Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η φυλακή της περηφάνιας.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος darkmoon_o, στις 31 Οκτωβρίου 2026 at 11:48.

  1. darkmoon_o

    darkmoon_o Regular Member

    Ανάβω ένα τσιγάρο και πίνω μια γουλιά από τη βότκα μου. Τον σκέφτομαι.
    Το ρολόι στον τοίχο δείχνει τέσσερις το πρωί αλλά ο χρόνος έχει κολλήσει στην ώρα που έκλεισε την πόρτα. Το αποτύπωμα από το δικό Του ποτήρι είναι ακόμα νωπό πάνω στο τραπέζι σαν μια υπόσχεση που έσπασε πριν προλάβει να στεγνώσει.
    Η σιωπή στο δωμάτιο είναι τόσο βαριά που ακούγεται μόνο το τρίξιμο από το τσιγάρο που καίγεται. Κοιτάζω τις σκιές που ψηλώνουν στους τοίχους νιώθοντας τους τέσσερις τοίχους να στενεύουν γύρω μου σαν να έγιναν ξαφνικά πολύ μεγάλοι για έναν μόνο άνθρωπο. Το κενό που άφησε πίσω Του δεν είναι απλώς μια άδεια θέση στον καναπέ,είναι μια παγωνιά που η βότκα δεν μπορεί να ζεστάνει.
    Έξω το σκοτάδι της πόλης μοιάζει απόλυτο. Μόνο μερικές σταγόνες βροχής αρχίζουν να χτυπούν ρυθμικά το τζάμι σαν να μετράνε τις ώρες που θα ακολουθήσουν. Κλείνω τα μάτια και για μια στιγμή νομίζω ότι ακούω το κλειδί Του να γυρνάει στην κλειδαριά. Είναι όμως απλώς ο αέρας. Ένα παιχνίδι του μυαλού που αρνείται να δεχτεί ότι αυτή η νύχτα δεν θα ξημερώσει ποτέ ξανά όπως οι άλλες.
    Αφήνω το τσιγάρο να σβήσει μόνο του στο σταχτοδοχείο παρακολουθώντας τον τελευταίο καπνό να διαλύεται στον αέρα. Το μπουκάλι δίπλα μου έχει ελαφρύνει αλλά το μυαλό μου παραμένει απελπιστικά καθαρό. Κοιτάζω το κινητό μου.. Η οθόνη του μαύρη και βουβή. Η περηφάνια μου που πριν λίγες ώρες έμοιαζε με ασπίδα τώρα φαντάζει απλώς σαν μια ανόητη κρύα φυλακή.
    Η οθόνη παραμένει σκοτεινή αντικατοπτρίζοντας μόνο το κουρασμένο μου πρόσωπο. Παίρνω το τηλέφωνο στα χέρια μου. Το βάρος του είναι δυσανάλογο με το μέγεθός του λες και μέσα του κουβαλάει όλες τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν όλα τα «γιατί» που έμειναν να αιωρούνται στην κουζίνα.
    Ανοίγω τα μηνύματα. Το όνομά Του είναι εκεί στην κορυφή των πρόσφατων συνομιλιών. Το δάχτυλό μου σταματά πάνω από το πληκτρολόγιο. Η περηφάνια αρχίζει να λυγίζει κάτω από την πίεση της απουσίας. Ξεκινώ να γράφω. «Πού είσαι;», «Γύρνα πίσω», «Δεν έπρεπε να τελειώσει έτσι». Λέξεις σπασμένα γυαλιά.
    Κοιτάζω το κείμενο για μερικά δευτερόλεπτα. Ο κέρσορας αναβοσβήνει ρυθμικά σαν τον χτύπο μιας καρδιάς σε πανικό. Αν πατήσω αποστολή σπάω τη φυλακή μου αλλά παραδίδω και τα τελευταία μου όπλα. Αν δεν το κάνω θα μείνω να μετράω τις στάγουνες στη βροχή μέχρι να βγει ο ήλιος.
    Με ένα απότομο άγγιγμα σβήνω το μήνυμα γράμμα-γράμμα. Η οθόνη μαυρίζει ξανά.
    Σηκώνομαι από την καρέκλα. Το πάτωμα είναι κρύο κάτω από τα γυμνά μου πόδια. Πλησιάζω στο παράθυρο. Η πόλη έξω αρχίζει να παίρνει εκείνο το γκρίζο αβέβαιο χρώμα που έχουν οι πρώτες ώρες πριν το ξημέρωμα. Οι δρόμοι είναι άδειοι. Κανένα αυτοκίνητο καμία σκιά που να Του μοιάζει.
    Γυρίζω την πλάτη στο παράθυρο και κοιτάζω το άδειο ποτήρι Του στο τραπέζι. Το αποτύπωμα έχει πια στεγνώσει αφήνοντας πίσω του μόνο ένα θολό σημάδι πάνω στο ξύλο. Η νύχτα φεύγει αλλά το κενό μένει σταθερό και ακίνητο σαν έπιπλο που δεν μπορείς πια να μετακινήσεις.
    Κοιτάζω τα χέρια μου. Είναι τα ίδια χέρια που πριν από λίγο κρατούσαν εκείνα τα ρούχα που προσπαθούσαν να κρατήσουν μια πόρτα κλειστή που τώρα τρέμουν πάνω από μια βουβή οθόνη. Γιατί να μην πέσω στα πόδια Του; Γιατί να μην συρθώ στο πάτωμα, να γίνω ένα με το κρύο ξύλο, να αγκαλιάσω τα παπούτσια του και να παρακαλέσω; Τι αξία έχει η αξιοπρέπεια σε ένα άδειο σπίτι; Μοιάζει με ένα ακριβό, άχρηστο κόσμημα που το φοράς ενώ πεθαίνεις από την παγωνιά.
     
  2. Edianna

    Edianna Service & Serenity

    Ένα εξαιρετικά καθηλωτικό και ατμοσφαιρικό κείμενο, που αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο το βάρος της απουσίας. Ως αρχάριο άτομο στον χώρο, που αναζητά την πνευματική πλευρά του lifestyle, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές γεννιέται μέσα μου ένας έντονος προβληματισμός.

    Η "φυλακή της περηφάνιας" λυγίζει μπροστά στην ανάγκη για παράδοση, και η εικόνα του να πέσεις στα πόδια Του φαντάζει λυτρωτική μέσα στη λογοτεχνία. Όμως, στην πραγματική ζωή, πού σταματάει η όμορφη παράδοση του εγώ και πού ξεκινάει η επικίνδυνη απώλεια της αυτοεκτίμησης;
    Ένας έμπειρος και σοβαρός Dom, θα άφηνε ποτέ την υποτακτική του να "παγώσει" σε ένα άδειο δωμάτιο, ή η δική του ευθύνη ορίζει ότι ακόμα και το τέλος πρέπει να έχει τη ζεστασιά της προστασίας;

    Θα ήθελα πολύ να ακούσω τις σκέψεις των πιο έμπειρων πάνω σε αυτή την ισορροπία.
     
  3. darkmoon_o

    darkmoon_o Regular Member

    Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Έτσι όπως είμαι. Με τα ρούχα της νύχτας με τη μυρωδιά του καπνού στα μαλλιά μου και τα πόδια γυμνά πάνω στην παγωμένη άσφαλτο. Δεν σκέφτομαι πού πάω αλλά το σώμα μου ξέρει. Ζητάει κάτι πιο μεγάλο από τους τέσσερις τοίχους. Κάτι που να μπορεί να καταπιεί αυτό το κενό.
    Βγαίνω στη θάλασσα.
    Ο αέρας της ακτής με χτυπάει σαν χαστούκι. Είναι ένα βίαιο ξύπνημα από τον λήθαργο του αλκοόλ. Εδώ το σκοτάδι δεν είναι βουβό όπως στην κουζίνα. Έχει φωνή. Έχει τον άγριο ρυθμό των κυμάτων που σκάνε με μανία πάνω στα βράχια.
    Αυτή η θάλασσα Του μοιάζει. Έχει την ίδια απόλυτη επιβολή.
    Προχωράω στην υγρή μαύρη άμμο. Τα πέλματά μου βουλιάζουν παγώνουν ακαριαία αλλά συνεχίζω μέχρι εκεί που το νερό αφρίζει. Η λογική μού φωνάζει να κάνω πίσω. Όμως το σώμα μου αυτό το σώμα που έμαθε να υπακούει τυφλά στη δική Του θέληση ζητάει το σοκ.
    Γονατίζω.
    Όχι πια στο κρύο ξύλο του πατώματος αλλά μέσα στο παγωμένο κύμα. Το νερό με χτυπάει στο στήθος μουσκεύει τα ρούχα μου βαραίνει πάνω μου σαν το δικό Του χέρι που με καθήλωνε.
    Πιάνω τον λαιμό μου. Το κολάρο είναι ακόμα εκεί. Ένα μέταλλο που τώρα παγώνει πάνω στο δέρμα μου σαν μια άγκυρα που με τραβάει στον πάτο.
    «Δες με», ψιθυρίζω στον ορίζοντα και η φωνή μου χάνεται στο γκρίζο του ξημερώματος. «Δες πώς με άφησες».
    Δεν είναι πια θέμα αξιοπρέπειας.Είναι η απόλυτη κατάρρευση του συστήματός μου. Αν πρόκειται να σπάσω ας με σπάσει η θάλασσα. Αυτή τουλάχιστον δεν θα μου ζητήσει ποτέ να σηκωθώ.
    Το κρύο νερό αρχίζει να διαπερνά το δέρμα όχι πια σαν σοκ αλλά σαν μια βαριά, μουδιασμένη λήθη. Τα ρούχα μου ποτισμένα με την αλμύρα κολλάνε πάνω μου διεκδικώντας την ίδια απόλυτη Κυριαρχία που είχε Εκείνος πάνω στο σώμα μου. Κοιτάζω τα χέρια μου που είναι βυθισμένα μέσα στον αφρό των κυμάτων. Χωρίς τις εντολές Του μοιάζουν με εργαλεία χωρίς σκοπό.
    Αγγίζω ξανά το κολάρο. Το μέταλλο έχει πάρει πια τη θερμοκρασία του παγωμένου νερού.
    «Σήκω» ψιθυρίζω στον εαυτό μου.
    Δεν είναι η δική μου φωνή. Είναι η ηχώ της δικής Του φωνής που έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου, η εντολή που πάντα με έκανε να ισιώσω την πλάτη μου όσο βαριά κι αν ήταν η ατμόσφαιρα. Η πειθαρχία που έμαθα κοντά Του γίνεται ξαφνικά η μοναδική μου σχεδία. Αν υποτάχθηκα σε Εκείνον επειδή ήταν δυνατός πρέπει τώρα να υπακούσω στον ίδιο τον νόμο της επιβίωσης που Εκείνος μου έμαθε.
    Με τα γόνατα να τρέμουν σπρώχνω το σώμα μου έξω από το νερό. Η άμμος κολλάει στα βρεγμένα μου πόδια βαριά και ενοχλητική. Γυρίζω την πλάτη στη θάλασσα και κοιτάζω προς τον δρόμο. Η πόλη αρχίζει να φωτίζεται με το θαμπό καθημερινό φως των ανθρώπων που πηγαίνουν στις δουλειές τους. Εκείνοι δεν ξέρουν τι σημαίνει να χάνεις τον Αρχιτέκτονα του κόσμου σου μέσα σε μια νύχτα.
    Περπατάω πίσω προς το σπίτι. Το κρύο είναι υποκωφό αλλά το μυαλό μου αρχίζει να καθαρίζει από το αλκοόλ και την υστερία. Όταν ανοίγω ξανά την πόρτα του διαμερίσματος η μυρωδιά του κλειστού χώρου και του καπνού με υποδέχεται σαν παλιός γνώριμος. Το άδειο ποτήρι είναι ακόμα εκεί.
    Πλησιάζω στον καθρέφτη του διαδρόμου. Τα μαλλιά μου στάζουν τα μάτια μου είναι κόκκινα αλλά ο λαιμός μου είναι ακόμα όρθιος. Πιάνω το κούμπωμα του κολάρου στο πίσω μέρος. Τα δάχτυλά μου είναι παγωμένα και δυσκολεύονται αλλά με μια απότομη κίνηση το ανοίγω.
    Το ακουμπάω πάνω στο τραπέζι ακριβώς δίπλα στο στεγνό αποτύπωμα του ποτηριού Του. Δύο αντικείμενα που έχασαν την ιδιότητά τους δεν με ορίζουν πια. Η σιωπή είναι ακόμα εδώ αλλά τώρα καθώς το πρώτο πραγματικό φως της ημέρας μπαίνει από το παράθυρο η φυλακή δεν μοιάζει πια τόσο στενή. Είναι απλώς ένα άδειο δωμάτιο. Κι εγώ πρέπει να μάθω ξανά να αναπνέω με τον δικό μου ρυθμό.
     
  4. Constan

    Constan Regular Member

    Υπέροχη γραφή , την απώλεια είναι πολύ δύσκολο να την διαχειριστείς, δεν ξέρω αν είναι σωστό να αγγίξεις εκείνο το άδειο ποτήρι για να μπορέσεις να συνεχίσεις να ζεις

    Μήπως να κρατήσεις την τσαλακωμένη περηφάνεια αντί να συνεχίσεις μόνος ;
     
  5. darkmoon_o

    darkmoon_o Regular Member

    Ευχαριστώ πολύ.
     
  6. Satine

    Satine New Member

    Περιγράφεις με συγκινητική μαεστρία εξαιρετικά δύσκολα και εξαιρετικά αληθινά συναισθήματα.
    Συγχαρητήρια!
    Περιμένω τη συνέχεια.