Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ετών 75

Discussion in 'BDSM Εμπειρίες' started by slave32, 8 May 2026 at 00:26.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Όταν ο Κύριος Βλαντ και Ο Κύριος Γκρεγκ αποφάσισαν πως δεν πήγαινε άλλο και με ελευθέρωσαν έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου στη κυριολεξία. Έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μου, να τους βλέπω κάθε μέρα και γενικά να είμαι στα χαμένα. Όσο ήμουν μαζί τους συνέχιζα να κάνω κάποιες remote εργασίες οπότε είχα ξεκινήσει να εργάζομαι περισσότερο για να ξεχνιέμαι.

    Το θέμα είναι ότι υπήρχαν άνθρωποι στη γειτονιά που τους είχε γνωστοποιηθεί το πως ήμουν με τους Αφεντάδες και υπήρχαν στιγμές που ένιωθα να με κοιτάνε λες και ήμουν σκουπίδι και το χειρότερο είναι ότι δεν τους κάκκιζα, το αντίθετο.

    Δίπλα στο σπίτι μου μένει μια Κυρία, η Δέσποινα. Είναι μεγάλη σε ηλικία, χήρα με εγγόνια. Όταν γύρισα πίσω στο σπίτι μου μιλούσε. Πολλές φορές τα πρωινά πήγαινα και της έφερνα το ψωμί και τις Πέμπτες την συναντούσα στη λαϊκή, προσφερόμουν να κουβαλήσω το καρότσι της πίσω.

    Ήταν Τετάρτη βράδυ. Με πήρε τηλέφωνο.
    «Καλό μου αύριο θα πάω στη ν λαϊκή, αλλά έσπασε το καρότσι μου, θα μπορούσες να με βοηθήσεις;»
    «Ναι φυσικά»
    «Ωραία το πρωί 8 να είσαι έξω» μου είπε και μου το έκλεισε, ούτε γεια, ούτε τίποτα. Το πρωί 8 παρά ήμουν έξω από το σπίτι της. Χειμώνας είχε δεν είχε πέντε βαθμούς. Πήγαμε στην αγορά. Μου φάνηκε ότι πήρε περισσότερα από κάθε φορά, με φόρτωσε με σακούλες και γυρίσαμε σπίτι. Μένει ισόγειο. Τα έβαλα μέσα στο σπίτι της. Μου έδωσε οδηγίες που να τα βάλω, μέχρι κι έπλυνα ότι ήταν για το ψυγείο. Εκείνη έφτιαξε καφέ, ελληνικό.

    «Έλα να πιούμε καφεδάκι όταν τελειώσεις» μου είπε. Έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Πήγα στο σαλόνι που κάθονταν. Ήπια καφέ.
    «Σήμερα είναι τα γενέθλια μου» μου είπε. Της χαμογέλασα.
    «Κλείνω τα 75» σοκαρίστηκα όταν το άκουσα.
    «Δεν φαίνεστε για τόσο»
    Γέλασε.
    «Αν ήμουν νεότερη θα έλεγα πως με φλερτάρεις νεαρέ» μου απάντησε κι αισθάνθηκα τόσο άσχημα που
    «Δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι τέτοιο» της απάντησα.
    «Ναι ξέχασα, εσύ πας μόνο με άνδρες» μου απάντησε κι εγώ από τη ντροπή μου έβαλα τα κλάματα.
    Με κοίταζε και δεν αντιδρούσε. Μόνο με κοίταζε.
    «Μου αρέσουν οι γυναίκες» της είπα κλαψουρίζοντας..
    «Καλό μου σε έχω δει να είσαι γονατιστός ημίγυμνος στην αυλή του Γκρεγκ»
    «Σκλάβος τους ήμουν, σκλάβος τους..» ξεφούρνισα. Εκείνη έβαλε τα γέλια για λίγο..
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Εκείνη σταμάτησε να γελάει απότομα και με κοίταξε καλά-καλά, λες και ήμουν κάνα περίεργο έκθεμα σε μουσείο. Σκούπισε τα μάτια της με μια χαρτοπετσέτα που είχε χωμένη στο μανίκι της ζακέτας της και έσκυψε προς το μέρος μου. Η ανάσα της μύριζε καφέ και παξιμάδι.
    «Σκλάβος ε;» μου λέει και η φωνή της είχε μια περιέργεια που με έκανε να ανατριχιάσω. «Και τι θα πει αυτό παιδί μου; Δηλαδή σε είχανε με την βία; Σε δένανε; Γιατί εγώ μια φορά που σε είδα στην αυλή, εκεί που έκανες πως καθάριζες τα φύλλα, φορούσες ένα πράγμα στο λαιμό σαν του σκύλου. Ήταν δέρμα αυτό; Πόναγε;»
    Έσκυψα το κεφάλι μου και κοίταζα το φλιτζάνι, ήθελα να σηκωθώ να φύγω τρέχοντας αλλά τα πόδια μου ήταν σαν μολύβι. Εκείνη όμως δεν σταμάταγε, το πήγαινε όλο και πιο βαθιά, λες και δεν καταλάβαινε πόσο με πλήγωνε.

    «Και πες μου» συνέχισε, «λεφτά σου δίνανε για όλα αυτά ή έτσι τζάμπα το έκανες; Γιατί ο Γκρεγκ φαινότανε σφιχτός άνθρωπος, από αυτούς που μετράνε και το δίφραγκο, ο άλλος ο Βλαντ ήταν πιο κιμπάρης στο μάτι, με τα ακριβά τα αμάξια. Σου είχανε υποσχεθεί τίποτα; Σου δίνανε κάνα χαρτζιλίκι για τις... υπηρεσίες σου;»
    Ένιωσα τον καφέ να μου κάθεται στο λαιμό, πνιγόμουν. «Κυρία Δέσποινα σας παρακαλώ, δεν είναι έτσι όπως νομίζετε..» πήγα να ψελίσσω.
    «Και στο κρεβάτι;» με διέκοψε χωρίς να με ακούσει καν. «Ήσασταν και οι τρεις μαζί; Πως χωράγατε; Και τι σε βάζανε να κάνεις; Να τους πλένεις τα πόδια; Να τους μαγειρεύεις; Ή μόνο... ξέρεις εσύ. Εκείνο το βράδυ τον Γενάρη που ακούγονταν οι φωνές μέχρι το δρόμο και βγήκα να δω αν έπαθε τίποτα ο λέβητας, εσύ ήσουν που τσίριζες έτσι; Σαν γυναίκα ακουγόσουν, αλήθεια σου λέω.»
    Με κοίταζε με αυτά τα μικρά, τρύπια μάτια της, περιμένοντας απαντήσεις για πράγματα που εγώ πάσχιζα να θάψω μέσα μου για να μπορέσω να συνεχίσω να δουλεύω στο λάπτοπ μου κάθε μέρα σαν να μην τρέχει τίποτα.

    «Μήπως σε βαράγανε κιόλας;» επέμεινε και άπλωσε το χέρι της να μου πιάσει το μπράτσο. «Είχες σημάδια; Γιατί άμα σε βαράγανε, τότε είναι που είσαι πραγματικά για λύπηση παιδί μου, όχι για κοροϊδία..»
    Καθόμουν εκεί, παγωμένος, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Δεν άντεχα άλλο το παιχνίδι της, την περιέργειά της. Έπρεπε να το βγάλω από μέσα μου, να το πω φωναχτά, λες και έτσι θα το ξόρκιζα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και τα ξεστόμισα όλα μαζί, μονορούφι.
    «Μου αρέσουν οι γυναίκες, κυρία Δέσποινα, αλλά εκεί... εκεί ήταν αλλιώς. Με είχαν γυμνό και με μαστιγωναν» της είπα και η φωνή μου έσπασε.
    Έμεινε να με κοιτάζει με τα μάτια ορθάνοιχτα. Αλλά δεν είδα φόβο. Είδα κάτι άλλο, κάτι που με τρόμαξε περισσότερο. Μια σπίθα, μια περίεργη ηδονή, λες και άκουγε την πιο συναρπαστική ιστορία της ζωής της.
    «Μαστίγωμα;» ψιθύρισε, και η λέξη φάνηκε να κυλάει αργά από τα χείλη της. «Ολόγυμνο; Και τι μαστίγιο ήταν αυτό; Δερμάτινο; Και που σε βαράγανε; Στην πλάτη; Παντού;» Έσκυψα το κεφάλι, ένιωθα τη ντροπή να με πνίγει. Ήθελα να σηκωθώ να φύγω τρέχοντας, αλλά το κορμί μου δεν με άκουγε.
    «Δείξε μου» μου είπε ξαφνικά, και η φωνή της έγινε κοφτή, διατακτική. «Τι να σας δείξω, κυρία Δέσποινα;» ρώτησα με την ψυχή στο στόμα. «Τα σημάδια. Έχεις ακόμα, έτσι δεν είναι; Τέτοια χτυπήματα δεν φεύγουν εύκολα. Σήκωσε τη μπλούζα σου να δω. Μην φοβάσαι, εγώ σαν γιαγιά σου είμαι, τα έχω δει όλα στη ζωή μου.»

    Άπλωσε το χέρι της και έπιασε την άκρη της φούτερ μπλούζας μου. Το δέρμα της ήταν κρύο και ξερό, και ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνάει.
    «Άντε, μην ντρέπεσαι» επέμεινε και άρχισε να τραβάει σιγά σιγά το ύφασμα προς τα πάνω. «Θέλω να δω τι σου κάνανε αυτοί οι παλιανθρώποι... θέλω να δω πώς σε είχαν καταντήσει.»
    Δεν ξέρω πώς βρήκα τη δύναμη. Άρπαξα το χέρι της και το τράβηξα μακριά. «Όχι!» φώναξα, και η φωνή μου βγήκε πιο δυνατή απ' ό,τι περίμενα. «Δεν θα δείξω τίποτα! Φεύγω!»
    Σηκώθηκα όρθιος, σχεδόν ανατρέποντας το τραπεζάκι με τον καφέ. «Μα παιδί μου, εγώ για το καλό σου...» άρχισε να λέει, αλλά δεν την άκουγα. Έτρεξα προς την πόρτα, την άνοιξα και βγήκα έξω στον κρύο αέρα του χειμώνα. Έτρεχα μέχρι το σπίτι μου, χωρίς να γυρίσω πίσω, χωρίς να νοιάζομαι αν με βλέπει κανείς. Ήθελα μόνο να κλειστώ στο δωμάτιό μου, να κρυφτώ από τον κόσμο, από τη γειτονιά, από το βλέμμα της Δέσποινας που ήταν χειρότερο και από το μαστίγιο του Βλαντ.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Δεν άντεξα ούτε δέκα λεπτά κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους. Η μοναξιά και ο φόβος ότι τώρα όλη η γειτονιά θα μάθαινε τις λεπτομέρειες με έπνιγαν. Ένιωθα ότι αν την έχανα κι αυτήν, αν με μισούσε, δεν θα είχα που να σταθώ. Μα δεν κράτησε πολύ. Βγήκα πάλι έξω στο κρύο, σχεδόν παραπατώντας.
    Γύρισα και χτύπησα το κουδούνι. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δυσκολεύτηκα να βρω το κουμπί. Περίμενα. Ησυχία. Μετά από λίγο άκουσα τα κλειδιά. Η πόρτα άνοιξε μόνο λίγο, τόσο όσο να φαίνεται το πρόσωπό της μέσα στο σκοτάδι του διαδρόμου. Δεν πρόλαβε να πει λέξη. Μου άνοιξε και της ζητούσα συγνώμη γονατιστός. Έπεσα εκεί στο χαλάκι της εισόδου, μέσα στο κρύο, με τα γόνατα να χτυπάνε στο μωσαϊκό.

    «Συγνώμη κυρία Δέσποινα, συγνώμη που φώναξα, δεν ήθελα να σας προσβάλω... σας παρακαλώ μη με διώχνετε», ψιθύριζα ανάμεσα σε λυγμούς.
    Περίμενα να σκύψει, να με χαϊδέψει, να μου πει «σήκω παιδί μου». Αλλά τίποτα. Εκείνη ήταν κρύα, απόμακρη, σκληρή. Στεκόταν όρθια πάνω από το κεφάλι μου, λες και ήταν ο δικαστής μου. Το βλέμμα της δεν είχε πια εκείνη την περίεργη γλυκύτητα, είχε γίνει πέτρα.
    «Σήκω επάνω», μου είπε με μια φωνή που δεν την είχα ξανακούσει. Ξερή. Σαν να μίλαγε σε κάποιον που την αηδιάζει. «Δεν μου αρέσουν οι σκηνές έξω από την πόρτα μου. Τι θα πει ο κόσμος; Ήδη λένε τόσα για σένα.» Με κοίταζε από ψηλά και ένιωθα πάλι εκείνη την παλιά οικεία αίσθηση. Την αίσθηση ότι δεν είμαι άνθρωπος, αλλά κάτι λιγότερο. «Μπες μέσα», διέταξε. «Κλείσε την πόρτα και κάτσε στην καρέκλα. Αν θες τη συγχώρεση μου, θα πρέπει να μάθεις να ακούς και να απαντάς όταν σου μιλάνε. Κατάλαβες;»
    Δεν τόλμησα να την κοιτάξω στα μάτια. Σηκώθηκα με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν δαρμένο σκυλί, και την ακολούθησα πάλι μέσα στο σαλόνι. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Το σπίτι που πριν μύριζε καφέ και θαλπωρή, τώρα μου φαινόταν σαν ένα άλλο κελί.
    «Κάτσε», είπε και κάθισε στην πολυθρόνα της, σταυρώνοντας τα χέρια. «Και τώρα, θα μου τα πεις όλα από την αρχή. Χωρίς φωνές και χωρίς ντροπές. Θέλω να μάθω τι ακριβώς σου έκαναν. Ξεκίνα από εκείνο το βράδυ που σε είχαν γυμνό στην αυλή. Τι σου έλεγαν την ώρα που σε χτύπαγαν;»
    Ένιωσα υποταγή. Ήταν ένα συναίσθημα τόσο γνώριμο που σχεδόν με ανακούφισε, όσο τρομακτικό κι αν ακούγεται αυτό. Μετά από τόσο καιρό με τον Βλαντ και τον Γκρεγκ, το να έχω κάποιον να μου ορίζει τι θα κάνω και πώς θα κάτσω, ήταν σαν να μπαίνω πάλι σε έναν δρόμο που ήξερα να περπατάω. Η Δέσποινα το κατάλαβε αμέσως. Το είδε στο σώμα μου που μαζεύτηκε, στα μάτια μου που δεν τολμούσαν να την κοιτάξουν.

    Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα της, έφτιαξε τη ζακέτα της και με κοίταξε σαν να ήμουν το πιο ενδιαφέρον πράγμα που είχε δει ποτέ στην τηλεόρασή της.
    «Έτσι μπράβο», είπε και η φωνή της είχε μια γλυκιά σκληρότητα. «Τώρα που ηρέμησες, πες μου. Όταν σε είχαν έτσι, στην αυλή ή μέσα στο υπόγειο, σε φώναζαν με το όνομά σου; Ή σου είχαν βγάλει κάνα άλλο, από αυτά τα βρώμικα που λένε στα σκυλιά; Πώς σε φώναζε ο Γκρεγκ όταν ήθελε να του κάνεις... αυτά που του έκανες;»
    Έσφιξα τις γροθιές μου πάνω στα γόνατά μου. «Με φώναζαν... διάφορα», ψιθύρισα.

    «Θέλω να τα ακούσω», επέμεινε και έσκυψε πάλι μπροστά. «Μην ντρέπεσαι, αφού τα έζησες. Και πες μου, όταν σε μαστίγωναν, ο άλλος, ο Βλαντ, τι έκανε; Κοίταζε; Τον ευχαριστούσε; Ή μήπως σε κρατάγε αυτός για να μη φεύγεις; Γιατί εγώ μια φορά είδα από το φράχτη κάτι σχοινιά... σε δένανε στις κολώνες;»

    Οι ερωτήσεις της έπεφταν σαν τις μαστιγιές που περιέγραφε. Ήταν τόσο αδιάκριτη, τόσο ωμή, που ένιωθα λες και με έγδυνε πάλι εκεί, μέσα στο σαλόνι της με τα σεμεδάκια και τις εικόνες των αγίων στον τοίχο.
    «Και πες μου», συνέχισε, και είδα τη γλώσσα της να περνάει πάνω από τα χείλη της, «ποιος ήταν ο πιο σκληρός; Ποιος σε έκανε να κλαις περισσότερο; Γιατί τα βράδια που ούρλιαζες, εγώ δεν ήξερα αν πονάς ή αν... ξέρεις... αν το απολάμβανες κιόλας. Έτσι δεν είναι; Σου άρεσε να είσαι το παιχνίδι τους, γι' αυτό γύρισες και σε μένα τώρα γονατιστός. Σου λείπει το μαστίγιο, ε;»

    Ένιωθα να πνίγομαι. Ήθελα να της πω ότι δεν είναι έτσι, ότι ήταν εφιάλτης, αλλά η λέξη «υποταγή» είχε καρφωθεί στο μυαλό μου. Την έβλεπα να απολαμβάνει την κάθε μου λέξη, την κάθε μου σύσπαση.
    «Γιατί δεν απαντάς;» με ρώτησε πιο έντονα. «Μήπως θέλεις να σε βάλω να κάτσεις στο πάτωμα για να μου τα πεις καλύτερα; Ε; Θέλεις να μου δείξεις πώς ήσουν μαζί τους;»

    Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και περπάτησε αργά γύρω μου, λες και με εξέταζε για να με αγοράσει. «Αν ήμουν άντρας, θα ήθελα κι εγώ έναν σαν εσένα να μου καθαρίζει το σπίτι γυμνός», είπε και γέλασε σιγανά. «Αλλά αφού δεν είμαι, θα γίνεις ο δικός μου βοηθός. Θα μου τα λες όλα, κάθε λεπτομέρεια, και θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ τώρα. Κατάλαβες;»

    Χωρίς να μου το ζητήσει καν, λες και τα χέρια μου πήγαιναν μόνα τους από τη συνήθεια τόσων μηνών, άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου. Τα πέταξα στο χαλί, δίπλα στο τραπεζάκι με το σεμεδάκι και τον μισοτελειωμένο καφέ. Έμεινα εκεί, ολόγυμνος μπροστά της, τρέμοντας από το κρύο και τη ντροπή, αλλά και από μια ανάγκη να με δει, να δει τι είχαν κάνει πάνω μου.

    Εκείνη δεν σοκαρίστηκε. Δεν έστρεψε το βλέμμα. Αντίθετα, έσκυψε λίγο μπροστά, έβαλε τα γυαλιά της και με είδε πραγματικά. Με κοίταξε λες και ήμουν κάποιο ζώο που μόλις είχε αγοράσει. Σηκώθηκε σιγά-σιγά από την πολυθρόνα, τα γόνατά της ακούστηκαν να τρίζουν, και ήρθε κοντά μου.
    Με έπιασε παντού. Τα χέρια της ήταν παγωμένα, το δέρμα της ξερό σαν χαρτί, και με άγγιζε με μια περιέργεια που με έκανε να θέλω να εξαφανιστώ. Άγγιζε τις μελανιές που είχαν μείνει, τα σημάδια από τα σχοινιά στους καρπούς μου, και μετά πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τις γραμμές στην πλάτη μου.

    «Εδώ σε πόνεσαν πολύ, ε;» ψιθύρισε και η φωνή της είχε μια βραχνάδα που με ανατρίχιασε.

    Δεν σταμάτησε εκεί. Η περιέργειά της έγινε κάτι πιο σκοτεινό, κάτι που δεν περίμενα από μια γυναίκα που πριν λίγο μου μίλαγε για τα εγγόνια της. Άρχισε να με επεξεργάζεται με έναν τρόπο που δεν είχε ίχνος στοργής, μόνο εξουσία. Με ακουμπούσε λες και ήθελε να καταλάβει πώς λειτουργεί το σώμα μου κάτω από την πίεση.
    Μετά, χωρίς να πει κουβέντα, με οδήγησε στο κέντρο του δωματίου. Με αυνάνισε με κινήσεις μηχανικές, ψυχρές, κοιτάζοντάς με κατευθείαν στα μάτια, λες και ήθελε να δει τη στιγμή που θα έχανα τον έλεγχο, τη στιγμή που θα γινόμουν πάλι το τίποτα που ήμουν στον Βλαντ και στον Γκρεγκ.

    «Δεν είσαι πια δικός τους», μου είπε σιγανά, ενώ συνέχιζε. «Τώρα είσαι εδώ. Και θα έρχεσαι κάθε μέρα. Θα μου φέρνεις το ψωμί, θα μου κουβαλάς τα ψώνια, και μετά... μετά θα γδύνεσαι και θα μου λες ιστορίες. Θα μου λες τι σου έκαναν κι εγώ θα σε προσέχω. Κατάλαβες;»

    Ένιωθα το σώμα μου να την ακούει, παρά το μυαλό μου. Η υποταγή είχε ποτίσει μέχρι το κόκκαλο. Ήμουν εκεί, γυμνός, στο σαλόνι μιας χήρας, και ένιωθα ότι η ελευθερία που μου έδωσαν ο Βλαντ και ο Γκρεγκ ήταν απλώς μια άλλη μορφή σκλαβιάς, πιο σιωπηλή, πιο κρυφή.

    «Κατάλαβα», ψιθύρισα, και τα δάκρυά μου έπεφταν πάνω στα χέρια της, αλλά εκείνη δεν σταματούσε. Της άρεσε να με βλέπει έτσι. Την έκανε να νιώθει ζωντανή στα 75 της.
    Κάθε πρωί στις 8 ήμουν εκεί. Πήγαινα το ψωμί, τα ψώνια από το μανάβικο, τα κουβαλούσα στην κουζίνα της και μετά έπιανα δουλειά. Έπλενα τα πατώματα, γονάτιζα πάνω στο μωσαϊκό με τη χλωρίνη να μου καίει τα ρουθούνια, συγύριζα τα δωμάτια, ξεσκόνιζα τα κάδρα με τους πεθαμένους της. Εκείνη καθόταν στην πολυθρόνα και με επέβλεπε. Δεν με άφηνε να σταματήσω ούτε για νερό αν δεν τελείωνα και την τελευταία γωνία.

    «Εδώ έχει σκόνη ακόμα», μου έλεγε και με έδειχνε με το μπαστούνι της. Κι εγώ πήγαινα και το ξαναέρναγα.
    έρασε ένας μήνας έτσι. Κάθε μέρα, χωρίς εξαίρεση. Η ζωή μου είχε αποκτήσει έναν καινούργιο, αρρωστημένο ρυθμό που με έκανε να νιώθω ασφαλής μέσα στη ντροπή μου.
    Όταν το σπίτι έλαμπε, ερχόταν η ώρα που περίμενε πώς και πώς. Και μετά γυμνός της έλεγα κι ένα κομμάτι μου. Στεκόμουν στη μέση του σαλονιού, χωρίς τίποτα πάνω μου, και της ξέθαβα μνήμες από τον Βλαντ και τον Γκρεγκ. Της έλεγα για τις νύχτες στο υπόγειο, για τις λέξεις που μου ψιθύριζαν, για το πώς με ανάγκαζαν να σέρνομαι.
    Εκείνη με άκουγε με μια προσήλωση που με τρόμαζε. Με αυνάνιζε κάθε μέρα, με εκείνο το κρύο, ξερό χέρι της που δεν είχε καθόλου έλεος. Οι κινήσεις της ήταν γρήγορες, μηχανικές, λες και ήθελε να βγάλει από μέσα μου όλη την ένταση της ιστορίας που μόλις της είχα διηγηθεί.
    Αλλά το χειρότερο —ή ίσως αυτό που με έδενε περισσότερο μαζί της— ήταν το τέλος. Μόνο που τώρα πια μου τα ταιζε στο τέλος.
    Όταν πια δεν άντεχα άλλο και τελείωνα, δεν με άφηνε να σκουπιστώ. Με κοίταζε με εκείνο το σκληρό, άδειο βλέμμα της και με διέταζε να γονατίσω ανάμεσα στα πόδια της. Με ανάγκαζε να καταπίνω το ίδιο μου το σώμα, την ίδια μου την ταπείνωση, ενώ με χάιδευε στα μαλλιά σαν να ήμουν το αγαπημένο της κατοικίδιο.
    «Έτσι, καλό μου παιδί», μου ψιθύριζε. «Να μην πηγαίνει τίποτα χαμένο. Τώρα είσαι καθαρός. Τώρα είσαι δικός μου».

    Ένιωθα ότι είχα χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, αλλά την ίδια στιγμή, αυτό το τελετουργικό ήταν το μόνο πράγμα που με κρατούσε όρθιο μέσα στη μέρα. Περίμενα την επόμενη αυγή για να ξαναπάρω το ψωμί, να ξαναπλύνω τα πατώματα και να γίνω πάλι το τίποτα μπροστά της.

    Μα εκείνο το πρωινό δεν το ξεχνάω και γι’ αυτό έγραψα αυτή την ιστορία. Ήταν η μέρα που όλα όσα νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου, επέστρεψαν για να με ισοπεδώσουν οριστικά.
    Πήγα όπως κάθε μέρα, με το ψωμί στην αγκαλιά, ζεστό ακόμα να μυρίζει μέσα στη χαρτοσακούλα. Χτύπησα το κουδούνι, αλλά η πόρτα ήταν ήδη μισάνοιχτη. Μπήκα μέσα ψιθυρίζοντας ένα «Καλημέρα, κυρία Δέσποινα», αλλά η φωνή μου κόπηκε πριν καν βγει από το λαιμό μου. Στο σαλόνι, εκεί που έπινα τον καφέ μου και της έλεγα τις ντροπές μου, εκεί ήταν ο κύριος Γκρεγκ και ο Βλαντ.
    Κάθονταν στον καναπέ της, σαν να μην έφυγαν ποτέ. Ο Γκρεγκ έπαιζε με τα δάχτυλά του και ο Βλαντ κάπνιζε, αδιαφορώντας για το αν η Δέσποινα το επέτρεπε. Και μπροστά τους, πάνω στο τραπεζάκι, ανάμεσα στα φλιτζάνια και τα παξιμάδια, είχαν και τα μαστίγιά τους. Τα δερμάτινα, τα μαύρα, αυτά που είχα μάθει να τρέμω μόνο από τον ήχο τους.
    Η Δέσποινα στεκόταν δίπλα τους, όρθια, και το πρόσωπό της έλαμπε από μια αρρωστημένη ικανοποίηση. Δεν ήταν πια η «καλή γιαγιά» που τη βοηθούσα στη λαϊκή. Ήταν εκείνη που τους είχε καλέσει.
    «Κοίτα ποιοι ήρθαν να σε δουν, καλό μου παιδί», είπε και η φωνή της έσταζε μέλι και δηλητήριο μαζί. «Τους είπα πόσο καλά τα πηγαίνουμε τον τελευταίο μήνα. Τους είπα πόσο καλός σκλάβος είσαι, πόσο καθαρά πλένεις τα πατώματα και πόσο ωραία μου τα λες όλα. Ενθουσιάστηκαν που σε βρήκα πάλι».
    Ο Βλαντ σηκώθηκε αργά. Πήρε το μαστίγιο από το τραπέζι και το άνοιξε στον αέρα. Ο ήχος —εκείνο το «κρακ»— με έκανε να σωριαστώ στο πάτωμα πριν καν με ακουμπήσει. Το ψωμί κύλησε από τα χέρια μου πάνω στο χαλί.
    «Μας έλειψες», είπε ο Βλαντ με εκείνη την παγωμένη προφορά του. «Η Δέσποινα μας εξήγησε ότι τώρα πια δεν χρειάζεται να σε κυνηγάμε. Ότι έρχεσαι μόνος σου και γονατίζεις. Πολύ βολικό».
    «Βγάλ’ τα», διέταξε ο Γκρεγκ χωρίς καν να με κοιτάξει. «Όπως τα βγάζεις για την κυρία. Θέλουμε να δούμε αν τα σημάδια που σου αφήσαμε είναι ακόμα εκεί ή αν πρέπει να τα φρεσκάρουμε»Γύρισα το κεφάλι μου προς τη Δέσποινα, ζητώντας με τα μάτια μια βοήθεια, μια στάλα ελέους. Αλλά εκείνη απλώς κάθισε στην πολυθρόνα της, σταύρωσε τα πόδια και έσκυψε μπροστά, περιμένοντας να αρχίσει το θέαμα.

    «Άντε, τι περιμένεις;» μου είπε σκληρά. «Δεν άκουσες τα αφεντικά σου; Γδύσου και ξεκίνα να πλένεις το πάτωμα. Σήμερα έχουμε επισκέψεις και θέλω να είναι όλα λαμπίκο όσο θα σε δουλεύουν».Ήμουν πάλι εκεί. Στο πάτωμα. Γυμνός. Με τον ήχο του μαστιγίου να σκίζει τον αέρα και το βλέμμα της γριάς να με καταβροχθίζει. Η ιστορία μου δεν τέλειωσε ποτέ· απλώς απέκτησε έναν ακόμα θεατή.
    Η Δέσποινα δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Έμεινε εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά της, και τους κοίταξε στα μάτια. «Διαλύστε τον», είπε μόνο, και η φωνή της δεν είχε ίχνος ανθρώπινης ζεστασιάς. Ήταν σαν να έδινε εντολή να σφάξουν ένα ζώο που δεν της χρησίμευε πια.
    Και το έκαναν. Ο Βλαντ και ο Γκρεγκ έπεσαν πάνω μου σαν πεινασμένα σκυλιά. Το μαστίγιο άρχισε να σφυρίζει στο σαλόνι, ανάμεσα στα κάδρα και τα ανθοδοχεία, και κάθε χτύπημα με έκανε να ουρλιάζω, μέχρι που η φωνή μου έκλεισε και έμειναν μόνο οι λυγμοί. Με διέλυσαν. Με άφησαν γεμάτο αίματα και μελανιές πάνω στο χαλί της, κι εκείνη απλώς παρακολουθούσε, πίνοντας γουλιές από τον καφέ της που είχε πια κρυώσει.
    Μετά, χωρίς να σταματήσουν, άρχισαν να με παίρνουν. Εκεί, μπροστά της. Με έπαιρναν μέχρι το βράδυ, αλλάζοντας σειρές, χρησιμοποιώντας με σαν ένα αντικείμενο που δεν έχει ψυχή, ούτε πόνο, ούτε δικαιώματα. Η Δέσποινα δεν πήρε τα μάτια της από πάνω μου ούτε για μια στιγμή. Κάθε φορά που ένιωθα ότι θα λιποθυμήσω, με ανάγκαζε να την κοιτάω.
    Όταν πια το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και το δωμάτιο μύριζε ιδρώτα, αίμα και καπνό, ο Βλαντ και ο Γκρεγκ μάζεψαν τα πράγματά τους. Γέλασαν με την κατάντια μου, χαιρέτησαν τη Δέσποινα σαν να ήταν παλιοί συνεργάτες και έφυγαν, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.
    Έμεινα να κείτομαι στο πάτωμα, τρέμοντας, ανίκανος να κουνήσω ακόμα και το δάχτυλό μου. Τότε άκουσα τα βήματά της. Πλησίασε σιγά-σιγά. Γονάτισε δίπλα μου, παρά την ηλικία της και τα πονεμένα της πόδια.
    Η Κυρία Δέσποινα για πρώτη φορά με αγκάλιασε. Το σώμα της ήταν ζεστό και μύριζε σαπούνι και παλιά ντουλάπα. Με τράβηξε πάνω της, ακούμπησε το κεφάλι μου στο στήθος της και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, ενώ εγώ έτρεμα ολόκληρος.
    Με φίλησε στο στόμα. Ένα φιλί κρύο, γεροντικό, αλλά γεμάτο από μια κατοχή που με έκανε να νιώσω ότι πια της ανήκω ολοκληρωτικά.
    «Μείνε εδώ απόψε», μου ψιθύρισε στο αυτί, και η ανάσα της ήταν το μόνο πράγμα που άκουγα μέσα στη σιωπή του σπιτιού. «Δεν θα ξαναπάς σπίτι σου. Εδώ θα είσαι. Μαζί μου. Εγώ θα σε φροντίζω τώρα, όπως σου αξίζει». Δεν είχα δύναμη να πω όχι. Δεν είχα δύναμη να φύγω. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα
    Έμεινα κλεισμένος σε εκείνο το σπίτι για δύο μήνες. Δεν έβγαινα καθόλου έξω, ούτε για το ψωμί, ούτε για τη λαϊκή. Η Δέσποινα είχε γίνει η σκιά μου. Με είχε να κοιμάμαι στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι της, και κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, ένιωθα το χέρι της να με ψάχνει στο σκοτάδι. Είχα γίνει το δικό της μυστικό, ένα ζωντανό παιχνίδι που το τάιζε και το καθάριζε μόνο και μόνο για να της διηγείται τις ίδιες ιστορίες ξανά και ξανά.
    Όλα άλλαξαν το πρωί που άκουσα το ταξί να σταματάει απ' έξω. Γύρισε η κόρη της από τη Γερμανία, μια γυναίκα σοβαρή, με κοντά μαλλιά και βλέμμα που δεν σήκωνε πολλά. Η Δέσποινα δεν προσπάθησε καν να με κρύψει. Φαίνεται της τα είπε όλα, της τα ξεφούρνισε με εκείνο το αρρωστημένο καμάρι που είχε αποκτήσει.
    Περίμενα να με βρίσει, να με φτύσει, να καλέσει την αστυνομία. Αλλά εκείνη η γυναίκα με κοίταξε μόνο με μια βαθιά λύπη, σαν να έβλεπε ένα πληγωμένο αδέσποτο που είχε βρομίσει το σαλόνι της μάνας της. Δεν με μάλωσε η κόρη της ή κάτι, απλώς με φώναξε στην κουζίνα ενώ η Δέσποινα έλειπε στο μπάνιο.
    «Πρέπει να φύγεις», μου είπε σιγανά, στα ελληνικά που είχαν μια ξένη προφορά πια. «Αυτό που γίνεται εδώ μέσα δεν είναι σωστό. Η μάνα μου είναι μεγάλη γυναίκα, έχει χάσει το μυαλό της, αλλά κι εσύ... πρέπει να επιστρέψεις στο σπίτι σου. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε τώρα που μπορώ να σε βοηθήσω».
    Έφυγα. Επέστρεψα στο σπίτι μου, στις remote εργασίες μου, στην ησυχία που με τρέλαινε. Για όσο καιρό ήταν η κόρη εκεί, η Δέσποινα δεν με ενόχλησε. Με κοίταζε μόνο από το παράθυρο, με ένα βλέμμα που υποσχόταν εκδίκηση.
    Πέρασαν δύο εβδομάδες. Είδα την κόρη να φορτώνει πάλι τις βαλίτσες της στο ταξί για το αεροδρόμιο. Την είδα να φιλάει τη μάνα της και να φεύγει. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει στον λαιμό. Ήξερα τι θα ερχόταν.
    ο ίδιο βράδυ, το τηλέφωνο χτύπησε. «Έλα εδώ», είπε μόνο και το έκλεισε. Δεν μπορούσα να αντισταθώ. Η υποταγή ήταν πια μέσα στο αίμα μου, πιο δυνατή από κάθε λογική. Πήγα. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη.Με περίμενε στο σαλόνι. Αλλά αυτή τη φορά δεν είχε καφέ, ούτε παξιμάδια. Είχε βγάλει το μαστίγιο του Βλαντ, αυτό που είχαν ξεχάσει εκείνο το βράδυ.
    «Γδύσου», μου είπε, και η φωνή της έτρεμε από μια παράξενη έξαψη. «Νόμιζες ότι θα σε άφηνα έτσι; Νόμιζες ότι η κόρη μου θα σε έσωζε από μένα;»
    Γοάτισα. Γδύθηκα. Και τότε, η κυρία Δέσποινα με μαστίγωσε η ίδια για πρώτη φορά. Το χέρι της ήταν αδύναμο, δεν είχε τη δύναμη του Βλαντ, αλλά το χτύπημα πόνεσε περισσότερο γιατί ήταν το δικό της. Το έκανε με μια λύσσα, λες και ήθελε να χαράξει το όνομά της πάνω στο δέρμα μου, να σβήσει τα σημάδια των άλλων.
    «Δικό μου είσαι», ψιθύριζε ανάμεσα στις ανάσες της καθώς το δέρμα σφύριζε στον αέρα. «Μόνο δικό μου».
    Ένιωσα το πρώτο αίμα να κυλάει στην πλάτη μου και, για πρώτη φορά, ένιωσα ότι δεν υπήρχε πια επιστροφή. Οι άντρες με είχαν σπάσει, αλλά η γριά με είχε διαλύσει τελείως.