Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Kinky Poetry

Συζήτηση στο φόρουμ 'Τέχνη' που ξεκίνησε από το μέλος astarti, στις 11 Αυγούστου 2015.

  1. Brigitte

    Brigitte Contributor

    Ντουζ
    --------
    Μας αρέσει να κάνουμε ντουζ στη συνέχεια
    (θέλω το νερό πιο ζεστό από κείνη)
    και το πρόσωπό της είναι πάντα απαλό και ήρεμο
    και θα με σαπουνήσει πρώτη
    θα απλώσει τον αφρό στ’ αρχίδια μου
    θα τα σηκώσει
    θα τα ζουλίξει
    μετά θα σαπουνίσει τον πούτσο:
    ‘Ε, αυτό εδώ είναι ακόμα σκληρό’
    ύστερα θα πιάσει όλες τις τρίχες κάτω εκεί,
    την κοιλιά, την πλάτη, το λαιμό, τα πόδια,
    χαμογελώ με ευχαρίστηση
    κι ύστερα τη σαπουνίζω εγώ…
    πρώτα το μουνί
    στέκομαι πίσω της, ο πούτσος μου στα μάγουλα του πισινού της
    σαπουνίζω απαλά τις τρίχες του μουνιού,
    την σαπουνίζω εκεί με απαλές κινήσεις,
    παραμένω ίσως περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται,
    κι ύστερα ασχολούμαι με το πίσω των ποδιών, τον κώλο, την πλάτη,
    το λαιμό, την γυρίζω απ΄την άλλη, τη φιλώ,
    σαπουνίζω τα στήθη, την πιάνω εκεί και πιο κάτω στην κοιλιά,
    το λαιμό, το μπροστινό των ποδιών,
    τους αγκώνες, τις πατούσες,
    κι ύστερα το μουνί, άλλη μια φορά, για γούρι.
    ακόμα ένα φιλί και βγαίνει πρώτη,
    σκουπίζεται, μερικές φορές τραγουδά καθώς εγώ παραμένω,
    γυρίζω το νερό στο πιο ζεστό,
    νιώθοντας τις καλές στιγμές του θαύματος της αγάπης
    ύστερα βγαίνω
    είναι συνήθως απόγευμα και ήσυχα,
    και καθώς ντυνόμαστε συζητάμε τι άλλο
    θα μπορούσαμε να κάνουμε,
    αλλά το να είμαστε μαζί λύνει τα περισσότερα θέματα,
    στην ουσία τα λύνει όλα
    μια και όσο αυτά τα θέματα παραμένουν λυμένα
    στην ιστορία της γυναίκας και του άνδρα,
    είναι διαφορετικά για τον καθένα,
    για άλλους χειρότερα, για άλλους καλύτερα,
    για μένα, είναι αρκετά θαυμάσιο να θυμάμαι
    τις παρελάσεις των στρατών
    και τα άλογα να περπατούν στον δρόμο
    τις αναμνήσεις του πόνου και της ήττας και της δυστυχίας:
    Λίντα, εσύ μου το πρόσφερες,
    όταν το πάρεις πίσω
    κάντο αργά κι αβίαστα
    κάντο σαν να πεθαίνω ενώ κοιμάμαι
    παρά ενώ είμαι ξύπνιος
    αμήν.

    Charles Bukowski
     
  2. carlos

    carlos New Member

    Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

     

    Πόνεσέ με

    Πόνο βαθύ, απύθμενο

    Αυτόν που ξέρεις πως σου χρωστάνε να τον θυμάσαι

    Αυτόν τον πόνο που τρυπάει τις ρώγες σαν καινούργιο πήρσινγκ

    Πόνεσέ με

    Να με τρυπάς εσύ απότομα

    Πήδηξέ με γάμησέ με χωρίς βλακείες και διευκολύνσεις

    Χωρίς λιπαντικά και άλλες μαλακίες

     

    Πόνεσέ με να κάθομαι πάνω σε πλαστικά μπουκάλια κόκα κόλας

    Ίσα για να φύγει για λίγο το φλόγισμα

    Πήδα με σα σκύλα μην κοιτάς το πρόσωπο

    Πήδα τον κώλο μου, πήδα εμένα

    Να μη σε νοιάζει, να μην ενδιαφέρεσαι

    Πόνεσέ με και να φωνάζεις κάνοντάς το

    Και να κλαις πως δεν το ήθελες

    Πως εγώ φταίω, ποιός άλλος άλλωστε

     

    Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

    Να χύσεις μετά χωρίς κάμμιά μετάνοια

    Και να μου φιλάς τα ακροδάχτυλα

    Φιλιά απαλά, παιδιάστικα

    Αυτά που λες και ο πόνος ποτέ δεν έγινε

    Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

    Να μένει ακόμα κι όταν πέρασε

    Από αυτούς που δεν ξεχνάς πώς ήταν

    Ακόμα κι όταν κοιτάς τη θάλασσα

    Κάντο

    Μικρέ χέστη, φοβιτσιάρη άνανδρε

    Κάντο

    Πριν σου γελάω στη μούρη

    \m/

    *Οι φωτό της Φινλανδής Rikka Hyvönen
    απο την αγαπημενη Frau...
    https://frauem.wordpress.com/2016/08/23/πόνεσέ-με-πόνο-βαθύ-απύθμενο/
     
  3. echo

    echo ***

    Adrienne Rich - Τo αιωρούμενο ποίημα, δίχως αριθμό

    Ότι και να συμβεί με μας τις δυο, το σώμα σου
    θα στοιχειώνει το δικό μου - ο τρυφερός και ντελικάτος
    τρόπος του έρωτα σου, σαν το μισόγουρο φύλλο
    της νεαρής φτέρης μες το ηλιόλουστο
    δάσος. Οι φιλοτάξιδοι και πλούσιοι μηροί σου,
    που ανάμεσα τους χύθηκε κατ' επανάληψη το πρόσωπο μου
    η σοφία και η αθωότητα που συνάντησαν τη γλώσσα μου εκεί
    ο ζωηρός κι ακόρεστος χορός απο τις ρώγες σου στο στόμα μου
    το στιβαρό και προστατευτικό σου άγγιγμα να με εξερευνά,
    η δυνατή σου γλώσσα και τα λυγερά σου δάχτυλα
    να με αγγίζουν εκεί που σε περίμενα για χρόνια,
    στη ρόδινη, υγρή σπηλιά μου - ότι και αν συμβεί, αυτό είναι.
     
  4. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Ερωτικό ποίημα

    Επαρχία τοῦ κόσμου,
    χῶρος μονήρης κι ἔμπειρος τῆς ἀλήθειας παραχαράκτης,
    μὲ ὀμορϕιὰ λαγνικὴ,
    γεμάτος τοπία ἀποστημάτων τῆς ζήσης.
    Εδῶ,
    ἐχέμυθα διανύουν τὴν καριέρα τοῦ ἰσοβίτη οἱ ἄνθρωποι,
    ἄλλοι ἔνδοξοι κι ἄλλοι ἀνώνυμοι,
    ζαβλακωμένοι ταριχευτὲς τοῦ νεκροῦ ὄνειρου
    ἀϕουγκράζονται μνησίκακα τὸ γίγνεσθαι τοῦ χρόνου.
    Καθημερινή.
    Ἀπὸ βραδὶς συνωμότες τῆς ἐπιβίωσης
    ὁ καθένας τοῦ ὀξειδωμένου Ἐγὼ ἀνάδοχος
    προσπαθεῖ νευρωτικὰ ν’ ἀξιοποιηθεῖ.
    Ἄτρωτοι στὴ θέα παραλυμένων ἀξιῶν,
    ἐξαγνίζουν σὲ ὄρθρο ἁγίων τὰ ἔμπυα ἀξιώματα.
    Σ’ αὐτὸν τὸν βόρβορο
    οἱ ἄνθρωποι κρύβουν καλὰ τὴν ἀποσύνθεση
    κάτω ἀπὸ τὸ γυαλισμένο δέρμα τους.
    Ἀγαπημένα ζευγάρια,
    νυμϕίοι σὲ προοπτικὴ μειωμένη,
    ἀπαστράπτουν ἐνδυόμενοι τὶς τήβεννους σκεπτόμενων ἐραστῶν.
    Ανέραστοι
    ἀγναντεύουν τὸν ἔρωτα βαλσαμωμένο,
    ἐρεβικοὶ κοπρομήκυτες τὰ συναισθήματα
    εἰσελαύνουν ἀνόσια σ’ ἀλλοτριωμένα αἰδοῖα
    κι ἐγὼ
    μὲ ὀϕθαλμὸ ϕαλλὸ διαστελλόμενο
    παρακολουθῶ τὶς σπερματικὲς πλημμυρίδες στὰ ὑπογάστρια.
    Μεσάνυχτα
    ἀναμένοντας τὸ μουχλιασμένο αὔριο
    στὸ Μανχάτταν-Pup τοῦ Λουκᾶ ἀκοῦν Alabama Songs,
    ἔχουν ὑποκύψει στ’ ἀπωθημένα τὰ ἐνδότερα οἱ θερσίτες,
    ἐπενδύουν στὸ ἀνυπόστατο
    προικοθῆρες τῆς ἐλάσσονος ἀλήθειας,
    μὲ σπασμοὺς ἐπιληπτικῆς γνωσιολογίας
    σχεδιάζουν τὴ ζωή τους,
    εὐωδιασμένα ἀπορρίμματα
    καὶ νευρώσεις αἰωρουμένων ὀνείρων.
    Συνέβη στὴν ἐπαρχία ἀνεπάντεχα,
    τὴ νύχτα ἐκείνη δίπλα στὴ λίμνη
    τρισέρημοι ζούσαμε τὴν ὕστατη ἀλήθεια τῶν ὀνείρων μας,
    ἀνάμεσα στὶς μηλιὲς
    ἀγκαλιασμένες οἱ σκιὲς δυὸ ἀνόμοιων
    ἀνάσαιναν τὸν ἔρωτα.
    Η λυρικὴ χημεία ὑγροποιοῦσε τὰ συναισθήματα σὲ ἐκχειλίσματα τῶν
    βλεννογόνων.
    Ἀνάσκελη σϕαδάζεις ἀπὸ ἔκσταση,
    ἡ γλώσσα τοῦ πάθους μου στραγγίζει ἀπὸ τὸ ϕουσκωμένο σου μουνάκι
    τὸ ἐξωτικὸ κοκτέιλ τῆς καύλας σου,
    ξεδιψάω τὶς λαχανιασμένες μου αἰσθήσεις,
    στολίζει ὁ ἀγέρας τὰ μαλλιά σου μὲ χαμομήλια καὶ ρημολούλουδα,
    ἀκούγεται νὰ ϕλοισβίζει στὰ ϕλογισμένα σου χείλη ἡ ψωλή μου χαμογελαστὴ,
    ἀργοκίνητη ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἔνστιχτου
    ἀποκαλύπτει τὴ γνώση ἀναλϕάβητη.
    Ριγμένη μπρούμυτα ἀϕήνεις τὸν κουρσάρικο ϕαλλὸ νὰ λεηλατεῖ τὴ βαθύκολπη εἰλικρίνεια
    μὲ ἐπιθέσεις ἀπανωτὲς ἀνάμεσα στὰ στυλωμένα σου κωλομέρια,
    μὲ ριπὲς στεναγμῶν ἡ ἡδονὴ ἐκτελεῖ τὴν καμαρωμένη ψευτιὰ τοῦ ἀτομικισμοῦ.
    Ανυποψίαστος
    βυζαίνω τὴ θελημένη κοινοχτημοσύνη ἀπὸ τὶς ὀρθόστητες ρῶγες σου
    ποὺ στέκονται περιγελαστικὰ καταντίκρυ στὴ σελήνη
    τὴ θρασὺ ἡδονοβλεψία αὐνανιζόμενη,
    οἱ καρδιὲς ταχύρρυθμες
    ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ στόματα ϕωνήεντα εὐγνωμοσύνης
    ποὺ τραγουδοῦν τὴν εὐτυχία μας.
    Χτυπᾶμε τὰ κορμιά μας μὲ τὰ βρωμισμένα λόγια τῆς ἱδρωμένης ϕαντασίας,
    τανυσμένοι πέρα ἀπὸ τὴ χρήση τῆς βιολογίας τῶν σπασμωδικῶν πηδημάτων
    συνθλίβουμε τὶς καμπύλες μας σὲ μία καὶ μόνη ἀλήθεια
    καταργώντας τὰ σύνορα τῆς ἰδιωτικῆς μας συνείδησης.
    Θερμὰ βογγητὰ
    εὐνουχίζουν τοὺς ἀγκιτάτορες τῆς οὐσίας, τῆς ζωῆς τῆς πέτρινης,
    δὲν χρωστᾶμε τίποτε στοὺς μαστροποὺς τοῦ ἔρωτα
    κι ἂς μᾶς ποῦνε σοδομίτες,
    εἶναι τιμή μας νὰ κάνουμε τὴν ἠθικολογία τους ἀνήθικη,
    στὴν ἀγυρτεία τοῦ ἄξεστου τῶν θαυμάτων πολιτισμοῦ τῶν homo sportivus
    ἀπαντοῦμε μὲ τὴ λάγνα γλώσσα τοῦ DNA.
    Τρεμουλιάζουν τὰ μπούτια σου,
    τὸ σπέρμα χωρισμένο ἀπὸ τὸν ἁρπαχτικὸ ἐπιβήτορα ἑαυτό του
    πλαγιάζει ἁπαλὰ στὰ χείλη σου,
    τί ὀργασμὸς σημαδιακὸς κι αὐτός…
    σείστηκαν τὰ κειμήλια τῆς διπλῆς ζωῆς τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Βυζάντιου
    καὶ τοῦ Βατικανοῦ·
    τώρα
    εἴμαστε μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπινους ἀγγέλους,
    τοὺς μόνους ἀληθινούς,
    ποὺ θητεύουν ἄοκνοι στοὺς ὑπαρξιακοὺς ρυθμοὺς
    μὲ τὰ μυαλὰ γυμνὰ ἀπὸ τὴν γοητεία τῆς ϕθηνῆς πολυεστερικῆς σκέψης.
    Εἴμαστε μ’ αὐτοὺς ποὺ γελᾶνε,
    γελᾶνε ἀσταμάτητα
    ἀμϕισβητῶντας τὴ σκυθρωπὴ πίστη σὲ ἰσχυρογνώμονες ἀλήθειες,
    αὐτὲς τὶς τυραννίες τὶς ὕπουλες,
    θητεύουμε ἀπομονωμένοι τὸ μέλλον.
    Εδῶ,
    ἀνάμεσα στὰ ἁγιοκλήματα τῶν ἀρωματάρηδων κήπων τοῦ ἔρωτα
    ἥδιστα παραδομένοι στὴ ζεστασιὰ τῆς ἀρχέγονης τελετουργίας τοῦ πάθους γιὰ τὴ ζωή·
    Επιτέλους τώρα,
    εἴμαστε μ’ αὐτοὺς
    ποὺ ξέρουν τὴν τέχνη ν’ ἀκοῦν τοὺς παλϕασμοὺς τοῦ πέλαγους
    μέσα ἀπὸ τὸ σιωπηλὸ κογχύλι
    ἀϕήνοντας σὲ ἄλλους διάστροϕους,
    τοὺς ἐπίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγῶν,
    νὰ τὸν καταστρέϕουν.
    Εξηγώντας τον σὲ ἀϕόρητα πληκτικὲς ἀράδες
    –γιὰ τὸν ἔρωτα μιλάω,
    τὸ ρῖγος τῆς ποίησης
    κι ὄχι γιὰ τὴν κακομοιριὰ τῶν συστημάτων τῆς ἐρωτικῆς λογικῆς–
    στὸ σύθαμπο τῆς ἀνοιξιάτικης αὐγῆς
    μοιάζεις μὲ τοπίο ποὺ ἀχνίζει τὴ δροσιὰ τῆς αὐθεντικότητας
    ξέγνοιαστη ἀπὸ τὶς ϕροντίδες τῆς ϕιλαυτίας σου,
    ἐγκατοπτρίζεσαι στὴν ἀμοιβαιότητα,
    προέκυψες μιὰ νέα σύνθεση μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔρωτα.
    Περήϕανη κι ὄμορϕη Γυναίκα
    ξεϕλουδισμένη ἀπὸ τὸ πεπρωμένο σου
    –ἀκόμη σὲ θυμᾶμαι Κικο–,
    ανιχνευτὲς τῆς ἐλπίδας
    μέσα στὸ πουθενὰ τῶν ψηϕιακῶν χρόνων
    ἀναζητούσαμε τὴν πρώτη γραϕὴ τῆς ζωῆς σ’ αὐτὸ τὸ ταξίδι·
    Εσὺ,
    ἀμάχητη κι ἀναντίρρητη
    ζοῦσες τὴ στιγμὴ ἐλεύθερη
    ξεχνῶντας γιὰ λίγο
    ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ γένος ἐνδόξων ἀπολογητῶν τῆς λογικῆς τῶν ἔσχατων,
    μὲ βουλιμία τὰ χείλη σου γεύονταν τὴν πικροδάϕνη,
    στυϕὲς ϕιλοδοξίες
    νὰ νιώσεις TRIUMPHALIS μὲ παράτα θριάμβου σὲ στράτα ἀνθρωποέρημη·
    Κι ὅμως,
    δὲν ξεγέλασε τὴν ἀλλοτρίωση ἡ ἀπροσδόκητη εὐτυχία τῆς ἡδονῆς.
    Ἡ κερδοσκοπία
    ὑποψιασμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς ἀναίρεσής της
    μειώνει τὴν ὀμορϕιὰ τῆς θελημένης μας λεηλασίας
    σὲ μιὰ ἀκόμη συναλλαγὴ ἐγωτισμῶν·
    Ταγμένη σὲ ὅ,τι σημαίνει,
    ταχτοποιήθηκες μὲ κινήσεις ὑπολογισμένες,
    στὴν κομψὴ πανοπλία τῶν συμβόλων τῆς μόδας
    ἀϕάνισες τὴ Γυναίκα,
    τὴ νοτισμένη μὲ ἀνευλάβεια πρὸς τὴν ἐποπτεία τῶν τερατώδικων μυθευμάτων
    κι ὀργανωμένων ἐνοχῶν,
    ἔργο τῶν συνεργείων τῆς ἀνάλγητης κοινωνικοποίησης
    κι ἄλλων τσιλιαδόρων τῶν προδιαγραϕῶν τῆς ἀπαλλοτρίωσης,
    αὐτὴ τὴ Γυναίκα,
    ἀνάστημα ἀϕιλοπερίεργο
    πρὸς τὰ καθέκαστα τῆς ἰσόπεδης λογικῆς,
    αὐτὴ τὴ Γυναίκα,
    σχῆμα ἀλλεργικὸ,
    πρὸς τὴν ἀσκητικὴ τῶν ἐμπαθῶν ρημάτων ἠθικῆς τάξης ἀσπόνδυλης
    καὶ κωλοπαρμένης
    ποὺ κατὰ τ’ ἄλλα ἐπιμένει νὰ ὁσιωθεῖ ἡ ἀνθρωποκτόνα,
    μοστράροντας τὴν παρθενορραϕή της
    ὡς τεκμήριο ἀθωότητας.
    Αὐτὴ τὴ Γυναίκα
    ποὺ δοκίμασε νὰ ξοδευτεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀκόμα,
    τὴν ἀνεπιτήδευτη ἐρωτικὴ συνεύρεση
    μέσα ἀπὸ τὴν ἀναίρεση τοῦ κόσμου τοῦ λιμνασμένου
    στὴν παλιοϋπόθεση τοῦ ἐϕησυχασμοῦ, στοὺς τεχνητοὺς παράδεισους
    τῶν ἐνδοτισμῶν ποὺ μᾶς ἐκϕυλίζουν.
    Ἀνασϕαλὴς ἀπὸ τὴν αὐτονομία σου
    ἐπιστρέϕεις στὴν παθολογία τοῦ κύρους τῆς κοινωνικοποίησης,
    νὰ σὲ χειροκροτοῦν τροπαιοϕόρα τῶν λογικῶν παραμέτρων
    πέντε ὀπαδοὶ
    –ἂς εἶναι δέκα κι ἑκατὸ,
    ἂς εἶναι μιὰ πλειοψηϕία νωθρῶν χειραγωγήσιμων–.
    Σὲ βλέπω,
    ἔρμαιη συνειρμῶν, κυνηγῶν τῆς ἀναρρίχησης,
    νὰ ἐπανέρχεσαι εὔϕρων
    κόβοντας τὸ ἀλισβερίσι μὲ τὶς μυστικὲς ἀνθοϕορίες τῆς ἄνοιξης·
    Τελεσίδικο τέλος
    μὲ τὸν ἐχθρὸ τῆς πόλης,
    ἐμένα,
    ποὺ ἀκόμη δὲν ἀκροβολίστηκα στὴν ἀποδοχή.
    Νιώθεις ἐϕησυχασμένη κι ἀμαρτύρητη.
    Γελιέσαι.
    Λαξεύτηκε στὸ βράχο τῆς ζωῆς σου αὐτὸς ὁ ἔρωτας,
    αὐθαίρετα,
    ἀπὸ χέρι παπαρούνας κόκκινης
    κι ἂς μὴν τὸ ὁμολογήσεις ποτέ.
    Ζάμπλουτος ἀπὸ ἀχτημοσύνη,
    σὲ ἀϕήνω στὴν προγονοπληξία τῶν ἐπετείων
    νὰ χειροκροτᾶς τὴν κλειτορίδα σὲ στύση,
    ποὺ παρελαύνει μὲ βυζιὰ νταρντάνικα στὸ βηματισμό.

    ( Βασίλης Βασιλειάδης )
     
    Last edited: 14 Μαρτίου 2017
  5. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    ΤαΠΕΙνΩΣΗ (This is not a love song)



    Για εκείνη τη νύχτα που ήταν γεμάτη σκοτάδι


    Το δωμάτιο ήταν λίγο
    Δεν χώραγε άλλα γράμματα
    Κι άρχισε να φαγώνεται σιγά σιγά
    Το πεντάγραμμο απ’ τα χρόνια της
    Πρώτα βγήκαν τα μάτια
    Πράσινα για να ξεγελούν
    Γύρισαν
    Σε αν-άποδα φεγγάρια
    Η γλώσσα της έσταζε έως τη γη
    Διπλωμένη στα τέσσερα

    Μετά τα στήθη της
    Στα χέρια του
    Δύο άρρωστα παραμύθια
    Η περιφέρειά της
    Έμοιαζε με ρόδι που άνοιγε
    Ή μεγάλο γκρεμισμένο βιβλιοπωλείο

    Ακουγόταν ένα No clear mind
    Πάνω από μια αφίσα του Τζάρμους
    Χρησιμοποιημένη με όλους τους τρόπους
    Το ουίσκι ήταν βήτα
    Ο Σεπτέμβριος γάμα

    Όλα τα άλλα δεν είχαν σημασία

    Και άρχισαν να ξηλώνονται σιγά σιγά
    Οι ραφές απ’ το σώμα της
    Να τρίβεται η λεκάνη της ερωτευμένη
    Στο πάτωμα
    Σαν χαλασμένη βεντάλια

    Ο άλλος μπήκε από πίσω της εύκολα
    Με όλο το σύρμα της χρήσης
    Που του επέτρεπε ο καθρέφτης
    Προχωρώντας συνέχεια στα τυφλά
    Μέχρι εκεί που ανοίγει τελείως το δέρμα
    Και γίνεται τάφος

    Λασπωμένο χώμα
    Όνειδος

    Μέχρι εκεί που δεν υπάρχει άνθρωπος
    Με όνομα
    Και τα κοράκια εισβάλλουν
    Στα ασυγχώρητα τραύματα
    Παριστάνοντας την αγάπη

    Και ο κόσμος πηγαινοήρθε
    Πολλές φορές
    Σαν έμβολο
    Από τη μέση και κάτω
    Στο πίσω μέρος των στρογγυλών πολιτισμών
    Μέχρι να σταθεροποιηθεί
    Στο βυθό που του ανήκε
    Να σταθεί σαν παγκόσμιο κουκούτσι
    Ανάμεσα στις αμυγδαλές μου

    Το φιλί ήταν ούτως ή άλλως εντόσθιο
    Το γαμήσι χειρότερο

    Κατάπια τα λέπια του άλλου
    Έσπρωξα το άρρωστο σπέρμα
    Και μπήκα
    Αλλάζοντας γεύση στην απόγνωση

    Καμία πόλη δεν μύριζε αγάπη

    Άφησα τα τελευταία χειρόγραφα
    Δίπλα στο λερωμένο σεντόνι
    Τράβηξα τις κουρτίνες
    Έφτυσα την αγάπη στο πάτωμα
    Και έκλεισα πίσω μου την πόρτα

    Λίγο μετά
    Ήρθε ένα ασθενοφόρο

    Είπα σε όλους πως δεν ήσουν ποτέ εδώ
    Πως ήσουν ένα φανταστικό πρόσωπο
    Ιδέα για βιβλίο
    Σενάριο
    Κινηματογραφική ταινία

    Τους είπα πως δεν υπήρχες
    Επειδή μόνο εσύ υπήρχες για μένα
    Πριν τώρα και πάντοτε.

    ( Σταύρος Σταυρόπουλος )
     
    Last edited: 10 Σεπτεμβρίου 2017
  6. Ravenia

    Ravenia "Post verba verbera"

    Πανεμορφο...
     
  7. garfield83

    garfield83 Regular Member

    7 αγγουρια σου φερα
    τα 6 για σαλατα
    και το αλλο για τον κωλο σου
    για να περνας γαματα!
     
  8. stratos83

    stratos83 Regular Member

    Αποπλανώντας Αγγέλους

    Ποτέ σου αγγέλους ή στα γρήγορα ξελόγιασε τους,
    Με χάδια στο έμπα του σπιτιού σου κάλυψε τους.
    Χώσ΄ του τη γλώσσα μες στο στόμα και βαθιά
    Κάτω απ΄ τη φούστα να μουσκέψει στα υγρά.

    Με φάτσα προς τον τοίχο και τη φούστα του ψηλά
    Γάμα τον, κι αν στενάχωρα κάπως αναστενάζει,
    Δυο να τελειώσει καν ΄τονα και κράτα τον σφιχτά,
    Αλλιώς στο τέλος μια λαχτάρα δυνατή σου ετοιμάζει.

    Συμβούλεψε τον όμορφα να σου κουνά τον πισινό,
    Διάταξε τον τα αρχίδια ανεπιφύλακτα να σου τα πιάσει,
    Πες του πως άφοβα επιτρέπεται να πέσει στο κενό,
    Όπως ανάμεσα σε γη και ουρανό θα΄χει κρεμάσει –

    Στο πήδημα όμως καταπρόσωπο μην τον κοιτάς,
    Κι άνθρωπε, τις φτερούγες του μην του χαλάς.

    Bertolt Brecht
     
  9. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Τα δόκανα

    Στο απέναντι μπαλκόνι
    απλώνει χυμώδης τα εσώρουχά της

    μεσάνυχτα σκαρφαλώνω
    τους τοίχους και τα κλέβω

    κοιμάμαι μαζί τους τα διακορεύω
    πασχίζω να ξεγελάσω το κενό
    πληρώνοντας κίβδηλα νομίσματα

    εθίστηκα κι ορεγόμουν
    ολοένα φρεσκοπλυμένα
    κι όταν την έβλεπα
    να καθαρίζει την απλώστρα
    αλλόφρων πρόσμενα τη νύχτα

    κάποτε εκείνη παραφύλαξε
    κι αντί για μανταλάκια
    έβαλε δόκανα
    πιαστήκανε τα δάχτυλά μου κι έμεινα
    κρεμασμένος από τα σκοινιά

    με μπάζει μέσα λαβωμένο

    μ’ έδεσε στα κάγκελα του κρεβατιού της
    και με χάραζε αργά
    με μετάξι δαντέλες βελούδα σατέν
    κύμα το αίμα ανέβαινε

    ώσπου σε μια στιγμή
    βγάζει απ’ το μπούστο αναπάντεχα
    το ερεθισμένο της βυζί
    και μ’ αποτελειώνει με το μυτερό
    καρφί της ρώγας

    ( Στάθης Κουτσούνης )
     
  10. Tenebra_Silente

    Tenebra_Silente Contributor

    Καπνός

    Θυμάμαι τον καπνό του τσιγάρου σου
    να τον φυσάς και να τον παίρνει ο αέρας προς τα πάνω,
    το τζάμι του αυτοκινήτου που θόλωνε απ’ την ανάσα σου
    κι εσύ ζωγράφιζες πάνω του αστεία ανθρωπάκια,
    τον ζεστό αχνό απ’ το φλιτζάνι σου
    που το ‘φερνες στο στόμα σου προσεκτικά,
    έπινες μια μικρή γουλιά και τέντωνες τα χείλη σου
    να σ’ τα φιλήσω που καιγόσουν.

    Θυμάμαι στο σπίτι στο βουνό
    που ξυπνούσαμε το πρωί
    και δεν κρατιόσουν, μού ‘λεγες,
    μ’ έπαιρνες έξω, πίσω απ’ τους θάμνους,
    κατέβαζες με μια σου κίνηση
    το παντελόνι σου μαζί με το βρακάκι
    λύγιζες τα πόδια σου,
    και ουρούσες μ’ ανακούφιση,
    στον παγωμένο αέρα του πρωινού
    κι άχνιζε ανάμεσα στα πόδια σου
    ατμός ανέβαινε από μέσα σου
    και μου μιλούσες ακατάληπτες κουβέντες
    σαν την Πυθία πάνω στον τρίποδα
    και μην κοιτάς μου έλεγες,
    μα εγώ κοιτούσα και τώρα τα θυμάμαι.

    ( Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος )
     
  11. stratos83

    stratos83 Regular Member

    ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ

    Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
    Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
    Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
    που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές

    Παρθενικά μουνάκια!
    αργοσαλεύουν τα χειλάκια
    τα χνουδωτά!

    Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια

    Σαν στοματάκια διψασμένα
    από ποια δίψα;

    Και κάπου κάπου αργοκυλά
    στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
    της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!

    Κώστα Βάρναλη
     
  12. Anais...

    Anais...

    Καθώς σηκώθηκε για να σκουπιστεί, εξακολουθώντας να
    μου μιλάει ευχάριστα και γλυκά, ξάφνου πέταξε την πετσέτα
    και, προχωρώντας προς τη μεριά μου αργά και λικνιστικά,
    άρχισε να χαϊδεύει το μουνί της τρυφερά, να το πασπατεύει
    και με τα δύο χέρια, να το θωπεύει, να το μαλάζει, να το ζουλάει.
    Υπήρχε κάτι στην ευγλωττία της εκείνη τη στιγμή, κάτι
    στο πώς ήρθε και έβαλε κάτω απ' τη μύτη μου το δώρο του ρόδου της, που παραμένει αλησμόνητο,
    μιλούσε γι' αυτό, για
    το ροδανθό της, θαρρείς και ήταν κάποιο επίκτητο, εξωτερικό αντικείμενο που το είχε αποκτήσει με κόστος μεγάλο, ένα
    αντικείμενο που η αξία του είχε μεγαλώσει με τον καιρό, και
    το οποίο τώρα εκτιμούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο
    στον κόσμο. Τα λόγια της το μύρωναν με ένα πρωτόγνωρο
    άρωμα —δεν ήταν πια το ιδιωτικό της όργανο, αλλά ένας θησαυρός, ένας μαγικός πανίσχυρος θησαυρός, ένα δώρο θεού—
    έστω κι αν το εμπορευόταν νύχτα και μέρα για μια χούφτα
    κέρματα. Καθώς ρίχτηκε στο κρεβάτι, με τα πόδια διάπλατα
    ανοιχτά, το γούβιασε με τα χέρια της και το χάιδεψε κι άλλο,
    μουρμουρίζοντας όλη την ώρα μ' εκείνη τη βραχνή, τραχιά
    φωνή της ότι ήταν καλό, ωραίο, ένας θησαυρός, ένας γλυκός
    θησαυρούλης. Και πράγματι ήταν καλό, το όμορφο μουνάκι
    της!

    Ο τροπικός του καρκίνου - Henry Miller