Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

cfnm

Discussion in 'BDSM Art and Literature' started by slave32, 5 April 2026 at 01:17.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    «Γδύσου» την κοίταξα και κοκκίνισα από ντροπή και φόβο και το χειρότερο είναι ότι ήξερα πως το εννοούσαι. Οι άλλες δύο γυναίκες που ήταν εκεί κι έπιναν τον καφέ τους έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
    «Γδύσου αμέσως, μην με αναγκάσεις να σηκωθώ» μου επανέλαβε πιο δυνατά τώρα. Το πρόσωπό της είχε σκληρύνει πολύ. Έβαλα τα κλάματα. «Σας παρακαλώ..» δεν φάνηκε να ένιωθε κάποια διαφορά από τα παρακαλετά μου. Οι άλλες δύο Κυρίες δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω μου. Έβγαλα την μπλούζα μου και το παντελόνι μου.
    «Όλα» διέταξε η Κυρία δείχνοντας το λευκό μου εσώρουχο. Είχα καυλώσει πολύ. Σχεδόν ντρεπόμουν. Έβγαλα το εσώρουχο, έμεινα γυμνός. Κοίταζα το πάτωμα, προσπαθώντας ν' αποφύγω τις ματιές του.
    «Σήκωσε τα μάτια σου, κοίτα μας»
    Η Μία η Κυρία Μέλπω σηκώθηκε, ήρθε κοντά μου. Έπιασε το καυλί μου, το σώμα μου. Ανατρίχιασα ολόκληρος.
    «Άρτεμις δεν έλεγες ψέμματα για δαύτο, ωραίο σώμα έχει» Γύρισε στο κάθισμα της. Η άλλη η Κυρία Έφη κοίταζε προς το μέρος μου. Δεν μιλούσε. Ήπιε λίγο από τον καφέ της.
    «Είστε οι κολλητές μου, ήθελα να ξέρετε γι αυτό» είπε η Κυρία κι έδειξει προς το μέρος μου.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Η Άρτεμις με κοίταζε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε περιθώριο για αμφισβήτηση. Ήμουν το «έκθεμά» της, το νέο της απόκτημα που παρουσίαζε με καμάρι στις φίλες της. Η Μέλπω και η Έφη, γυναίκες που ήξερα από παιδί, με κοιτούσαν τώρα σαν να ήμουν ένα ακριβό έπιπλο ή ένα κατοικίδιο. Το αίμα μου έβραζε. Η ντροπή που ήμουν γυμνός μπροστά τους ανακατευόταν με μια αρρωστημένη ηδονή που μόνο η Άρτεμις μπορούσε να προκαλέσει.

    Καθώς στεκόμουν εκεί, ακίνητος, το μυαλό μου γύρισε πίσω, λίγες εβδομάδες πριν. Στη στιγμή που όλα άλλαξαν.

    Ήταν ένα τυχαίο απόγευμα έξω από το σούπερ μάρκετ. Την είδα να βγαίνει φορτωμένη με βαριές σακούλες. Η Άρτεμις, η μητέρα της συμμαθήτριάς μου, η γυναίκα που πάντα θαύμαζα από απόσταση για την επιβλητική της παρουσία. «Μάριε, παιδί μου, βοήθησέ με λίγο», μου είπε απλά. Δεν ήταν παράκληση, ήταν σχεδόν διαταγή καμουφλαρισμένη σε ευγένεια.

    Πήρα τις σακούλες χωρίς δεύτερη κουβέντα. Την ακολούθησα μέχρι το σπίτι της, νιώθοντας το βάρος στα χέρια μου και το άρωμά της να με ζαλίζει. Όταν μπήκαμε μέσα, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Το σπίτι ήταν δροσερό, σιωπηλό, μυρίζοντας ακριβό ξύλο και εξουσία. «Άφησέ τα στον πάγκο», είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, βγάζοντας τις γόβες της. «Τώρα, θέλω να τα βάλεις στη θέση τους. Τα γαλακτοκομικά στο δεύτερο ράφι του ψυγείου, τα απορρυπαντικά κάτω από τον νεροχύτη. Και με προσοχή, Μάριε».

    Υπάκουσα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η φωνή της με έκανε να νιώθω μικρός, όπως τότε που ήμουν δέκα χρονών. Άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματα στα ράφια, νιώθοντας το βλέμμα της καρφωμένο στην πλάτη μου. Κάθε φορά που έσκυβα για να βάλω κάτι στο ψυγείο, ένιωθα την ανάσα μου να βαραίνει. Εκείνη δεν μιλούσε, απλώς με παρατηρούσε να δουλεύω για χάρη της.

    Όταν τελείωσα, στάθηκα μπροστά της με τα χέρια στα πλάγια, περιμένοντας να με διώξει. Αντ' αυτού, με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Ξέρεις τι με γοητεύει σε σένα, Μάριε;» ρώτησε με μια φωνή χαμηλή, σχεδόν ερωτική. «Η φυσική σου τάση να υπακούς. Το έκανες τόσο αβίαστα, τόσο... όμορφα. Σε βλέπω εδώ και χρόνια να μεγαλώνεις, αλλά τώρα σε βλέπω πραγματικά».

    Σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου. Ένιωσα την κυριαρχία της να με πνίγει. «Θέλω έναν νεαρό σκλάβο, Μάριε. Για πλήρη χρήση. Κάποιον που θα είναι κτήμα μου, που θα αναπνέει μόνο όταν του το επιτρέπω. Θέλεις να είσαι εσύ αυτός;»

    Ο παλμός μου χτύπησε κόκκινο. Οποιοσδήποτε άλλος θα είχε φύγει τρέχοντας. Εγώ όμως ένιωσα μια απίστευτη έξαψη να με κυριεύει. Το μόνο που κατάφερα να ψιθυρίσω ήταν: «Ναι... Ναι, Κυρία».

    «Κοιτάξτε πώς τρέμει», η φωνή της Έφης με επανέφερε στο τώρα. Η Άρτεμις σηκώθηκε από την καρέκλα της και περπάτησε αργά προς το μέρος μου. Στάθηκε πίσω μου και πέρασε τα χέρια της πάνω από τους ώμους μου, σφίγγοντας ελαφρά το στήθος μου. «Είναι δικός μου πια», είπε στις φίλες της, ενώ η ανάσα της έκαιγε το αυτί μου. «Τον εκπαίδευσα να καταλαβαίνει ότι η μόνη του αξία είναι να μας υπηρετεί. Μάριε, πες στις Κυρίες τι είσαι».

    Κατάπια με δυσκολία. Η στύση μου ήταν επώδυνη κάτω από τα βλέμματα των τριών γυναικών. «Είμαι... είμαι ο σκλάβος σας, Κυρία Άρτεμις», ψιθύρισα με σπασμένη φωνή. «Και τι άλλο;» με πίεσε, νύχια της γρατζουνώντας ελαφρά το δέρμα μου. «Και των φίλων Σας... αν Εσείς το θελήσετε».

    Η Μέλπω γέλασε, ένα κρυφό, πονηρό γέλιο. «Άρτεμις, νομίζω πως το vetting τελείωσε», είπε η Έφη αφήνοντας το φλιτζάνι της. «Εγκρίνουμε απόλυτα. Αλλά τώρα, θέλουμε να δούμε τι μπορεί να κάνει αυτό το σώμα για να μας ευχαριστήσει όλες».

    Η Άρτεμις με έπιασε από τα μαλλιά και με ανάγκασε να γονατίσω στο κέντρο του σαλονιού. «Άκουσες, Μάριε; Σήμερα δεν θα υπηρετήσεις μόνο εμένα. Σήμερα θα είσαι το παιχνίδι όλων μας. Ξεκίνα από τα πόδια της Κυρίας Μέλπως. Και θέλω να είσαι σχολαστικός».

    Γονάτισα, νιώθοντας το χαλί στα γυμνά μου γόνατα, και σύρθηκα προς τη Μέλπω, ενώ οι τρεις τους άρχισαν να σχολιάζουν το κορμί μου σαν να μην ήμουν καν άνθρωπος, αλλά ένα σκεύος ηδονής που τους ανήκε ολοκληρωτικά.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Σύρθηκα στα γόνατα πάνω στο χαλί, νιώθοντας τα βλέμματά τους να καίνε την πλάτη μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, όχι από φόβο πια, αλλά από μια πρωτόγονη, ηλεκτρισμένη λαχτάρα να υπηρετήσω. Σταμάτησα μπροστά στη Μέλπω. Τα πόδια της, σταυρωμένα προκλητικά, ήταν ντυμένα με λεπτό, μαύρο καλσόν και κατέληγαν σε πανύψηλες, λουστρίνι γόβες.

    «Πιο κοντά, σκλάβε», διέταξε η Μέλπω, η φωνή της βραχνή από μια ξαφνική έξαψη.

    Πλησίασα κι άλλο, μέχρι που η ανάσα μου θόλωσε το λουστρίνι της γόβας της. Με τρεμάμενα χέρια, έπιασα απαλά τον αστράγαλό της. Το δέρμα της κάτω από το καλσόν ήταν ζεστό. Άρχισα να γλείφω τη μύτη της γόβας της, αργά, συστηματικά, αφήνοντας το σάλιο μου να γλιστρά πάνω στο λαμπερό υλικό. Η γεύση της σκόνης και του δέρματος ανακατευόταν με το άρωμά της, μεθώντας με.

    «Άρτεμις, ο μικρός ξέρει τη δουλειά του», ψιθύρισε η Μέλπω, γέρνοντας πίσω στην πολυθρόνα και ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια της.

    Η Άρτεμις πλησίασε και στάθηκε ακριβώς από πάνω μου. Ένιωσα την άκρη της δικής της γόβας να πιέζει τον σκληρό, υγρό πλέον, ανδρισμό μου. «Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα, Μέλπω», είπε η Άρτεμις με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάριε, βγάλε της τις γόβες. Με τα δόντια».

    Υπάκουσα αμέσως. Χρησιμοποιώντας μόνο τα δόντια μου, πάλεψα με το λουράκι της γόβας, νιώθοντας την πίεση στο σαγόνι μου. Όταν η γόβα έπεσε στο χαλί, η μυρωδιά του ποδιού της Μέλπως, εγκλωβισμένη ώρες στο παπούτσι, με χτύπησε σαν ναρκωτικό. Άρχισα να φιλώ το κουντεπιέ της, να γλείφω τα δάχτυλά της ένα προς ένα μέσα από το καλσόν, ρουφώντας τα με βουλιμία.

    «Θεέ μου...» αναστέναξε η Μέλπω, τα δάχτυλά της καρφώθηκαν στα μπράτσα της πολυθρόνας.

    Τότε, η Έφη σηκώθηκε και ήρθε κοντά. Στάθηκε δίπλα στη Μέλπω και άπλωσε το χέρι της, χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου, ενώ ταυτόχρονα το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στην Άρτεμις. «Είναι τόσο υποτακτικός... τόσο έτοιμος», είπε η Έφη. Τράβηξε το χέρι της και άρχισε να λύνει τη ζώνη της. «Θέλω κι εγώ να νιώσω αυτή την υποταγή, Άρτεμις. Τώρα».

    Η Άρτεμις γέλασε, ένα γέλιο γεμάτο ικανοποίηση και δύναμη. Πίεσε τη γόβα της πιο δυνατά πάνω μου, κάνοντάς με να βογκήξω από ηδονή και πόνο. «Φυσικά, αγάπη μου. Είναι όλος δικός σας. Μάριε, άφησε το πόδι της Μέλπως. Η Κυρία Έφη σε χρειάζεται. Και θέλω να την ευχαριστήσεις όπως μόνο εσύ ξέρεις. Μετά, θα έρθει η σειρά μου να σε ανταμείψω για την υπακοή σου».

    Άφησα το πόδι της Μέλπως, η οποία έμεινε να ανασαίνει βαριά, και γύρισα προς την Έφη, έτοιμος για την επόμενη εντολή, νιώθοντας ότι αυτή η νύχτα θα χαρασσόταν για πάντα στο κορμί και την ψυχή μου ως η απόλυτη επιβεβαίωση της σκλαβιάς μου.
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Γύρισα προς την Έφη, με τα γόνατά μου ήδη κόκκινα από το χαλί και την ανάσα μου βαριά. Δεν πρόλαβα ούτε να την κοιτάξω στα μάτια. Το χέρι της προσγειώθηκε στο μάγουλό μου με μια τρομερή, απροσδόκητη δύναμη. Ένα ηχηρό «χαστούκι» αντήχησε στο σαλόνι, κάνοντάς με να παραπατήσω. Το κεφάλι μου γύρισε βίαια στο πλάι, το αυτί μου βούιξε, και η γεύση του αίματος γέμισε το στόμα μου καθώς δάγκωσα το εσωτερικό του μάγουλού μου.

    Αντί όμως να νιώσω θυμό, μια ηλεκτρική εκκένωση διέπερασε τη σπονδυλική μου στήλη και κατέληξε κατευθείαν στον σκληρό ανδρισμό μου, που πλέον πονούσε από την ένταση.

    «Κοίτα με!» μου ούρλιαξε η Έφη, η φωνή της δεν είχε τίποτα από την ηρεμία της Άρτεμις. Ήταν άγρια, αχόρταγη. Πριν προλάβω να αντιδράσω, με άρπαξε με δύναμη από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι μου πίσω με τόση ορμή που ένιωσα τον αυχένα μου να κρακάρει. Τα μάτια της άστραφταν από μια σαδιστική ηδονή που με παρέλυσε.

    Η Άρτεμις και η Μέλπω παρακολουθούσαν σιωπηλές, η καθεμία με το δικό της βλέμμα ικανοποίησης. Η Έφη ήταν η βίαιη πλευρά αυτής της κυριαρχίας, και εγώ ήμουν το θύμα της.

    Με τα μαλλιά μου ακόμα στα χέρια της, με έσυρε βίαια προς το μέρος της. Πήρε τη δερμάτινη ζώνη που είχε αφήσει στον καναπέ και την τύλιξε σφιχτά γύρω από τον λαιμό μου, πνίγοντάς με ελαφρά. Η ανάσα μου κόπηκε, τα μάτια μου δάκρυσαν, αλλά η στύση μου έγινε ακόμα πιο επώδυνη, ακόμα πιο σκληρή.

    «Κάτω!» διέταξε, σπρώχνοντάς με με το πόδι της στο στήθος, κάνοντάς με να πέσω ανάσκελα στο χαλί. Ανέβηκε αμέσως από πάνω μου, καβαλώντας με, ενώ η ζώνη στον λαιμό μου παρέμενε σφιχτή. Φορούσε ένα μαύρο, δαντελωτό κορμάκι κάτω από τα ρούχα που είχε βγάλει.

    «Η Άρτεμις μου είπε ότι θέλεις πλήρη χρήση, Μάριε», ψιθύρισε, και η ανάσα της μύριζε καφέ και τσιγάρο, μεθώντας με. «Θα δούμε πόσα αντέχεις».

    Με ένα βίαιο τράβηγμα, έσκισε το κορμάκι της ανάμεσα στα πόδια της, αποκαλύπτοντας την υγρή, ζεστή σάρκα της. Με ανάγκασε να την κοιτάξω, ενώ ταυτόχρονα η ζώνη με έπνιγε. «Γλείψε με. Τώρα. Και αν σταματήσεις, θα σε χτυπήσω τόσο δυνατά που θα ξεχάσεις το όνομά σου».

    Βυθίστηκα ανάμεσα στα πόδια της, νιώθοντας την άγρια, ζωώδη μυρωδιά της. Άρχισα να τη γλείφω με μανία, με βουλιμία, φοβισμένος αλλά και απίστευτα διεγερμένος από τη βία της. Κάθε φορά που η γλώσσα μου δεν ήταν αρκετά γρήγορη ή αρκετά πιεστική, η Έφη τραβούσε τη ζώνη, κόβοντάς μου την ανάσα, ή με χτυπούσε με το ανοιχτό της χέρι στον μηρό, αφήνοντας κόκκινα σημάδια στο δέρμα μου.

    «Ναι... ναι, σκλάβε!» ούρλιαζε, τα νύχια της καρφώνονταν στους ώμους μου, τρυπώντας το δέρμα μου. Η ηδονή της ήταν βίαιη, όπως και η ίδια. Ένιωθα το σώμα της να τρέμει πάνω μου, να σφαδάζει, και κάθε της σύσπαση ήταν μια εντολή για περισσότερο πόνο, περισσότερη υποταγή.

    Όταν τελικά έφτασε σε οργασμό, με ένα παρατεταμένο, άγριο ουρλιαχτό, με άφησε να πέσω πίσω στο χαλί, πνιγμένο, σημαδεμένο, ματωμένο, αλλά και απόλυτα, ολοκληρωτικά δικό της.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Η Έφη παραμέρισε ανασαίνοντας βαριά, αφήνοντας το σώμα μου να κείτεται στο χαλί, σημαδεμένο από τα χτυπήματα και την ένταση. Τα μάτια μου ήταν θολά, αλλά είδα την Άρτεμη να σηκώνεται αργά. Δεν είχε την άγρια ορμή της Έφης· είχε κάτι πολύ πιο τρομακτικό: την απόλυτη, ψυχρή ηρεμία του ιδιοκτήτη.

    Περπάτησε μέχρι ένα σκαλιστό έπιπλο στην άκρη του σαλονιού και έβγαλε μια δερμάτινη θήκη. Όταν την άνοιξε, ο ήχος του μετάλλου που χτύπησε πάνω στο ξύλο με έκανε να ανατριχιάσω. Ήταν μια ζώνη αγνότητας από βουρτσισμένο ατσάλι, κομψή αλλά απόλυτα κλινική στην όψη της.

    «Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τις "διαπραγματεύσεις", Μάριε», είπε η Άρτεμις, καθώς πλησίαζε με το αντικείμενο στα χέρια. Η Μέλπω και η Έφη έσκυψαν μπροστά, σαν να παρακολουθούσαν μια ιεροτελεστία. «Είπαμε ότι κατά το vetting εγκρίνεις. Τώρα που οι φίλες μου έδωσαν τη δική τους έγκριση, το μόνο που μένει είναι να σε σφραγίσω».

    Με ανάγκασε να σηκωθώ στα γόνατα. Το σώμα μου έτρεμε από την εξάντληση. «Άνοιξε τα πόδια σου», διέταξε.

    Η ψυχρή αίσθηση του μετάλλου ακούμπησε το καυτό μου δέρμα. Ήταν σαν πάγος πάνω στη φωτιά. Η Άρτεμις πέρασε τη ζώνη γύρω από τη μέση μου και άρχισε να προσαρμόζει τους ιμάντες με χειρουργική ακρίβεια. Ένιωθα τον ανδρισμό μου να εγκλωβίζεται, να πιέζεται μέσα στο ατσάλινο κλουβί, στενεύοντας κάθε περιθώριο κίνησης.

    «Κοιτάξτε πώς του ταιριάζει», ψιθύρισε η Μέλπω, πλησιάζοντας τόσο κοντά που ένιωθα τη μυρωδιά του αρώματός της. «Μοιάζει με άγαλμα τώρα. Ένα άγαλμα που ανήκει σε σένα, Άρτεμις».

    Η Άρτεμις έπιασε το μικρό λουκέτο. Με κοίταξε στα μάτια, και εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι η παλιά μου ζωή, ο Μάριος που ήξεραν οι συμμαθητές της κόρης της, πέθαινε οριστικά. «Από εδώ και στο εξής, η ηδονή σου δεν σου ανήκει. Δεν θα την εγκρίνεις, ούτε θα την αναζητάς. Θα την δέχεσαι μόνο ως ανταμοιβή, αν και όταν το αποφασίσω εγώ».

    Κλικ.

    Ο ήχος του λουκέτου που κλείδωσε αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. Ήταν ο πιο οριστικός ήχος που είχα ακούσει ποτέ. Η Άρτεμις τράβηξε το κλειδί και το κράτησε ψηλά, δείχνοντάς το στις φίλες της σαν τρόπαιο.

    «Είναι επίσημο», είπε η Έφη με ένα πονηρό χαμόγελο, χαϊδεύοντας το μεταλλικό κλουβί που τώρα με φυλάκιζε. «Είναι ένας σφραγισμένος σκλάβος».

    Η Άρτεμις έσκυψε και με φίλησε απαλά στο μέτωπο, μια κίνηση σχεδόν μητρική που έκανε τη σκλαβιά μου να μοιάζει ακόμα πιο βαθιά. «Τώρα, Μάριε, πήγαινε να φτιάξεις φρέσκο καφέ για τις Κυρίες σου. Και πρόσεχε πώς περπατάς... θέλω να ακούω το μέταλλο να χτυπάει σε κάθε σου βήμα, για να μας θυμίζει σε ποιον ανήκεις».

    Σηκώθηκα με δυσκολία, νιώθοντας το βάρος και την πίεση του ατσαλιού ανάμεσα στα πόδια μου. Κάθε κίνηση ήταν μια υπενθύμιση της απόλυτης υποταγής μου. Καθώς προχωρούσα προς την κουζίνα γυμνός, φορώντας μόνο το «σφράγισμά» μου, άκουγα πίσω μου τα γέλια και τους ψιθύρους των τριών γυναικών που σχεδίαζαν ήδη την επόμενη χρήση του νέου τους αποκτήματος.
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Ο ήχος του κλειδιού στην εξώπορτα με έκανε να παγώσω στη μέση του σαλονιού. Κρατούσα τον δίσκο με τα φλιτζάνια, γυμνός, με το μέταλλο της ζώνης να πιέζει τη σάρκα μου, όταν η πόρτα άνοιξε διάπλατα.

    Ήταν η Έλενα.

    Η παλιά μου συμμαθήτρια, η κοπέλα που κάποτε μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο, στεκόταν στο κατώφλι με την τσάντα της στον ώμο. Το βλέμμα της έπεσε πάνω μου—πρώτα στο πρόσωπό μου, μετά στο γυμνό μου σώμα που ήταν γεμάτο κόκκινα σημάδια από την Έφη, και τέλος στο ατσάλινο κλουβί που φυλάκιζε τον ανδρισμό μου.

    Για μια στιγμή, η σιωπή ήταν εκκωφαντική. Μετά, ένα δυνατό, κρυστάλλινο γέλιο ξέσπασε από τα χείλη της.

    «Μάριε;» είπε ανάμεσα στα γέλια της, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. «Δεν το πιστεύω... Εσύ; Ο "καλόκαρδος" Μάριος του Λυκείου, στα γόνατα της μάνας μου;»

    Η ντροπή μου ήταν τόσο έντονη που ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει, αλλά η Άρτεμις παρέμεινε απόλυτα κυρίαρχη. Σηκώθηκε αργά, πλησίασε την κόρη της και την φίλησε στο μάγουλο, σαν να μην συνέβαινε τίποτα το ασυνήθιστο.

    «Καλώς την Έλενα», είπε η Άρτεμις με μια φωνή γεμάτη ικανοποίηση. «Μην τον βλέπεις έτσι... πέρασε από σκληρό vetting σήμερα. Η Μέλπω και η Έφη τον δοκίμασαν διεξοδικά. Τον είδαν να υπακούει τυφλά, να κουβαλάει, να καθαρίζει, να αντέχει τη βία της Έφης χωρίς να βγάλει άχνα. Και στο τέλος...»

    Η Άρτεμις άπλωσε το χέρι της και χτύπησε ελαφρά το μέταλλο της ζώνης μου. Ο μεταλλικός ήχος γέμισε το δωμάτιο.

    «...τον σφράγισα. Είναι ο επίσημος σκλάβος του σπιτιού, Έλενα. Για πλήρη χρήση. Δική μου και των φίλων μου. Ήθελα να το ξέρεις, γιατί από εδώ και πέρα, θα είναι αυτός που θα σου φτιάχνει τον καφέ και θα σου πλένει το αυτοκίνητο... γυμνός και κλειδωμένος».

    Η Έλενα σταμάτησε να γελάει. Το βλέμμα της έγινε πιο σκοτεινό, πιο... γνώριμο. Άρχισε να με περιφέρεται γύρω-γύρω, παρατηρώντας κάθε εκατοστό του σώματός μου, ακριβώς όπως έκαναν πριν η Μέλπω και η Έφη.

    «Ξέρεις κάτι, μαμά;» είπε η Έλενα, πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό μου. Ένιωσα την ανάσα της, την ίδια ανάσα που ένιωθα όταν μου ζητούσε βοήθεια στις εξετάσεις πριν δέκα χρόνια. «Πάντα ήξερα ότι ο Μάριος είχε κάτι... υπάκουο μέσα του. Αλλά δεν περίμενα να τον δω έτσι».

    Έσκυψε και κοίταξε το λουκέτο της ζώνης αγνότητας. «Μαμά, δεν σου το είπα ποτέ, αλλά παλιά, όταν πειραματιζόμουν με μια φίλη μου από τη σχολή... την είχα δέσει και την είχα μαστιγώσει μέχρι που δεν μπορούσε να σταθεί. Μου άρεσε η δύναμη που ένιωθα. Η αίσθηση ότι κάποιος άλλος είναι απλώς ένα σώμα στα χέρια μου».

    Γύρισε στην Άρτεμη με ένα πονηρό χαμόγελο που με έκανε να τρέμω. «Αφού λες ότι είναι για "πλήρη χρήση", ελπίζω να επιτρέπεται να τον χρησιμοποιήσω κι εγώ. Έχω αφήσει κάτι παλιά μαστίγια στην αποθήκη που περιμένουν κάποιον να τα... δοκιμάσει».

    Η Άρτεμις την κοίταξε με καμάρι. «Είσαι κόρη μου, Έλενα. Φυσικά και μπορείς. Ο Μάριος δεν "εγκρίνει" πια τίποτα. Απλώς συναινεί στην ύπαρξή του ως κτήμα μας».

    Η Έλενα άπλωσε το χέρι της και με χαστούκισε ελαφρά στο μάγουλο, με μια περιφρόνηση που με διέγειρε όσο τίποτα άλλο. «Λοιπόν, Μάριε... καλωσήρθες στην οικογένεια. Πήγαινε να φέρεις τον καφέ τώρα. Και μετά, έλα στο δωμάτιό μου. Θέλω να δω αν το δέρμα σου είναι τόσο ανθεκτικό όσο λέει η μαμά».

    Σύρθηκα προς την κουζίνα, νιώθοντας τον τρόμο και την ηδονή να με πνίγουν, ενώ πίσω μου άκουγα την Έλενα και την Άρτεμη να συζητούν για το πώς θα μοιράζονται τις "βάρδιες" της σκλαβιάς μου.