To σκλαβοπάζαρο

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος sfougokolarios, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

  1. Ο χώρος ήταν κιόλας γεμάτος σκλάβους, θα πρέπει να ήταν περισσότεροι από δυομισι χιλιάδες. Άνδρες και γυναίκες, οι περισσότεροι γυμνοί, όλοι δεμένοι με αλυσίδες βρίσκονταν σκορπισμένοι από νωρίς το πρωί. Όχι ακριβώς σκορπισμένοι. Μοιρασμένοι θα έλεγε κανείς.
    Δίπλα στην είσοδο με το που έμπαινε κανείς, ήταν οι παρκαδόροι. Δίπλα σε μια αλάνα, Αφέντρες και Αφέντες έφταναν σε μια αλάνα κατέβαιναν από το αυτοκίνητο και περίμεναν να ξαπλώσουν δούλοι δίπλα στο άνοιγμα του αυτοκινήτου. Έβγαιναν, πατούσαν πάνω τους και μετά πετούσαν στο χώμα τα κλειδιά. Δούλοι τσακίζονταν να τα μαζέψουν και να παρκάρουν τα αυτοκίνητα, ενώ όσοι αργούσαν δέχονταν μαστιγώματα στην πλάτη, στα πόδια, συχνά ακόμα και στο πρόσωπο.
    Λίγο πιο κάτω κοπέλες με στενά φορέματα που δεν έκρυβαν σχεδόν τίποτα περίμεναν με κοκτέιλ καλοσωρίσματος στα χέρια. Οι πιο πολλές δέχονταν σεξουαλική επίθεση από αναψοκοκκινισμένους αφέντες που έφταναν καβλωμένοι. Έβαζαν το χέρι τους κάτω από το στενό δερμάτινο φόρεμα τους και έπαιζαν με τις κλειτορίδες τους με το ένα χέρι ενώ με το άλλο έπαιρναν το ποτό τους.

    Το πρώτο που συναντούσαν ήταν οι σκλάβοι εργάτες. Ήταν σε ένα περιφραγμένο οικόπεδο σαν κτημα. Όλοι δεμένοι πάνω σε ένα μεγάλο αλέτρι, μαστιγώνονταν ασταμάτητα για να μην σταματήσουν ποτέ να προχωρούν. Πολύ γεροδεμένοι έσπρωχναν το αλέτρι και πωλούνταν για εργασίες στον κήπο ή στα κτήματα.

    Ακολουθούσαν οι αρσενικές καμαριέρες. Βρίσκονταν μέσα σε μικρά διαμερίσματα, δύο δωματίων. Κάθε μία από αυτές τακτοποιούσε διαρκώς ένα δωμάτιο, την ώρα που κάποιος επιστάτης αναστάτωνε διαρκώς το άλλο. ΟΙ Αφέντες για να μπουν μέσα πατύσαν σε έναν λασπωμένο χαντάκι που μετέφερε όλη την λάσπη στο εσωτερικό των διαμερισμάτων. Έτσι η δουλειά δεν τέλειωνε ποτέ για τους σκλάβους και τις σκλάβες. Άλλοι και άλλες σφουγγάριζαν στα τέσσερα, άλλες δίπλωναν ρούχα που κείτονταν σαν βουνό στο πάτωμα, άλλες σιδέρωναν. Και κάποιες άλλες έπλεναν στο χέρι ανδρικά και γυναικεία εσώρουχα, με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο. Σε μεγάλες ξυλινες σκάφες, χρησιμοποιώντας πράσινο σαπούνι και νερό.

    Αμέσως μετά ακολουθούσαν οι λούστροι. Έχοντας πατήσει μέσα στις λάσπες οι αφέντες και οι αφεντρες ήθελαν να καθαρίσουν τα παπούτσια και τις μπότες τους. Δούλες και δούλοι βρίσκονταν θαμένοι μέσα στην γη. Μόνο τα κεφάλια τους εξείχαν. Κάθε αφέντης ή αφέντρα πλησίαζε, άπλωνε το παπούτσι και έδινε την εντολή. «Γλύψε». Ο δούλος ξεκίναγε να γλύφει καταπίνοντας δεκάδες κιλά από χώμα και λάσπη. Την σόλα πρώτα και μετά το υπόλοιπο παπούτσι. Όποιοι αργούσαν μαστιγώνονταν στο πρόσωπο.

    Τέλος υπήρχαν και οι σκλάβοι του σεξ. Δεκάδες νεαροί και νεαρές στέκονταν γονατιστοί, δεμενοι, με το κεφάλι αναμεσα στα χέρια και τον κώλο (αλλά και το μουνί οι σκλάβες) εκτεθειμένο στις ορέξεις των αφεντάδων. Δεν υπήρξε ούτε ένα Αφέντης που να μην μπήκε στον πειρασμό να πηδήξει τα άτριχα κολαράκια των σκλάβων ή να μην χύσει μέσα στο μουνί της σκλάβας λέγοντας ειρωνικά, «σε γκαστρώνω βρωμιάρα τώρα». Πιο δίπλα άλλοι σκλάβοι του σεξ προσφεραν στοματικό σεξ. Δεμένες και δεμένοι μπροστά σε βαριές πολυθρόνες με τη γλώσσα έξω έγλυφαν μουνιά και πούτσες.

    Ο μεγάλος χαμός γινόταν όμως στις τουαλέτες. Με τόσο κόσμο η δουλειά ήταν συνεχής και ασταμάτητη. Κάποιοι δούλοι φρόντιζαν να έχουν διαρκώς καθαρές τις τουαλέτες έχοντας δεμένα στο στόμα τους πιγκαλ. Όταν ο Αφέντης τελείωνε και πριν δεχτεί τις περιποιήσεις του σφουγγωκολάριου ο δούλος τουαλέτας τσακιζόταν να ρίξει χλωρίνη και να τρίψει με το πιγκάλ τη λεκάνη τραβώντας το καζανάκι.
    Άλλοι σκλάβοι παρέμεναν γονατιστοί δίπλα στη λεκάνη στην τουαλέτα, για να έρθει η Κυρία. Μόλις ερχόταν ξεκούμπωναν το παντελόνι Της, το κατέβαζαν και ύστερα έπιαναν με σεβασμό το εσώρουχο Της για να το κατεβάσουν χαμηλά και αυτό. Ύστερα περίμεναν με σεβασμό και το πρόσωπο χωμένο μέσα στο εσώρουχο Της, καθαρίζοντάς το με την γλώσσα.
    Όταν τελείωνε η Αφεντρα, αν είχε απλώς ουρήσει, Την ρωτούσε αν θέλει χαρτί, ή αν η Κυρία επιθυμεί να Την καθαρίσει με την γλώσσα του. Αν η Κυρία ήθελε χαρτί, Της πρόσφερε ένα κομμάτι και περίμενε με το στόμα ανοιχτό για να πετάξει η Κυρία μέσα το χρησιμοποιημένο κωλόχαρτο. Αν η Κυρία ήθελε να χρησιμοποιήσει ο σφουγγοκωλάριος την γλώσσα του, αυτός το έκανε με σεβασμό και ήρεμες κινήσεις, χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάνει στοματικό, μέχρι η Κυρία να κρίνει ότι έμεινε ικανοποιημένη.
    Αν η Κυρία είχε αφοδεύσει, ο σφουγγοκωλάριος έπαιρνε υγρά μαντηλάκια. Με αυτά καθάριζε με σεβασμό και μεγάλη επιμέλεια όλη την περιοχή, ενώ, αφού έπαιρνε άδεια από την Κυρία, έβαζε το δάχτυλο του λίγο βαθύτερα στον πρωκτό για να καθαρίσει καλύτερα την ευαίσθητη περιοχή. Τις πιο πολλές φορές ύστερα από την καθαριότητα με υγρά μαντηλάκια, η Κυρία απαιτούσε να επιβεβαιωθεί η καθαριότητά Της ζητώντας από τον σφουγγοκωλάριο να χρησιμοποιήσει την γλώσσα του. Κι εκείνος έγλυφε και γυάλισε την κωλοτρυπίδα.
    Ανάλογα καθήκοντα ασκούσε η θηλυκή σφουγγωκολάριος για έναν Κύριο. Στην περίπτωση του Κυρίου, η σφουγγωκολάριος, κατέβαζε το παντελόνι Του και το εσώρουχό του, και κρατούσε με σεβασμό το πέος του για να ουρήσει. Ύστερα το έπαιρνε όλο στο στόμα της για να το καθαρίσει καλά. Αν ο Κύριος αφόδευε ίσχυε ό,τι και στην περίπτωση της Κυρίας.

    Το σκλαβοπάζαρο κατέληγε σε μια παραλία. Χαώδης. Πάνω από 2,5 χιλιόμετρα μήκος και πάνω από 200 μέτρα πλάτος. Αμμώδης όλη. Λευκή άμμος παντού. Οι περισσότεροι σκλάβοι ήσαν εκεί. Κάποιοι ντυμένοι, μετέφεραν παγωμένα κοκτέιλ για τις Κυρίες και τους Κυρίους. Άλλοι γυμνοί χρησίμευαν ως υποπόδια, μπροστά στις ξαπλώστρες με τα χοντρά μαξιλάρια, μέσα στα οποία βούλιαζαν οι Αφέντες και οι Αφέντρες τα κορμιά τους. Γονάτιζαν οι δούλοι μπροστά στις ξαπλώστρες και δέχονταν πάνω στα κοκκινισμενα από τον ήλιο κορμιά τους τα πόδια των αφεντάδων. Δίπλα σε κάθε ξαπλώστρα άλλοι δούλοι έχασκαν με τα στόματα ανοιχτά, για να δέχονται τις φτυσιές, τα σάλια και τα αναμασήματα των αφεντάδων. Γυμνές σκλάβες βιάζονταν στην άμμο, άλλες δέχονταν τον οργασμό το Αφέντη στο στόμα τους. Οι πιο όμορφες υπέμεναν καρτερικά το στρίψιμο της ρώγας τους από τις ζηλόφθονες κυράδες, ή απλώς χαστούκια με βαριά χέρια στολισμένα με μεγάλα δαχτυλίδια, που τους άνοιγαν πληγές στο πρόσωπο.
    Εκατοντάδες ομπρέλες σκίαζαν τον χώρο. Σε κάθε ομπρέλα αντιστοιχούσαν τέσσερις ξαπλώστρες, τόσο μεγάλες ήσαν. Δίπλα σε κάθε ξαπλώστρα ένας δούλος, ολόγυμνος με ένα φτερό έκανε αέρα. Ακόμα κι αν σε κάποια ξαπλώστρα δεν καθόταν κανείς ο δούλος κουνούσε το μεγάλο φτερό.
    Άλλοι δούλοι περίμεναν με ομπρέλες στο χέρι για την στιγμή που κάποια αφέντρα θα ήθελε να μπει στο νερό, ή να παίξει ρακέτες. Ήταν τόσο αστείο το φαινόμενο να τον βλέπεις να παρακολουθεί που θα πάει η Κυρά του και να τρέχει ξοπίσω της με την ομπρέλα στο χέρι για να μην την δει ο καυτός ήλιος.
    Κι όταν ο ήλιος έδυσε, σαν να δόθηκε ένα σύνθημα, δεκάδες κυράδες κι αφεντες σηκώθηκαν για να φύγουν. Έτρεξαν τότε οι δούλοι και οι δούλες στην παραλία για να φέρουν νερό, να πλύνουν τα πόδια Τους από την άμμο, να τους φορέσουν τα σανδάλια. Να μαζέψουν πετσέτες και αντηλιακά, να τα κουβαλήσουν ακούγοντας βρισιές και ειρωνείες: «κουνήσου μουλε, κουνήσου δούλε, κουνήσου σκουπίδι…».

    Όλη την διάρκεια της ημέρας οι δούλοι είχαν έναν μοναδικό αριθμό επάνω τους. Όποιος αφέντης ή αφέντρα ήθελε, στο τέλος της ημέρας μπορούσε να διεκδικήσει την αγορά του. Φυσικά αν για τον ίδιο δούλο υπήρχε υπερπροσφορά γινόταν πλειστηριασμό
     
    Galatée, Dejavu* and D Q Juls like this.
  2. ilias1

    ilias1 https://vimeo.com/61962404 Contributor

    Εξαιρετικό κειμενο.