο απροσδόκητο ώστε η επιθυμία που είχε να δοθεί στον Σερ Στέφεν εξαφανίστηκε.

    Άρχισε τότε να ελπίζει, να περιμένει το μαστίγιο σαν μια λύτρωση, τον πόνο και τις κραυγές σαν μια δικαιολογία. Όμως τα χέρια του Σερ Στέφεν άνοιξαν το υπογάστριό της, παραβίασαν τους γοφούς, την άφησαν, την ξανάπιασαν, την χάιδεψαν ώσπου βογγούσε, ταπεινωμένη γιατί βογγούσε, και αποκαμωμένη. «Σ΄ αφήνω στον Σερ Στέφεν, είπε τότε ο Ρενέ, μείνε όπως είσαι, θα σου πει να φύγεις, όταν το θελήσει». Πόσες φορές, στο Ρουασσύ δεν έμεινε έτσι γονατιστή, προσφερόμενη σε οποιονδήποτε; Όμως τότε τη συγκρατούσαν τα βραχιόλια που ένωναν μαζί τα χέρια της, ευτυχισμένη αιχμάλωτη που όλα της επεβαλλόνταν, που δεν την παρακαλούσαν να κάνει τίποτε. Εδώ, ήταν με τη δικιά της θέληση που παρέμενε μισόγυμνη, ενώ μια μονάχα κίνηση, η ίδια που θα αρκούσε να σηκωθεί θα την εκάλυπτε ταυτόχρονα. Η υπόσχεσή της την δέσμευε τόσο όσο τα δερμάτινα βραχιόλια και οι αλυσσίδες. Μήπως όμως ήταν μονάχα η υπόσχεσή της; Όσο όμως κι αν ήταν ταπεινωμένη, ή ακριβώς γιατί είχε ταπεινωθεί, δεν υπήρχε άραγε, ταυτόχρονα και η γλυκύτητα το ότι δεν αποκτούσε αξία παρά από την ίδια της την ταπείνωση, από την υπακοή της στο να υποκύπτει, να ανοίγεται προσφερόμενη;


    Αφού έφυγε ο Ρενέ, που ο Σερ Στέφεν συνόδεψε ως τη πόρτα, περίμενε μόνη της δίχως να κινηθεί, αισθανόμενη στη μοναξιά της, πιότερο εκτεθιμένη και, στην αναμονή, περισσότερο πόρνη απ΄ όσο αισθανόταν όταν εκείνοι ήσαν εκεί. Το γκρίζο και κίτρινο μετάξι του σοφά ήταν γυαλιστερό κάτω από τη φούστα της. Ανάμεσα από τις νάυλον κάλτσες της ένοιωθε κάτω από τα γόνατά της το μάλλινο χαλί, και σ΄ όλο το μήκος του ποδιού της τη ζέστη του τζακιού, όπου ο Σερ Στέφεν είχε ρίξει τρία ξύλα που καίγανε με θόρυβο πολύ. Ένα παλιό ρολόι, πάνω από ένα κομοδίνο, είχε ένα ελαφρό τικ-τακ που δεν ακουγόταν παρά μονάχα όταν όλα γύρω σωπαίναν. Η Ο το άκουγε προσεκτικά και σκεπτόταν πόσο παράλογο ήταν να παραμένει στη στάση που βρέθηκε σε τούτο το πολιτισμένο και διακριτικό σαλόνι. Ανάμεσα από τα κλειστά πατζούρια ακουγόταν το ροχαλητό του Παρισιού, περασμένα μεσάνυχτα. Θα ανεγνώριζε άραγε αύριο το πρωϊ, πάνω στο μαξιλάρι του σοφά τη θέση όπου ακουμπούσε τώρα το κεφάλι της; Θα ξαναρχόταν άραγε, μέρα μεσημέρι, σε τούτο το ίδιο σαλόνι, για να τη μεταχειρισθούν πάλι με τον ίδιο τρόπο; Ο Σερ Στέφεν αργούσε να επιστρέψει, και η Ο που με τόση εγκατάλειψη περίμενε το κέφι των αγνώστων του Ρουασσύ, πνιγόταν στη σκέψη πως σε ένα λεπτό, σε δέκα λεπτά, θα ξανάβαζε τα χέρια του επάνω της. Δεν έγινε όμως ακριβώς όπως το είχε προβλέψει. Τον άκουσε που ξανάνοιγε την πόρτα, διέσχιζε το δωμάτιο. Στάθηκε για λίγο όρθιος, με την πλάτη στη φωτιά, κοιτάζοντας την Ο. Έπειτα με φωνή πολύ βαθειά της είπε να σηκωθεί και να ξανακαθίσει. Υπάκουσε, έκπληκτη, και σχεδόν νευριασμένη. Της έφερε ευγενικά, ένα ποτήρι ουϊσκι, κι ένα τσιγάρο, που τ΄ αρνήθηκε και τα δυο. Είδε τότε πως φορούσε μια ρόμπ ντέ σάμπρ, γκρίζα, εφαρμοστή στο σώμα του στο ίδιο χρώμα γκρι των ματιών του. Αντελήφθη το βλέμμα της Ο, που κοκκίνησε: ήταν τα ίδια τούτα χέρια, σκληρά και επίμονα, που είχαν αρπάξει το κορμί της, και που τώρα έτρεμε και περίμενε μαζί. Όμως εκείνος δεν πλησίασε. «Θα ήθελα να είσθε γυμνή, της είπε. Βγάλτε όμως πριν τη ζακέτα σας, δίχως να σηκωθείτε». Η Ο έβγαλε τις μεγάλες χρυσές αγκράφες, άφησε να γλυστρήσει από τους ώμους της το μαύρο φόρεμα, που τοποθέτησε στην άλλη άκρη του σοφά όπου υπήρχαν ήδη η γούνα της, τα γάντια της και η τσάντα της.


    «Χαϊδέψτε λίγο την άκρη του στήθους σας», είπε τότε ο Σερ Στέφεν, που πρόσθεσε: «Πρέπει να βάλετε εκεί ένα ρουζ πιο σκούρο, το δικό σας είναι πολύ ανοιχτό». Η Ο κατάπληκτη άγγιξε με την άκρη των δαχτύλων τα στήθη της κι αισθάνθηκε να σκληραίνει και να ορθώνεται η άκρη, και τα ΄κρυψε με τις παλάμες της. «Α! όχι», συνέχισε ο Σερ Στέφεν. Τράβηξε τα χέρια της και ξάπλωσε πίσω στη ράχη του σοφά: τα στήθη της ήταν βαριά για το λεπτό μπούστο της και έγειραν γλυκά προς τις μασχάλες της. Ο σβέρκος της ακουμπούσε στη ράχη του σοφά και τα χέρια της ήταν δεξιά κι αριστερά από τους γοφούς της. Γιατί ο Σερ Στέφεν δεν πλησίαζε το στόμα του προς αυτήν, δεν άπλωνε το χέρι του προς τις άκρες που ορθώθηκαν και που τις αισθανόταν να ριγούν, όσο κι αν περίμενε ακίνητη, με μόνη κίνηση την αναπνοή της. Όμως είχε πλησιάσει, καθισμένος λοξά στον σοφά, αλλά δεν την άγγιξε. Κάπνιζε, και μια κίνηση του χεριού του, που ποτέ η Ο δεν κατάλαβε αν ήταν ή όχι ηθελημένη, έριξε λίγη, σχεδόν ζεστή, στάχτη ανάμεσα απ΄ τα στήθη της. Είχε το συναίσθημα ότι ήθελε να την εξευτιλίσει, με την περιφρόνησή του, με τη σιωπή του, μ΄ αυτή του την φαινομενική αδιαφορία. Εν τούτοις, πριν από λίγο την ποθούσε. Τώρα την ποθούσε ακόμη, γιατί τον έβλεπε τεντωμένο κάτω από το απαλό ύφασμα της ρόμπ ντέ σάμπρ. Γιατί δεν την αποκτούσε, έστω και για να την πληγώσει! Η Ο ντράπηκε για την ίδια της την επιθυμία και περιφρόνησε τον Σερ Στέφεν για τη κυριαρχία που ασκούσε επάνω της. Ήθελε να την είχε αγαπήσει, αυτή είναι η αλήθεια: να δείχνεται ανυπόμονος ν΄ αγγίξει τα χείλη της και να πει μέσα στο κορμί της, εν ανάγκη να το λεηλατήσει, αλλ΄ ας μη κρατούσε πια, μπροστά της τούτη την ηρεμία και την κυριαρχία πάνω στην επιθυμία του.


    Στο Ρουασσύ, της ήταν αδιάφορο, αν αυτοί που την χρησιμοποιούσαν είχαν ένα οποιοδήποτε αίσθημα απέναντί της: ήταν τα όργανα, που μ΄ αυτά ο εραστής της χαιρόταν μαζί της, που μ΄ αυτά γινόταν αυτό που αυτός ήθελε, ευγενικιά, γλυκειά, γυαλιστερή σαν μια πέτρα. Τα χέρια τους ήταν τα χέρια του, οι διαταγές τους, διαταγές του. Εδώ όχι. Ο Ρενέ την είχε παραδώσει στον Σερ Στέφεν, όμως φαινόταν πως ήθελε να την μοιραστεί μαζί του, όχι για να πετύχει περισσότερα πράγματα απ΄ αυτήν, ούτε για τη χαρά που ένοιωθε παραδίδοντάς την, αλλά να μοιραστεί με τον Σερ Στέφεν αυτό που αγαπούσε σήμερα περισσότερο, όπως κι άλλοτε, όταν ήταν και οι δυο τους πιο νέοι, μοιραζόταν ένα ταξίδι, ένα πλοίο, ένα άλογο. Σε σχέση με τον Σερ Στέφεν το μοίρασμα είχε μια έννοια σήμερα, πολύ περισσότερο παρά σε σχέση μ΄ εκείνη. Αυτό που ο καθένας θ΄ αναζητούσε σ΄ αυτήν, θα ήταν το σημάδι του άλλου, το ίχνος του περάσματος του άλλου. Ο Ρενέ πριν από λίγο, όταν ήταν μισόγυμνη γονατιστή και ο Σερ Στέφεν της άνοιγε με τα δυο χέρια τα μπούτια της, είχε εξηγήσει στον Σερ Στέφεν γιατί οι γοφοί της Ο ήταν τόσο εύκολοι, και γιατί ήταν ευχαριστημένος που τους είχε προετοιμάσει: και τούτο γιατί είχε σκεφθεί πως θα ήταν ευχάριστο στον Σερ Στέφεν να έχει διαρκώς στη διάθεσή του τη διέλευση της αρεσκείας του.


    Είχε μάλιστα προσθέσει πως, αν το επιθυμούσε, θα του άφηνε την αποκλειστική χρήση. «Α! ευχαρίστως», είχε πει ο Σερ Στέφεν, παρατήρησε όμως, ότι, παρά ταύτα, κινδύνευε να ξεσχίσει την Ο. «Η Ο είναι δική σας», απήντησε ο Ρενέ. Κι έσκυψε προς το μέρος της και φίλησε τα χέρια της. Και μόνο η σκέψη ότι ο Ρενέ θα μπορούσε έτσι ν΄ αντιμετωπίσει να στερηθεί κάποιο τμήμα του σώματός της, είχε αναστατώσει την Ο. Μάντεψε το σημάδι πως ο εραστής της υπολόγιζε περισσότερο τον Σερ Στέφεν παρά την ίδια. Κι ακόμη άν και τόσο συχνά της είχε επαναλάβει πως στο πρόσωπό της αγαπούσε το αντικείμενο στο οποίο την είχε μεταβάλει, η απόλυτη εξουσία που είχε επάνω της, η ελευθερία που είχε απέναντί της, καθώς διαθέτουν ένα έπιπλο, την πιότερη ευχαρίστηση που αισθάνεται κανείς όταν δίνει παρά όταν κρατά για τον εαυτό του, τούτα όλα δεν τα ΄χε απόλυτα πιστέψει. Έβλεπε ακόμη κι ένα άλλο σημάδι που θα μπορούσε ν΄ αποκληθεί σεβασμός προς τον Σερ Στέφεν, στο γεγονός ότι ο Ρενέ, που τόσο βαθειά αγαπούσε να την βλέπει κάτω από τα σώματα ή τα χτυπήματα των άλλων, που θωρούσε με μια τόσο επίμονη τρυφερότητα, με μια, τόσο ακούραστη ευγνωμοσύνη ν΄ ανοίγει το στόμα της για ν΄ αναστενάξει ή να φωνάξει, τα μάτια της να κλείνουν από τα δάκρυα, την είχε εγκαταλείψει αφού βεβαιώθηκε, εκθέτοντάς την, ανοίγοντάς την καθώς ανοίγουν το στόμα ενός αλόγου για να δείξουν πως είναι αρκετά νέο, πως ο Σερ Στέφεν την έβρισκε αρκετά ωραία ή, τουλάχιστον αρκετά εύκολη γι΄ αυτόν, και συμφωνούσε να την δεχτεί. Τούτη η συμπεριφορά, προσβλητική ίσως, δεν μετέβαλε κατά τίποτε τον έρωτα της Ο για τον Ρενέ.


    Ήταν ευτυχισμένη το ότι την υπελόγιζε αρκετά για να ευχαριστείται να την προσβάλει, καθώς οι πιστοί ευχαριστούν τον Θεό που τους ταπεινώνει. Αλλά στο πρόσωπο του Σερ Στέφεν, μάντευε μια σταθερή και παγωμένη βούληση, που η επιθυμία δεν μπορούσε να λυγίσει, και που μπροστά της, η ίδια δεν υπολογιζόταν για τίποτε απολύτως, όσο κι αν συγκινούσε ή ήταν υποταγμένη. Διαφορετικά, γιατί να είχε αισθανθεί τόσο φόβο; Το μαστίγιο στη ζώνη των υπηρετών στο Ρουασσύ, οι αλυσσίδες που σχεδόν πάντα τις έφερε, της φαινόταν λιγότερο φοβερές από την ηρεμία του βλέμματος που ο Σερ Στέφεν έστρεφε προς τα στήθη της δίχως να τ΄ αγγίζει. Γνώριζε καλά πως πάνω στους λεπτούς ώμους της και τη λεπτότητα του κορμιού της, τα καθιστούσε εύθραυστα το ίδιο τους το βάρος, στυλπνό και φουσκωμένο. Για να σταματήσει το τρεμούλιασμά τους, έπρεπε να πάψει ν΄ αναπνέει. Ήταν μάταιο να ελπίζει πως το εύθραυστό τους θα αφόπλιζε τον Σερ Στέφεν, γιατί ήξερε πως ακριβώς το αντίθετο συνέβαινε: η προσφερόμενη γλυκύτητά της προκαλούσε τόσο τα τραύματα όσο και τα χάδια, τα νύχια όσο και τα χείλη. Είχε μιας στιγμής αυταπάτη: το δεξί χέρι του Σερ Στέφεν, που κρατούσε το τσιγάρο του, άγγιξε με το μεσαίο δάχτυλο, την άκρη του φύλου, που υπάκουσε αμέσως και ορθώθηκε περισσότερο. Ήταν για τον Σερ Στέφεν ένα είδος παιχνιδιού ή επαληθεύσεως, καθώς ελέγχουν την καλή λειτουργία του μηχανήματος και γι΄ αυτό δεν αμφέβαλε η Ο.


    Δίχως ν΄ αλλάξει θέση στην πολυθρόνα της, ο Σερ Στέφεν της είπε τότε να βγάλει τη φούστα της. Κάτω από τα αχνά χέρια της Ο, οι αγκράφες γλυστρούσαν με δυσκολία και χρειάσθηκε να προσπαθήσει δυο φορές, για να λύσει, κάτω από τη φούστα της το μαύρο μεσοφόρι της. Όταν έμεινε εντελώς γυμνή, με τα ψηλά γυαλιστερά σανδάλια της και τις από νάυλον κάλτσες της γυρισμένες πάνω από τα γόνατα, υπογραμμίζοντας τη λεπτότητα της γάμπας και τη λευκότητα των μπουτιών της, ο Σερ Στέφεν, που κι αυτός είχε σηκωθεί, την έπιασε με το χέρι στο υπογάστριο και την έσπρωξε προς τον σοφά. Και για ν΄ ακουμπά πιότερο στους ώμους, παρά στη μέση, της άνοιξε λίγο τα μπούτια. Τα χέρια της ακουμπούσαν στους αστραγάλους. Έτσι το υπογάστριο ήταν μισανοιγμένο, και πάνω από τα προσφερόμενα στήθη της, ο λαιμός της ριγμένος πίσω. Δεν τολμούσε να κοιτάξει το πρόσωπο του Σερ Στέφεν, έβλεπε όμως τα χέρια του να λύνουν τη ζώνη του φορέματός του. Όταν καβαλίκεψε την Ο που ήταν πάντα γονατιστή και την άρπαξε από το σβέρκο, χώθηκε μέσα στο στόμα της. Δεν ζητούσε το χάδι των χειλιών στο μήκος του, αλλά στο βάθος του λάρυγγά της. Για ώρα πολλή την σκάλιζε, και η Ο ένοιωθε να φουσκώνει και σκληραίνει μέσα της η σάρκα που την έπνιγε και που το βραδύ και επαναλαμβανόμενο σοκ της έφερνε δάκρυα στα μάτια.

    Για να την κατακτήσει περισσότερο, ο Σερ Στέφεν γονάτισε κι αυτός στο σοφά, κρατώντας το κεφάλι της ανάμεσα από τα γόνατά του. Οι γοφοί του, που κάθε τόσο ακουμπούσαν το στήθος της Ο, την έκαναν να νοιώθει το άχρηστο πια και περιφρονημένο υπογάστριό του, να την καίει. Ο Σερ Στέφεν, που τόσο ευχαριστήθηκε μ΄ αυτή την κίνηση, δεν ολοκλήρωσε την απόλαυσή του, αλλ΄ απεσύρθηκε σιωπηλά και, ορθώθηκε δίχως να κουμπωθεί.

    «Ο, είσθε εύκολη, της είπε. Αγαπάτε τον Ρενέ, αλλά είσθε εύκολη. Αντιλαμβάνεται άραγε ο Ρενέ ότι επιθυμείτε όλους τους άντρες που σας λαχταρούν και ότι στέλνοντας σας στο Ρουασσύ ή παραδίδοντάς σας σε άλλους, σας δίνει τόσο άλλοθι, για να σας ευκολύνει;» - Αγαπώ τον Ρενέ, απάντησε η Ο. - Αγαπάτε τον Ρενέ, όμως επιθυμείτε εμένα, μεταξύ πολλών άλλων, συνέχισε ο Σερ Στέφεν. Ναι, τον ποθούσε. Αν όμως ο Ρενέ το μάθαινε, θ΄ άλλαζε μήπως; Δεν μπορούσε παρά να σωπάσει. Και να σκύψει τα μάτια. Γιατί κι ένα μόνο βλέμμα στα μάτια του Σερ Στέφεν, θα ήταν μια ομολογία. Τότε ο Σερ Στέφεν έσκυψε προς αυτήν και πιάνοντάς την απ΄ τους ώμους την έκανε να γλυστρήσει προς το χαλί. Βρέθηκε πεσμένη με την πλάτη, τα πόδια ανασηκωμένα και λυγισμένα επάνω της. Ο Σερ Στέφεν, που είχε καθίσει στον σοφά, εκεί που πριν από λίγο ακουμπούσε εκείνη, έπιασε το δεξί της γόνατο και το έσυρε προς το μέρος του. Καθώς ήταν αντίκρυ στο τζάκι, το φως του φώτιζε δυνατά το ανοιγμένο αυλάκι του υπογαστρίου της. Δίχως να την αφήσει, ο Σερ Στέφεν την διέταξε απότομα να χαϊδευτεί μόνη της, χωρίς να ξανακλείσει τα πόδια της. Ξαφνιασμένη, άπλωσε, πειθήνια το δεξί της χέρι προς το υπογάστριό της και συνάντησε κάτω από τα δάχτυλά της, κατακαίουσα την κορυφή. Όμως το χέρι της έπεσε και ψιθύρισε: «Δεν μπορώ». Και πράγματι, δεν μπορούσε. Ποτέ της δεν είχε χαϊδευτεί παρά φευγαλέα μέσα στη ζεστασιά και τη σκοτεινιά του κρεββατιού της, όταν κοιμόταν μόνη της, χωρίς να επιδιώκει την ολοκλήρωση της ικανοποιήσεως. Κάποτε, της συνέβαινε να το ονειρεύεται και ξυπνούσε απογοητευμένη γιατί να ήταν τόσο δυνατό και τόσο φευγαλέο.

    Το βλέμμα του Σερ Στέφεν επέμενε. Δεν μπόρεσε να το υποφέρει και επαναλαμβάνοντας «δεν μπορώ» έκλεισε τα μάτια. Αυτό που ξανάβλεπε και δεν μπορούσε ν΄ αποφύγει και της προκάλεσε τον ίδιο ίλιγγο αηδίας όταν το έβλεπε, ήταν τότε που έκλεισε τα δεκαπέντε της χρόνια: τη Μαριόν ξαπλωμένη στο πέτσινο καναπέ ενός δωματίου του ξενοδοχείου, τη Μαριόν με το ένα πόδι στον καναπέ και τ΄ άλλο κρεμασμένο, που χαϊδευόταν μπροστά της κι αναστέναζε. Η Μαριόν της είχε αφηγηθεί πως κάποια μέρα που χαϊδεύτηκε μόνη της στο γραφείο της, όταν νόμιζε πως ήταν μόνη, μπήκε μέσα ξαφνικά ο προϊστάμενός της και την είδε σ΄ αυτή τη στάση. Η Ο θυμόταν το γραφείο της Μαριόν. Ένα γυμνό δωμάτιο, με τοίχους σε πράσινο ανοιχτό που φωτιζόταν από σκονισμένα τζάμια που ΄βλέπαν στο βορά. Δεν υπήρχε παρά ένας καναπές, για τους επισκέπτες, απέναντι απ΄ το τραπέζι. «Έφυγες;», είχε πει η Ο. - Όχι, απήντησε η Μαριόν, μου ζήτησε να ξαναρχίσω αλλά έκλεισε την πόρτα με το κλειδί, μου είπε να βγάλω το σλιπ κι έσπρωξε τον καναπέ μπροστά στο παράθυρο». Η Ο απορούσε με τον εαυτό της, γιατί εύρισκε το θάρρος της Μαριόν, και τη φρίκη, και είχε αρνηθεί να χαϊδευτεί μπροστά στη Μαριόν κι ορκίστηκε πως ποτέ, μα ποτέ δεν θα χαϊδευόταν μπροστά σε κανέναν. Η Μαριόν είχε γελάσει και είπε: «Θα δεις αν σου το ζητήσει ο εραστής σου». Ο Ρενέ ποτέ δεν της το είχε ζητήσει. Θα είχε άραγε υπακούσει; Α! ασφαλώς, αλλά με πόση φρίκη θα ΄βλεπε στα μάτια του Ρενέ την αηδία που η ίδια είχε αισθανθεί μπροστά στη Μαριόν. Αυτό ήταν παράλογο. Και το ότι επρόκειτο για τον Σερ Στέφεν, ήταν πιο παράλογο ακόμη. Άλλωστε, τι την ενδιέφερε η αηδία του Σερ Στέφεν; Όμως όχι, δεν μπορούσε. Για τρίτη φορά, ψιθύρισε: «Δεν μπορώ». Όσο κι αν το είπε με σιγανή φωνή, εκείνος το άκουσε, την άφησε, σηκώθηκε, κουμπώθηκε, και διέταξε την Ο να σηκωθεί. «Αυτή είναι η υπακοή σας;». Αφού με το αριστερό χέρι έπιασε τα δυο της χέρια, την μπάτσισε επανωτά με το δεξί. Κλονίσθηκε, και θα ΄πεφτε αν δεν την κρατούσε. «Γονατίστε για να μ΄ ακούσετε, είπε, φοβάμαι πως ο Ρενέ σας έχει άσχημα διαπαιδαγωγήσει».- Υπακούω πάντα στο Ρενέ, ψέλλισε. - Συγχέετε τον έρωτα με την υπακοή. Θα με υπακούσετε δίχως να με αγαπάτε, και δίχως να σας αγαπώ».
     
  3. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    Histoire d' O (3)

    Η ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΙΚΟΙ


    Η Ο ακούμπησε το φλυτζάνι του καφέ που κρατούσε στο χέρι, κι έτρεμε τόσο που έχυσε στο τραπεζομάντηλο το κατακάθι του. Σαν μια μάντιδα, έβλεπε στον σκούρο λεκέ που άπλωνε, απίστευτες εικόνες: τα παγωμένα μάτια της Ζακελίν μπροστά στον Πέτρο τον υπηρέτη, τους γοφούς της, που ασφαλώς θα ήταν τόσο χρυσοί όσο τα στήθη της, και που η Ο δεν γνώριζε, προσφερόμενη στη θέα μέσα στο μεγάλο, ανασηκωμένο από κόκκινο βελούδο φουστάνι της, το χνούδι στα δακρυσμένα μάγουλά της και το μακιγιαρισμένο στόμα της, το ανοιχτό καθώς φώναζε, και τα μαλλιά της ίσια σαν θερισμένο άχυρο πάνω στο μέτωπό της... όχι τούτο ήταν αδύνατο, όχι αυτή, όχι η Ζακελίν. «Δεν είναι δυνατόν», είπε.

    «Ναι, απήντησε ο Σερ Στέφεν. Και πως νομίζετε ότι στρατολογούνται τα κορίτσια για το Ρουασσύ; Όταν μια φορά θα την έχετε φέρει εσείς δεν θα έχετε παρά να κάνετε τίποτε, κι άλλωστε, αν θέλει να φύγει, θα φύγει. Ελάτε». Σηκώθηκε απότομα, αφήνοντας στο τραπέζι τα χρήματα του λογαριασμού. Η Ο τον ακολούθησε ως τ΄ αμάξι, ανέβηκε, κάθισε. Μόλις είχαν προχωρήσει μέσα στο δάσος, έκανε μια στροφή για να σταθμεύσει σε μιαν αλέα, και την πήρε στην αγκαλιά του.

    Η Ο είχε πιστέψει, ή θέλησε να πιστέψει, για να δικαιολογήσει τον εαυτό της, πως η Ζακελίν θα ήταν αγριοκόριτσο. Ξεγελάσθηκε, μόλις θέλησε να δει την πραγματικότητα. Το ντροπαλό ύφος που έπαιρνε η Ζακελίν, κλείνοντας την πόρτα του μικρού δωματίου με τον καθρέφτη όπου φορούσε και έβγαζε τα φουστάνια της, προοριζόταν ακριβώς στο να προκαλούν την Ο, να την κεντρίζουν στο να παραβιάσει μια πόρτα που, ορθάνοιχτη, δεν τολμούσε η ίδια να τη δρασκελήσει. Το ότι η απόφαση της Ο προήλθε τελικά από μια εξουσία που βρισκόταν έξω από τον εαυτό της, και δεν ήταν το αποτέλεσμα αυτής της στοιχειώδους στρατηγικής, η Ζακελίν ούτε που μπορούσε να το διανοηθεί.


    Η Ο, αρχικά, διασκέδαζε μ΄ αυτό. Αισθανόταν μια καταπληκτική ευχαρίστηση, όταν βοηθούσε τη Ζακελίν να χτενιστεί ή όταν η Ζακελίν αφού είχε βγάζει τα φορέματα που με αυτά επόζαρε, έβαζε τη ρόμπα της, την κλειστή στο λαιμό, και το κολλιέ που είχε το χρώμα τυρκουάζ των ματιών της, στη σκέψη ότι το ίδιο βράδυ ο Σερ Στέφεν, θα γνώριζε όλες τις κινήσεις της Ζακελίν, αν θα είχε αφήσει την Ο να πιάσει τα δυο μικρά και χωρισμένα στήθη της, ανάμεσα από τη μάυρη ρόμπα, αν τα βλέφαρά της θα είχαν κατεβάσει ως το μάγουλό της τα πιο φωτεινά κι από το δέρμα της ματόκλαδα, αν είχε αναστενάξει. Όταν η Ο τη φιλούσε, γινόταν πολύ βαρειά, ακίνητη και σαν προσεκτική μέσα στα χέρια της, αφήνοντας μισοανοιγμένο το στόμα της και ρίχνοντας πίσω τα μαλλιά της. Έπρεπε πάντα, να προσέχει η Ο να την στηρίζει σε μια πόρτα ή ένα τραπέζι και να την κρατά από τους ώμους. Αλλιώς, θα γλυστρούσε στο πάτωμα, με κλειστά τα μάτια, δίχως ένα αναστεναγμό! Μόλις η Ο την άφηνε, ξαναγινόταν από πάγο, γελαστή και ξένη, λέγοντας: «Μου βάλατε ρουζ» και σκούπιζε το στόμα. Τούτη την ξένη ευχαριστιόταν η Ο να προδίδει φροντίζοντας τόσο – για να μη ξεχνά να τα ξαναπεί όλα – στο αργό κοκκίνισμα που άναβε τα μάγουλά της, στην οσμή του ιδρώτα της. Δεν θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόβαλε κάποια άμυνα η Ζακελίν ή και πως δυσπιστούσε. Όταν υποχωρούσε στα φιλιά – και δεν είχε ακόμη παραχωρήσει στην Ο παρά φιλιά, που της τα έπαιρνε και δεν ανταπέδιδε – υποχωρούσε ξαφνικά και θά ΄λεγε κανείς ολοκληρωτικά, σαν να επρόκειτο για κάποιον άλλο, για δέκα δευτερόλεπτα, για πέντε λεπτά. Τον υπόλοιπο χρόνο, ήταν ταυτόχρονα προκλητική και φευγαλέα, με μιαν απίστευτη δεξιοτεχνία να ξεγλυστρά, φροντίζοντας δίχως ποτέ να λαθεύει, να μη δίνει λαβή ούτε σε μια χειρονομία, ούτε σε μια λέξη, ούτε καν σε ένα βλέμμα που να επιτρέπει τη σύμπτωση του θριάμβου με τούτη την νικημένη, και να κάνει πιστευτό ότι ήταν εύκολο να παραβιαστεί το στόμα της.

    Η μόνη ένδειξη που θα βοηθούσε κάποιο προσανατολισμό και θα επέτρεπε την υπόνοια για μια προσεχή, ίσως, αναταραχή του βλέμματός της, ήταν κάποτε σαν μια αθέλητη σκιά κάποιου χαμόγελου, που έμοιαζε πάνω στο τριγωνικό πρόσωπό της με ένα γατίσιο χαμόγελο, το ίδιο αβέβαιο και φευγαλέο, το ίδιο ανησυχιτικό. Η Ο, παρά ταύτα δεν χρειάστηκε πολύ καιρό για ν΄ αντιληφθεί δύο πράγματα, δίχως η Ζακελίν ν΄ αντιληφθεί τίποτε. Το πρώτο ήταν τα δώρα που της έκαμαν, το δεύτερο, το οφθαλμοφανές της επιθυμίας που ενέπνεε – υπό τον όρο, εν τούτοις, ότι τούτη η επιθυμία θα προήρχετο από κάποιον που θα μπορούσε να της είναι χρήσιμος ή θα την κολάκευε. Σε τι λοιπόν θα της ήταν χρήσιμη η Ο; Ή, αν κατ΄ εξαίρεση η Ζακελίν, ευχαριστιόταν απλούστατα, στο να γίνεται επιθυμητή απ΄ αυτήν, τόσο γιατί ο θαυμασμός που της έδειχνε η Ο, αποτελούσε γι΄ αυτήν μια ψυχική τόνωση, όσο και γιατί η επιθυμία μιας γυναίκας ήταν δίχως κίνδυνο και δίχως συνέπειες; Η Ο, παρά ταύτα είχε πεισθεί πως αν είχε προσφέρει στη Ζακελίν, αντί να της φέρει ένα κλιπ από σμάλτο ή το τελευταίο φουλάρι της μόδας, όπου το «Σ΄ α γ α π ώ» ήταν τυπωμένο σ΄ όλες τις γλώσσες του κόσμου, από την Ιαπωνική ως τη γλώσσα των ερυθροδέρμων, τα δέκα ή είκοσι χιλιάδες φράγκα που φαίνεται πως πάντα της έλειπαν, η Ζακελίν θα είχε πάψει – ούτως ειπείν – να μην έχει ποτέ τον καιρό να γευματίσει στην Ο, ή θα είχε πάψει ν΄ αποφεύγει τα χάδια της. Όμως η Ο δεν είχε ποτέ της μια τέτοια απόδειξη. Δεν πρόφτασε να τελειώσει μιλώντας γι΄ αυτό στον Σερ Στέφεν, που την μάλωνε για τη βραδύτητά της, και να ο Ρενέ. Τις πέντε ή έξι φορές που ο Ρενέ ερχόταν να πάρει την Ο, και που η Ζακελίν βρισκόταν εκεί, όλοι μαζί πήγαιναν είτε στου Βέμπερ, έιτε σ΄ ένα από τα αγγλικά μπαρ, κοντά στην Μαντελέν. Ο Ρενέ κοίταζε τη Ζακελίν με το ίδιο ακριβώς ενδιαφέρον το ανάμικτο με σιγουριά και θράσος, καθώς έβλεπε στο Ρουασσύ τα κορίτσια που ήταν στη διάθεσή του.

    Πάνω στο λαμπρό και στέρεο θώρακα της Ζακελίν, το θράσος γλυστρούσε δίχως τίποτε να θίγει και η Ζακελίν διόλου δεν το καταλάβαινε. Από μια παράξενη αντίθεση, εθίγετο η Ο, θεωρώντας προσβλητική μια τέτοια στάση προς τη Ζακελίν, που την έβρισκε σωστή και φυσική όταν αφορούσε την ίδια. Μήπως ήθελε να αναλάβει την υπεράσπιση της Ζακελίν ή ήθελε μόνον αυτή να την απολαύσει; Της ήταν πολύ δύσκολο να το πεί, αφού μάλιστα, δεν την είχε ακόμη κατακτήσει. Αν όμως το κατόρθωσε, πρέπει να ομολογηθεί πως τούτο έγινε χάρη στον Ρενέ. Τρεις φορές, βγαίνοντας από το μπαρ, όπου έβαλε τη Ζακελίν να πιει περισσότερο ουϊσκυ απ΄ όσο θα ΄πρεπε, τα μάγουλά της γινόταν ροζ και γυαλιστερά, και τα μάτια της σκληρά – την πήγε στο σπίτι της, πριν πάει με την Ο στον Σερ Στέφεν. Η Ζακελίν κατοικούσε ένα από τα ενοικιασμένα δωμάτια σε οικογένειες, στο Πασσύ όπου είχαν στοιβαχθεί οι Λευκορώσσοι τις πρώτες ημέρες της μεταναστεύσεως και παρέμειναν για πάντα εκεί. Ο διάδρομος ήταν βαμένος σε χρώμα και σχέδιο δρυός, τα στηρίγματα της σκάλας, ήταν γεμάτα σκόνη και παντού υπήρχαν εμφανή σημάδια φθοράς. Κάθε φορά που ο Ρενέ – που ποτέ του δεν είχε περάσει το κατώφλι – θέλησε να μπει, κάθε φορά η Ζακελίν φώναζε ό χ ι, φώναζε ε υ χ α ρ ι σ τ ώ π ο λ ύ και πηδούσε από το αμάξι, και χτυπούσε πίσω την πόρτα, σαν να την κυνηγούσε για να την φτάσει και να την κάψει μια γλώσσα φωτιάς.

    Κι ήταν αλήθεια, το ανεγνώριζε η Ο, πως την κυνηγούσε η φωτιά. Ήταν θαυμάσιο το ότι το μάντευε, όταν ακόμη τίποτε δεν είχε γίνει αντιληπτό. Τουλάχιστον ήξερε πως θα ΄πρεπε να φυλάγεται από τον Ρενέ, οσοδήποτε κι αν φαινόταν πως δεν την ενδιέφερε (κι ήταν άραγε αλήθεια ή φαινότανε κι οι δυο αδιάφοροι, παίζοντας ο καθένας το παιχνίδι του). Η Ο κατάλαβε, τη μόνη φορά που η Ζακελίν την άφησε να μπει μέσα στο σπίτι της, και να την ακολουθήσει ως την κάμαρά της, γιατί με τόσο πείσμα αρνιόταν στον Ρενέ την άδεια να μπει. Τι θα γινόταν το γόητρό της, ο άσπρος και μαύρος μύθος πάνω στις γυαλιστερές σελίδες των πολυτελών περιοδικών της μόδας, αν κάποτε άλλος που δεν θα ήταν γυναίκα καθώς αυτή, έβλεπε από ποιο χαμόσπιτο έβγαινε κάθε μέρα το υπέροχο ζώο;

    Το κρεβάτι δεν ήταν ποτέ στρωμένο, μόλις σκεπασμένο και το σεντόνι γκρι και λιγδιασμένο, γιατί η Ζακελίν δεν ξάπλωνε ποτέ δίχως να κάνει μασάζ με κρέμα και την έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος πριν προφτάσει να σκουπιστεί. Κάποια κουρτίνα θα σκέπαζε κάποτε το μπάνιο. Δυο κρίκοι υπήρχαν ακόμη εκεί, απ΄ όπου κρεμόταν μερικές κλωστές. Τίποτε δεν είχε πια κανένα χρώμα, ούτε το χαλί, ούτε το χαρτί που τα ροζ και γκρίζα λουλούδια του σκαρφάλωναν σαν μια τρελλή και πετρωμένη βλάστηση πάνω σ΄ ένα άσπρο ψεύτικο δικτυωτό. Θα ΄πρεπε όλα να πεταχτούν, να γυμνωθούν οι τοίχοι, να πεταχτούν τα χαλιά, να ξυλωθεί το πάτωμα. Πάντως, έπρεπε αμέσως να φύγουν οι λίγδες που, στρώματα-στρώματα, σκέπαζαν το σμάλτο της λεκάνης, να σκουπιστούν και να τακτοποιηθούν τα μπουκαλάκια με το ντεμακιγιάν και τα κουτιά με τις κρέμες, να σκουπιστεί η πουδριέρα, η τουαλέτα, να πεταχτούν τα βρώμικα μπαμπάκια, ν΄ ανοιχτούν τα παράθυρα. Όμως ευθυτενής και δροσερή και καθαρή, με το άρωμα λεμονιού κι άγριων λουλουδιών, άψογη, ποτέ ακάθαρτη, η Ζακελίν αδιαφορούσε για το βρωμόσπιτό της. Απεναντίας, αυτό που λογάριαζε και την βάραινε ήταν η οικογένειά της. Εξ αιτίας αυτού του σπιτιού, που γι΄ αυτό είχε την αφέλεια να μιλήσει η Ο, ο Ρενέ έκαμε στην Ο την πρόταση που επρόκειτο ν΄ αλλάξει τη ζωή τους, εξ αιτίας όμως της οικογένειας της Ζακελίν. Η Ζακελίν δέχθηκε την πρόταση: να πάει να κατοικήσει η Ζακελίν στο σπίτι της Ο.

    Η οικογένειά της, ήταν – κι ο χαρακτηρισμός θα φαινόταν επιεικής – μια φυλή ή καλύτερα μια ορδή. Γιαγιά, θεία, μητέρα και υπηρέτρια ακόμη, τέσσερις γυναίκες ανάμεσα στα εβδομήντα και στα πενήντα, πασαλειμμένες, φωνακλούδες, χωμένες μέσα στα μαύρα μετάξια, μιξοκλαίγοντας από τις τέσσερις το πρωϊ , ανάμεσα από καπνούς τσιγάρων, στο φως των εικονισμάτων, τέσσερις γυναίκες ανάμεσα από φλυτζάνια του καφέ και το σκληρό στάξιμο μιας γλώσσας που, για να την ξεχάσει, η Ζακελίν θα ΄δινε τη μισή ζωή της. Την έπιανε τρέλλα στη σκέψη ότι έπρεπε να υπακούει σ΄ αυτές, να τις ακούει ή έστω και να τις βλέπει. Όταν έβλεπε τη μητέρα της να βάζει στο στόμα της ένα κομμάτι ζάχαρη για να πιει το τσάι της, άφηνε το δικό της φλυτζάνι, ξαναγύριζε στο σκονισμένο και στεγνό μπουντρούμι της, και τις άφηνε και τις τρεις εκεί, γιαγιά, μητέρα και αδελφή της μητέρας της, κι οι τρεις μαύρες από τα βαμμένα τους μαλλιά και τα τεχνητά σμιχτά φρύδια τους, στην κάμαρα της μητέρας της που χρησίμευε για σαλόνι, και όπου η υπηρέτρια είχε καταντήσει να τους μοιάσει. Έφευγε, χτυπούσε πίσω τις πόρτες, και της φώναζαν πίσω της «Σούρα, Σούρα, μικρή περιστέρα», σαν τα μυθιστορήματα του Τολστόι, γιατί τ΄όνομά της δεν ήταν Ζακελίν. Ζακελίν ήταν ένα όνομα για το επάγγελμά της, ένα όνομα για να ξεχάσει το πραγματικό της όνομα, και με το πραγματικό της όνομα τη φώναζε ο βρωμερός και τρυφερός γυναικωνίτης. Έτσι μπόρεσε να σταθεί στο γαλλικό περιβάλλον, σ΄ ένα κόσμο στέρεο όπου υπάρχουν άνδρες που σε παντρεύονται, και δεν εξαφανίζονται σε μυστηριώδεις αποστολές, καθώς ο πατέρας της που ποτέ της δεν είχε γνωρίσει, ναυτικός από τη Βαλτική, χαμένος στους πάγους του πόλου. Μόνο σ΄ αυτόν έμοιαζε, ομολογούσε στον εαυτό της με λύσσα, με ικανοποίηση, σ΄ αυτόν που είχε τα μαλλιά και τα εξέχοντα μήλα, και το μελαψό χρώμα και τα λοξά μάτια. Η μόνη ευγνωμοσύνη που αισθανόταν προς τη μητέρα της ήταν ότι της είχε δώσει για πατέρα τούτον τον φωτεινό δαίμονα, που ξαναπήρε το χιόνι, καθώς η γη ξαναπαίρνει τους άλλους ανθρώπους. Όμως του είχε και κακία γιατί την ίδια την ξέχασε τόσο ώστε κάποια ωραία μέρα, να γεννηθεί, έπειτα από ένα σύντομο δεσμό, μια μαυριδερή μικρή κοπέλα, που τη λέγανε Ναταλί και που τώρα ήταν δεκαπέντε ετών.

    Τη Ναταλί δεν την έβλεπαν παρά στις διακοπές. Τον πατέρα της, ποτέ. Πλήρωνε όμως το οικοτροφείο της Ναταλί, σ΄ ένα γυμνάσιο κοντά στο Παρίσι, και στην μητέρα της Ναταλί μια διατροφή που της επέτρεπε να ζει μέτρια, κάτω από συνθήκες ανεμελιάς και τους ήταν ένας παράδεισος, οι τρεις γυναίκες και η υπηρέτρια – ακόμη και η Ζακελίν, ως σήμερα. Ό,τι κέρδιζε η Ζακελίν, με το επάγγελμά της σαν μανεκέν ή κατά την αμερικάνικη έκφραση, σαν μοντέλο, όταν δεν το ξόδευε σε μακιγιάζ ή εσώρουχα, ή σε παπούτσια και φορέματα πολυτελείας – που αν και σε τιμές ευκαιρίας ήταν πάντα πολύ ακριβά – καταποντιζόνταν μέσα στον οικογενειακό κορβανά και χανόταν δίχως να ξέρει πως. Θα μπορούσε, βέβαια, η Ζακελίν να σπιτωθεί και δεν της είχαν λείψει οι ευκαιρίες. Είχε γνωρίσει ένα - δυο εραστές, όχι τόσο γιατί της άρεσαν – αλλά και δεν τους αντιπαθούσε – αλλά για ν΄ αποδείξει στον εαυτό της ότι ήταν ικανή να εμπνεύσει την επιθυμία και την αγάπη. Ο μόνος από τους δυο – ο δεύτερος – που υπήρξε πλούσιος της είχε κάνει δώρο ένα πολύ ωραίο μαργατιτάρι ελαφρά ροζ, που το φορούσε στο αριστερό της χέρι. Αρνήθηκε όμως να συγκατοικήσει μαζί του, και καθώς εκείνος αρνήθηκε να την παντρευτεί, τον εγκατέλειψε, δίχως πολλή θλίψη. Κι ανακουφίσθηκε γιατί δεν ήταν έγκυος (το ενόμισε για λίγες ημέρες κι έζησε μέσα στον τρόμο). Όχι, το να μείνει μ΄ έναν εραστή, ήταν σαν να ΄χανε την εμφάνισή της, να ΄χανε τις ευκαιρίες για το μέλλον της, ήταν σαν να ΄κανε αυτό που είχε κάνει η μητέρα της με τον πατέρα της Ναταλί. Κι αυτό το θεωρούσε αδύνατο. Όμως με την Ο, όλα άλλαζαν. Μια ευγενικιά, καθώς πρέπει σκηνοθεσία θα βοηθούσε να υποθέτουν πως, απλούστατα εγκαθίστατο η Ζακελίν σε μια φίλη της και μοιραζότανε τη ζωή μαζί της. Η Ο θα εξυπηρετούσε δυο σκοπούς μαζί. Θα ΄παιζε κοντά στη Ζακελίν το ρόλο του εραστού που συντηρεί ή βοηθεί στη συντήρηση της κοπέλας που αγαπά, αλλά και, ουστιαστικά, τον αντίθετο ρόλο μιας ηθικής ζωής.

    Η παρουσία του Ρενέ δεν ήταν αρκετά επίσημη ώστε να κινδυνεύει τούτη η σκηνοθεσία. Όμως, πως θα μπορούσε να πει, πως στην απόφασσή της Ζακελίν, τούτη η ίδια η παρουσία δεν στάθηκε το πραγματικό κίνητρο της αποδοχής της; Έτσι, η Ο έπρεπε ν΄ αναλάβει, και μονάχα η Ο, να κάνει το σχετικό διάβημα στην μητέρα της Ζακελίν. Ποτέ άλλοτε η Ο δεν είχε τόσο ζωηρά το αίσθημα να είναι ο προδότης, ο σπιούνος, ο απεσταλμένος μιας εγκληματικής οργανώσεως παρά όταν βρέθηκε μπροστά σ΄ αυτή τη γυναίκα που την ευχαριστούσε για τη φιλία προς τη κόρη της. Ταυτόχρονα, στο βάθος της καρδιάς της, αρνιόταν την αποστολή της και τον λόγο της παρουσίας της. Ναι, η Ζακελίν θα ΄ρχόταν στο σπίτι της, όμως ποτέ η Ο δεν θα μπορούσε, ποτέ, να υπακούσει τόσο στον Σερ Στέφεν ώστε να παρασύρει τη Ζακελίν.
    Και όμως... Γιατί μόλις η Ζακελίν εγκαταστάθηκε στην Ο, και είδε να της παραχωρούν – έπειτα από επιθυμία του Ρενέ – το δωμάτιο που φαινότανε πως, κάθε τόσο, χρησιμοποιούσε (φαινότανε, γιατί πάντα κοιμότανε στο μεγάλο κρεβάτι της Ο), η Ο αισθάνθηκε, αναπάντεχα, τη δυνατή επιθυμία ν΄ απολαύσει, με κάθε θυσία τη Ζακελίν, έστω κι αν, για να το πετύχει, θα ΄πρεπε να την παραδώσει σ΄ αυτή την οργάνωση. Στο κάτω-κάτω, σκεφτόταν, η ομορφιά της Ζακελίν, αρκεί για να την προστατεύσει. Εγώ τι έχω να χάσω, αν ανακατευθώ; Αν πρέπει να καταντήσει εκεί που έφθασα εγώ, είναι άραγε ένα τόσο μεγάλο κακό; - μόλις ομολογώντας, κι όμως αναστατωμένη στη σκέψη της γλύκας που θα δοκίμαζε βλέποντας τη Ζακελίν γυμνή κι ανυπεράσπιστη κοντά της, καθώς θα ήταν η ίδια.

    Την εβδομάδα όπου η Ζακελίν εγκαταστάθηκε, εδόθηκε στη μητέρα της η ευχέρεια να την επισκέπτεται. Ο Ρενέ φαινόταν πρόθυμος, προσκαλώντας κάθε δεύτερη ημέρα, τις κοπέλες να γευματίσουν. Πήγαιναν να δούν, κατά μια παράξενη εκλογή, ταινίες με θέματα αστυνομικά, με εμπόριο ναρκωτικών ή λευκής σαρκός. Καθόταν ανάμεσά τους, έπαιρνε απαλά το χέρι της καθεμιάς και δεν έλεγε λέξη. Όμως σε κάθε σκηνή βίας, η Ο τον έβλεπε να παραμονεύει μια συγκίνηση στο πρόσωπο της Ζακελίν. Μόλις ξεχώριζε λίγη αηδία που κατέβαζε την άκρη των χειλιών της. Έπειτα τις ξαναπήγαινε στο σπίτι, και μέσα στο ανοιχτό αυτοκίνητο, με κατεβασμένα τα τζάμια, ο αγέρας της νύχτας και η ταχύτητα φέρναν πάνω στα σκληρά μάγουλα και πάνω στο μικρό μέτωπο, ακόμη και στα μάτια της Ζακελίν, τα φωτεινά και πυκνά μαλλιά της. Κουνούσε το κεφάλι της για να τα ξαναφέρει στη θέση τους, περνούσε το χέρι της καθώς κάνουν τ΄ αγόρια. Αφού ήταν γεγονός ότι έμενε στης Ο, και ότι η Ο ήταν η μετρέσα του Ρενέ, η Ζακελίν φαινόταν πως έβρισκε φυσικές τις οικειότητες του Ρενέ. Παραδεχότανε δίχως αντίρρηση να μπαίνει ο Ρενέ στο δωμάτιό της, με τη δικαιολογία ότι είχε ξεχάσει κάποιο έγγραφο, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια. Η Ο το ήξερε, γιατί εκείνη είχε αδειάσει όλα τα συρτάρια του μεγάλου γραφείου του ντυμένο με δέρμα που δεν ταίριαζε διόλου με τον Ρενέ. Γιατί το είχε; Από ποιον το είχε; Η χοντροκομένη κομψότητά του και το ανοιχτό χρώμα του ξύλου του ήταν η μόνη πολυτέλεια μέσα σ΄ αυτό το λίγο σκοτεινό δωμάτιο με το καλά γυαλισμένο και ψυχρό παρκέτο που ερχόταν σε αντίθεση με τα χαρούμενα δωμάτια που βλέπαν στην προκυμαία.

    Η Ζακελίν δεν θα ευχαριστιόταν. Θα δεχόταν ευκολότερα να μοιραστεί με την Ο τα δυο μπροστινά δωμάτια, να κοιμηθεί με την Ο, καθώς δέχθηκε από την πρώτη ημέρα να μοιρασθεί το λουτρό και την κουζίνα, τα μακιγιάζ, τα αρώματα, τα γεύματα. Σε τούτο όμως είχε γελαστεί η Ο. Η Ζακελίν ήταν με πάθος δοσμένη σε κάθε τι που της ανήκε – π.χ. στο ροζ μαργαριτάρι της – όπως αδιαφορούσε απόλυτα για ό,τι δεν της ανήκε. Αν έμενε σ΄ ένα παλάτι, δεν θα ενδιαφερόταν γι΄ αυτά παρά αν της έλεγαν: το παλάτι τούτο είναι δικό σας και της το απόδειχναν με πράξη συμβολαιογραφική. Το αν το γκρίζο δωμάτιο ήταν ή όχι ευχάριστο αυτό της ήταν αδιάφορο και δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι της Ο για να ξεφύγει απ΄ αυτό. Ούτε για ν΄ αποδείξει στην Ο μια ευγνωμοσύνη που δεν την αισθανόταν – και που, παραταύτα, της δάνεισε η Ο, χαρούμενη στη σκέψη ότι, καθώς πίστευε, θα κάνει κατάχρηση αυτού του αισθήματος. Η Ζακελίν αγαπούσε την απόλαυση, και εύρισκε ευχάριστο και πρακτικό να την δέχεται από μια γυναίκα, που, στα χέρια της δεν κινδύνευε τίποτε.


    Πέντε ημέρες αφού είχε λύσει τις βαλίτσες της (και η Ο την βοήθησε να τακτοποιήσει το περιεχόμενο) – όταν ο Ρενέ τις είχε φέρει, κατά τις δέκα, και ξανάφυγε – γιατί είχε φύγει όπως τις δυο προηγούμενες φορές – εμφανίστηκε απλούστατα, γυμνή και αχτένιστη ακόμη από το μπάνιο, στο άνοιγμα της πόρτας του δωματίου της Ο, λέγοντας στην Ο: «Δεν θα ξανάρθει, είστε βεβαία;» και, δίχως καν να περιμένει την απάντηση, γλύστρησε μέσα στο μεγάλο κρεβάτι. Αφέθηκε να τη φιλήσουν, να την χαϊδέψουν, με κλειστά μάτια, δίχως ν΄ αποκριθεί σε κανένα χάδι. Αναστέναξε μόλις στην αρχή, έπειτα πιο δυνατά, έπειτα πιο δυνατά ακόμη, και τέλος φώναξε. Κοιμήθηκε μέσα στο φως της ροζ λάμπας, λοξά στο κρεβάτι, με τα γόνατα πεσμένα και ανοιχτά, το στήθος κάπως πλάγια, τα χέρια ανοιχτά. Ο ιδρώτας έλαμπε ανάμεσα απ΄ τα στήθη της. Η Ο την σκέπασε κι έσβησε το φως. Δυο ώρες αργότερα, όταν την ξαναχάιδεψε στο σκοτάδι, η Ζακελίν αφέθηκε στα χάδια της, αλλά ψιθύρισε: «Μη με κουράσεις πολύ. Αύριο θα σηκωθώ πρωί»>

    Ήταν η εποχή όπου η Ζακελίν, εκτός από το διακοπτόμενο επάγγελμά της σαν μοντέλο, είχε αρχίσει ένα άλλο επάγγελμα όχι λιγότερο ακανόνιστο, όμως περισσότερο απορροφητικό: προσελήφθη για να γυρίσει μερικούς ρόλους. Δεν ήξερε αν πράγματι ήταν υπερήφανη ή όχι γι΄ αυτό, αν έβλεπε σ΄ αυτό ή όχι το πρώτο βήμα σε μια σταδιοδρομία όπου θα ήθελε να γίνει διάσημη. Πετιόταν το πρωί απ΄ το κρεβάτι, με πιότερη λύσσα παρά με ορμή, βαφόταν βιαστικά, έπαιρνε μόνο ένα μεγάλο φλυτζάνι καφέ που μόλις πρόφταινε να της ετοιμάσει η Ο. Η Ο την φιλούσε στην άκρη των δαχτύλων κι εκείνη απαντούσε μ΄ ένα μηχανικό χαμόγελο και ένα βλέμμα γεμάτο χαιρεκακία: η Ο ήταν γλυκειά και μέσα στην άσπρη ρομπ ντε σαμπρ της, τα μαλλιά χτενισμένα, το πρόσωπο πλυμένο, με το ύφος ανθρώπου που θα πάει και πάλι να κοιμηθεί. Μαλαταύτα δεν ήταν αλήθεια. Η Ο δεν είχε ακόμη τολμήσει να πει το γιατί στη Ζακελίν. Η αλήθεια ήταν πως κάθε μέρα που η Ζακελίν έφευγε, την ώρα που τα παιδιά πάνε στο σχολείο και οι μικροί υπάλληλοι στο γραφείο τους, κι εκείνη πήγαινε στο στούντιο της Μπουλώνης, όπου γύριζε ταινία, η Ο άλλοτε έμενε πραγματικά στο σπίτι, όλο σχεδόν το πρωί, ή ντυνόταν κι αυτή με τη σειρά της: «Σας στέλνω το αμάξι μου, είχε πει ο Σερ Στέφεν, θα πάει τη Ζακελίν στη Μπουλώνη, κι έπειτα θα ΄ρθει να σας πάρει».

    Έτσι, κάθε πρωί η Ο πήγαινε στον Σερ Στέφεν, όταν ακόμη ο ήλιος δεν φώτιζε στον δρόμο της, παρά το ανατολικό μέρος των προσόψεων. Οι άλλοι τοίχοι ήταν δροσεροί, όμως στους κήπους η σκιά μίκραινε κάτω από τα δέντρα. Στην οδό Πουατιέ, οι νοικοκυρές καθάριζαν ακόμη. Η Νόραχ, η μιγάδα οδηγούσε την Ο στο δωμάτιο όπου το πρώτο βράδυ ο Σερ Στέφεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί και να κλάψει μόνη. Την περίμενε ν΄ αφήσει τα γάντια της, τη τσάντα της και τα φορέματά της, πάνω στο κρεβάτι για να τα πάρει και να τα τακτοποιήσει σε μια ντουλάπα που κρατούσε το κλειδί της. Κατόπιν δίνοντας στην Ο πασούμια με ψηλό τακούνι, λουστραρισμένα, που θορυβούσαν όταν περπατούσε, πήγαινε μπροστά ανοίγοντας τις πόρτες, ως τη πόρτα του γραφείου του Σερ Στέφεν, όπου παραμέριζε για να την αφήσει να περάσει. Η Ο δεν μπόρεσε ποτέ να συνηθίσει σε τέτοιου είδους προετοιμασίες και να στέκεται γυμνή μπροστά σε τούτη την υπομονετική γυναίκα που δεν της μιλούσε και μόλις την κοίταζε. Της φαινότανε τόσο φοβερό, όσο όταν ήταν γυμνή μπροστά στους υπηρέτες του Ρουασσύ. Φορώντας τσουράπια από καστόρι, σαν μια καλόγρια, ή γρία μιγάδα, γλυστρούσε αθόρυβα. Η Ο δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τις δυο άκρες του μαντηλιού που κάλυπτε το κεφάλι της και, κάθε φορά που άνοιγε μια πόρτα, το χέρι της αυλακωμένο και αδύνατο, έμοιαζε σκληρό σαν παλιό ξύλο. Ταυτόχρονα, με ένα αίσθημα απόλυτα αντίθετο στον τρόμο που της ενέπνεε – και η Ο δεν μπορούσε να εξηγήσει τούτη την αντινομία – αισθανόταν ένα είδος υπερηφάνειας στο ότι τούτη η υπηρέτρια του Σερ Στέφεν (τι του ήταν άραγε του Σερ Στέφεν και γιατί της εμπιστευόταν τούτο το ρόλο του τελετάρχου, που τόσο λίγο της ταίριαζε -ήταν κι αυτή μάρτυρας- όπως κι άλλες ίσως, που είχαν οδηγηθεί από την ίδια με τον ίδιο τρόπο, ποιος ξέρει; - και άξιζε να χρησιμοποιείται από τον Σερ Στέφεν. Γιατί ο Σερ Στέφεν, ίσως την αγαπούσε, αναμφίβολα την αγαπούσε, και η Ο αισθανόταν πως δεν ήταν μακρυά η στιγμή που δεν θα την άφηνε μόνο να το καταλάβει, αλλά και θα της το έλεγε – και φυσικά, όσο μεγάλωνε η αγάπη του γι΄ αυτήν, και η επιθυμία του γι΄ αυτήν, τόσο γινόταν μαζί περισσότερο, με αργό ρυθμό, λεπτομερέστερα απαιτητικός.

    Μένοντας έτσι, κοντά του, ολόκληρα πρωινά, όπου μόλις την άγγιζε, ενώ εκείνος ήθελε να τον χαϊδεύει, έκανε ότι της ζητούσε με ένα είδος ευγνωμοσύνης, που μεγάλωνε ακόμη περισσότερο όταν το αίτημα έπαιρνε τη μορφή μιας διαταγής. Κάθε εγκατάλειψή της ήταν η εγγύηση πως θ΄ απαιτούσε από αυτήν ένα νέο δόσιμο, που ήταν σαν η πληρωμή μιας οφειλής. Το παράξενο είναι ότι αισθανόταν ευτυχισμένη: κι ήταν, στ΄ αλήθεια. Το γραφείο του Σερ Στέφεν, πάνω από το κίτρινο και γκρίζο σαλόνι όπου περνούσε τα βράδια του, ήταν πιο στενό και πιο χαμηλοτάβανο. Δεν υπήρχε ούτε καναπές, ούτε ντιβάνι, παρά μονάχα δυο φαρδιές πολυθρόνες με λουλουδάτη ταπετσαρία. Η Ο καθόταν που και που, όμως ο Σερ Στέφεν προτιμούσε, γενικά, να την κρατάει πιο κοντά του, σε απόσταση χεριού, και όταν δεν ασχολείτο με αυτήν, να την έχει να κάθεται στο γραφείο του, στο αριστερό του μέρος. Το γραφείο ήταν κάθετο στον τοίχο και η Ο ακουμπούσε στα ράφια που είχαν μερικά λεξικά και δεμένα ευρετήρια. Το τηλέφωνο ήταν κοντά στην αριστερή της γάμπα που αναταράζονταν σε κάθε κουδούνισμά του. Αυτή σήκωνε το ακουστικό και ρωτούσε: «Ποιος τηλεφωνεί;», επανελάμβανε υψηλόφωνα το όνομα ή έδινε το τηλέφωνο στον Σερ Στέφεν, ή τον δικαιολογούσε, ανάλογα με το νεύμα που της έκανε. Όταν επρόκειτο να δεχθεί κάποιον, η γριά Νόραχ τον ανήγγειλε. Ο Σερ Στέφεν τον άφηνε λίγο να περιμένει, όσο χρειαζόταν να οδηγήσει η Νόραχ την Ο στο δωμάτιο όπου είχε γδυθεί και όπου η Νόραχ πήγαινε να την ξαναπάρει, όταν, αφού έφευγε ο επισκέπτης του, ο Σερ Στέφεν, χτυπούσε το κουδούνι. Επειδή η Νόραχ μπαινόβγαινε στο γραφείο πολλές φορές όλα τα πρωινά, είτε για να φέρει τον καφέ στον Σερ Στέφεν, ή την αλληλογραφία, ή για ν΄ ανοίξει ή να κλείσει τα παράθυρα ή ν΄ αδειάσει τα σταχτοδοχεία, ήταν και η μόνη που είχε το δικαίωμα να μπαίνει, αλλά και τη διαταγή να μη χτυπά ποτέ και τέλος να περιμένει πάντα σιωπηλή, όταν είχε κάτι να πει, έως να της απευθύνει το λόγο ο Σερ Στέφεν. Συνέβη όμως κάποια φορά να δει την Ο σκυμένη πάνω στο γραφείο, με το κεφάλι και τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο δέρμα, με προσφερόμενα τα οπίσθια, περιμένοντας να μπει μέσα της ο Σερ Στέφεν. Η Ο σήκωσε το κεφάλι της. Καθώς έκανε πάντα η Νόραχ, δεν θα κοίταζε, αν η Ο δεν την είχε κοιτάξει. Και φαίνεται, πως τούτη τη φορά, η Νόραχ ήθελε να συναντήσει το βλέμμα της Ο. Τα λαμπερά μαύρα και σκληρά μάτια της ήταν στηλωμένα πάνω στα δικά της – δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν ή όχι αδιάφορα - πάνω σ΄ ένα αυλακωμένο και ακίνητο πρόσωπο, ταράξαν τόσο πολύ την Ο που έκανε μια κίνηση για να ξεφύγει από τον Σερ Στέφεν.

    Αυτή που τόσο καλά προσφερόταν, είχε παρά τη θέλησή της συσπασθεί και χρειάσθηκε να την παραβιάσει ο Σερ Στέφεν. Κι όταν το είχε κάνει αισθανόταν πως ο κρίκος σφιγγόταν γύρω του κι αυτό τον δυσκόλεψε να μπει εντελώς μέσα της. Δεν αποτραβήχθηκε παρά όταν μπόρεσε να κινηθεί δίχως δυσκολία. Όταν επρόκειτο να την ξαναπάρει, είπε στη Νόραχ να περιμένει, και ότι μπορούσε να ξαναντύσει την Ο, όταν θα τελείωνε. Όμως πριν πει στην Ο να φύγει, τη φίλησε στο στόμα με τρυφερότητα. Με αφορμή τούτο το φιλί, βρήκε έπειτα από λίγες ημέρες το θάρρος να του πει πως η Νόραχ τη φόβιζε. «Το ελπίζω, της είπε. Και όταν θα φορέσετε, όπως τούτο σε λίγο θα γίνει – αν συγκατατεθείτε – το έμβλημά μου και τα σίδερά μου, θα έχετε πολύ περισσότερους λόγους να την φοβάσθε». «Γιατί;, είπε η Ο, και ποιο έμβλημα, και ποια σίδερα; Φορώ ήδη τούτο το δαχτυλίδι...». «Αυτό αφορά την Άννα-Μαρία, που της έχω υποσχεθεί πως θα σας τη γνωρίσω. Μετά το γεύμα θα πάμε σπίτι της. Θέλετε; Είναι μια από τις φίλες μου, και θα ΄χετε παρατηρήσει πως ως τώρα δεν έχετε γνωρίσει κανένα από τους φίλους μου. Όταν θα βγείτε από τα χέρια της, θα σας πω τους πραγματικούς λόγους που θα πρέπει να φοβάσθε τη Νόραχ». Η Ο δεν τολμούσε να επιμείνει. Τούτη η Άννα-Μαρία που πρόβαλλε σαν μια απειλή την ανησυχούσε περισσότερο από τη Νόραχ. Γι΄ αυτήν της είχε ήδη μιλήσει ο Σερ Στέφεν όταν πήγαν να γευματίσουν στο Σαίν-Κλού. Κι ήταν αλήθεια πως η Ο δεν γνώριζε κανέναν από τους φίλους, καμιά από τις γνωριμίες του Σερ Στέφεν.

    Με λίγα λόγια, ζούσε στο Παρίσι, κλεισμένη στο μυστικό της, σαν να ήταν περιορισμένη σ΄ ένα μυστικό σπίτι. Τα μόνα όντα που είχαν δικαίωμα στο μυστικό της, ο Ρενέ και ο Σερ Στέφεν, είχαν μαζί και δικαίωμα πάνω στο σώμα της. Σκεφτόταν πως η λέξη «ν΄ ανοιχτεί σε κάποιον», που σήμαινε να εμπιστευθεί τον εαυτό της, δεν είχε για εκείνην παρά μια μονάχα, κυριολεκτική, φυσική σημασία, απόλυτη, γιατί ανοιγόταν απ΄ όλα τα μέρη του κορμιού της. Φαινόταν άλλωστε πως ήταν ο σκοπός της υπάρξεώς της, και ότι ο Σερ Στέφεν, καθώς και ο Ρενέ, έτσι το καταλαβαίναν, αφού όταν μιλούσε στους φίλους, όπως στο Σαίν-Κλού, ήταν για να της πει πως αυτούς που θα γνώριζε, εθεωρείτο αυτονόητο να είναι στη διάθεσή τους, αν αυτοί το ήθελαν. Όμως όσο για την Άννα-Μαρία και γι΄ αυτό που περίμενε να δώσει η Ο, σύμφωνα με τη θέληση του Σερ Στέφεν στην Άννα-Μαρία, δεν την βοηθούσε ούτε καν η πείρα που απέκτησε στο Ρουασσύ. Ο Σερ Στέφεν της είχε επίσης πει πως ήθελε να την δει να χαϊδεύει μια γυναίκα. Ήταν άραγε αυτό; (Όμως είχε ξεκαθαρίσει πως επρόκειτο για τη Ζακελίν...). Όχι, δεν ήταν αυτό. «Να σας δείξω» είχε πει. Και πράγματι. Όταν όμως έφυγε από την Άννα-Μαρία, δεν γνώριζε τίποτε περισσότερο.

    Η Άννα-Μαρία έμενε κοντά στο Αστεροσκοπείο, σ΄ ένα διαμέρισμα μ΄ ένα είδος ατελιέ, ψηλά σ΄ ένα νεόκτιστο μέγαρο, πιο πάνω απ΄ την κορυφή των δένδρων. Ήταν μια γυναίκα λεπτή, στην ηλικία του Σερ Στέφεν, που τα μαύρα της μαλλιά είχαν και μερικές γκρίζες τούφες. Τα γαλανά της μάτια ήταν τόσο σκούρα που μοιάζανε μαύρα. Πρόσφερε στον Σερ Στέφεν και στην Ο, ένα πολύ μαύρο καφέ σε πολύ μικρά φλυτζάνια, καυτό και πικρό, που έκανε καλό στην Ο. Όταν τον ήπιε και είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα της για ν΄ αφήσει το άδειο της φλυτζάνι στο τραπεζάκι, η Άννα-Μαρία την άρπαξε από τον καρπό, και στρεφόμενη προς τον Σερ Στέφεν, του είπε: «Επιτρέπετε; -Παρακαλώ», είπε ο Σερ Στέφεν. Τότε η Άννα-Μαρία, που ως εκείνη τη στιγμή, ακόμη και για να του πει καλημέρα, ακόμη κι όταν ο Σερ Στέφεν την είχε παρουσιάσει στην Άννα-Μαρία, δεν της είχε απευθύνει το λόγο, ούτε της είχε χαμογελάσει, είπε γλυκά στην Ο, με ένα τόσο τρυφερό χαμόγελο που θα ΄λεγε κανείς ότι της έκανε ένα δώρο: «Έλα να δω το υπογάστριό σου, μικρή μου, και τα οπίσθιά σου. Όμως στάσου εδώ ολόγυμνη, θα είναι καλύτερα». Ενώ η Ο υπάκουσε, άναψε ένα τσιγάρο. Ο Σερ Στέφεν δεν άφηνε την Ο από τα μάτια. Κι οι δυο τους την αφήσανε όρθια, ίσως για πέντε λεπτά. Δεν υπήρχε καθρέφτης στο δωμάτιο. Όμως η Ο έβλεπε μιαν αόριστη ανταύγεια του εαυτού της, στη μαύρη γυαλάδα ενός παραβάν. «Βγάλε και τις κάλτσες σου», είπε ξαφνικά η Άννα-Μαρία. «Βλέπεις, συνέχισε, δεν πρέπει να φορείς ζαρτιέρες, θα παραμορφώσεις τα μπούτια σου». Και έδειξε στην Ο, με την άκρη του δαχτύλου της, το πολύ ελαφρό βαθούλωμα που σημάδευε, πάνω από το γόνατο, το μέρος όπου τύλιγε την κάλτσα της γύρω από την φαρδιά ελαστική ζαρτιέρα. «Ποιος σου το ΄κανε αυτό;».

    Πριν προλάβει ν΄ απαντήσει η Ο: «Είναι το γραρσόν, που μου την έφερε, το γνωρίζετε», είπε ο Σερ Στέφεν. Και πρόσθεσε: «Θα συμφωνήσει, ασφαλώς, με τη γνώμη σας. –Καλά, είπε η Άννα-Μαρία. Θα σου δώσω πολύ μακρυές και σκούρες κάλτσες και μια ζώνη με μπαλένες για να τις συγκρατήσεις και να δείχνει η μέση σου». Όταν η Άννα-Μαρία χτύπησε το κουδούνι και ήρθε μια ξανθιά, βουβή κοπέλα κι έφερε πολύ λεπτές και μαύρες κάλτσες, καθώς κι ένα κορσέ ταφτά από μαύρο νάυλον, τεντωμένο από πλατειές, πολλές μπαλένες, γυρισμένες προς τα μέσα της κοιλιάς και πάνω από τους γοφούς, η Ο, πάντα όρθια και σε ισορροπία με το ένα πόδι πλάι στο άλλο, φόρεσε τις κάλτσες, που ανέβαιναν ψηλά ως τα μπούτια της. Η νέα ξανθιά κοπέλα της φόρεσε τον κορσέ, που ένα σύστημα στα πλάγια, επέτρεπε να σφίγγεται και να ξεσφίγγεται. Στο πίσω επίσης μέρος, καθώς στους κορσέδες του Ρουασσύ, πολλά κορδόνια, δέναν ή χαλάρωναν κατά βούληση. Η Ο έβαλε τα χέρια της μπροστά και στα πλάγια για να συγκρατήσει τις τέσσερις ζαρτιέρες. Κατόπιν η νεαρή κοπέλα άρχισε να τις δένει όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Η Ο αισθάνθηκε τη μέση της και το υπογάστριό της να βαθουλώνουν κάτω από τη πίεση των μπανελών, που κατέβαιναν σχεδόν ως το εφηβείο, και το ΄καναν να προεξέχει, καθώς και τους γοφούς. Ο κορσές ήταν πιο κοντός πίσω και άφηνε τα οπίσθια τελείως ελέυθερα. «Έτσι θα είναι πολύ καλύτερα, είπε η Άννα-Μαρία, απευθυνόμενη στον Σερ Στέφεν, όταν θα έχει τη μέση εντελώς περιορισμένη. Άλλωστε, αν δεν έχετε τον καιρό να τη γδύσετε, θα δείτε πως ο κορσές δεν εμποδίζει. Πλησίασε τώρα, Ο».


    Η νεαρή κοπέλα βγήκε, η Ο πλησίασε προς την Άννα-Μαρία, της χάιδεψε ελαφρά τα οπίσθια, κι έπειτα σπρώχνοντάς την προς ένα πουφ όμοιο με πολυθρόνα, της σήκωσε και της άνοιξε τα πόδια, διατάσσοντάς την να μην κινηθεί και της έπιασε τα δυο χείλη του υπογαστρίου. Έτσι σηκώνουν στην αγορά, σκέφθηκε η Ο, των ψαριών τα σβάραχνα, και των αλόγων τα χείλια στις εμποροπανηγύρεις. Θυμήθηκε επίσης πως ο Πέτρος ο υπηρέτης, το πρώτο βράδυ στο Ρουασσύ, αφού την είχε αλυσσοδέσει, είχε κάνει ακριβώς το ίδιο. Στο κάτω-κάτω, δεν ανήκε πια στον εαυτό της και αυτό που ανήκε λιγότερο σ΄ αυτήν ήταν ασφαλώς τούτο το μισό του σώματός της που μπορσούσε τόσο καλά να χρησιμοποιηθεί, σαν να πούμε, έξω από τον εαυτό της. Γιατί, κάθε φορά που το διαπίστωνε, δεν ξαφνιαζόταν απλώς, αλλά βεβαιωνόταν για μια ακόμη φορά, και κάθε φορά με την ίδια δυνατή ταραχή που την ακινητοποιούσε, και την παρέδιδε όχι τόσο στα χέρια εκείνου που την κρατούσε όσο σ΄ εκείνον που την είχε παραδώσει στα ξένα χέρια. Στο Ρουασσύ την παρέδιναν στον Ρενέ όταν άλλοι την απολάμβαναν. Εδώ όμως σε ποιον; Στον Ρενέ ή στον Σερ Στέφεν; Αχ! δεν ήξερε πια τίποτε. Δεν ήθελε πια τίποτε να μάθει, γιατί βέβαια, από τότε, ανήκε στον Σερ Στέφεν. Από πότε όμως;... Η Άννα-Μαρία την σήκωσε, την έντυσε. «Μπορείτε να μου την φέρετε όποτε θελήσετε, είπε στον Σερ Στέφεν, θα βρίσκομαι στα Σαμουά (Σαμουά - η Ο είχε ακούσει: Ρουασσύ. Τότε γιατί επρόκειτο;) σε δυο ημέρες. Όλα θα πάνε καλά». (Τι θα πήγαινε καλά. «Σε δέκα ημέρες αν θέλετε, απάντησε ο Σερ Στέφεν, στις αρχές Ιουλίου».

    Μέσα στο αυτοκίνητο που μετέφερε την Ο στο σπίτι της, γιατί ο Σερ Στέφεν έμεινε στης Άννας-Μαριάς, θυμήθηκε το άγαλμα που είχε δει παιδί στο Λοξεμβούργο. Μια γυναίκα που η μέση της ήταν έτσι σφιγμένη, και φαινόταν τόσο λεπτή ανάμεσα στα βαρειά στήθη και τους κρεατωμένους γοφούς – ήταν σκυμένη προς τα εμπρός προς τα εμπρός για να καθρεφτιστεί σε μια πηγή, μαρμάρινη κι αυτή, προσεκτικά σχεδιασμένη στα πόδια της – σαν να επρόκειτο να σπάσει το μάρμαρο. Αν ο Σερ Στέφεν το επιθυμούσε... Για ότι αφορούσε τη Ζακελίν, ήταν εύκολο να του πούνε πως τούτο είναι ένα καπρίτσιο του Ρενέ. Έτσι, η Ο, είχε μια φροντίδα ν΄ αποφεύγει κάθε φορά που εκείνη ερχόταν, να παραξενεύεται μολαταύτα γιατί δεν ήταν περισσότερο ελκυστική: γιατί ο Ρενέ, από τότε που η Ζακελίν βρισκόταν εκεί, φρόντιζε όχι τόσο να την αφήνει μόνη με τη Ζακελίν, πράγμα αυτονόητο, αλλά να μη μείνει αυτός, μόνος με την Ο;

    Ο Ιούλιος πλησίαζε, τότε που θα επρόκειτο να φύγει, και δεν θα ΄ρχόταν να την δει σε τούτη την Άννα-Μαρία, όπου ο Σερ Στέφεν θα την έστελνε. Θα ΄πρεπε λοιπόν να το πάρει απόφαση όταν δεν θα τον συναντούσε πια ποτέ παρά το βράδυ κι αν θα του ΄κανε κέφι να τις καλέσει τη Ζακελίν κι εκείνη, ή μάλλον – και δεν ήξερε τι θα ήταν στο εξής πιο παράξενο (αφού δεν υπήρχαν πια ανάμεσά τους παρά τούτες οι ουσιαστικά ψεύτικες σχέσεις έτσι πια περιορισμένες) – ή ίσως, κάποτε το πρωί, όταν ήταν στον Σερ Στέφεν, και η Νόραχ τον εισήγαγε αφού τον είχε αναγγείλει. Ο Σερ Στέφεν τον δεχότανε πάντα, και πάντα ο Ρενέ φιλούσε την Ο, της χάιδευε την άκρη των στηθειών, έκανε με τον Σερ Στέφεν σχέδια για την επομένη, όπου δεν γινόταν λόγος γι΄ αυτήν, και έφευγε. Την είχε άραγε δώσει τόσο πολύ στον Σερ Στέφεν, μέχρι του σημείου να μην την αγαπά πια; Τι θα συνέβαινε αν είχε πάψει να την αγαπά;

    Η Ο κατελήφθη από τέτοιο πανικό, ώστε, μηχανικά, κατέβηκε στην προκυμαία, μπροστά στο σπίτι της, κι αντί να κρατήσει το αμάξι, έτρεξε αμέσως να σταματήσει ένα ταξί. Βρίσκονται λίγα ταξί στην προκυμαία της Μπετύν. Η Ο έτρεξε ως τη λεωφόρο Σαίν-Ζερμαίν, και χρειάσθηκε να περιμένει ακόμη. Ήταν μουσκεμένη στον ίδρώτα και λαχανιασμένη, γιατί ο κορσές της έκοβε την αναπνοή, όταν, επιτέλους, ένα ταξί φάνηκε στη γωνία της οδού Καρντινάλ-Λεμουάν. Του έκανε νεύμα, έδωσε τη διεύθυνση του γραφείου όπου εργαζότανε ο Ρενέ, και ανέβηκε, δίχως να ξέρει αν ο Ρενέ θα ήταν εκεί, κι αν θα τη δεχόταν αν ήταν εκεί. Ποτέ της δεν είχε πάει εκεί. Δεν εξεπλάγη ούτε από τη μεγάλη πολυκατοικία, που ΄βλεπε σ΄ ένα δρόμο προς τα Σαν-ζ΄ Ελυζέ, ούτε από τα γραφεία αμερικανικού τύπου, παρά από τη στάση του Ρενέ, που ενώ τη δέχθηκε αμέσως, την απογοήτευσε. Όχι ότι ήταν επιθετικός ή την μάλωσε. Θα προτιμούσε εκπλήξεις, γιατί στο κάτω-κάτω, δεν της είχε επιτρέψει να ΄ρθει να τον ενοχλήσει, και ίσως τον ενόχλησε πολύ. Έδιωξε τη γραμματέα του, την παρακάλεσε να μη του αναγγείλει κανέναν κι ούτε να τον συνδέσει τηλεφωνικώς. Έπειτα ρώτησε την Ο τι είχε συμβεί. «Φοβήθηκα πως πια δεν μ΄ αγαπάς» είπε η Ο. Γέλασε: «Έτσι ξαφνικά, σου ήρθε τούτο; - Ναι, μέσα στο αμάξι, επιστρέφοντας από... – Επιστρέφοντας από ποιον;». Η Ο σώπασε. Ο Ρενέ γέλασε και πάλι: «Ξέρω, πως είσαι κουτή. Από την Άννα-Μαρία. Και θα πας στο Σαμουά για δέκα ημέρες. Τώρα μόλις μου τηλεφώνησε ο Σερ Στέφεν». Ο Ρενέ ήταν καθισμένος στη μονή άνετη πολυθρόνα του γραφείου του, απέναντι από το τραπέζι, και η Ο κουλουριάστηκε μέσα στην αγκαλία του. «Δεν με νοιάζει τι θα μου κάνουν, ψιθύρισε, πες μου όμως πως μ΄ αγαπάς ακόμη. – Καρδούλα μου, σ΄ αγαπώ, είπε ο Ρενέ, θέλω όμως να υπακούσεις σε μένα. Κι εσύ υπακούς πολύ καλά. Είπες στη Ζακελίν ότι ανήκεις στον Σερ Στέφεν. Της μίλησες μήπως και για το Ρουασσύ;». Η Ο τον διαβεβαίωσε πως όχι. Η Ζακελίν δεχότανε τα χάδια της.

    Όμως από την ημέρα που εκείνη θα μάθαινε ότι η Ο... ο Ρενέ δεν την άφησε ν΄ αποτελειώσει, την σήκωσε, την ακούμπησε στη πολυθρόνα που είχε αφήσει, και της σήκωσε το φουστάνι. «Α! να ο κορσές, είπε. Είναι αλήθεια πως θα είσαι πολύ πιο ευχάριστη όταν θα ΄χεις μια πολύ λεπτή μέση». Την απόλαυσε, και η Ο, είχε την εντύπωση πως πέρασε πολύς καιρός που αυτό δεν το είχε κάνει. Μέσα στην αφέλειά της πίστεψε πως τούτο ήταν μια απόδειξη αγάπης, αν και η ίδια, στο βάθος του εαυτού της, αμφέβαλε αν την ποθούσε καν. «Ξέρεις, της είπε σε λίγο, είσαι κουτή να μη μιλάς γι΄ αυτό στη Ζακελίν. Τη χρειαζόμαστε στο Ρουασσύ. Θα ήταν πιο εύκολο να την φέρεις εσύ. Άλλωστε, όταν θα ξανάρθεις από την Άννα-Μαρία, δεν θα μπορέσεις πια να της κρύψεις την πραγματική σου κατάσταση». Η Ο ρώτησε το γιατί. «Θα δεις, συνέχισε ο Ρενέ. Έχεις ακόμη πέντε ημέρες, και μόνο πέντε ημέρες, γιατί ο Σερ Στέφεν σκέπτεται, πέντε ημέρες πριν σε στείλει στην Άννα-Μαρία, ν΄ αρχίσει να σε μαστιγώνει κάθε ημέρα. Θα φέρεις ασφαλώς ίχνη.

    Πως θα τα δικαιολογήσεις στη Ζακελίν;». Η Ο δεν απάντησε. Αυτό που ο Ρενέ δεν ήξερε, είναι ότι η Ζακελίν δεν ενδιαφερόταν για την Ο παρά μόνο για το πάθος που εξεδήλωνε η Ο γι΄ αυτήν. Δεν την κοίταζε ποτέ. Κι αν ήταν γεμάτη από σημάδια του μαστιγίου, αρκούσε να μη παίρνει το μπάνιο της μπροστά στη Ζακελίν, και να φοράει μια νυχτικιά. Η Ζακελίν δεν θα ΄βλεπε τίποτε. Ούτε καν είχε προσέξει πως η Ο δεν φορούσε σλιπ. Δεν πρόσεχε τίποτε: η Ο δεν την ενδιέφερε. «Άκουσε, συνέχισε ο Ρενέ, υπάρχει πάντως ένα πράγμα που θα της το πεις, και θα της το πεις αμέσως: ότι είμαι ερωτευμένος μαζί της. – Και είναι αλήθεια;, είπε η Ο. – Θέλω να την έχω, είπε ο Ρενέ, και αφού εσύ δεν μπορείς ή δεν θέλεις τίποτε να κάνεις, θα κάνω εγώ ό,τι πρέπει. – Δεν θα θελήσει ποτέ, για το Ρουασσύ, είπε η Ο. – Α! όχι; Καλά λοιπόν, συνέχισε ο Ρενέ, θα την εξαναγκάσουμε».

    Το βράδυ, αργά, όταν η Ζακελίν ξάπλωσε και η Ο πέταξε από πάνω της το σεντόνι για να την κοιτάξει με το φως της λάμπας, αφού της είπε: «Ο Ρενέ είναι ερωτευμένος μαζί σου», γιατί της το είπε, και της το είπε αμέσως, η Ο που στην σκέψη ότι θα ΄βλεπε τούτο το τόσο εύθραυστο και λεπτό σώμα να το οργώνει το μαστίγιο, τούτο το στεγνό υπογάστριο να διανοίγεται, το αγνό στόμα να ουρλιάζει και τα μάγουλα να αυλακώνονται από τα δάκρυα, επαναστατούσε από φρίκη πριν από ένα μήνα. Επανελάμβανε την τελευταία λέξη του Ρενέ και αισθανόταν ευτυχισμένη.

    Η Ζακελίν έφυγε και δεν θα επέστρεφε, ασφαλώς, πριν από τις αρχές Αυγούστου, αν το φιλμ που γύριζε θα τελείωνε εν τω μεταξύ. Έτσι πια τίποτε δεν κρατούσε την Ο στο Παρίσι. Ο Ιούλιος πλησίαζε. Όλοι οι κήποι ήταν ανθισμένοι, όλα τα στόρια των παραθυριών που ΄βλεπαν στη μεσημβρία, κατάκλειστα. Ο Ρενέ δυσφορούσε γιατί έπρεπε να πάει στη Σκωτία. Η Ο, για μια στιγμή, ήλπιζε πως θα την έπαιρνε μαζί του. Εκτός όμως ότι ποτέ του δεν την πήγαινε στην οικογένειά του, γνώριζε πως θα την παραχωρούσε στον Σερ Στέφεν, αν τούτος του τη ζητούσε. Ο Σερ Στέφεν δήλωσε πως την ημέρα που ο Ρενέ θα ΄παιρνε τ΄ αεροπλάνο για το Λονδίνο, θα ερχόταν να ΄παιρνε την Ο. Είχε διακοπές: «Θα πάμε στην Άννα-Μαρία, είπε, σας περιμένει. Μη πάρετε καμιά βαλίτσα. Δε θα χρειασθήτε τίποτε». Δεν θα πήγαιναν στο διαμέρισμα του Αστεροσκοπείου, όπου, για πρώτη φορά, η Ο συνάντησε την Άννα-Μαρία, αλλά σ΄ ένα χαμηλό σπίτι στο βάθος ενός μεγάλου κήπου, κοντά στο δάσος του Φοντενεμπλώ. Η Ο, από την ημέρα εκείνη φορούσε πάντα τον κορσέ με τις μπαλένες, που τόσο απαραίτητο τον θεωρούσε η Άννα-Μαρία: τον έσφιγγε κάθε μέρα περισσότερο. Τώρα μπορούσαν να της πιάσουν τη μέση με τα δυο χέρια. Έτσι, θα ήταν ευχαριστημένη η Άννα-Μαρία. Όταν έφθασαν, ήταν ώρα δύο μετά το μεσημέρι. Το σπίτι ήταν ήσυχο και ο σκύλος, μόλις γαύγισε στο άκουσμα του κουδουνιού: ένας μεγαλόσωμος σκύλος της Φλάντρας με σκληρό τρίχωμα που μύρισε τα γόνατα της Ο, κάτω από τη φούστα της. Η Άννα-Μαρία καθόταν κάτω από μια δρυ, στην άκρη του παρτεριού, που, σε μια γωνία του κήπου, αντίκρυζε τα παράθυρα του δωματίου της. Δεν σηκώθηκε. «Να η Ο, είπε ο Σερ Στέφεν, ξέρετε τι θα της κάνετε όταν ετοιμασθεί;». Η Άννα-Μαρία κοίταξε την Ο. «Δεν την έχετε προειδοποιήσει; Ε, λοιπόν, θ΄ αρχίσω αμέσως. Θα χρειασθούν, οπωσδήποτε δέκα ημέρες.


    Νομίζω πως θα θέλατε να βάλετε μόνος σας τους κρίκους και τον αριθμό. Ελάτε σε δεκαπέντε ημέρες. Έπειτα όλα θα πρέπει να ΄χουν τελειώσει σε άλλες δεκαπέντε ημέρες». Η Ο θέλησε να μιλήσει, να κάνει μια ερώτηση. «Μια στιγμή, Ο, είπε η Άννα-Μαρία, πήγαινε στο απέναντι δωμάτιο, γδύσου, μη φοράς παρά τα σανδάλια σου, και ξαναγύρισε». Το δωμάτιο ήταν άδειο, ένα μεγάλο άσπρο δωμάτιο με κουρτίνες από ύφασμα σε χρώμα βιολέτας. Η Ο άφησε τη τσάντα της, τα γάντια της, τα ρούχα της, πάνω σε μια μικρή καρέκλα κοντά στη πόρτα μιας ντουλάπας. Δεν υπήρχε καθρέφτης. Ξαναβγήκε αργά. Ο ήλιος τη ζάλισε, πριν φτάσει στη σκιά που έκανε ο δρυς. Ο Σερ Στέφεν στεκόταν πάντα όρθιος μπροστά στην Άννα-Μαρία με το σκυλί στα πόδια της. Τα μαυρογκρίζα μαλλιά της Άννας-Μαρίας έλαμπαν σαν να ήταν λαδωμένα, τα γαλάζια μάτια μοιάζαν μαύρα. Ήταν στα άσπρα ντυμένη, με μια γυαλιστερή ζώνη στη μέση, φορούσε γυαλιστερά σανδάλια που άφηναν να φαίνονται τα κόκκινα νύχια των γυμνών ποδιών της. «Ο, είπε, γονάτισε μπροστά στον Σερ Στέφεν». Η Ο γονάτισε με τα χέρια σταυρωμένα στη πλάτη, με αναταραγμένη την άκρη του στήθους. Ο σκύλος έδειξε διαθέσεις να της επιτεθεί. «Έλα εδώ, Τούρκε, είπε η Άννα-Μαρία. Συναινείς, Ο, να φέρεις τους κρίκους και τον αριθμό, που ο Σερ Στέφεν μ΄ αυτά επιθυμεί να σημαδευτείς, δίχως να γνωρίζεις πως θα σου επιβληθούν; -Ναι, είπε η Ο. – Τότε, θα χαιρετήσω τον Σερ Στέφεν. Εσύ, μείνε εδώ». Ο Σερ Στέφεν έσκυψε και έπιασε την Ο από τα στήθη, ενώ η Άννα-Μαρία σηκωνόταν από την σαιζλόγκ της: «Είσαι δική μου, Ο, στ΄ αλήθεια είσαι δική μου». Έπειτα την άφησε για ν΄ ακολουθήσει την Άννα-Μαρία. Η εξώπορτα αντήχησε κι η Άννα-Μαρία επέστρεψε. Η Ο, με λυγισμένα τα γόνατα, ήταν καθισμένη πάνω στις φτέρνες της και ακουμπούσε τα χέρια της πάνω στα γόνατά της, καθώς ένα αιγυπτιακό άγαλμα.

    Τρεις άλλες κοπέλες κατοικούσαν στο σπίτι. Κάθε μια είχε ένα δωμάτιο στο πρώτο πάτωμα. Έδωσαν στην Ο ένα μικρό δωμάτιο στο ισόγειο, πλάι στο δωμάτιο της Άννας-Μαρίας. Η Άννα-Μαρία τις κάλεσε, φωνάζοντάς τις να κατέβουν στον κήπο. Καθώς η Ο, ήταν και οι τρεις τους ολόγυμνες. Μόνες μέσα σ΄ αυτόν τον γυναικωνίτη, προσεκτικά κρυμένος από τους ψηλούς τοίχους του πάρκου και με κλειστά τα παραθυρόφυλλα προς τον σκονισμένο δρόμο. Όμως η Άννα-Μαρία και οι υπηρέτριες ήταν ντυμένες: μια μαγείρισσα και δυο καμαριέρες, πιο ηλικιωμένες από την Άννα-Μαρία, αυστηρές μέσα στις μακρυές φούστες από μαύρο αλπαγκά και κολλαρισμένες ποδιές. «Το όνομά της είναι Ο, είπε η Άννα-Μαρία, που ξανακάθισε. Φέρετέ μου την, για να την ξαναδώ από κοντά».


    Δυο από τις κοπέλες ανασήκωσαν την Ο, κι οι δυο μελαχροινές, με μαλλιά τόσο μαύρα όσο και το κάτω τρίγωνο τους, και η άκρη των στηθειών τους μακρυά και σχεδόν μελιτζανιά. Η άλλη ήταν μικρή, στρουμπουλή και κοκκινομάλλα. Πάνω στο ασπρουλιάρικο δέρμα του στήθους της φαινόταν ένα τρομερό δίκτυο από πράσινες φλέβες. Οι δυο κοπέλες σπρώξανε την Ο, πολύ κοντά προς την Άννα-Μαρία, που έδειξε με το δάχτυλό της τις τρεις μαύρες ραβδώσεις που χάραζαν το μπροστινό μέρος από τα μπούτια της και συνέχιζαν πάνω στη μέση της. «Ποιος σε μαστίγωσε, είπε. Ο Σερ Στέφεν; - Ναι, είπε η Ο. – Με τι και πότε; - Πριν από τρεις ημέρες, με τον βούρδουλα. – Ένα ολόκληρο μήνα από σήμερα δεν θα μαστιγωθείς, αλλά μονάχα σήμερα, με το γεγονός της αφίξεώς σου, όταν θα τελειώσω την εξέτασή σου. Ο Σερ Στέφεν, δεν σου μαστίγωσε το εσωτερικό από τα μπούτια σου, με ορθάνοιχτα τα πόδια; Όχι, όχι, οι άντρες δεν ξέρουν. Σε λίγο θα δούμε. Δείξε μου τη μέση σου. Α! είναι καλύτερα!». Η Άννα-Μαρία έσφιγγε τη γυαλιστερή μέση της Ο, για να την κάνει ακόμη πιο λεπτή. Έπειτα έστειλε τη μικρή κοκκινομάλλα να φέρει έναν άλλο κορσέ και να της τον φορέσει. Ήταν κι αυτός από μαύρο νάυλον, με τόσο σκληρές μπαλένες και τόσο στενός, ώστε θα ΄λεγε κανείς πως ήταν μια πλατειά δερμάτινη ζώνη, δίχως ζαρτιέρες. Μια από τις μελαχροινές κοπέλες, της έσφιξε τα κορδόνια, ενώ η Άννα-Μαρία την διέταξε να σφίξει όσο μπορούσε περισσότερο. «Είναι τρομερό, είπε η Ο. – Ακριβώς, είπε η Άννα-Μαρία, και γι΄ αυτό είσαι πολύ περισσότερο ωραία, όμως δεν την είχες σφίξει αρκετά. Θα τη φοράς έτσι κάθε ημέρα. Πες μου τώρα πως ακριβώς προτιμούσε να σε χρησιμοποιεί ο Σερ Στέφεν. Θέλω να το γνωρίζω». Κρατούσε με τη χούφτα της από το υπογάστριο την Ο, και η Ο δεν μπόρεσε ν΄ απαντήσει.


    Δυο από τις κοπέλες, είχαν καθίσει κατάχαμα κι η τρίτη, η μελαχροινή, στα πόδια της σαίζλογκ της Άννας-Μαρίας. «Ρίξατέ την προς τα πίσω, είπε η Άννα-Μαρία, να δώ τα οπίσθιά της». Η Ο αναποδογυρίσθηκε, και οι κοπέλες την άνοιξαν με τα δάχτυλά τους. «Βέβαια, συνέχισε η Άννα-Μαρία, δεν υπάρχει λόγος ν΄ απαντήσεις. Πρέπει εκεί να σε σημαδέψουμε. Σήκω. Θα σου βάλουμε τα βραχιόλια σου. Κολέτ, πήγαινε να φέρεις το κουτί. Θα τραβήξουμε κλήρο ποιος θα σε μαστιγώσει. Η Κολέτ φέρνει τις μάρκες. Έπειτα θα πάμε στην αίθουσα της μουσικής». Η Κολέτ ήταν η πιο μεγάλη από τις δυο μελαχροινές κοπέλες. Την άλλη την λέγανε Κλαίρη και τη μικρή κοκκινομάλλα Υβόννη. Η Ο δεν είχε προσέξει πως φορούσαν όλες τους, καθώς στο Ρουασσύ, ένα δερμάτινο κολλιέ και βραχιόλια στους καρπούς. Επιπλέον, φορούσαν τα ίδια κολλιέ και στους αστραγάλους. Όταν η Υβόννη διάλεξε και φόρεσε στην Ο τα βραχιόλια που της ταίριαζαν, η Άννα-Μαρία έδωσε στην Ο τέσσερις μάρκες, παρακαλώντας την να δώσει από μια σε κάθε κοπέλα, δίχως να κοιτάξει τον αριθμό που έφεραν. Οι τρεις κοπέλες είδαν η κάθε μια τον δικό της αριθμό και δεν είπαν τίποτε, περιμένοντας την Άννα-Μαρία να μιλήσει. «Έχω το δύο, είπε η Άννα-Μαρία, ποια έχει το ένα;». Ήταν η Κολέτ. «Φέρε την Ο, είναι δική σου». Η Κολέτ άρπαξε τα μπράτσα της Ο και, ενώνοντας τα χέρια πίσω στην πλάτη και δένοντας μαζί τα βραχιόλια, την έσπρωξε μπροστά της. Στο κατώφλι ενός παραθύρου που έβλεπε σε μια πτέρυγα κάθετη προς την κύρια πρόσοψη, η Υβόννη που προηγείτο, έβγαλε τα σανδάλια της Ο.

    Το παράθυρο φώτιζε ένα δωμάτιο που το βάθος του σχημάτιζε μια υπερυψωμένη ροτόντα. Το ταβάνι, ελαφρά τρουλωτό, στηριζόταν σε δυο κολώνες λεπτές, σε απόσταση δυο μέτρων η μια από την άλλη. Η εξέδρα, υψηλή κατά τέσσερα σκαλοπάτια, προεκτεινόταν ανάμεσα στις δυο κολώνες, με μια στρογγυλεμένη προεξοχή. Το πάτωμα της ροτόντας καθώς και του υπολοίπου δωματίου, ήταν σκεπασμένο μ΄ ένα χαλί από κόκκινη τσόχα. Οι τοίχοι ήταν άσπροι, οι κουρτίνες των παραθύρων κόκκινες, τα ντιβάνια, που έκαναν το γύρο της ροτόντας, κι αυτά από κόκκινη τσόχα. Υπήρχε κι ένα τζάκι στο ορθογώνιο τμήμα της σάλας, που είχε περισσότερο πλάτος παρά βάθος. Μπροστά στο τζάκι ένα μεγάλο ράδιο με πικ-απ και δίπλα του ράφια με δίσκους. Γι΄ αυτό και την αποκαλούσαν αίθουσα μουσικής. Επικοινωνούσε άμεσα από μια πόρτα, κοντά στο τζάκι, με το δωμάτιο της Άννας-Μαρίας. Η συμμετρική πόρτα ήταν μια πόρτα αποθήκης. Εκτός από το ντιβάνι και το ράδιο, δεν υπήρχε κανένα άλλο έπιπλο. Ενώ η Κολέτ έβαζε την Ο να καθίσει στην άκρη της εξέδρας, που προεξείχε στο κέντρο της και τα σκαλοπάτια δεξιά κι αριστερά από τις κολώνες, οι δυο άλλες κοπέλες έκλειναν το παράθυρο, αφού τράβηξαν ελαφρά τα παραθυρόφυλλα. Η Ο ξαφνιασμένη, παρατήρησε πως ήταν ένα δπλό παράθυρο και η Άννα-Μαρία που γελούσε, είπε: «Είναι για να μη σ΄ ακούν που θα φωνάζεις. Οι τοίχοι είναι ντυμένοι με φελλό και δεν ακούγεται τίποτε απ΄ ότι συμβαίνει εδώ μέσα. Ξάπλωσε». Την πήρε από τους ώμους, την έβαλε πάνω στην κόκκινη τσόχα, κατόπιν την τράβηξε λίγο προς τα εμπρός. Τα χέρια της Ο πιάστηκαν στην άκρη της εξέδρας, όπου η Υβόννη την ακινητοποίησε σ΄ ένα κρίκο, και τα οπίσθιά της ήταν έτσι στο κενό. Η Άννα-Μαρία της δίπλωσε τα γόνατα προς το στήθος. Κατόπιν η Ο ένοιωσε τις γάμπες της να τεντώνονται ξαφνικά προς την ίδια κατεύθυνση: από τα βραχιόλια που είχε στους αστραγάλους της, την έδεσαν πιο ψηλά από το κεφάλι της στις κολώνες, όπου ανάμεσά τους, έτσι ανυψωμένη πάνω σε τούτον τον εξώστη, ήταν εκτεθιμένη με τέτοιο τρόπο ώστε το μόνο πράγμα ορατό από τον εαυτό της να είναι το βάθος του υπογαστρίου της, καθώς και οι βίαια ανοιγμένοι γοφοί της. Η Άννα-Μαρία της χάιδευε το εσωτερικό από τις γάμπες της. «Είναι το μέρος του σώματος όπου το δέρμα είναι το πιο απαλό, είπε, και δεν πρέπει να το βλάψουμε. Πρόσεχε, σιγά, Κολέτ». Η Κολέτ ήταν όρθια από πάνω της, δρασκελώντας το σώμα της, και η Ο, έβλεπε μέσα από το γεφύρι που σχημάτιζαν οι μελαχροινές γάμπες της, τις λουρίδες του μαστιγίου που κρατούσε στο χέρι της. Με τα πρώτα χτυπήματα που της κάνανε στην κοιλιά, η Ο βόγγηξε.

    Η Κολέτ πήγαινε από τα δεξιά προς τ΄ αριστερά, σταματούσε, ξανάρχιζε. Η Ο σφάδαζε με όλη της τη δύναμη, και νόμιζε πως οι λουρίδες την ξέσχιζαν. Δεν ήθελε να ικετεύσει, δεν ήθελε να ζητήσει χάρη. «Πιο γρήγορα, είπε στην Κολέτ, και πιο δυνατά». Η Ο τεντώθηκε, όμως μάταια. Ένα λεπτό αργότερα, ξέσπασε σε φωνές και σε δάκρυα, ενώ η Άννα-Μαρία της χάιδευε το πρόσωπο. «Μια στιγμή ακόμη, είπε, κι έπειτα τελειώνουμε. Πέντε λεπτά μονάχα. Ασφαλώς θα μπορείς να φωνάζεις επί πέντε λεπτά. Είναι και είκοσι πέντε. Κολέτ, θα σταματήσεις στα τριάντα, όταν θα σου πω». Όμως η Ο ούρλιαζε, όχι για οίκτο, αλλά γιατί δεν μπορούσε, όχι, δεν μπορούσε ούτε για ένα ακόμη δευτερόλεπτο να υποστεί το μαρτύριο. Το υπέστη όμως ως το τέλος, και η Άννα-Μαρία της χαμογέλασε όταν η Κολέτ κατέβηκε από την εξέδρα. «Ευχαρίστησέ με», είπε η Άννα-Μαρία στην Ο, και η Ο την ευχαρίστησε. Ήξερε πολύ καλά γιατί η Άννα-Μαρία επέμενε, πριν από κάθε τι, να την μαστιγώσει. Το ότι μια γυναίκα μπορούσε να είναι τόσο σκληρή και πιο αμείλικτη από έναν άντρα, δεν είχε ποτέ της καμιά αμφιβολία. Όμως, η Ο σκεφτόταν πως η Άννα-Μαρία επιδίωκε λιγότερο να επιδείξει την εξουσία της, παρά να δημιουργήσει ανάμεσα σ΄ αυτήν και την Ο μια οποιαδήποτε συνενοχή.


    Η Ο δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει, όπως τελικά αναγνώρισε, σαν μια αδιάψευτη και σημαντική αλήθεια, το αντιλεγόμενο και σταθερό μαζί ανακάτωμα των αισθημάτων της: αγαπούσε την ιδέα του μαρτυρίου, όταν όμως το υφίστατο θα πρόδωνε ολόκληρο τον κόσμο για να ξεφύγει απ΄ αυτό, ενώ ήταν τόσο πιο ευτυχισμένη όσο πιο σκληρό και διαρκέστερο ήταν. Η Άννα-Μαρία δεν είχε γελαστεί ούτε για τη συγκατάθεση ούτε για την αντίδραση της Ο, και ήξερε καλά πως το ε υ χ α ρ ι σ τ ώ δεν ήταν γελοίο. Παρά ταύτα υπήρχε, στη χειρονομία της ένας τρίτος λόγος, που της τον εξήγησε. Ήθελε ν΄ αποδείξει σε κάθε κοπέλα που έμπαινε μέσα στο σπίτι της και επρόκειτο εκεί να ζήσει σ΄ ένα κόσμο καθαρά γυναικείο, ότι η ιδιότητα της γυναίκας δεν θα ΄χανε τη σπουδαιότητά της από το γεγονός ότι δεν θα είχε επαφή παρά μονάχα με άλλες γυναίκες, αλλ΄ απεναντίας θα γινόταν περισσότερο παρούσα και οξεία. Και γι΄ αυτό το λόγο απαιτούσε ώστε τα κορίτσια να παραμένουν πάντοτε γυμνά. Ο τρόπος που μ΄ αυτόν είχε μαστιγωθεί η Ο, καθώς και η στάση που σ΄ αυτή ήταν δεμένη δεν είχαν κανένα άλλο σκοπό. Σήμερα, ήταν η ημέρα που η Ο θα παρέμενε το απόγευμα – τρεις ακόμη ώρες – με τα πόδια ανοιχτά και σηκωμένα, εκτεθειμένα πάνω στην εξέδρα, αντίκρυ στον κήπο. Δεν θα έπαυε ποτέ να επιθυμεί να έχει κλειστά τα πόδια της. Αύριο, θα είναι η Κλαίρη, ή η Κολέτ, ή η Υβόννη, που η Ο θα τις κοίταζε με τη σειρά της. Ήταν μια μέθοδος πολύ πιο αργή και πολύ πιο λεπτομερειακή (καθώς και ο τρόπος του μαστιγώματος), ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο Ρουασσύ. Όμως η Ο θα διαπίστωνε πόσο αποτελεσματική ήταν. Εκτός από τους κρίκους και τον αριθμό, θα την παρέδιναν στον Σερ Στέφεν πιότερο ανοιχτή και πιο βαθειά σκλάβα από ό,τι μπορούσε να φαντασθεί.

    Την άλλη μέρα το πρωί, έπειτα από το πρόγευμα, η Άννα-Μαρία, είπε στην Ο και στην Υβόννη να την ακολουθήσουν στο δωμάτιό της. Πήρε από το γραφείο της ένα κασέλι από πράσινο δέρμα που το έβαλε πάνω στο κρεβάτι και το άνοιξε. Οι δυο κοπέλες καθίσαν στα πόδια της. «Δεν σου είπε τίποτε η Υβόννη;» ρώτησε η Άννα-Μαρία την Ο. Η Ο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Τι θα είχε άραγε να της πει η Υβόννη; «Κι απ΄ ό,τι ξέρω ούτε ο Σερ Στέφεν. Λοιπόν, να οι κρίκοι που ήθελε να σε βάλει να φορέσεις.». Ήταν κρίκοι από σίδερο ματ, ανοξοίδωτο, σαν το σίδερο του επιχρυσωμένου δαχτυλιδιού, στρογγυλοί, παχιοί σαν τα χοντρά χρωματιστά μολύβια και σε σχήμα αυγού. Όμοιοι ήταν και οι χαλκάδες από τις χοντρές αλυσσίδες. Η Άννα-Μαρία έδειξε στην Ο πως κάθε έναν από αυτούς, τον αποτελούσαν δυο σε σχήμα U κι έμπαινε ο ένας μέσα στον άλλο. «Δεν είναι παρά ένα δοκιμαστικό μοντέλο, καθώς βλέπεις, υπάρχει ένα εσωτερικό ελατήριο που πρέπει να το πιέσεις για να το κάνεις να μπει μέσα στο αυλάκι όπου και σφηνώνεται. Όταν μια φορά τοποθετηθεί, είναι αδύνατον ν΄ αφαιρεθεί. Πρέπει να λιμαριστεί». Κάθε κρίκος είχε το μήκος από δυο φάλαγγες του μικρού δαχτύλου, που χωρούσε μέσα του. Σε κάθε ένα απ΄ αυτούς ήταν κρεμασμένος, σαν ένας νέος χαλκάς, σαν το στήριγμα ενός σκουλαρικιού, ένας κρίκος που έπρεπε να ήταν στο ίδιο επίπεδο με το αυτί, και να το προέκτεινε. Ένας δίσκος από το ίδιο μέταλλο, τόσο πλατύς όσο μήκος είχε ο κρίκος. Σε μια από τις όψεις, ένα χρυσό σχέδιο, στην άλλη, τίποτε. «Στην άλλη, είπε η Άννα-Μαρία, θα υπάρχει τ΄ όνομά σου, ο τίτλος, το όνομα και το επώνυμο του Σερ Στέφεν, και από πάνω σταυρωτά, ένα μαστίγιο κι ένα βούρδουλα. Η Υβόννη έφερε ένα δίσκο που ταίριαζε στο κολλιέ της. Εσύ όμως θα τον φορέσεις στο υπογάστριό σου. – Όμως..., είπε η Ο. – Ξέρω, απάντησε η Άννα-Μαρία, γι΄ αυτό έφερα την Υβόννη. Δείξε μου το υπογάστριό σου, Υβόννη». Η κοκκινόμαλλη κοπέλα σηκώθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η Άννα-Μαρία της άνοιξε τα μπούτια και έδειξε στην Ο πως ένας από τους λοβούς, στη μέση του μήκους του και στη βάση του, ήταν τρυπημένος. Μόλις περνούσε ο σιδερένιος κρίκος. «Θα σε τρυπήσω σε λίγο, είπε η Άννα-Μαρία στην Ο. Δεν είναι τίποτε. Εκείνο που διαρκεί περισσότερο είναι η τοποθέτηση της αγκράφας, ώστε να ενωθεί μαζί η επιδερμίδα του επάνω μέρους με την από κάτω μεμβράνη. Είναι πολύ λιγότερο σκληρό από το μαστίγιο. – Δεν θα με κοιμήσετε; φώναξε τρέμοντας η Ο. – Ποτέ, απάντησε η Άννα-Μαρία. Θα σε δέσουμε μονάχα κάπως πιο σφιχτά από χτές. Είναι αρκετό. Έλα».


    Έπειτα από οχτώ ημέρες, η Άννα-Μαρία αφαιρούσε από την Ο τις αγκράφες και της περνούσε τον δοκιμαστικό κρίκο. Όσο κι αν ήταν ελαφρύς – πολύ περισσότερο απ΄ ό,τι φαινόταν, γιατί ήταν κούφιος από μέσα - όμως βάραινε. Το σκληρό μέταλλο που έδειχνε καθαρά πως έμπαινε μέσα στη σάρκα έμοιαζε σαν ένα όργανο βασανισμού. Τι θα συνέβαινε όταν προσθέταν ένα δεύτερο κρίκο, που θα βάραινε περισσότερο; Έκανε εντύπωση με το πρώτο βλέμμα, τούτο το βάρβαρο εργαλείο. «Έτσι είναι, είπε η Άννα-Μαρία, όταν της έκανε λόγο η Ο. Πάντως κατάλαβες καλά τι ζητά από σένα ο Σερ Στέφεν; Οποιοσδήποτε, στο Ρουασσύ, ή αλλού, εκείνος ή οποιοσδήποτε άλλος, ακόμη κι εσύ η ίδια μπροστά στον καθρέφτη, οποιοσδήποτε σηκώσει τη φούστα σου θα δει αμέσως τους κρίκους στο υπογάστριό σου, κι αν το γυρίσουν απο την άλλη πλευρά, τον αριθμό σου χαραγμένο πάνω σου. Ίσως κάποια μέρα μπορέσεις να λιμάρεις τους κρίκους, όμως τον αριθμό δεν θα τον σβύσεις ποτέ. – Νόμιζα, είπε η Κολέτ, πως σβύναν εύκολα τα τατουάζ». (Ήταν αυτή που πάνω στο λευκό δέρμα της Υβόννης είχε κάνει με τατουάζ, πάνω από το τρίγωνο του υπογαστρίου, με γράμματα μπλε γαρνιρισμένα σαν τα γράμματα των κεντημάτων, τα αρχικά του αφεντικού της Υβόννης). Στην Ο δεν θα κάνουμε τατουάζ», απάντησε η Άννα-Μαρία. Η Κολέτ και η Υβόννη, κατάπληκτες, σώπαιναν. Η Άννα-Μαρία δίσταζε να μιλήσει. «Πέστε μου, λοιπόν, είπε η Ο. – Μικρή μου, δεν τολμούσα να σου κάνω λόγο γι΄ αυτό: θα σημαδευτείς με καυτό σίδερο. Ο Σερ Στέφεν μου το ΄στειλε πριν από δυο μέρες. – Με το σίδερο, φώναξε η Υβόννη. – Ναι, με το κόκκινο σίδερο».


    Από την πρώτη μέρα, η Ο συμμετείχε στη ζωή του σπιτιού. Η τεμπελιά ήταν απόλυτη, μελετημένη, και οι διασκεδάσεις μονότονες. Οι κοπέλες ήταν ελεύθερες να κάνουν τον περίπατό τους στον κήπο, να διαβάζουν, να ζωγραφίζουν, να παίζουν χαρτιά, πασιέντσες. Μπορούσαν να κοιμηθούν στο δωμάτιό τους ή να ξαπλώνουν στον ήλιο για να μαυρίσουν. Κάποτε κουβέντιαζαν μαζί, δυο-δυο, ώρες ολόκληρες. Κάποτε έμεναν καθισμένες στα πόδια της Άννας-Μαρίας, δίχως να μιλούν. Οι ώρες των γευμάτων ήταν πάντα όμοιες. Τρώγαν στο φως των κεριών. Παίρναν το τσάι τους στον κήπο και υπήρχε κάτι το παράλογο στη συμπεριφορά των δύο υπηρετών που σέρβιραν τούτες τις γυμνές κοπέλες, καθισμένες σαν σ΄ ένα επίσημο τραπέζι. Το βράδυ, η Άννα-Μαρία φώναζε μια απ΄ αυτές για να κοιμηθεί μαζί της, κάποτε, την ίδια, για πολλά βράδια συνέχεια. Την χάιδευε ή έβαζε να την χαϊδεύει, συχνά κατά τα ξημερώματα, κι έπειτα ξανακοιμόταν, αφού προηγουμένως στην έστελνε στη κάμαρά της. Οι μισοτραβηγμένες βιολέ κουρτίνες, χρωμάτιζαν την καινούργια μέρα σε χρώμα μωβ. Η Υβόννη έλεγε πως η Άννα-Μαρία ήταν τόσο όμορφη και υπερήφανη στην απόλαυση που δεχότανε, όσο ήταν ακούραστη στις απαιτήσεις της. Καμιά από τις κοπέλες δεν την είχε δει, ποτέ, εντελώς γυμνή. Μισάνοιγε ή σήκωνε το άσπρο από ζέρσεϋ-νάυλον πουκάμισό της, όμως ποτέ δεν το ΄βγαζε. Ούτε η απόλαυση που είχε δοκιμάσει τη νύχτα, ούτη η εκλογή που έκανε την παραμονή, δεν επηρέαζαν την απόφασή της για την άλλη μέρα το απόγευμα, που την άφηνε στην τύχη. Στις τρεις, κάτω από την πορφυρή δρυ όπου οι πολυθρόνες του κήπου ήταν τοποθετημένες γύρω από ένα μαρμάρινο στρογγυλό τραπέζι, η Άννα-Μαρία έφερνε ένα ποτηράκι που είχε μέσα ζάρια. Κάθε μια έπαιρνε από ένα.

    Εκείνη που τραβούσε τον μικρότερο αριθμό, την οδηγούσαν στην αίθουσα της μουσικής και την τοποθετούσαν πάνω στην εξέδρα, καθώς την Ο. Δεν της έμενε (εκτός από την Ο, που δεν έπαιρνε μέρος ως την αναχώρησή της) παρά να δείξει το δεξί ή το αριστερό χέρι της Άννας-Μαρίας που κρατούσε, στην τύχη, μια άσπρη ή μια μαύρη σφαίρα. Με την μαύρη, μαστίγωναν τη κοπέλα, με την άσπρη όχι. Η Άννα-Μαρία δεν έκλεβε ποτέ στο παιχνίδι τούτο, έστω κι αν η τύχη καταδίκαζε ή χαριζόντανε στην ίδια κοπέλα για πολλές μέρες. Το μαρτύριο της μικρής Υβόννης, που έκλαιγε με λυγμούς και καλούσε τον εραστή της, επαναλήφθηκε για τέσσερις μέρες συνέχεια. Το μπούτια της με τις πράσινες φλέβες, καθώς και το στήθος της τεντωνόταν πάνω σε μια ρόδινη σάρκα που ο βαρύς σιδερένιος κρίκος, τοποθετημένος οριστικά, εντυπωσίαζε περισσότερο, γιατί η Υβόννη έκανε αποτρίχωση σ΄ όλο της το σώμα. «Όμως γιατί, ρώτησε η Ο την Υβόννη, γιατί ο κρίκος, αφού φορείς τον δίσκο στο κολλιέ σου; - Λέγει ότι είμαι περισσότερο γυμνή όταν έχω κάνει αποτρίχωση. Ο κρίκος, νομίζω πως είναι για να με δέσει». Τα πράσινα μάτια της Υβόννης και το μικρό τριγωνικό πρόσωπό της έκαναν ώστε η Ο να σκέπτεται τη Ζακελίν κάθε φορά που την έβλεπε. Αν η Ζακελίν πήγαινε στο Ρουασσύ; Η Ζακελίν, κάποια μέρα θα περνούσε από εδώ, θα βρισκόταν εδώ, ξαπλωμένη πάνω σε τούτη την εξέδρα. «Δεν θέλω, έλεγε η Ο, δεν θέλω, δεν θα κάνω τίποτε για να την φέρω. Της είπα μάλιστα περισσότερα από ό,τι θα ΄πρεπε. Η Ζακελίν δεν είναι πλασμένη για να την χτυπούν και να την σημαδεύουν». Όμως, το ότι τα χτυπήματα και τα σίδερα ταιριάζουν καλά στην Υβόννη, το ότι ο ιδρώτας της και τα βογγητά της ήταν γλυκά, ήταν και γλυκό να της τα αποσπάς. Γιατί, δυο φορές, η Άννα-Μαρία, κι ως τώρα μονάχα για την Υβόννη, είχε τείνει το από χορδές μαστίγιο στην Ο, λέγοντάς της να χτυπήσει.

    Την πρώτη φορά, το πρώτο λεπτό, δίστασε. Στην πρώτη κραυγή της Υβόννης είχε οπισθοχωρήσει. Όμως, μόλις ξανάρχισε και η Υβόννη ξαναφώναξε, πιο δυνατά, κυριεύτηκε από μια τόσο τρομερή ευχαρίστηση, τόσο δυνατή, που αισθανόταν, παρά τη θέλησή της, την ανάγκη να γελάσει, κι έπρεπε να πιέσει τον εαυτό της να επιβραδύνει τα χτυπήματα και να μη χτυπά με όλη τη δύναμή της. Έπειτα έμενε κοντά στην Υβόννη όλη την ώρα που αυτή έμενε δεμένη, φιλώντάς την κάθε τόσο. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να της έμοιαζε. Έτσι τουλάχιστον αποδείκνυε το αίσθημα της Άννας-Μαρίας. Μήπως την προκαλούσαν η σιωπή και η υπακοή της Ο; Μόλις περνούσαν τα τραύματα της Ο, η Άννα-Μαρία της έλεγε: «Πόσο λυπούμαι, που δεν μπορώ να σε μαστιγώσω. Όταν θα ξανάρθεις... Τέλος, όπως κι αν έχει το πράγμα, κάθε μέρα θα σ΄ ανοίγω». Και κάθε μέρα, όταν το κορίτσι που βρισκόταν στην αίθουσα είχε λυθεί, το αντικαθιστούσε η Ο, ως την ώρα του φαγητού. Και η Άννα-Μαρία είχε δίκιο. Ήταν αλήθεια πως δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο, μέσα σ΄ αυτές τις δυο ώρες, παρά μόνο στο ότι ήταν ανοιχτή, στον κρίκο που βάραινε το υπογάστριό της, από τη στιγμή που της τον είχαν βάλει, και βάραινε ακόμη περισσότερο όταν προστέθηκε ο δεύτερος κρίκος.


    Τίποτε άλλο παρά τη σκλαβιά της και τα σημάδια της σκλαβιάς της. Ένα βράδυ η Κλαίρη είχε μπει μαζί με την Κολέτ γυρνόντας από τον κήπο. Πλησίασε την Ο και ανέστρεψε τους κρίκους. Δεν υπήρχε ακόμη επιγραφή. «Πότε μπήκες στο Ρουασσύ; είπε. Η Άννα-Μαρία σ΄ έβαλε εκεί; -Όχι, είπε η Ο. – Εμένα, η Άννα-Μαρία, πριν από δυο χρόνια. Θα ξαναγυρίσω εκεί μεθαύριο. – Δεν ανήκεις όμως σε κανένα; είπε η Ο. – Η Κλαίρη ανήκει σε μένα, παρενέβη η Άννα-Μαρία. Ο, ο αφέντης σου φθάνει αύριο το πρωί. Απόψε θα κοιμηθείς μαζί μου». Η σύντομη καλοκαιρινή νύχτα φωτίζεται αργά, και, κατά τις τέσσερις το πρωί έπνιγε τα τελευταία άστρα. Η Ο που κοιμόταν με κολλητά τα γόνατα ξύπνησε από το χέρι της Άννας-Μαρίας ανάμεσα από τα μπούτια της. Όμως η Άννα-Μαρία ήθελε μονάχα να την ξυπνήσει, για να την χαϊδέψει η Ο. Τα μάτια της έλαμπαν μέσα στο ημίφως, και τα γκρίζα της μαλλιά, ανακατεμένα με άσπρα, κοντά κομμένα και ανασηκωμένα από το μαξιλάρι σε μπούκλες, της έδιναν το ύφος ενός μεγάλου εξόριστου αφέντη, θαρραλέου γλεντοκόπου. Η Ο άγγιξε με τα χείλη της στη σκληρή άκρη των στηθιών της και με την παλάμη της το βάθος του υπογαστρίου. Η Άννα-Μαρία γρήγορα παραδόθηκε, - όχι όμως στην Ο.

    Η απόλαυση που την έκανε ν΄ ανοίγει τα μάτια της ήταν μια απόλαυση ανώνυμη και απρόσωπη, που η Ο δεν ήταν παρά το όργανό της. Ήταν αδιάφορο στην Άννα-Μαρία αν η Ο θαύμαζε το ξανανειωμένο πρόσωπό της, το ωραίο ασθμαίο στόμα της, έπιασε ανάμεσα από τα δόντια και τα χείλη της την κρεάτινη κορυφή την κρυμένη στο αυλάκι του υπογαστρίου της. Άρπαξε, απλούστατα την Ο από τα μαλλιά, για να την πιέσει πιο δυνατά επάνω της, και δεν την άφησε να φύγει παρά για να της πει: «Ξανάρχισε». Η Ο είχε αγαπήσει το ίδιο και τη Ζακελίν. Την είχε κρατήσει, μεθυσμένη, στα χέρια της. Την απόλαυσε, έτσι τουλάχιστον πίστευε. Όμως η ταυτότης των χειρονομιών δεν σημαίνει τίποτε. Η Ο δεν απέκτησε ποτέ την Άννα-Μαρία. Κανείς δεν είχε ποτέ αποκτήσει την Άννα-Μαρία. Η Άννα-Μαρία απαιτούσε τα χάδια δίχως να ενδιαφέρεται για το τι αισθάνεται αυτός που της τα έδινε, και δινόταν με μια ελευθερία γεμάτη θράσος. Μολαταύτα, υπήρξε τρυφερή και γλυκειά με την Ο, την φίλησε στο στόμα και στα στήθη και την κράτησε μια ακόμη ώρα κοντά της πριν την διώξει. Της είχε βγάλει τα σίδερά της. «Είναι οι τελευταίες ώρες, της είπε, που θα κοιμηθείς δίχως να φέρεις σίδερα. Αυτά που θα σου βάλουν σε λιγάκι δεν θα μπορούν πια ποτέ ν΄ αφαιρεθούν». Απαλά και για ώρα πολλή, χάιδεψε τους γοφούς της Ο, έπειτα την πήγε στο δωμάτιο όπου ντυνόταν, το μόνο του σπιτιού όπου υπήρχε ένας καθρέφτης με τρεις όψεις, πάντοτε όμως κλειστός. Άνοιξε τον καθρέφτη, ώστε να μπορεί να κοιταχτεί η Ο. «Είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τον εαυτό σου ανέπαφο, της είπε. Εδώ ακριβώς, όπου είσαι τόσο στρογγυλή και στιλπνή, θα σου σφραγίσουν τα αρχικά του Σερ Στέφεν, από τις δυο πλευρές του υπογαστρίου σου. Θα σε ξαναφέρω μπροστά στον καθρέφτη, την παραμονή της αναχωρήσεως. Δεν θ΄ αναγνωρίσεις πια τον εαυτό σου. Όμως ο Σερ Στέφεν, έχει δίκιο. Πήγαινε να κοιμηθείς, Ο».

    Το άγχος όμως κράτησε άγρυπνη την Ο, και όταν η Κολέτ, ερχόταν να τη ζητήσει, στις δέκα, χρειάστηκε να την βοηθήσει, να χτενιστεί και να βάψει τα χείλη της. Η Ο έτρεμε σύγκορμη. Είχε ακούσει ν΄ ανοίγει η εξώπορτα. Είχε φθάσει ο Σερ Στέφεν. «Έλα πάμε Ο, είπε η Υβόννη. Σε περιμένει». Ο ήλιος ήταν κιόλας ψηλά στον ουρανό. Καμιά πνοή αέρα δεν σάλευε τα φύλλα της δρυς: θα ΄λεγε κανείς πως ήταν ένα χάλκινο δέντρο. Το σκυλί αποκαμωμένο από τη ζέστη ήταν ξαπλωμένο στη ρίζα του δέντρου, και καθώς ο ήλιος δεν βρισκόταν ακόμη πίσω από τη μεγάλη μάζα του δέντρου, διαπερνούσε την άκρη του κλωνιού, του μόνου την ώρα εκείνη που σκίαζε το τραπέζι: στην πέτρα ήταν διεσπαρμένοι φωτεινοί και χλιαροί λεκέδες. Ο Σερ Στέφεν, όρθιος, ακίνητος, κοντά στο τραπέζι κι η Άννα-Μαρία καθισμένη πλάι του. «Να, είπε η Άννα-Μαρία όταν η Υβόννη έφερε την Ο μπροστά του. Τώρα που έχει τρυπηθεί μπορούν οι κρίκοι να μπουν όποτε θέλετε».


    Δίχως ν΄ απαντήσει ο Σερ Στέφεν τράβηξε την Ο στην αγκαλιά του, τη φίλησε στο στόμα και σηκώνοντάς την εντελώς, την ξάπλωσε πίσω στο τραπέζι κι έμεινε σκυμμένος επάνω της. Έπειτα την ξαναφίλησε, της χάιδεψε τα φρύδια και τα μαλλιά, και ανασηκωνόμενος, είπε στην Άννα-Μαρία: «Αμέσως, αν θέλετε». Η Άννα-Μαρία πήρε το πέτσινο κουτάκι που είχε φέρει και τοποθετήσει πάνω σε μια πολυθρόνα κι έδωσε στον Σερ Στέφεν τους χωρισμένους κρίκους που έφεραν το όνομα της Ο και το δικό του. «Προχωρήστε», είπε ο Σερ Στέφεν. Η Υβόννη σήκωσε τα γόνατα της Ο, και η Ο αισθάνθηκε το κρύο μέταλλο που η Άννα-Μαρία πλησίασε στη σάρκα της. Τη στιγμή που επρόκειτο να τοποθετηθεί το δεύτερο μέρος του κρίκου, μέσα στον πρώτο, η Άννα-Μαρία φρόντισε ώστε το χρυσωμένο μέρος ν΄ ακουμπά πάνω στο μπούτι, και προς το εσωτερικό η όψη που έφερε την επιγραφή. Όμως το έλασμα ήταν τόσο σκληρό ώστε οι ραβδώσεις δεν έφταναν ως το βάθος. Χρειάσθηκε να πάει η Υβόννη να φέρει ένα σφυρί. Τότε ανασήκωσαν την Ο, και γέρνωντάς την με τα πόδια ανοιχτά, στην άκρη του πέτρινου τραπεζιού που χρησίμευε για άκμωνας – για να στηριχθούν διαδοχικά, οι άκρες των δύο χαλκάδων – μπόρεσαν να τα στερεώσουν, χτυπώντας στην άλλη άκρη. Ο Σερ Στέφεν, κοίταζε δίχως να πει λέξη. Όταν τελείωσε, ευχαρίστησε την Άννα-Μαρία, και βοήθησε την Ο να σταθεί όρθια. Παρατήρησε τότε πως τούτα τα νέα σίδερα ήταν πολύ πιο βαρειά, από εκείνα που ΄χε φορέσει προσωρινά τις προηγούμενες μέρες.

    Όμως τούτα ήταν οριστικά. «Τώρα να μπει ο αριθμός σας, έτσι; είπε η Άννα-Μαρία στον Σερ Στέφεν. Ο Στέφεν συμφώνησε με μια κίνηση του κεφαλιού, και συγκράτησε από τη μέση την Ο που κλονιζόταν. Δεν φορούσε τον μαύρο μικρό της κορσ
     
  4. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    Histoire d' O (4)

    Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ



    Το ότι η Ο δίσταζε να μιλήσει στη Ζακελίν γι΄ αυτό που ο Ρενέ, δίκαια αποκαλούσε την πραγματική της κατάσταση, είναι γιατί δεν καταλάβαινε πια τίποτε. Βέβαια, η Άννα-Μαρία της είχε πει πως θα έβγαινε αλλαγμένη από κει μέσα. Όμως δεν πίστευε πως θα γινόταν σε τούτο το σημείο. Της φάνηκε φυσικό, όταν θα επέστρεφε, πως θα ήταν πιότερο ακτινοβολούσα και δροσερή παρά ποτέ άλλοτε, να μην κρυβόταν πια όταν θα έπαιρνε το μπάνιο της ή όταν θα ντυνόταν, το ίδιο που θά έκανε αν ήταν μόνη της. Μολαταύτα, η Ζακελίν ενδιαφερόταν τόσο λίγο για κάθε τι που δεν την αφορούσε άμεσα, ώστε χρειάστηκε, την μεθεπόμενη της επιστροφής της να μπει κατά τύχη στο μπάνιο, την ώρα που η Ο καβαλίκευε τη μπανιέρα και ακούστηκε το κουδούνισμα πάνω στο σμάλτο, που έκαναν τα σίδερα του υπογαστρίου της, ώστε να στραφεί η προσοχή της προς τον παράξενο τούτο θόρυβο. Γύρισε το κεφάλι και είδε, ταυτόχρονα, τον δίσκο που κρεμόταν ανάμεσα στα πόδια της Ο και τις ραβδώσεις που της σημάδευαν τα μπούτια και τη μέση. «Τι έχεις; τη ρώτησε. - Είναι ο Σερ Στέφεν» απάντησε η Ο. Και πρόσθεσε, σαν κάτι αυτονόητο: «Ο Ρενέ μ΄ έδωσε σ΄ εκείνον και με πετάλωσε στο όνομά του. Κοίτα». Και καθώς σκουπιζόταν με το μπουρνούζι, πλησίασε προς τη Ζακελίν που κατάπληκτη κάθισε στο ταμπουρέ, αρκετά κοντά της, ώστε να πιάσει στο χέρι της τον δίσκο και να διαβάσει την επιγραφή. Κι έπειτα αφήνοντας να γλυστρήσει το πενιουάρ της, γύρισε κι έδειξε με το χέρι το Σ και το Χ που ήταν βαθειά χαραγμένα στα οπίσθιά της, και είπε: «Με σημάδεψε ως και με τον αριθμό του. Τα άλλα που βλέπεις, είναι βουρδουλιές. Συνήθως με μαστιγώνει ο ίδιος, αλλά και η μάυρη υπηρέτριά του». Η Ζακελίν κοίταξε την Ο δίχως να μπορεί να προφέρει λέξη. Η Ο άρχισε να γελά, κι έπειτα θέλησε να τη φιλήσει. Η Ζακελίν τρομαγμένη την απώθησε και κλείστηκε στο δωμάτιό της.

    Η Ο ήσυχα-ήσυχα σκουπίστηκε, έβαλε άρωμα, χτένισε τα μαλλιά της. Φόρεσε το κορσεδάκι της, τις κάλτσες της, τα πασούμια της, κι όταν με τη σειρά της έσπρωξε τη πόρτα, συνάντησε μέσα στον καθρέφτη το βλέμμα της Ζακελίν που χτενιζόταν, ασυναίσθητα, μπροστά στον καθρέφτη. «Σφίξε μου τον κορσέ μου, είπε. Γιατί κάνεις την ξαφνιασμένη; Ο Ρενέ είναι ερωτευμένος μαζί σου. Δεν σου είπε λοιπόν τίποτε; - Δεν καταλαβαίνω, είπε η Ζακελίν». Και ομολογώντας αμέσως, αυτό που κυρίως τη ξάφνιαζε: «Φαίνεσαι να είσαι υπερήφανη. Αυτό δεν το καταλαβαίνω. – Όταν ο Ρενέ θα σε πάει στο Ρουασσύ, θα καταλάβεις. Μήπως άρχισες κιόλας να κοιμάσαι μαζί του;». Το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπο της Ζακελίν που είπε μ΄ ένα νεύμα του κεφαλιού της, και μια τέτοια κακιά διάθεση, που η Ο ξαναγέλασε. «Λες ψέμματα χρυσή μου, είσαι κουτή. Και βέβαια έχεις το δικαίωμα να κοιμηθείς μαζί του. Και δεν είναι τούτος ένας λόγος για να με απωθείς. Άφησέ με να σε χαϊδέψω. Θα σου αφηγηθώ για το Ρουασσύ». Φοβόταν μήπως η Ζακελίν μια βίαιη σκηνή ζηλοτυπίας της Ο; Η μήπως υπεχώρησε για ν΄ ανακουφιστεί, ή απλούστατα γιατί αγαπούσε την υπομονή, τη βραδύτητα, το πάθος των χαδιών της Ο; Υπεχώρησε. «Αφηγήσου μου, είπε έπειτα στην Ο. – Ναι, είπε η Ο. Όμως πρώτα φίλησέ με στην άκρη των στηθιών. Είναι καιρός πια να συνηθίσεις, αν θέλεις να φανείς χρήσιμη σε κάτι στον Ρενέ». Η Ζακελίν υπάκουσε, τόσο καλά μάλιστα, που έκανε την Ο να βογγίξει. «Αφηγήσου», επανέλαβε.

    Η αφήγηση της Ο, όσο κι αν ήταν πιστή και ξεκάθαρη, και παρά την υλική απόδειξη που την αποτελούσε η ίδια, φάνηκε σαν ένα παραλήρημα στη Ζακελίν. «Θα ξαναγυρίσεις τον Σεπτέμβρη; ρώτησε. – Όταν θα επιστρέψουμε από τα νότια μέρη, είπε η Ο. Θα σε πάω στον Ρενέ ή θα σε πάει ο ίδιος. – Να δω θα το ήθελα πολύ, συνέχισε η Ζακελίν. Όμως μονάχα να δω. – Ασφαλώς, αυτό μπορεί να γίνει», είπε η Ο που ήταν πεπεισμένη για το αντίθετο. Έλεγε όμως στον εαυτό της πως αν αυτή μπορούσε να πείσει τη Ζακελίν να περάσει το φράχτη του Ρουασσύ, θα της ήταν ευγνώμων ο Σερ Στέφεν - κι αργότερα θα υπήρχαν αρκετοί υπηρέτες, αλυσσίδες και μαστίγια για να διδάξουν στη Ζακελίν τη συγκατάβαση. Γνώριζε ήδη πως στη βίλλα που είχε νοικιάσει κοντά στις Κάννες, όπου η ίδια θα περνούσε τον Αύγουστο με τον Ρενέ, η Ζακελίν κι αυτός και η μικρή αδελφή της Ζακελίν, που είχε την άδεια να την πάρει μαζί της – όχι πως το ΄θελε, αλλά η μητέρα της επέμενε να συγκατατεθεί σε τούτο η Ο – ήξερε καλά πως το δωμάτιο που θα έμενε και που η Ζακελίν δεν θα μπορούσε ν΄ αρνηθεί να παίρνει μαζί της τον μεσημεριάτικο ύπνο της, όταν ο Ρενέ δεν θα ήταν εκεί, χωριζόταν από το δωμάτιο του Σερ Στέφεν μ΄ ένα τοίχο που φαινότανε γεμάτος, αλλά που ο διάκοσμός του επέτρεπε ανασηκώνοντας ένα στόρι, να δει κανείς και ν΄ ακούσει τόσο καλά σαν να στεκόταν όρθιος, πλάι στο κρεβάτι. Η Ζακελίν θα ήταν η λεία των βλεμμάτων του Σερ Στέφεν όταν θα την χάιδευε η Ο. Και θ΄ αργούσε να το μάθει για να τ΄ αποφύγει. Πόση χαρά αισθανόταν η Ο αναλογιζόμενη πως θα παρέδιδε με προδοσία την Ζακελίν. Και τούτο γιατί ένοιωθε σαν μια βρισιά, βλέποντας τη Ζακελίν να περιφρονεί τούτη τη κατάσταση της σκλάβας – τη σημαδεμένη και μαστιγωμένη – που γι΄ αυτήν η Ο ήταν περήφανη.

    Η Ο δεν είχε ποτέ της πάει κατά τον Νότο. Ο γαλάζιος και ακίνητος ουρανός, η θάλασσα που μόλις παύλαζε, τα ασάλευτα πεύκα κάτω από τον ψηλό ήλιο, όλα της φαινόταν σαν κάτι το σκληρό και το εχθρικό. «Δεν υπάρχουν αληθινά δέντρα, έλεγε θλιμμένα, όταν τα συγκρίνεις με τα μυρωμένα δάση, όπου ως και οι πέτρες ακόμη είναι χλιαρές στο πιάσιμο. Η θάλασσα δεν μυρίζει θάλασσα», έλεγε συνεχίζοντας. Την κατηγορούσε γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να πετά στην αμμουδιά φύκια, να είναι πάρα πολύ γαλάζια για να γλύφει την αμμουδιά πάντα στο ίδιο σημείο. Όμως στον κήπο της βίλλας, σε ένα παλιό ανανεωμένο αγρόκτημα, βρισκόταν κανείς μακρυά από τη θάλασσα. Μεγάλοι τοίχοι, δεξιά κι αριστερά, την προστάτευαν από τους γείτονες. Η πτέρυγα των υπηρετών έβλεπε στην αυλή της εισόδου, όπου το δωμάτιο της Ο έβγαινε σε μια ταράτσα, στο πρώτο πάτωμα, με προσανατολισμό την Ανατολή. Η κορυφή από τις μεγάλες μαύρες δάφνες άγγιζε τα βαθουλά κεραμμύδια που προστάτευαν την ταράτσα. Ένα πλέγμα από καλάμια την προφύλαγε από τον μεσημεριάτικο ήλιο. Τα κόκκινα καρώ που κάλυπταν το δάπεδο ήταν τα ίδια με του δωματίου. Ο τοίχος που χώριζε το δωμάτιο της Ο, εκτός από του Σερ Στέφεν – κι ήταν ο τοίχος ενός μεγάλου υπνοδωματίου περιορισμένου από μια κάμαρα χωρισμένη από το υπόλοιπο τμήμα μ΄ ένα είδος φράχτου, σαν τα κάγκελα μιας σκάλας – ενώ άλλοι τοίχοι ήταν βαμμένοι άσπροι.

    Τα παχειά άσπρα χαλιά στο πάτωμα, ήταν βαμβακερά, οι κουρτίνες από κίτρινο και άσπρο ύφασμα. Υπήρχαν δυο πολυθρόνες σκεπασμένες από το ίδιο ύφασμα και στρώματα γαλάζια, διπλωμένα στα τρία. Σαν επίπλωση, ένα πάρα πολύ ωραίο κομοδίνο φουσκωτό, από καρυδιά κι ένα στενό και μακρύ χωρικό τραπέζι, ξανθό και γυαλισμένο σαν καθρέφτης. Η Ο είχε βάλει τα φορέματά της σε μια σειρά από κρεμαστάρια. Το επάνω μέρος της χρησιμεύει για τουαλέτα. Εκεί είχαν εγκαταστήσει και τη μικρή Ναταλί, πλάι στο δωμάτιο της Ο, και το πρωί, όταν ήξερε πως η Ο έκανε ηλιοθεραπεία στην ταράτσα, ερχότανε και ξάπλωνε πλάι της. Ήταν μια κοπελίτσα πολύ άσπρη, στρουμπουλή κι όμως λεπτή, με μάτια τραβηγμένα προς τους κροτάφους όπως της αδελφής της, αλλά μαύρα και γυαλιστερά που την έκαναν να μοιάζει με Κινέζα. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν κομμένα ίσια, πάνω από τα φρύδια, σε πυκνή φράτζα και ίσια πάνω από το σβέρκο. Είχε μικρά σφιχτά και γεμάτα σφρίγος στηθάκια και παιδικούς γοφούς που μόλις φούσκωναν. Είχε επίσης δει ξαφνικά την Ο, μπαίνοντας προς την ταράτσα όπου νόμιζε πως θα ΄βρισκε την αδελφή της, και όπου ήταν η Ο μόνη, ξαπλωμένη με την κοιλιά, πάνω στην ψαθωτή καρέκλα. Όμως αυτό που είχε κάνει τη Ζακελίν να επαναστατήσει, την αναστάτωσε από πόθο και ζήλεια. Ρώτησε την αδελφή της. Οι απαντήσεις, όπου η Ζακελίν νόμιζε πως μ΄ αυτές θα προκαλούσε την αποστροφή της, καθώς αφηγόταν όλα όσα της είχε πει η Ο, δεν άλλαξαν σε τίποτε τη συγκίνηση της Ναταλί. Απεναντίας μάλιστα. Ερωτεύθηκε την Ο. Κατόρθωσε για μια ολόκληρη εβδομάδα να μη της το φανερώσει. Όμως μια Κυριακή απόγευμα, φρόντισε να βρεθεί μόνη με την Ο.

    Δεν έκανε τόσο ζέστη εκείνο το απόγευμα. Ο Ρενέ που κολύμπησε αρκετά το πρωί, κοιμόταν στο ντιβάνι ενός δροσερού δωματίου του ισογείου. Η Ζακελίν, πικαρισμένη γιατί τον έβλεπε να προτιμά τον ύπνο, πήγε και βρήκε την Ο στο δωμάτιό της. Η θάλασσα κι ο ήλιος την είχαν κιόλας χρυσίσει: τα μαλλιά της, τα φρύδια, τα ματόκλαδά της, το τριχωτό της υπογάστριο, οι μασχάλες της, έμοιαζαν σαν πασπαλισμένα από ασήμι. Καθώς δεν ήταν διόλου μακιγιαρισμένη, το στόμα της είχε το ίδιο ροζ χρώμα που είχε και το βαθούλωμα του υπογαστρίου της. Για να μπορέσει να την δει στην κάθε της λεπτομέρεια ο Σερ Στέφεν, που η Ο είχε προαισθανθεί την αόρατη παρουσία του – φρόντισε συχνά να της ανοίγει τα πόδια καταντίκρυ στο φώς: είχε ανάψει τη λάμπα που ήταν στο προσκέφαλό της.

    Τα πατζούρια κλειστά, το δωμάτιο σχεδόν σκοτεινό, παρά τις φωτεινές ραβδώσεις που ΄μπαίναν από τα κακοεφαρμοσμένα παραθυρόφυλλα. Η Ζακελίν αναστέναζε περισσότερο από μια ώρα κάτω από τα χάδια της Ο. Τέλος, με στητά τα στήθη, τα χέρια ριγμένα προς τα πίσω, σφίγγοντας τα ξύλινα κάγκελα του κρεβατιού, άρχισε να φωνάζει όταν η Ο, κρατώντας ανοιχτό το σγουρό ξανθό τρίχωμα άρχισε να δαγκώνει την κορυφή της σάρκας όπου συναντιόντουσαν, ανάμεσα από τα σκέλη, τα λεπτά και εύπλαστα μικρά χείλη. Η Ο την αισθανόταν να καίει και να τεντώνεται κάτω από τη γλώσσα της και την έκανε να φωνάζει χωρίς διακοπή, έως ότου χαλάρωσε μονομιάς, με σπασμένα τα ελατήρια, ιδρωμένη από ηδονή. Κατόπιν την έστειλε στο δωμάτιό της, όπου και κοιμήθηκε. Είχε ξυπνήσει και ήταν ντυμένη, όταν στις 5 ήρθε ο Ρενέ να την πάρει, μαζί με την Ναταλί, να πάνε βαρκάδα, όπως συνήθιζαν τ΄ απομεσήμερα. «Που είναι η Ναταλί;» είπε ο Ρενέ. Η Ναταλί δεν ήταν στο δωμάτιό της, ούτε μέσα στο σπίτι. Την φώναξαν και στον κήπο. Ο Ρενέ πήγε ως το μικρό δάσος που συνέχιζε τον κήπο. Καμιά απόκριση. «Ίσως να είναι κιόλας μέσα στη βάρκα» είπε ο Ρενέ. Έφυγαν δίχως να την αναζητήσουν περισσότερο. Τότε η Ο, πάντα ξαπλωμένη στην ψάθινη πολυθρόνα της, διέκρινε ανάμεσα από τα κεραμμύδια του μπαλκονιού τη Ναταλί που έτρεχε προς το σπίτι. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα της – ήταν γυμνή, γιατί έκανε ακόμη πολλή ζέστη – και καθώς έδενε τη ζώνη της, μπήκε μέσα με ορμή η Ναταλί και ρίχτηκε πάνω της: «Έφυγε, επιτέλους έφυγε, φώναζε. Την άκουσα Ο, σας άκουσα, άκουσα στην πόρτα. Τη φιλάς, τη χαϊδεύεις. Γιατί δεν με χαϊδεύεις κι εμένα, γιατί δεν με φιλάς; Γιατί είμαι μαύρη και δεν είμαι όμορφη; Δεν σ΄ αγαπά εσένα, εγώ σ΄ αγαπώ» και ξέσπασε σε λυγμούς. «Έλα, καλά» είπε η Ο. Έσπρωξε την κοπελίτσα προς μια πολυθρόνα, πήρε ένα μεγάλο μαντήλι του Σερ Στέφεν από το ντουλάπι, κι όταν έπαψαν κάπως οι λυγμοί της Ναταλί, της σκούπισε το πρόσωπο.

    Η Ναταλί της ζήτησε συγνώμη, φιλώντας της τα χέρια. «Κι αν ακόμη δεν θέλεις να με φιλήσεις Ο, κράτησέ με κοντά σου. Κράτησέ με κοντά σου για όλο τον καιρό. Αν είχες ένα σκυλί, δεν θα το κρατούσες; Αν δε θέλεις να με φιλήσεις, αλλά σ΄ ευχαριστεί να με δέρνεις, μπορείς να με δείρεις, αλλά μη με διώξεις. – Σώπασε Ναταλί, δε ξέρεις τι λες» ψιθύρισε η Ο. Η μικρή κι αυτή χαμηλόφωνα και γλυστρώντας στα γόνατα της Ο, που τ΄ αγκάλιασε, απάντησε: «Ω! ναι, το ξέρω καλά. Σε είδα προχθές το πρωί στην ταράτσα. Είδα τ΄ αρχικά γράμματα και τα μεγάλα γαλάζια σημάδια που είχες. Και η Ζακελίν μου είπε... – Τι σου είπε; - Που ήσουν και τι σου έκαναν. – Και σου μίλησε για το Ρουασσύ; - Μου είπε ακόμη που ήσουνα, πως είσαι... – Πως ήμουν; - Ότι φορείς σιδερένιους κρίκους. – Ναι, είπε η Ο, κι έπειτα; - Κι έπειτα ότι ο Σερ Στέφεν σε μαστιγώνει κάθε μέρα. – Ναι, είπε και πάλι η Ο, και τώρα σε λίγο θα ΄ρθει. Πήγαινε Ναταλί». Η Ναταλί, δίχως να σαλέψει, σήκωσε το κεφάλι προς την Ο και η Ο αντίκρυσε το γεμάτο λατρεία βλέμμα της. «Μάθε με κι εμένα Ο, σε ικετεύω, θέλω να γίνω σαν κι εσένα. Θα κάνω ό,τι κι αν μου πεις. Θέλω να μου υποσχεθείς πως όταν γυρίσεις θα με πας εκεί που μου είπε η Ζακελίν. – Είσαι πολύ μικρή, είπε η Ο. – Όχι, δεν είμαι πολύ μικρή. Έχω περάσει τα δεκαπέντε, φώναξε θυμωμένη, δεν είμαι πολύ μικρή. Ρώτησε τον Σερ Στέφεν» έκανε μόλις τον είδε να μπαίνει.

    Στην Ναταλί επέτρεψαν να παραμένει κοντά στην Ο, και της έδωσαν την υπόσχεση πως θα την πάνε στο Ρουασσύ. Όμως ο Σερ Στέφεν απογόρευσε στην Ο να της μάθει ένα οποιοδήποτε χάδι, έστω και να την φιλήσει στο στόμα ή να φιληθεί από αυτήν. Ήθελε να έφτανε στο Ρουασσύ δίχως να έχει αγγιχτεί από χέρια ή να έχει φιληθεί από οποιονδήποτε. Απεναντίας απαίτησε, αφού ήθελε να μη εγκαταλείψει την Ο, η Ο να μην την άφηνε ούτε στιγμή. Ας έβλεπε τόσο την Ο να χαϊδεύει την Ζακελίν, να χαϊδεύει τον ίδιο και να του δίνεται, όσο και να την μαστιγώνει ή να την δέρνει με το βούρδουλα η γριά Νόραχ. Τα φιλιά που έδινε η Ο στο στόμα της αδελφής της, έκαναν τη Ναταλί να τρέμει από ζήλεια και μίσος. Όμως κουρνιασμένη πάνω στο χαλί, στα πόδια του κρεβατιού της Ο, καθώς η μικρή Ντιναρζάδ στο κρεβάτι της Σεχραζάτ, έβλεπε κάθε φορά την Ο δεμένη στο ξύλο να συσπάται κάτω από τον βούρδουλα, την Ο γονατιστή να δέχεται ταπεινά μέσα στο στόμα της το παχύ ανορθωμένο φύλο του Σερ Στέφεν, την Ο σκυμμένη ν΄ ανοίγει μόνη της τα οπίσθιά της με τα δυο της χέρια για να του προσφέρει τον δρόμο προς το υπογάστριό της, δίχως να νοιώθει άλλα αισθήματα από τον θαυμασμό, την ανυπομονησία και την επιθυμία.

    Ίσως η Ο υπελόγιζε περισσότερο απ΄ ότι έπρεπε στην αδιαφορία και τον αισθησιασμό της Ζακελίν. Ίσως η Ζακελίν να θεώρησε, αφελέστατα, σαν ακίνδυνο για εκείνη, σε σχέση με τον Ρενέ, το να δοθεί τόσο πολύ στην Ο. Πάντως, το γεγονός είναι ότι ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Ταυτόχρονα, φαίνεται πως άρχισε να κρατά σε απόσταση τον Ρενέ, με τον οποίον περνούσε σχεδόν όλες τις νύχτες και τις μέρες της. Ποτέ απέναντί του δεν κράτησε τη στάση μιας ερωτευμένης. Τον κοίταζε ψυχρά, και όταν του χαμογελούσε, το χαμόγελο δεν έφτανε ως τα χείλη της. Κι αν ακόμη παραδεχτούμε πως του δινόταν όσο και στην Ο, πράγμα πιθανό, η Ο θεωρούσε πως μια τέτοια εγκατάλειψη του εαυτού της, δεν δέσμευε σε τίποτε την Ζακελίν. Ενώ ένοιωθε κανείς τον Ρενέ να λιώνει από πόθο μπροστά της και σαν να παραλύει από έναν έρωτα που του ήταν ως τώρα άγνωστος, έναν έρωτα ανήσυχο, αβέβαιο για μια οποιαδήποτε ανταπόκριση και που έτρεμε μην προκαλέσει δυσαρέσκεια. Ζούσε, κοιμόταν στο ίδιο σπίτι με τον Σερ Στέφεν, στο ίδιο σπίτι με την Ο, προγευμάτιζε, γευμάτιζε, έβγαινε και πήγαινε περίπατο με τον Σερ Στέφεν, με την Ο, τους μιλούσε: δεν τους έβλεπε, ούτε και τους άκουγε. Έβλεπε, άκουγε μέσω αυτών πέρα απ΄ αυτούς, και αδιάκοπα προσπαθούσε να φτάσει σε μια βουβή και εξαντλητική προσπάθεια, σαν τις προσπάθειες που κάνουν στα όνειρα για να πηδήξουν σ΄ ένα τραμ που έχει κινήσει, για να πιαστούν απ΄ τα κάγκελα ενός γεφυριού που γκρεμίζεται, προσπαθούσε να φτάσει τον σκοπό της υπάρξεως, της αλήθειας της Ζακελίν. Έπρεπε κάπου να υπάρχουν στο εσωτερικό της χρυσής επιδερμίδας της, καθώς κάτω από την πορσελάνη βρίσκεται ο μηχανισμός της κούκλας που φωνάζει. «Νάτην λοιπόν, σκεφτόταν η Ο, νάτην η μέρα που τόσο φοβόμουν, όπου για τον Ρενέ δεν θα είμαι παρά μια σκιά σε μια περασμένη ζωή. Κι ούτε καν λυπούμαι, μόνο που εγώ τον λυπάμαι και μόνο οίκτο μου προκαλεί.

    Μπορώ να τον βλέπω κάθε μέρα δίχως να προσβάλλομαι γιατί δεν με επιθυμεί πια, δίχως πίκρα, δίχως παράπονο. Κι όμως, πριν λίγες εβδομάδες, είχα τρέξει να τον ικετεύσω για να μου πει αν μ΄ αγαπούσε. Μήπως αυτό ήταν η αγάπη μου; Τόσο ανάλαφρη, τόσο ευκολοπαρηγόρητη; Παρηγορημένη; Ούτε καν αυτό: είμαι ευτυχισμένη. Ήταν αρκετό λοιπόν το ότι με είχε δώσει στον Σερ Στέφεν για να αποσπαστώ απ΄ αυτόν, κι έτσι μέσα σε καινούργια αγκαλιά να ξαναγεννηθώ σε μια νέα αγάπη;». Όμως ναι, τι ήταν ο Ρενέ μπροστά στον Σερ Στέφεν; Ένα κομμάτι άχυρο, φελλός. Τέτοια έμοιαζαν τα πραγματικά δεσμά που μ΄ αυτά την είχε δέσει, για να τ΄ απαρνηθεί τόσο γρήγορα. Όμως πόση ηρεμία, πόση ηδονή τούτος ο σιδερένιος κρίκος που τρυπά τη σάρκα και βαραίνει για πάντα, το σημάδι που δεν θα σβήσει ποτέ, το χέρι ενός αφέντη που σε ξαπλώνει σ΄ ένα πέτρινο κρεβάτι, ο έρωτας ενός αφέντη που ξέρει να κάνει κτήμα του, ανελέητα, αυτό που αγαπά. Και η Ο σκεφτόταν πως τελικά δεν είχε αγαπήσει τον Ρενέ, παρά για να μάθει τον έρωτα και να ξέρει, καλύτερα να δίνεται, σκλάβα και ικανοποιημένη, στον Σερ Στέφεν. Όμως το να βλέπει τον Ρενέ, που μαζί του ήταν τόσο ελεύθερη – και τον είχε αγαπήσει για την ελευθερία της αυτή – να περπατεί σαν εμποδισμένος, σαν τα πόδια του να ήταν πιασμένα μέσα στο νερό και στα καλάμια μιας λίμνης, που φαινόταν ακίνητη και που το ρεύμα της βρίσκεται στα βαθειά στρώμματά της, φούσκωνε το μίσος της Ο εναντίον της Ζακελίν. Το μάντεψε άραγε ο Ρενέ; Μήπως η απρόσεκτη Ο άφησε να γίνει τούτο αντιληπτό; Έκανε ένα λάθος. Ένα απόγευμα, στις Κάννες, πήγαν οι δυο τους μόνες σ΄ ένα κομμωτήριο. Κι έπειτα πήραν το παγωτό τους στην ταράτσα της Ρεζέρβ. Η Ζακελίν, με στενό παντελόνι μαύρο και μαύρη μπλούζα, έσβυνε γύρω της ως και τη λάμψη των παιδιών. Ήταν τόσο λαμπερή, χρυσωμένη, τόσο σκληρή και τόσο φωτεινή μέσα στον ήλιο, τόσο προκλητική, τόσο κλειστή. Είπε στην Ο ότι είχε ραντεβού με τον σκηνοθέτη που μ΄ αυτόν γύριζε ταινία στο Παρίσι, για να γυρίσουν εξωτερικά, ίσως στο βουνό, πίσω από το Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς.

    Το γκαρσόνι ήταν εκεί ευθυτενές και περίμενε. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει. Φαινόταν καθαρά πως ήταν ερωτευμένο με τη Ζακελίν. Αρκούσε να τον έβλεπε κανείς. Τι το καταπληκτικό; Εκείνο που κατέπλησσε περισσότερο ήταν η Ζακελίν. Μισοξαπλωμένη σε μια από τις μεγάλες πολυθρόνες, η Ο άκουγε, που μιλούσε για καθορισμό ημερομηνιών και για ραντεβού, για τη δυσκολία να βρεθούν αρκετά χρήματα, ώστε να τελειώσει η αρχινημένη ταινία. Μιλούσε στη Ζακελίν στον ενικό. Εκείνη απαντούσε ν α ι και ό χ ι με μια κίνηση του κεφαλιού και μισόκλεινε τα μάτια. Η Ο καθόταν απεναντί της, και το γκαρσόνι ανάμεσά τους. Δεν δυσκολεύτηκε να παρατηρήσει πως η Ζακελίν, με κατεβασμένα τα μάτια και προφυλαγμένη από τα ακίνητα βλέφαρά της, παραμόνευε, καθώς έκανε πάντα, νομίζοντας πως κανείς δεν την παρατηρούσε, τον πόθο του γκαρσονιού. Το πιο περίεργο όμως ήταν το ότι τον αναστάτωσε, με τα χέρια ριγμένα κάτω, δίχως ίχνος από χαμόγελο, σοβαρή, και όπως ποτέ η Ο δεν την είχε δει μπροστά στον Ρενέ. Ένα χαμόγελο, διάρκειας μόλις ενός δευτερολέπτου πάνω στα χείλη της, όταν η Ο έσκυψε για ν΄ αφήσει στο τραπέζι το ποτήρι με το παγωμένο νερό. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν και η Ο κατάλαβε πως η Ζακελίν, αντελήφθηκε ότι την είχε μαντέψει. Ούτε που ταράχτηκε. Απεναντίας, η Ο κοκκίνησε. «Μήπως ζεσταίνεσαι; είπε η Ζακελίν. Σε πέντε λεπτά φεύγουμε. Άλλωστε, το κόκκινο σου πάει πολύ καλά». Ξαναχαμογέλασε. Αλλά τούτη τη φορά με μια τόσο τρυφερή ανεμελιά, σηκώνοντας τα μάτια της προς το γκαρσόνι, που φαινόταν αδύνατο να μην ορμήσει για να την ιλήσει. Όμως όχι. Ήταν πολύ νέος για να γνωρίζει πόση ξετσιπωσιά υπάρχει στην ακινησία και τη σιωπή. Άφησε τη Ζακελίν να σηκωθεί, να του απλώσει το χέρι, να του πει αντίο. Θα του τηλεφωνούσε. Το γκαρσόνι χαιρέτησε και τη σκιά – δηλαδή την Ο – και όρθιο στο πεζοδρόμιο κοίταζε τη μαύρη Μπουίκ να γλυστρά στη λεωφόρο, ανάμεσα από τα σπίτια που τα ΄καιγε ο ήλιος και την πολύ γαλανή θάλασσα.

    Οι φοινικιές έμοιαζαν σαν να τις είχαν σκαλίσει μέσα σε μέταλλο, οι περπατητές σαν μανεκέν από κακολυωμένο κερί, που τους κινούσε ένας παράλογος μηχανισμός. «Σου αρέσει τόσο πολύ;» είπε η Ο στη Ζακελίν καθώς το αμάξι έβγαινε από την πόλη και τραβούσε για την ανηφοριά. «Σ΄ ενδιαφέρει;» ρώτησε η Ζακελίν. «Ενδιαφέρει τον Ρενέ», συνέχισε η Ο. «Αυτό που ενδιαφέρει τον Ρενέ και τον Σερ Στέφεν, κι αν καλά κατάλαβα, έναν ορισμένο αριθμό κάποιων άλλων, συνέχισε η Ζακελίν, είναι το ότι δεν έχεις καθίσει καλά. Θα τσαλακώσεις το φουστάνι σου». Η Ο δεν σάλεψε. «Και νόμιζα, είπε ακόμη η Ζακελίν, πως δεν έπρεπε ποτέ να σταυρώνεις τα πόδια σου!». Όμως η Ο δεν άκουγε πια. Τι την ενδιέφεραν οι απειλές της Ζακελίν; Κι αν η Ζακελίν απειλούσε να καταγγείλει την Ο, για τούτο το ασήμαντο λάθος, φανταζόταν πως έτσι θα εμπόδιζε την Ο να την καταγγείλει στον Ρενέ; Όχι πως έλειπε μια τέτοια διάθεση από την Ο. Ο Ρενέ, βέβαια, δεν θα ανεχόταν να μάθαινε πως η Ζακελίν του έλεγε ψέμματα, ούτε και πως επιθυμούσε να την έχει άλλος εκτός από αυτόν. Πως θα έκανε τη Ζακελίν να πιστέψει πως αν η Ο σώπαινε, θα ήταν για να μην έχανε τον Ρενέ, για να μην χλώμιαζε ο Ρενέ για μιαν άλλη, και ίσως να είχε και την αδυναμία να μη την τιμωρήσει. Κι ίσως πιότερο, θα μπορούσε να ήταν ο φόβος να δει τον θυμό του Ρενέ να ξεσπά εναντίον της, καθώς, προδότρα, να ήταν μαντατοφόρος κακών ειδήσεων. Πως να έλεγε στη Ζακελίν να σωπάσει, δίχως να δώσει την εντύπωση ότι έκλεινε μαζί της μια συμφωνία: «δ ώ σ ε μ ο υ ν α σ ο υ δ ώ σ ω»; Γιατί η Ζακελίν φανταζόταν πως η Ο είχε ένα τρομερό φόβο, ένα φόβο που την πάγωνε, για όσα θα δοκίμαζε αν ποτέ μιλούσε η Ζακελίν.

    Όταν βγήκαν από τ΄ αμάξι, στην αυλή του παλαιού σπιτιού, δεν μίλησε η μια στην άλλη. Η Ζακελίν, δίχως να κοιτάξει την Ο, έκοψε ένα λουλούδι από την πρόσοψη. Η Ο βρισκόταν αρκετά κοντά της ώστε να αισθανθεί το άρωμα του φύλλου καθώς το τσαλάκωνε μέσα στα δάχτυλά της. Μήπως νόμιζε πως έτσι θα εκάλυπτε την μυρωδιά του δικού της ιδρώτα που σκούραινε το φόρεμά της κάτω από τις μασχάλες της; Στην μεγάλη αίθουσα με το από κόκκινα τετράγωνα δάπεδο, ο Ρενέ ήταν μόνος. «Έχετε αργήσει, τους είπε μόλις μπήκαν. Ο Σερ Στέφεν σε περιμένει πλάι, πρόσθεσε απευθυνόμενος στην Ο. Σε χρειάζεται. Δεν είναι πολύ ευχαριστημένος». Η Ζακελίν ξέσπασε σε γέλια και η Ο την κοίταξε κοκκινίζοντας. «Θα μπορούσατε να βρείτε μια άλλη στιγμή», είπε ο Ρενέ, που ερμήνευσε λανθασμένα τόσο το γέλιο της Ζακελίν, όσο και την ταραχή της Ο. «Δεν πρόκειται γι΄ αυτό, είπε η Ζακελίν, όμως εσύ Ρενέ δεν ξέρεις. Η όμορφή σου υπάκουη, δεν είναι και τόσο υπάκουη όταν λείπεις. Κοίταξε το φόρεμά της πόσο τσαλακωμένο είναι». Η Ο στεκόταν όρθια, στη μέση του δωματίου, απέναντι από τον Ρενέ. Της είπε να κάνει μια στροφή. Δεν μπόρεσε όμως να σαλέψει. «Και σταυρώνει επίσης τα γόνατα, είπε συνεχίζοντας η Ζακελίν. Αυτό όμως δεν πρόκειται να το δείτε. Ούτε πως ξελογιάζει τ΄ αγόρια. – Δεν είναι αλήθεια, φώναξε η Ο. Αυτό το κάνεις εσύ», και όρμησε προς τη Ζακελίν. Ο Ρενέ τη συγκράτησε τη στιγμή που θα χτυπούσε τη Ζακελίν και πάλευε ανάμεσα στα χέρια του για την ευχαρίστηση που δοκίμαζε νοιώθωντας πιο αδύνατη, όντας στη διάθεσή του.

    Σηκώνοντας το κεφάλι της, είδε τον Σερ Στέφεν στο άνοιγμα της πόρτας που την κοίταζε. Η Ζακελίν ξέφυγε προς το ντιβάνι, με το προσωπάκι της σκληρημένο από τον φόβο και τον θυμό. Η Ο ένοιωθε πως ο Ρενέ, αν και φρόντιζε να την κρατά ακίνητη, πρόσεχε μονάχα τη Ζακελίν. Έπαψε ν΄ αντιδρά, και απελπισμένη γιατί στα ίδια τα μάτια του Σερ Στέφεν φανερωνόταν σε μια τέτοια κατάσταση, επανέλαβε και πάλι, όμως χαμηλόφωνα τούτη τη φορά: «Δεν είναι αλήθεια, σου τ΄ ορκίζομαι, δεν είναι αλήθεια». Δίχως να πει λέξη και δίχως να ρίξει ούτε ένα βλέμμα στη Ζακελίν, ο Σερ Στέφεν, έκανε νεύμα στον Ρενέ ν΄ αφήσει την Ο. Στην Ο έγνεψε να περάσει. Όμως στην άλλη πλευρά της πόρτας, κολλημένη στον τοίχο, αρπαγμένη από το υπογάστριο και τα στήθη, με το στόμα μισανοιγμένο από τη γλώσσα του Σερ Στέφεν, βόγγηξε από ευτυχία και λύτρωση. Η άκρη των στηθιών της σκλήρυνε κάτω από το χέρι του Σερ Στέφεν. Με το άλλο σκάλιζε τόσο απότομα το υπογάστριό της που νόμιζε πως θα λιποθυμούσε. Θα τολμούσε άραγε ποτέ να του πει πως καμιά απόλαυση, καμιά χαρά, καμιά φαντασία δεν πλησίαζε την ευτυχία που αισθανόταν με την άνεση, την ελευθερία που μ΄ αυτήν, ο Σερ Στέφεν, την χρησιμοποιούσε! Τη μεθούσε η σκέψη, ξέροντας, πως μαζί της δεν είχε κανένα φραγμό, κανένα όριο στον τρόπο που πάνω στο σώμα της, θα μπορούσε ν΄ αναζητήσει την απόλαυσή του. Η βεβαιότητα της πως όταν την άγγιζε είτε για να τη χαϊδέψει ή να την δείρει ή όταν τη διέταζε κάτι, ήταν μονάχα γιατί το επιθυμούσε εκείνος. Η βεβαιότητα πως δεν λογάριαζε παρά τη δική του απόλαυση, γέμιζε από ευτυχία την Ο κάθε φορά που έκανε μια τέτοια διαπίστωση. Συχνά μάλιστα και με μόνη μια τέτοια σκέψη, αισθανόταν σαν ένα καυτό θώρακα να την καλύπτει από τους ώμους στα γόνατα και να την εξουθενώνει. Καθώς βρισκόταν εκεί, όρθια, στον τοίχο, με κλειστά τα μάτια, ψιθυρίζοντας «σ΄αγαπώ» όταν δεν της κοβόταν η αναπνοή, τα δροσερά χέρια του Σερ Στέφεν, έμοιαζαν σαν πηγή πάνω σε τούτη τη φωτιά που ανεβοκατέβαινε σ΄ όλο το μήκος της και την έκαιγαν ακόμη περισσότερο. Την άφησε με τρυφερότητα, κατέβασε τη φούστα της πάνω στα υγρά μπούτια της, έκλεισε το μπολερό πάνω στα ορθωμένα στήθη της. «Έλα Ο, της είπε, σε χρειάζομαι». Τότε η Ο, ανοίγοντας τα μάτια, είδε ξαφνικά πως κάποιος άλλος ήταν εκεί. Το μεγάλο γυμνό δωμάτιο, όμοιο με την αίθουσα απ΄ όπου πήγαιναν στο σπίτι, έβγαινε κι αυτό από μια μεγάλη πόρτα στον κήπο.

    Στην ταράτσα, πριν από τον κήπο, καθισμένος σε μια πολυθρόνα από μπαμπού μ΄ ένα τσιγάρο στα χείλη, ένα είδος γίγαντα με γυμνό το κρανίο, μια τεράστια κοιλιά που τέντωνε το ανοιχτό πουκάμισό του και το πάνινο παντελόνι του, κοίταζε την Ο. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στον Σερ Στέφεν που έφερνε την Ο. Η Ο είδε τότε, επάνω του, τον δίσκο του Ρουασσύ, να κρέμεται από μια αλυσσιδίτσα πιασμένη από την τσέπη, όπου βάζουν τα ρολόγια. Εν τω μεταξύ ο Σερ Στέφεν, τον παρουσίασε ευγενικά στην Ο λέγοντας «ο Δ ι ο ι κ η τ η ς», δίχως ν΄ αναφέρει τ΄ όνομά του. Για πρώτη φορά, από τότε που σχετιζόταν με μέλη του Ρουασσύ - εκτός από τον Σερ Στέφεν - , είχε την έκπληξη να της φιλήσουν το χέρι. Μπήκαν κι οι τρεις μαζί στο δωμάτιο, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο. Ο Σερ Στέφεν τράβηξε προς το τζάκι της γωνίας και χτύπησε το κουδούνι. Η Ο είδε πάνω στο κινέζικο τραπέζι, κοντά στο ντιβάνι, τη μποτίλια με το ουίσκυ, το σιφόν και τα ποτήρια. Επομένως, δεν επρόκειτο να ζητήσουν να πιουν. Ακόμη, παρατήρησε, τοποθετημένο στο πάτωμα, κοντά στο τζάκι, ένα μεγάλο άσπρο χαρτόνι. Ο άνθρωπος του Ρουασσύ, είχε καθίσει σε μια ψάθινη πολυθρόνα, και ο Σερ Στέφεν στην άκρη ενός στρογγυλού τραπεζιού με το ένα πόδι κρεμάμενο. Η Ο, που της είχαν δείξει το ντιβάνι, υπάκουη, είχε σηκώσει τη φούστα της, και αισθανόταν στα μπούτια της το απαλό τσίμπημα του μπαμπακιού της χωριάτικης κουβέρτας. Μπήκε η Νοράχ. Ο Σερ Στέφεν της είπε να γδύσει την Ο και να πάρει τα φορέματά της. Η Ο στάθηκε να της βγάλουν το μπολερό, τη φούστα, τη ζώνη με τις μπανέλες που της έσφιγγε τη μέση, τα πέδιλά της. Μόλις τη ξεγύμνωσε, η Νοράχ έφυγε, και η Ο, που ξαναμπήκε στον αυτοματισμό του κανόνα του Ρουασσύ, βέβαιη πως ο Σερ Στέφεν δεν ζητούσε απ΄ αυτήν παρά την απόλυτη υπακοή της, παρέμεινε όρθια, στη μέση της αίθουσας, με τα μάτια χαμηλωμένα, τόσο που μάλλον μάντεψε, παρά είδε, τη Ναταλί να γλυστρά από το ανοιχτό παράθυρο, ντυμένη στα μαύρα καθώς η αδελφή της, με γυμνά τα πόδια και άλαλη. Βέβαια, ο Σερ Στέφεν είχε ξεκαθαρίσει το ζήτημα αναφορικά με τη Ναταλί.

    Περιορίσθηκε στο να την αναφέρει στον επισκέπτη, που δεν της έκανε καμιά ερώτηση και την παρακάλεσε να τους βάλει να πιούνε. Μόλις τους έδωσε ουίσκυ, σόδα και πάγο – και μέσα στη σιωπή, ο ήχος των παγοκύβων που έπεφταν μέσα στα ποτήρια έκανε ένα σκληρό θόρυβο – ο Διοικητής, με το ποτήρι στο χέρι, σηκώθηκε από τη ψάθινη πολυθρόνα του ενώ έγδυναν την Ο και την πλησίασε. Η Ο νόμισε πως με το ελεύθερο χέρι του, θα της έπιανε το ένα στήθος ή θα έβαζε το χέρι του στο υπογάστριό της. Δεν την άγγιξε όμως. Περιορίσθηκε στο να την κοιτάζει από κοντά, καθώς είχε το στόμα της μισάνοιχτο, καθώς και τα γόνατά της. Γύρισε γύρω-γύρω της, προσέχοντας τα στήθη της, τα μπούτια της, τα οπίσθιά της. Και τούτη όλη η προσοχή δίχως να αρθρώσει λέξη. Η παρουσία τούτου του γιγαντιαίου σώματος, που βρισκόταν τόσο κοντά της, την αναστάτωνε τόσο πολύ, ώστε δεν ήξερε αν επιθυμούσε να τον αποφύγει ή αντίθετα, να την έριχνε και να την συνέτριβε. Ήταν τόσο ταραγμένη που έχασε την αυτοπεποίθησή της και σήκωσε τα μάτια προς τον Σερ Στέφεν, ζητώντας βοήθεια. Εκείνος, κατάλαβε, χαμογέλασε, πήγε κοντά της, και πιάνοντάς της τα δυο της χέρια τα ένωσε πίσω στη πλάτη, μέσα σ΄ ένα από τα δικά του. Αφέθηκε σ΄ αυτόν με κλειστά τα μάτια. Έτσι μέσα σ΄ ένα όνειρο, ή τουλάχιστον σ΄ ένα μισόυπνο από εξάντληση – καθώς είχε ακούσει, παιδί όντας, να μιλούν γι΄ αυτήν ενώ οι νοσοκόμες τη νόμιζαν ακόμη ναρκωμένη: για τα μαλλιά της, για τη χλωμή της όψη, για την κοιλίτσα της όπου μόλις πρωτόβγαινε το χνούδι – άκουσε τον ξένο να την επαινεί στον Σερ Στέφεν, επιμένοντας στη χάρη των κάπως βαριών στηθιών της και στη λεπτή της μέση, για τα βαριά σίδερα, πιότερο μακρυά και ορατά απ΄ ότι συνήθιζαν. Ταυτόχρονα μάθαινε πως, δίχως αμφιβολία, είχε ο Σερ Στέφεν υποσχεθεί να την δανείσει την επομένη εβδομάδα, αφου θα τον ευχαριστούσαν κιόλας γι΄ αυτό. Τη στιγμή εκείνη ο Σερ Στέφεν, αρπάζοντάς την από τον σβέρκο, της είπε τρυφερά να ξυπνήσει και ν΄ ανέβει, με τη Ναταλί, να τον περιμένει στο δωμάτιό της. Άξιζε τον κόπο να είναι τόσο ταραγμένη η Ναταλί, μεθυσμένη από χαρά στη σκέψη ότι θα ΄βλεπε την Ο, να την ανοίγει κάποιος άλλος εκτός από τον Σερ Στέφεν, χόρευε γύρω της ένα είδος χορού ερυθροδέρμων και φώναζε: «Νομίζεις πως θα μπει και στο στόμα σου; Δεν είδες πως σε κοίταζε στο στόμα; Αχ! πόσο ευτυχισμένη είσαι που τόσο σε ποθούν. Ασφαλώς θα σε μαστιγώσει: τρεις φορές, γύρισε και είδε τα σημάδια που είχες. Τουλάχιστον, όλο τούτο το διάστημα, δεν θα σκέπτεσαι τη Ζακελίν. – Μα δεν σκέπτομαι τη Ζακελίν όλη την ώρα, απάντησε η Ο. Είσαι κουτή. – Όχι δεν είμαι κουτή, είπε η μικρή, ξέρω πως σου λείπει». Ήταν αλήθεια, όχι όμως ακριβώς.

    Αυτό που έλειπε από την Ο δεν ήταν στ΄ αλήθεια η Ζακελίν, αλλά η χρήση ενός κοριτσίστικου κορμιού, που θα μπορούσε να το κάνει ό,τι ήθελε. Αν δεν της ήταν απαγορευμένη η Ναταλί, θα την είχε απολαύσει. Η μόνη αιτία που την εμπόδιζε να μην παραβεί την απαγόρευση ήταν η βεβαιότητα ότι θα της έδιναν τη Ναταλί στο Ρουασσύ, έπειτα από μερικές εβδομάδες. Και θα της παρέδιναν τη Ναταλί, χάρη σ΄ αυτήν, μπροστά σ΄ αυτήν και εξ΄ αιτίας της. Ο αέρινος τοίχος, ο τοίχος του κενού, του διαστήματος με λίγα λόγια, που υπήρχε ανάμεσα στη Ναταλί και σ΄ αυτήν, βιαζόταν να τον εξαφανίσει, ενώ ταυτόχρονα χαιρόταν την αναμονή που τη δέσμευε. Το είπε στη Ναταλί, που κούνησε το κεφάλι της και δεν την πίστεψε. «Αν ήταν εδώ η Ζακελίν, είπε, και θα ήθελε, θα την χάιδευες. – Και βέβαια, είπε γελώντας η Ο. – Το βλέπεις...;, συνέχισε το παιδί. Πως να της δώσει να καταλάβει – κι αν πράγματι άξιζε τον κόπο – πως όχι. Η Ο δεν ήταν τόσο ερωτευμένη με τη Ζακελίν, κι ούτε άλλωστε με τη Ναταλί, ούτε ιδιαίτερα με κανένα κορίτσι, αλλά μονάχα με τα κορίτσια σαν κορίτσια όπως θα μπορούσε κανείς να ερωτευθεί την δική του εικόνα – βρίσκοντας πάντα πιο συγκλονιστικές και πιο όμορφες τις άλλες, περισσότερο απ΄ ότι έβρισκε τον εαυτό της. Η απόλαυση που ένοιωθε βλέποντας να ασθμαίνει μια κοπέλα κάτω από τα χάδια της, και τα μάτια της να κλείνουν, να ορθώνεται η άκρη των στηθιών της κάτω από τα χείλη της και τα δόντια της, να βυθίζεται μέσα της σκαλίζοντας με το χέρι το υπογάστριό της και να την αισθάνεται να συσφίγγεται γύρω από τα δάχτυλά της, ακουγοντάς την να βογγά, τη μεθούσε. Τούτη η απόλαυση δεν ήταν τόσο έντονη παρά γιατί της καθιστούσε συνεχώς παρούσα και βεβαία την απόλαυση που χάριζε η ίδια με τη σειρά της, όταν συσφιγγόταν πάνω σ΄ εκείνον που την κρατούσε και βογγούσε. Με μόνη τη διαφορά πως δεν μπορούσε να διανοηθεί να δίνεται έτσι σε μια κοπέλα, όπως η ίδια δινόταν, αλλά μονάχα σ΄ έναν άντρα. Της φαινόταν άλλωστε πως οι κοπέλες που χάιδευε άνηκαν δικαιωματικά στον άντρα που σ΄ αυτόν ανήκε και η ίδια, και ότι ενεργούσε σαν πληρεξούσια. Αν τυχόν έμπαινε ο Σερ Στέφεν την ώρα που χάιδευε τη Ζακελίν, εκείνες τις προηγούμενες ημέρες όπου η Ζακελίν ερχόταν κοντά της την ώρα της μεσημεριανής αναπαύσεως, αναγκαστικά και δίχως τη παραμικρή τύψη – αντίθετα μάλιστα με μια ολοκληρωμένη απόλαυση – θα κρατούσε γι΄ αυτόν με τα δυο της χέρια, ανοχτά τα μπούτια της Ζακελίν, αν εκείνος ήθελε να την απολαύσει, αντί να την βλέπει μονάχα πίσω από το χώρισμα όπως έκανε. Αν την έβαζαν να κυνηγήσει, θα ήταν ένα, από την φύση του γυμνασμένο αρπακτικό πτηνό, που θα έπιανε και θα ΄φερνε οπωσδήποτε το θήραμα.

    Κι ακριβώς... Κι εδώ, καθώς ξανασκεφτόταν, ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, τα λεπτά και τόσο ρόδινα χείλη της Ζακελίν, κάτω από το ξανθό τρίχωμα του υπογαστρίου της, το λεπτό και ρόδινο κρίκο ανάμεσα από τα οπίσθιά της, που μόνο τρεις φορές παραβίασε, άκουσε τον Σερ Στέφεν να κινείται στο δωμάτιό του. Ήξερε πως μπορούσε να την δει, ενώ εκείνη δεν τον έβλεπε. Και για μια ακόμη φορά αισθάνθηκε πως ήταν ευτυχισμένη με τούτη τη συνεχή έκθεσή της, με τούτη τη συνεχή φυλακή των βλεμμάτων του, όπου μέσα της ήταν κλεισμένη. Η μικρή Ναταλί καθόταν πάνω στο άσπρο χαλί στη μέση του δωματίου, σαν μια μύγα μέσα στο γάλα. Η Ο όρθια μπροστά στη φουσκωτή ντουλάπα που την χρησιμοποιούσε και για τουαλέτα και που μπορούσε να καθρεφτίσει το μισό της σώμα, σ΄ έναν παλιό καθρέφτη, έμοιαζε σαν κάτι γκραβούρες μιας περασμένης εποχής, όπου γυναίκες περπατούσαν γυμνές μέσα στο ημίφως των διαμερισμάτων, στην καρδιά του καλοκαιριού. Όταν ο Σερ Στέφεν άνοιξε την πόρτα, η Ο στράφηκε τόσο απότομα, ακουμπώντας στη ράχη της ντουλάπας που τα σίδερα ανάμεσα απ΄ τα πόδια της χτύπησαν σ΄ ένα από τα μπρούτζινα χερούλια και αντήχησαν. «Ναταλί, είπε ο Σερ Στέφεν, πήγαινε να φέρεις το άσπρο κουτί που έμεινε εκεί κάτω, στη δεύτερη αίθουσα». Όταν η Ναταλί γύρισε και τοποθέτησε το κουτί πάνω στο κρεβάτι, το άνοιξε, κι έβγαλε ένα ένα τ΄ αντικείμενα που περιείχε, και τα έδινε διαδοχικά στον Σερ Στέφεν. Ήταν μάσκες. Μάσκες μαζί και περούκες. Φαινόταν πως ήταν καμωμένες να καλύπτουν ολόκληρο το κεφάλι, αφήνοντας ελεύθερα, εκτός από τα μάτια, το στόμα και το πηγούνι.

    Γεράκι, κουκουβάγια, αλεπού, λιοντάρι, ταύρος, δεν ήταν παρά μάσκες ζώων, σε ανθρώπινο μέτρο, αλλά καμωμένες από το τρίχωμα ή τα φτερά του πραγματικού ζώου: το μάτι σκεπασμένο με ματόκλαδα αν το ζώο είχε ματόκλαδα – καθώς το λιοντάρι – και το πέλος ή τα φτερά να κατεβαίνουν αρκετά χαμηλά για να φτάνουν ως τους ώμους, αυτού που θα τις έφερε. Αρκούσε να ξεσφίξει κανείς, ένα αρκετά πλατύ λουρί, κρυμμένο μέσα στο ύφασμα, που κρεμόταν προς τα πίσω, ώστε η μάσκα να εφαρμόζει σφιχτά πάνω από το άνω χείλος – έμεναν ανοιχτές δυο τρύπες για τα δυο ρουθούνια – και στο μήκος από τα μάγουλα. Ένα σκληρό φορμαρισμένο χαρτόνι κρατούσε άκαμπτο το σχήμα, ανάμεσα στην εξωτερική επένδυση και τη φόδρα. Μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη που την έδειχνε ολόσωμη, η Ο δοκίμασε όλες τις μάσκες. Η πιο περίεργη απ΄ αυτές που την μετέβαλλε περισσότερο και της φαινόταν πιο φυσική, ήταν μια μάσκα κουκουβάγιας (μισοφαλακρής) – υπήρχαν δυο – ίσως γιατί είχε φτερά μπεζ, που το χρώμα τους χανόταν μες το χρώμα της σάρκας της. Η φτερωτή κουκούλα της σκέπαζε σχεδόν ολόκληρους τους ώμους και μπροστά τη χωρίστρα των στηθιών.

    Ο Σερ Στέφεν της έσβησε το ρουζ από τα χείλη, κι όταν εκείνη έβγαλε τη μάσκα της είπε: «Έτσι θα παρουσιαστείς στον Διοικητή. Όμως Ο, σου ζητώ συγνώμη, θα σε κρατώ από ένα λουρί. Ναταλί, πήγαινε, και στο πρώτο συρτάρι του γραφείου μου θα βρείς την αλυσσίδα και μια πένσα». Μ΄ αυτήν ο Σερ Στέφεν άνοιξε τον τελευταίο χαλκά και τον πέρασε στον δεύτερο κρίκο που έφερε στο υπογάστριό η Ο. Έπειτα τον ξανάκλεισε. Η αλυσσίδα, όμοια μ΄ αυτές που δένουν τους σκύλους – κι ήταν στ΄ αλήθεια τέτοια – είχε μήκος ενάμισυ μέτρο. Ο Σερ Στέφεν είπε στη Ναταλί, όταν η Ο έβγαλε τη μάσκα, να πάρει την άκρη και να βηματίσει μέσα στην αίθουσα μπροστά από την Ο. Η Ναταλί έκανε τρεις φορές το γύρο του δωματίου, σέρνοντας πίσω της από το υπογάστριο την Ο γυμνή και φορώντας μάσκα. «Ε, λοιπόν, είπε ο Σερ Στέφεν, είχε δίκιο ο Διοικητής. Πρέπει να σου κάνουμε γενική αποτρίχωση. Αυτό θα γίνει αύριο. Για την ώρα, κράτα την αλυσσίδα σου».

    Το ίδιο βράδυ, και για πρώτη φορά μαζί με τη Ζακελίν, τη Ναταλί, τον Ρενέ και τον Σερ Στέφεν, η Ο γευμάτισε γυμνή, με την αλυσσίδα περασμένη ανάμεσα απ΄ τα πόδια της, ανασηκωμένη και τυλιγμένη στη μέση της. Μόνον η Νόραχ σέρβιρε και η Ο απέφυγε το βλέμμα της: την είχε καλέσει ο Σερ Στέφεν, πριν από δυο ώρες.

    Πολύ περισσότερο από τα σίδερα και τα σημάδια στα οπίσθιά της, αναστάτωσαν τη κοπέλα του Ινστιτούτου ομορφιάς, όπου πήγε η Ο να κάνει αποτρίχωση, οι πρόσφατες βουρδουλιές στο σώμα της. Μάταια η Ο της έλεγε πως τούτη η αποτρίχωση με το κερί, όπου τραβούν ξαφνικά το σκληρωμένο κερί, δεν είναι λιγότερο οδυνηρή από μια βουρδουλιά. Μάταια επανελάμβανε και προσπαθούσε να της εξηγήσει, αν όχι ποια είναι η μοίρα της, τουλάχιστον ότι αισθανόταν ευτυχισμένη. Δεν υπήρχε τρόπος να μετριάσει το σκάνδαλο και τον τρόμο της. Το μόνο αποτέλεσμα που είχαν οι καθησυχάσεις της Ο, ήταν αντί να δει την κοπέλα με οίκτο – καθώς την πρώτη στιγμή – να αισθανθεί φρίκη γι΄ αυτήν. Όσο κι αν ευχαρίστησε με λεπτότητα, όταν τελείωσε πριν βγει απ΄ το δωμάτιο όπου την είχε ξαπλώσει με ανοιχτά πόδια καθώς όταν της έκαναν έρωτα, όσο σημαντικό κι αν ήταν το ποσόν που άφηνε, αισθάνθηκε πως μάλλον την έδιωχναν, παρά που έφευγε μόνη της. Όμως τι την ενδιέφερε; Ήταν ολοφάνερο στα μάτια της πως υπήρχε κάτι το προσβλητικό στην αντίθεση ανάμεσα στο τρίχωμα του υπογαστρίου της και τα φτερά της μάσκας της, όπως ολοφάνερη ήταν και τούτη η όψη του Αιγυπτιακού αγάλματος που της έδινε η μάσκα, ενώ οι πλατείς ώμοι της, οι λεπτοί γοφοί της και τα μακρυά πόδια τόνιζαν την ανάγκη να είναι η σάρκα της τελείως λεία.

    Όμως μόνο τα ομοιώματα άγριων θεοτήτων, πρόσφεραν τόσο ορατή τη σχιχμή του υπογαστρίου, που ανάμεσα στα χείλη της, ξεχώριζε η κορυφή των πιο λεπτών χειλιών. Δεν είχε όμως δει κανείς, ότι ήταν τρυπημένα με κρίκους. Η Ο θυμήθηκε την κοκκινομάλλα και στρουμπουλή κοπέλα στης Άννας-Μαρίας, που έλεγε πως ο κύριος της δεν χρησιμοποιούσε τον κρίκο του υπογαστρίου της παρά μονάχα για να την δένει στο πόδι του κρεβατιού. Γι΄ αυτό την ήθελε αποτριχωμένη, γιατί τότε ήταν τελείως γυμνή. Η Ο φοβόταν πως θα δυσαρεστούσε τον Σερ Στέφεν, που τόσο αγαπούσε να την φέρνει κοντά του από το τρίχωμά της. Όμως η Ο γελιόταν: ο Σερ Στέφεν την βρήκε περισσότερο ελκυστική, και όταν φόρεσε τη μάσκα της, δίχως κανένα μακιγιάζ στα χείλη και στο υπογάστριο, φαινόταν όλα τόσο χλωμά, που την χάιδεψε σχεδόν με κάποια συστολή, καθώς κάνει εκείνος που θέλει νε εξημερώσει ένα ζώο. Δεν είχε πει τίποτε για το μέρος που επρόκειτο να την πάει. Ούτε και για την ώρα της αναχωρήσεως, ούτε και το ποιοι θα ήταν οι καλεσμένοι του Διοικητή. Όμως όλο το απόγευμα κοιμήθηκε πλάι της και το βράδυ είπε να φέρουν - για κείνη και για κείνον – το φαγητό στο δωμάτιο του. Έφυγαν μια ώρα πριν από τα μεσάνυχτα, με τη Μπουίκ. Η Ο ήταν τυλιγμένη μέσα σε μια μεγάλη χωρική κάπα σκούρα, φορώντας τσόκαρα στα πόδια της.

    Η Ναταλί, με παντελόνι και μπλουζάκι μαύρα, την κρατούσε από την αλυσσίδα της που ήταν ενωμένη στο βραχιόλι του δεξιού χεριού της. Οδηγούσε ο Σερ Στέφεν. Το φεγγάρι, σχεδόν ολόγιομο, ψηλά στον ουρανό, φώτιζε με μεγάλες χιονάτες πλάκες το δρόμο, τα δέντρα και τα σπίτια των χωριών που διέσχιζε ο δρόμος, αφήνοντας μαύρο, σαν σινική μελάνη, κάθε τι που δεν το φώτιζε. Υπήρχαν μερικές παρέες στο κατώφλι των σπιτιών, και ήταν φανερή μια κίνηση περιέργειας στο πέρασμα του κλειστού αμαξιού – ο Σερ Στέφεν δεν είχε ανοίξει τη κουκούλα. Σκύλοι γαύγιζαν. Από τη πλευρά που έπεφτε το φως, τα ελαιόδεντρα έμοιαζαν με σύννεφα ασημένια που κολυμπούσαν σε δυο μέτρα από το έδαφος, και τα κυπαρίσσια με μαύρους κονδυλοφόρους. Ό,τι ήταν πραγματικό σε τούτη τη περιοχή, η νύχτα το μετέφερε στον κόσμο της φαντασίας, εκτός από τ΄ αρώματα του κάμπου. Ο δρόμος όλο κι ανέβαινε κι όμως ήταν πάντα ζεστή η ανάσα της γης. Η Ο πέταξε από πάνω της τη κάπα. Δεν υπήρχε πια κανείς για να την δει. Έπειτα από δέκα λεπτά, αφού πέρασε πλάι από ένα δάσος με δρυς, στο ψήλωμα μιας ακτής, ο Σερ Στέφεν έκοψε ταχύτητα μπροστά σ΄ ένα μακρύ τοίχο όπου ξεχώριζε μια αυλόπορτα που άνοιξε μόλις πλησίασε το αμάξι. Έβαλε το αυτοκίνητο σε μια αυλή, κατέβηκε και βοήθησε να κατέβουν η Ναταλί και η Ο, που άφησε, έπειτα από διαταγή του, μέσα στο αμάξι την κάπα της και τα τσόκαρά της. Η αυλόπορτα έβγαζε σ΄ ένα μοναστήρι με καμάρες τύπου Αναγεννήσεως. Υπήρχαν μόνο οι τρεις πλευρές του. Η πλακοστρωμένη αυλή συνέχιζε προς την τέταρτη πλευρά σε μια ταράτσα όμοια πλακοστρωμένη. Καμιά δεκαριά ζευγάρια χόρευαν στη ταράτσα και στην αυλή. Μερικές γυναίκες ήταν με μεγάλο ντεκολτέ. Οι άντρες με άσπρα ρούχα καθόταν σε μικρά τραπεζάκια φωτισμένα με κεριά. Το πικ-απ ακουγόταν κάτω από την αριστερή στοά, ενώ ο μπουφές βρισκόταν δεξιά. Όμως το φεγγάρι έδινε τόση λάμψη όση και τα κεριά, ώστε όταν φώτισε κάθετα την Ο, που την τραβούσε προς τα εμπρός η Ναταλί, σαν μαύρη μικρή σκιά, όσοι την είδαν σταμάτησαν να χορεύουν και οι καθισμένοι άντρες σηκώθηκαν. Το γκαρσόνι που στεκόταν κοντά στο πικ-απ, αισθανόμενο πως κάτι συνέβαινε, έστρεψε το πρόσωπό, και κατάπληκτο σταμάτησε τον δίσκο.

    Η Ο δεν προχωρούσε πια. Ο Σερ Στέφεν ακίνητος δυο βήματα πίσω της. Κι εκείνη περίμενε. Ο Διοικητής απομάκρυνε όσους είχαν μαζευτεί γύρω από την Ο και είχαν φέρει δάδες για να την δουν από πιο κοντά. «Ποια είναι, έλεγαν, και τίνος είναι; - Σε σας, αν θέλετε», απάντησε, και παρέσυρε την Ναταλί και την Ο προς μια γωνιά της ταράτσας, όπου υπήρχε ένας μικρός πέτρινος πάγκος σκεπασμένος με ψάθα, ακουμπισμένος σ΄ ένα μικρό τοίχο. Όταν η Ο κάθισε, με τη πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, τα χέρια στα γόνατά της, κι η Ναταλί στο πάτωμα, αριστερά, στα πόδια της κρατώντας πάντα την αλυσσίδα, εκείνος έφυγε. Η Ο τον αναζήτησε με το βλέμμα της και στην αρχή δεν τον είδε. Κατόπιν, τον μάντεψε, ξαπλωμένο σε μια σαιζλόγκ, στην άλλη γωνιά της ταράτσας. Μπορούσε να την δει. Αυτό την καθησύχασε. Η μουσική ξανάρχισε, μαζί κι ο χορός. Ένα δυο ζευγάρια την πλησίασαν, δήθεν κατά τύχη, δίχως να διακόψουν το χορό, αλλά με ξεκάθαρες τις προθέσεις του άντρα, που η γυναίκα τελικά τον παρέσυρε. Η Ο τους κοίταζε κάτω απ΄ τα φτερά της, με μάτια ορθάνοιχτα σαν του νυχτερινού πουλιού που παρίστανε. Όμως ήταν τόσο ζωηρή η ψευδαίσθηση που ενώ θα ήταν πολύ φυσικό να της απευθύνουν ερωτήσεις, κανείς δεν το σκέφτηκε, σαν να ήταν η ίδια μια κουκουβάγια, κουφή στην ανθρώπινη λαλιά, και βουβή.


    Από τα μεσάνυχτα ως την αυγή, που άρχισε να λευκαίνει ανατολικά τον ουρανό, κατά τις πέντε, όσο το φεγγάρι αδυνατούσε κατεβαίνοντας στα δυτικά, την πλησίασαν πολλές φορές, ακόμη και την άγγιξαν. Σχημάτισαν κύκλο γύρω της πολλές φορές, και πολλές φορές της άνοιξαν τα γόνατά της, ανασηκώνοντας την αλυσσίδα. Έφεραν κι ένα από αυτά τα δίκλωνα κηροπήγια με φαγιέντσα – κι αισθανόταν τη φλόγα των κεριών να της ζεσταίνει το εσωτερικό των μπουτιών της – για να δουν πως ήταν στερεωμένη η αλυσσίδα της. Κάποιος μάλιστα μεθυσμένος Αμερικάνος που την έπιασε γελώντας, όταν αντελήφθη ότι χούφτωσε τη σάρκα και το σίδερο που τη διέσχιζε, ξεμέθυσε αμέσως. Η Ο είδε στο πρόσωπό του την έκφραση της φρίκης και της περιφρόνησης. Την είχε ξαναδεί στο πρόσωπο της κοπέλας που της είχε κάνει την αποτρίχωση. Έφυγε. Ήταν ακόμη και ένα πολύ νεαρό κορίτσι, με γυμνούς τους ώμους κι ένα πολύ μικρό μαργαριταρένιο κολλιέ στο λαιμό, με μια άσπρη τουαλέτα του πρώτου κοριτσίστικου χορού, με δυο τριαντάφυλλα στη μέση και μικρά χρυσά σανδάλια στα πόδια.

    Ένα γκαρσόνι την έβαλε να καθίσει πολύ κοντά, στα δεξιά της Ο. Κατόπιν, την πήρε και την εξανάγκασε να χαϊδέψει τα στήθη της Ο, που ρίγησε κάτω απ΄ το ελαφρό δροσερό χέρι καθώς και ν΄ ανοίξει το υπογάστριο της Ο, τον κρίκο και την τρύπα απ΄ όπου περνούσε ο κρίκος. Η μικρή υπάκουσε σιωπηλά κι όταν το γκαρσόνι της είπε πως θα έκανε και σ΄ εκείνη τα ίδια, η μικρή δεν τόλμησε καμιά κίνηση απομακρύνσεως. Και τη στιγμή που έτσι διέθεταν το κορμί της Ο και την έπαιρναν για πρότυπο ή σαν αντικείμενο επιδείξεως, ούτε μια φορά δεν της απήυθυναν το λόγο. Ήταν λοιπόν από πέτρα ή από κερί, ή πλάσμα ενός άλλου κόσμου; Ή μήπως το θεωρούσαν περιττό να της μιλήσουν; Ή ακόμη μήπως δεν τολμούσαν; Μόνο όταν πια είχε εντελώς ξημερώσει, κι όλοι οι χορευτές είχαν φύγει, ο Σερ Στέφεν κι ο Διοικητής, ξυπνώντας τη Ναταλί, που κοιμόταν στα πόδια της Ο, σήκωσαν την Ο, την οδήγησαν στη μέση της αυλής, της έλυσαν την αλυσσίδα, έβγαλαν τη μάσκα, και ξαπλώνοντάς την πάνω σ΄ ένα τραπέζι, την χάρηκαν διαδοχικά.



    Σ’ ένα τελευταίο κεφάλαιο, που έχω αφαιρεσεί, η Ο ξαναγύρισε στο Ρουασσύ, όπου την εγκατέλειψε ο Σερ Στέφεν.

    Υπάρχει κι ένα δεύτερο τέλος στην ιστορία της Ο. Είναι ότι, βλέποντας ότι επρόκειτο να εγκαταλειφθεί από τον Σερ Στέφεν, προτίμησε να πεθάνει. Κι αυτός συμφώνησε για μια τέτοια λύση.

    Μετάφραση & Επιμέλεια: nts2002n

    Αναδημοσίευση από το : http://uk.geocities.com/tweetynatassa/index.html


    Copyright © Histrory_of_O
     
    Last edited: 21 Μαϊου 2006
  5. Konstantinos

    Konstantinos Staff Member

    Καλή δουλειά η μετάφραση SM_Art_Lady. Διάβασα το 1ο μέρος τα άλλα το Σ/κύριακο γιατί είναι μέγαλο το κείμενο.
     
  6. john_slave96

    john_slave96 New Member

    H SM_Art_Lady πάντα κάνει καλή δουλειά. Και οι ανησυχίες της είναι γεμάτες ευαισθησία, ειδικά στην τέχνη. Σπάνιος άνθρωπος, ειδικά σε προβολές καλτ ταινιών.
     
  7. SM_Art_Lady

    SM_Art_Lady Member

    Calt Ταινία... όπως λέμε "Singapore Sling" (1990) του Νίκου Νικολαΐδη. Ίσως η μοναδική Ελληνική ταινία μμε πολλά αλλά και ακραία στοιχεία από fetishes & BDSM...

    Ο Singapore Sling είναι ένας από κείνους τους τύπους χωρίς λεφτά, σπίτι και φίλους, που κυνηγούν χαμένες υποθέσεις με γυναικεία ονόματα και μπλέκονται σε ιστορίες που δεν οδηγούν πουθενά. Η δική του ιστορία λεγόταν Λάουρα, και τη συνάντησε πριν από πολλά χρόνια. Αν και υποψιάζεται πως το κορίτσι που γυρεύει τόσα χρόνια, έχει πεθάνει, και πως είναι ερωτευμένος μ’ ένα πτώμα, αυτός συνεχίζει να το ψάχνει. 'Έτσι, ένα βράδυ με βροχή και θύελλα, πληγωμένος και χωρίς να 'χει πια να χάσει τίποτα, φτάνει σ’ ένα σπίτι, γιατί πιστεύει πως εκεί μπορεί να βρίσκεται η Λάουρα. 'Όμως στον κήπο του σπιτιού, δυο γυναίκες προσπαθούν να θάψουν το πτώμα ενός άντρα, κι o Singaρore Sling περιμένει να ξημερώσει για να μπει στο σπίτι...

    Η συνέχεια επί της οθόνης, αλλά, εδώ, έχουμε να κάνουμε πραγματικά με μια ταινία που δεν "υποφέρει" ούτε στιγμή το "ζυγό" των λέξεων, καθώς οποιαδήποτε απόπειρα μεταστοιχείωσης των εικόνων του Νικολαϊδη σε λόγια είναι τελεσίδικα καταδικασμένη. Ολόκληρη η ταινία αποτελεί μιαν ονειρική "συνομιλία" του Νικολαϊδη με τα "φαντάσματά" του, με τους ήχους και τις μουσικές που επένδυσαν τα "καλύτερά του χρόνια", με τις εξπρεσσιονιστικές εξάρσεις του "φιλμ-νουάρ", με υπέροχες οπτασίες της μνήμης που μπορεί και να ονομάζονται Τζην Τίρνεϊ (στην καλύτερη περίπτωση) ή ακρότητες BDSM κάθε λογής (στη χειρότερη). Έτσι κι αλλιώς, ο στρόβιλος της κινηματογραφοφιλίας "καταπίνει" τα πάντα.

    Xάρηκα που ήμουν στο αφιέρωμα ... παρέα με τον αγαπημένο μου και πολύ φίλο σκηνοθέτη και σεναριογράφο...

    Πρέπει κάτι να διοργανώσουμε πάλι john_slave96....για τους φίλους μας εδώ!
     
  8. slv_hana

    slv_hana New Member

    πολυ ωραιο!Ευχαριστουμε!
     
  9. john_slave96

    john_slave96 New Member

    να το διοργανοσουμε αλλα μετά λίγο καιρό γιατί τώρα είμαι πιγμένος
     
  10. AngelW|tch

    AngelW|tch New Member

    πολυ καλη δουλεια απο την SM_Art_Lady
     
  11. black_pearl

    black_pearl New Member

    Αγαπητή Mistress EYA SM_Art_Lady Μπράβο! Πολύ καλό γράψιμο!!!!
     
  12. Afentis_Epi8ymiwn

    Afentis_Epi8ymiwn New Member

    Απάντηση: Histoire d' O (1)

    Αξιζε τον κόπο να υπάρχει στα ελληνικά ένα best seller βιβλίο που δεν βρίσκεται πια στα βιβλιοπωλεία. Μπράβο στην προσπάθεια