Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Μπλε

Discussion in 'BDSM Art and Literature' started by Ηλίας, 7 March 2026 at 08:33.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Η μπλε τα γυμνά της χέρια ακούμπησε στο τοίχο.

    -Δε θα τα πάρεις από εκεί της είπε. Το παντελόνι στους αστραγάλους της και από τη μέση της και κάτω γυμνή. Στα χέρια του η ζώνη, το πρόσωπο του δε μπορεί να δει. Τα βήματα ακούει. Και μετά…

    ...πρώτα το χτύπημα ακούει. Φωτιά που παίρνει στη χώρα που χτυπά. Ο πόνος κοφτός και ισχυρός, τα γόνατα της να λυγίσουν, σφίγγεται. Μαζί και το κόμπο στο λαιμό της. Αμέσως το δεύτερο και μετά το τρίτο… η φωτιά απλώνεται από άκρη σε άκρη. Τα δάκρυα στα μάτια φτάνουν, να τη σβήσουν ή ακόμα όχι;

    Τέταρτο, πέμπτο, αδιάκοπα, η μπλε αντέχει. Αγκαλιάζει την αίσθηση του πόνο και τίποτε άλλο δεν την αγγίζει πια, τα χτυπήματα συνεχίζουν, δίχως έλεος, σε ένταση που αντέχει, για ώρα, την ανάσα του ακούει ήρεμη, τη δική της τρικυμία…

    Ξαφνικά σταματάει. Η μπλε νιώθει από το πηγούνι της να υγρά να στάζουν. Κλαίει, τα δάκρυα δραπέτευσαν και αυτή δεν το είχε καταλάβει.

    Νιώθει τη παλάμη του στην επιφάνεια που φλέγεται, δροσερή…

    Το χέρι μου στην επιφάνεια που καίει αφήνω. Χρώμα και φλόγα και ο σφυγμός που κι άλλο θέλει. Πιάνω τη ζώνη, πιο δυνατά τούτη τη φορά. Ξανά και ξανά και ξανά…

    Βλέπω το σώμα σου να χορεύει στα χτυπήματα μου. Τα πόδια σου τρέμουν, δεν σταματώ και ας κλαις και ας φωνάζεις, μέχρι που τα πόδια σου λυγίζουν και αφήνεσαι, να πέσεις. Το πρόσωπο σου, στα πόδια μου, νιώθω τα δάκρυα σου, την αγκαλιά σου, τραβιέμαι λίγο και σπρώχνω το πρόσωπο σου στο πάτωμα, δίπλα στα δάχτυλα μου.

    -Μόνο τόσο μπορείς;

    -Σε παρακαλώ αγκάλιασε με…

    Σε αρπάζω από τα μαλλιά και σε σηκώνω, σε γυρνάω με πρόσωπο προς εμένα. Σκίζω τα ρούχα σου και τώρα γυμνή. Τα χέρια σου ψηλά και πίσω από το κεφάλι. Πιάνω τη ζώνη μου και σε κοιτώ στα μάτια…

    Πρώτα στο στήθος σου τινάζεσαι σαν σε χτύπησε ρεύμα. Μετά στην κατάλευκη κοιλιά σου, στο τρίγωνο της Αφροδίτης, ανάμεσα στα πόδια σου, στα μπούτια σου, η ζώνη μου στο σώμα σου γραμμές ορίζει. Το κόκκινο τα μέρη που φλέγονται προσδιορίζει, συνεχίζω, ενώ έχεις αφεθεί. Συνεχίζω μέχρι που πέφτεις ξανά και με αναφιλητά το οξυγόνο τραβάς με λαχτάρα. Σταματώ και σε παίρνω στην αγκαλιά μου, σε βάζω στον καναπέ και κρύβω το στόμα σου, στο λαιμό μου.

    -Ηρέμησε, πάρε ανάσες και ξεκουράσου για τώρα…

    Το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια σου, να ανοίγει τις υγρές πτυχές σου…

    Τα δάχτυλα μου παίζουν με την πύλη. Την ανοίγουν, βουτούν για λίγο, την μουσκεύουν αποσύρονται. Ακόμα κλαις και ας μαζί βογκάς, παίζω, ανοίγω, βυθίζω, οι φωνές σου δυναμώνουν, σαν μουσικό όργανο που ακολουθεί. Πιο βαθιά, δύο δάχτυλα, τρία, θέλω να σε ανοίξω να σε σκίζω, τα πόδια σου κλείνεις, σου φωνάζω να τα ανοίξεις. Υπακούς, βυθίζω και αρχίζω να σε γαμάω με τα δάχτυλα, μέχρι το σώμα σου να τεντώσεις, να φωνάξεις, να χύσεις και να συνεχίσω, μέχρι να ξαναφωνάξεις, να ξαναχύσεις, να λειώσεις και στην αγκαλιά μου να κοιμηθείς.

    Σε αφήνω να κοιμηθείς, στα χέρια μου και στην αγκαλιά μου στου μορφέα τα μονοπάτια σε ταξιδεύω. Περιμένοντας να επιστρέψεις, να ξυπνήσεις…

    [Ο Μορφεας φεύγει, ήρθε η ώρα να αγκαλιάσει άλλα χρώματα.

    -Κάτσε λίγο ακόμα του λέει η Μπλε, μου αρέσει η αγκαλιά σου.

    -Άνοιξε τα μάτια σου τώρα, είναι η ώρα να σε παραδώσω σ εκείνον που πραγματικά ανήκεις. Φεύγει με βήματα βαριά και την σκουριασμένη πόρτα πίσω του κλείνει. Είναι υπάκουη, εκτελεί την οδηγία και ανοίγει διστακτικά τα μάτια της.

    Το μέρος είναι σκοτεινό ,γεμάτο υγρασία. Είναι δεμένη χέρια πόδια, μέσα σε μια κρύα μπανιέρα, δεν φοβάται όμως. Η ψυχρή πορσελάνη χαϊδεύει την γυμνή της υπόσταση και την παγώνει.

    Δεν της αρέσει αυτή η αίσθηση, πονάει, πεισμώνει, προσπαθεί να λυθεί. Είναι μάταιο, ο Κύριος της την έχει ακινητοποιήσει. Πονάει, πεισμώνει, θέλει να βρίσει. Κρατάει την αυτοκυριαρχία της, είναι σημαντικό γι αυτήν, να δείχνει δυνατή πίσω από την χιλιοφορεμένη μάσκα.

    Ο Ηλίας την χαιρετάει τρυφερά. Την καρφώνει με το βλέμμα του. Στο νου του πολλές σκέψεις έχουν στήσει παιχνίδι. την κοιτάει και την κοιτάει και την κοιτάει... Τον θέλει. Μα τι περιμένει; Γιατί δεν με απελευθερώνει από τα δεσμά μου, σκέφτεται η Μπλε μη τολμώντας να ρωτήσει.

    Από φόβο; Μοιρολατρία; Δεν ξέρει, περιμένει την επόμενη κίνηση του. Γονατίζει πλάι στο πορσελάνινο ψυχρό κρεβάτι και με τις άκρες των δαχτύλων του το πρόσωπο της χαϊδεύει. Το επεξεργάζεται, μάτια, χείλη, λαιμός. Στο λαιμό σταματάει και το χάδι μετατρέπεται σε σφιχτή θηλιά. Οι φλέβες στο λαιμό της διακρίνονται έντονα τώρα. Η μπλε αναπνέει με δυσκολία, τις μαύρες κόρες των ματιών της υψώνοντας στο γκρίζο ταβάνι. Σαν συννεφιασμένος ουρανός είναι σκέφτεται και ελέγχει τον ρυθμό της ανάσας.

    Ξέρει καλά ότι ο Ηλίας δεν βιάζεται, το απολαμβάνει. Το απολαμβάνουν. Αφήνεται στο ταξίδι αναμένοντας την συνέχεια.]

    Η Μπλε τον Μορφέα χαιρετά και αυτός την δρύινη βαριά πόρτα πίσω της κλείνει. Ήχος παράξενος, από πόρτα σκουριασμένη όχι. Νότες από νερό που ψηλά πετά, μία τούμπα κάνει και σε έδαφος υγρό ξανά. Τα μάτια της ανοίγει. Γυμνή, τα χέρια στους καρπούς αγκαλιά με τους αστραγάλους δεμένα είναι. Ανοιχτά, τόσο που πονάνε. Μέσα στην μπανιέρα, λίγο νερό, το χαλί της μπανιέρας να καλύπτει. Το άνοιγμα των ποδιών της από την μία στην άλλη μεριά κατά μήκος την πορσελάνη διασχίζει. Απέναντι της ο Ηλίας.

    Σε βλέπω, τα μάτια που ανοίγεις. Ήλιοι καστανοί που ανατέλλουν. Μέλι που αργά κυλά.

    -Γεια σου Μπλε.

    -Γεια σας Κύριε. Γονατίζω και το χέρι μου στο πρόσωπο σου αφήνω. Νιώθω το δέρμα από σύννεφο, τα δάχτυλα μου σε μία πορεία καθοδική αργά βαδίζουν. Τα χείλια σου, γεμάτα, να θέλω με το στόμα να τρυγήσω. Ο λαιμός σου, σφίγγω και τη ροή του αίματος πιέζω, μέχρι τον σφυγμό να αισθανθώ. Μέχρι το μελί να σφίξει και οι ήλιοι να αποκαλύψουν το πύρινο τους μαύρο. Σε θέλω, αλλά δεν βιάζομαι, αυτό το ταξίδι για ώρες θα κρατήσει.

    Τα δάχτυλα μου βαδίζουν, στο λακκάκι στέκουν, νερό να ψάξουν, στο στήθος κύκλους να κάνουν γύρω από τις ρώγες, σαν αρπακτικά που θέλουν. Να πονέσουν, να αγγίξουν τρυφερά, να ερεθίσουν, να αφήσουν και ας το στόμα σου ανοίγει και έλεος να δείχνει πως ζητάει…

    -Υπομονή να κάνεις τρυφερή μου Μπλε, ο χρόνος σου αξίζει και να βιαστώ δε θέλω…

    -Όχι! Τώρα θέλω… Πριν η φράση σβήσει, το χέρι γρήγορα κινείται και ένα χαστούκι στέλνει το πρόσωπο της Μπλε προς τα aριστερά.

    Άνθρωποι που καίγονται γυμνοί μέσα στους ορυζώνες…

    Τα μάτια φωτιά παίρνουν, η Μπλε τα χείλη σφίγγει, στα ματιά βουνά που λιώνουν…

    -Τώρα!! Δεύτερο χαστούκι, αυτή τη φορά προς τα dεξία…

    -Σήμερα είναι μια καλή μέρα για το Έθνος… Μια σημαία μόνη της μιλά.

    …στο κέντρο του μηδέν σε πάθος, το πρόσωπο της Μπλε δεν μένει. Αλλά υποχώρηση; Όχι. Λέξη δε βγάζει, αλλά κίνηση εμπρός κάνει, το χέρι με τα δόντια της να αρπάξει. Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, η Μπλε δεν υποχωρεί. Το ανάστημα ψηλά και ας καταρράκτες του μικρού και το κρυστάλλινων δακρύων, από τα μάγουλα της χορεύοντας ξεφεύγουν. Συναντιούνται ανάμεσα στα στήθη, πορεία με πυγμή και ανάμεσα στα πόδια της καταλήγουν. Κόλπος που υγραίνεται από τα δάκρυα.

    Σηκώνομαι.

    -Θα σου δώσω χρόνο να σκεφτείς Μπλε. Όταν είσαι έτοιμη να φωνάξεις…

    -Τι;

    -Το αφήνω σε εσένα. Βγαίνω κλείνω τη πόρτα και το φως…

    -Κύριε; Λέξη που στο σκοτάδι φέγγει σε τύμπανα κρυμμένα. Δευτερόλεπτα περνούν και το φως ανοίγει, μαζί απότομα και η πόρτα. Ο Ηλίας κάνει την εμφάνιση του, χαμόγελο που γράφει στις ρυτίδες.

    -Κύριε διψάω… Φωνή σβησμένη. Το όργανό του βγάζει έξω και την Μπλε στοχεύει.

    -Κύριε, όχι μη, είμαι σιχασιάρα. Το χαμόγελο του τις κουρτίνες του ανοίγει. Πουλιά που κάνουν μάτι. Χρυσό υγρό, ζεστό, απελευθερώνει και στο πλούσιο της στήθος πέφτει. Αναπηδάει και παντού απλώνεται. Η Μπλε τα μάτια κλείνει. Η ροή τον στόχο της αλλάζει, στην κοιλιά της γράφει στην άμμο Η, ανάμεσα στα πόδια της και τον αυτοκράτορα του Κλειτ παιδεύει. Αυτός να φύγει προσπαθεί, αλλά καρφωμένος στο δέρμα είναι. Αφήνεται, τυφλό και το στόμα του ανοίγει. Πίνει, πίνει και ποτέ δε σβήνει.

    Η ροή αλλάζει. Το λεπτό άνοιγμα του κόλπου σημαδεύει, υγρός χρυσός που μέσα μπαίνει και η Μπλε φωνάζει.

    -Θέλω, ναι και όχι. Ίσως δε ξέρω, αχ αφήστε με, αχ ναι μη σταματάτε μη… Η ροή κλείνει. Τα μάτια της η Μπλε δεν τα ανοίγει. Το χέρι του ξάφνου ανάμεσα στα πόδια της. Στη λίμνη τη μικρή, που ψάρια δεν έχει, αλλά στις άκρες της καμπύλες τρυφερές το στρογγυλό το Δ δείχνουν, μία φυσαλίδα του αφρού, φωνάζει, δείχνει από εκεί, το χέρι του, μέσα τη βουτάει. Υγρό μαζεύει, στο στόμα φέρνει και…

    -Λουλούδι της ερήμου, πιες. Τούτα είναι τα νερά μου…

    Απόστολοι γυμνοί pου sτη βροχή χορεύουν…

    Η Μπλε το στόμα ανοίγει, τη γλώσσα βγάζει και τη δίψα της φωνάζει, σπίτι να γυρίσει…

    Στα χείλια της νερά που στάζουν. Το στόμα της στεγνό, τα μάτια της ερήμου. Η Μπλε πίνει τη γεύση του, νιώθει τη ψυχή του, με τη γλώσσα τα χέρια του καθαρίζει.

    -Τώρα φτάνει Μπλε.

    -Όχι Κύριε, κι άλλο θέλω, σας θέλω… Η Μπλε πλάσμα που φλέγεται και μαζί με αυτήν κι εγώ. Στην μπανιέρα μέσα μπαίνω. Τα δεσμά κόβω και στην αγκαλιά μου παίρνω. Το φιλί της, το φιλί μου, η γεύση μας, οι ανάσες που σε άναρχο χορό τον χρόνο μας ληστεύουν.

    Τα μάτια τους χιλιάδες, πάνω μας μικραίνουν.

    Το νερό ανοίγω, μια βροχή που σε κορμιά γυμνά γράφει για τον έρωτα που περίμενε για χρόνια στις σκιές.

    Η Μπλε κλαίει. Γύρω γύρω χορεύουν οι φιλενάδες της. Τα δάκρυα της πίνω, τα μάτια της παράθυρα μιας ταξιδιάρας ψυχής, ενός γλάρου, μιας βάρκας που στην τρικυμία για και προς στην κορφή ανεβαίνει…

    Μέσα της μπαίνω, τα χέρια μου το σώμα της οργώνουν. Τα χέρια της γύρω μου τυλίγονται. Στην κορφή φτάνουμε και οι δύο και εκεί στο κύμα, σταματώ.

    Σαπούνι, νερό, αφρός, αλμύρα, τα σημάδια της μέρας μακριά να πάρουν, λουλούδια και οσμές, καινούριες να φέρουν. Τα μάγουλα από αφρό, το λεπτό μακρύ λαιμό της, αφρός και ψάρια που στο στήθος της χοροπηδούν γελούν, βογκούν και οργασμό ζητούν. Από το κύμα την αφήνω και εγώ ακολουθώ, να στα χαμηλά βρεθούμε. Το νερό αφήνω, την μπανιέρα να γεμίζει. Το σώμα της στο βυθό ακινητοποιώ, το στόμα μου στον κόλπο το δικό της, που αφρίζει βουτώ βαθιά.

    -Κάτω θα μείνεις, ακόμα και αν δυο μας, κάτω από το νερό βυθιστούμε.

    Η Μπλε κοιτά, το κεφάλι της κουνά κατά φασιστικά και βιαστικά, με τον τρόπο που αυτή μόνο κάνει και εγώ χαμογελώ. Βουτώ βαθιά και λίγο πριν στη σχισμή περάσω…

    -Μόνο όταν χύσεις, από το βυθό, θα βγούμε ανάσα για να πάρουμε.

    Η γλώσσα μου, το αντιληπτικό μου είναι. Την περιοχή εξερευνούν και με το αόμματο λουλούδι του κλειτ και ίριδα χορεύω. Τα πόδια της στις πλάτες μου ανεβαίνουν και το σώμα της τινάζεται.

    Ένα κυνηγητό…

    -Εδώ είμαι, θα έρθεις να με πιάσεις; Στην άμμο τη χρυσή του δέρματος τη κλειτορίδα παγιδεύω και να την βασανίζω, μέχρι που η Μπλε, αρχίζει να φωνάζει. Μέχρι που το νερό και τους δυο μας σκεπάζει.

    Κάτω από το νερό, τα δάχτυλα μου, μέσα της βαθιά, η γλώσσα με τα δόντια την κλειτ της να χτυπούν και να μαστιγώνουν, τα πόδια της στο νερό κουπιά αγριεμένα.

    Τα πνευμόνια και των δύο, να θέλουν το οξυγόνο για άλλη μια φορά να δουν. Μέχρι εκεί που άλλο πια δεν πάει. Ακριβώς μία στιγμή πριν το τέλος, ο οργασμός την Μπλε αρπάζει από τα μαλλιά και από το νερό τη βγάζει.

    Πρώτα ανάσα και μετά κραυγή και μετά ανάσα και ξανά κραυγή. Δεν σταματώ, μέχρι που τα χέρια της νιώθω στον λαιμό μου. Από το βυθό ανεβαίνω και η τη Μπλε βλέπω, να μου χαμογελά…

    Στο χρόνο πίσω και από μάτια άλλα…