1. Λόγω τεχνικού προβλήματος το forum ήτανε κάτω για κάποιες μέρες. Το προβλημα εχει λυθει και ολα λειτουργούν σωστα.
    Dismiss Notice
Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Femdom Stories - The Teacher

Discussion in 'BDSM Art and Literature' started by slave32, 1 November 2024.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Δεν είμαι από εκείνες που συνηθίζουν να γράφουν προσωπικά. Αντιθέτως, δεν κρατάω ημερολόγιο ούτε καταγράφω εμπειρίες. Συνήθως, τα κείμενα μου είναι γεμάτα αλληγορίες και φανταστικές ιστορίες. Αυτή τη φορά, όμως, νιώθω κάτι διαφορετικό. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια εμπειρία, απροκάλυπτη, χωρίς τα στολίδια της συγγραφής. Παίρνω μια βαθιά ανάσα πριν αρχίσω να ανασύρω τις αναμνήσεις μου.

    Μια φίλη μου ζήτησε το τηλέφωνο του καθηγητή Φυσικής που έκανε στην κόρη μου ιδιαίτερα μαθήματα για τις Πανελλήνιες. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, και δεν ήμουν καν σίγουρη αν συνέχιζε τα μαθήματα ή αν είχε διοριστεί κάπου. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο να τον καλέσω πρώτα η ίδια. Αν συμφωνούσε, θα έδινα το τηλέφωνο του στη φίλη μου.

    «Καλημέρα, Μάριε. Είμαι η Ντίνα, η μητέρα της Κατερίνας. Της έκανες μάθημα πριν από πέντε χρόνια», του είπα.

    «Ναι, ναι, σας θυμάμαι. Καλημέρα σας», απάντησε με τη γνώριμη ντροπαλή του φωνή.

    «Τι κάνεις; Πώς πάνε τα πράγματα;» τον ρώτησα, με ειλικρινές ενδιαφέρον. Ο Μάριος είχε βοηθήσει τόσο πολύ την κόρη μου να αισθανθεί σίγουρη για τον εαυτό της. Ήταν καταλύτης στην επιτυχία της, στην είσοδο της στο Πολυτεχνείο.

    «Όπως πάντα, μαθήματα και πάλι μαθήματα...» απάντησε με τον ίδιο χαμηλόφωνο τόνο. Παρέμενε ο ντροπαλός και λιγομίλητος άνθρωπος που θυμόμουν. Τότε ήταν γύρω στα τριάντα πέντε.

    «Μια φίλη μου ενδιαφέρεται για τα παιδιά της. Να της δώσω το τηλέφωνο σου;» τον ρώτησα.

    Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή. Ίσως το πρόγραμμά του ήταν ήδη γεμάτο, αλλά φαινόταν πως δεν ήθελε να μου αρνηθεί.

    «Για εσάς κάτι θα βρω», μου είπε τελικά.

    «Σε ευχαριστώ πολύ, Μάριε».

    «Να είστε καλά, κυρία Ντίνα», απάντησε, και αυτό το «κυρία» μου άρεσε πάρα πολύ.

    «Δεν είπαμε να μιλάμε στον ενικό;» του είπα παιχνιδιάρικα, πιέζοντας τον διακριτικά.

    «Ναι, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να απευθύνομαι σε μια Κυρία», μου απάντησε. Κατάλαβα πως τα μάγουλά του είχαν σίγουρα κοκκινίσει. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα έναν ηλεκτρισμό να διαπερνά το σώμα μου. Μια αίσθηση ευχαρίστησης που έκανε την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.

    «Σε ευχαριστώ πολύ», του είπα χαιρετώντας τον, χωρίς να ξέρω αν τα λόγια του έβγαιναν αβίαστα ή αν ήταν αποτέλεσμα της αμηχανίας του. Όπως και να έχει, ήμουν απόλυτα ικανοποιημένη.

    Εκείνη την ημέρα ένιωθα διαφορετική, πιο όμορφη από ποτέ. Πήγα στο μπάνιο και άφησα τα ρούχα μου να γλιστρήσουν στο πάτωμα. Στάθηκα γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Τα στήθη μου, παρότι χρειάζονταν φροντίδα, παρέμεναν στητά και όμορφα. Άγγιξα τα στήθη μου, και μια αίσθηση θηλυκότητας με κατέκλυσε. Είχα περάσει στην εμμηνόπαυση πριν δύο χρόνια, στα πενήντα τρία μου. Ο σύζυγος μου, συνεχώς απών, δεν μου έδινε πια εκείνη τη σπίθα. Ήταν καλός άνθρωπος, ναι, αλλά η ζωντάνια στα μάτια του είχε χαθεί. Δεν τον κατηγορούσα. Εγώ, όμως, ήξερα πόσο ελκυστική παρέμενα, παρά το πέρασμα των χρόνων. Εκείνος, απλώς, δεν μπορούσε πια. Αλλά εκείνο το τηλεφώνημα με έκανε να ξανανιώσω γυναίκα. Κυρία.

    Έδωσα το τηλέφωνο στη φίλη μου, τη Μαρίνα, και της είπα να επικοινωνήσει άμεσα μαζί του, γιατί θα έβρισκε χρόνο για χάρη μου. Η Μαρίνα, παλιά φίλη από το πανεπιστήμιο, γνώριζε τον τρόπο που μπορούσα να πείσω τους άντρες.

    «Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα σου έλεγε όχι», μου είπε.

    «Ναι», απάντησα χαμογελώντας και πίνοντας μια γουλιά καφέ.

    «Αυτό το "ναι" το ξέρω. Τι συμβαίνει;» ρώτησε, με ένα πονηρό χαμόγελο.

    «Δεν ξέρω... Είναι νωρίς ακόμη», της είπα.

    «Πες μου, άσε τα αυτά σε μένα», μου είπε, ενώ με πλησίασε και με φίλησε απαλά στο στόμα.

    «Μαρίνα, ήσυχα», της είπα γελώντας.

    «Μάλιστα, Κυρία», απάντησε, κι έπειτα γελάσαμε με την καρδιά μας.



    Πέρασαν δύο μέρες από εκείνη τη συζήτηση, όταν η Μαρίνα με ενημέρωσε πως είχε κανονίσει το πρώτο μάθημα με τον Μάριο. Τα παιδιά της ήταν πολύ ευχαριστημένα.

    «Δεν μου είχες πει ότι είναι τόσο ωραίος», ήταν η τελευταία της φράση. Δεν τον θυμόμουν για ωραίο. Ίσως επειδή τότε δεν έδινα σημασία. Με το που κλείσαμε το τηλέφωνο, δέχτηκα μια κλήση από τον ίδιο. Ήταν σαν να είχαν συνωμοτήσει τα αστέρια.

    «Κυρία Ντίνα, πήρα να σας ευχαριστήσω για το μάθημα», ακούστηκε η φωνή του, ευγενική και ήρεμη.

    «Καλέ μου Μάριε, ευχαρίστηση μου», απάντησα, και ακολούθησε μια μικρή παύση πριν πάρω την απόφαση να προχωρήσω.

    «Μου χρωστάς έναν καφέ, Μάριε», του είπα παιχνιδιάρικα.

    «Ναι, όποτε θέλετε», απάντησε χωρίς δισταγμό, αλλά η φωνή του έτρεμε ελαφρώς.

    «Τώρα», τον διέταξα, νιώθοντας τη σιγουριά να κυλάει μέσα μου.

    «Ναι, κυρία Ντίνα», απάντησε με υποτακτικό τόνο, και ήξερα πως τον είχα τουμπάρει εντελώς. Κανονίσαμε να συναντηθούμε σε μία ώρα, σε ένα καφέ κοντά στο σπίτι του. Ήξερα που έμενε, αφού παλιότερα έκανε μαθήματα στο διαμέρισμα του.

    Φόρεσα ένα μαύρο δερμάτινο κολάν και μια λευκή μπλούζα που άφηνε το ντεκολτέ μου εμφανές. Ήθελα να τον αιφνιδιάσω. Ήξερα πως οι άνδρες συχνά δεν ξέρουν πού να κοιτάξουν όταν βρίσκονται μπροστά σε μια τέτοια εικόνα. Και αυτή τη φορά, ήξερα ακριβώς τι ήθελα και δεν θα έφευγα χωρίς να το πάρω.

    Έφτασα στο καφέ με μια καθυστέρηση επίτηδες. Είχαμε πει να συναντηθούμε σε μία ώρα, αλλά πήγα μετά από δύο. Καθόμουν στο αυτοκίνητο, σε σημείο που δεν μπορούσε να με δει, και τον παρατηρούσα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο και τζιν, σχεδόν ίδιο ντύσιμο με τότε. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν λίγο, αλλά το σώμα του φαινόταν πιο γυμνασμένο από όσο θυμόμουν. Οι πλάτες του, τα χέρια του, έμοιαζαν σμιλεμένα. Καθόταν στο τραπέζι μόνος του, περιμένοντας με υπομονετικά. Η σερβιτόρα είχε πλησιάσει πολλές φορές, αλλά εκείνος δεν είχε παραγγείλει τίποτα εκτός από ένα ανθρακούχο νερό, το οποίο σχεδόν δεν είχε αγγίξει. Ίσως ντρεπόταν. Δεν ήξερα. Ήταν όμως καιρός να πάω.

    Μόλις με είδε με την άκρη του ματιού του, σηκώθηκε ευγενικά να μου ανοίξει την πόρτα. Είχε αυτή την ευγένεια που δεν συναντάς εύκολα πια. Με βοήθησε να καθίσω, και παρατήρησα ότι φαινόταν νευρικός.

    «Έναν καπουτσίνο, παρακαλώ», είπα στη σερβιτόρα μόλις κάθισα. Εκείνος ήταν έτοιμος να παραγγείλει καφέ, αλλά τον διέκοψα.

    «Δεν χρειάζεται να πάρεις κάτι, έχεις ήδη το νερό σου», του είπα αποφασιστικά, και τον είδα να μαζεύεται. Ήταν φανερό ότι ντρεπόταν, αλλά αυτό δεν με πείραζε.

    «Πώς είστε;» με ρώτησε διστακτικά, προσπαθώντας να βρει το θάρρος να κοιτάξει στα μάτια μου.

    Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια, αλλά παρατήρησα ότι δεν τολμούσε να κοιτάξει το ντεκολτέ μου. Ήταν διακριτικός, και αυτό μου άρεσε. Δεν ήθελε να με κάνει να νιώσω άβολα, αλλά ταυτόχρονα έβλεπα ότι το βλέμμα του συχνά κατέληγε χαμηλά, στο τραπέζι. Αυτό με έκανε να θέλω να τον φιλήσω εκείνη τη στιγμή.

    Αρχίσαμε να μιλάμε γενικά, για την κόρη μου, τον σύζυγό μου. Δεν φάνηκε να τον ενοχλεί η ύπαρξη του άντρα μου. Ίσα ίσα, ήταν απόλυτα ήρεμος.

    «Χαίρομαι πολύ για την Κατερίνα. Έχει προχωρήσει πολύ. Δεν της μιλάω συχνά, αλλά ακούω πως είναι πια μηχανικός», μου είπε με ενθουσιασμό.

    «Μάριε, την βοήθησες πολύ. Αλλά σήμερα δεν είμαι εδώ για την Κατερίνα», του είπα με μια έντονη ματιά, και τον είδα να παγώνει.

    «Ξέρω ότι μένεις απέναντι. Θέλω να πάμε σπίτι σου», του είπα ευθαρσώς.

    «Σπίτι μου;» ρώτησε σαστισμένος.

    «Δεν θέλεις;» του απάντησα, παίζοντας μαζί του.

    «Όχι, δεν είναι αυτό... Απλώς, εσείς είστε παντρεμένη...» άρχισε να λέει, προσπαθώντας να βρει δικαιολογία.

    «Μάριε, τι σκέφτηκες!» του απάντησα αυστηρά, και τα μάγουλά του κοκκίνιζαν σαν παντζάρια.

    «Συγγνώμη», ψέλλισε, ντροπιασμένος.

    «Αν μπορούσα, θα σε τιμωρούσα γι’ αυτό», του είπα χαμηλόφωνα, και έσκυψε ακόμα περισσότερο το κεφάλι του.

    «Πόσο καιρό το ξέρεις;» τον ρώτησα.

    «Ποιο;» ψιθύρισε, αμήχανος.

    «Ότι είσαι υποτακτικός», είπα καθαρά, με την σερβιτόρα να περνά δίπλα μας ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακούγοντας τη φράση μου. Εκείνος κοκκίνισε περισσότερο, ενώ εγώ πλήρωσα τον λογαριασμό, κάνοντας σαφές ποιος είχε τον έλεγχο της κατάστασης.

    «Λοιπόν, πάμε στο σπίτι σου;» τον ρώτησα.

    «Πάμε, Κυρία», απάντησε με υποταγή, και η σερβιτόρα, που φάνηκε να γνωρίζει τον Μάριο, χαμογέλασε διακριτικά καθώς μας άφηνε να φύγουμε.

    Φτάσαμε στο σπίτι του. Μου άνοιξε την πόρτα με προσοχή και με άφησε να περάσω πρώτη. Το διαμέρισμα του ήταν πεντακάθαρο, τακτοποιημένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ήταν φανερό ότι ο Μάριος πρόσεχε κάθε πτυχή της ζωής του. Πέρασα από την κουζίνα, το σαλόνι, ακόμη και το μπάνιο του. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός θέσης. Ένιωσα ευχάριστη έκπληξη. Ο Μάριος ήταν θησαυρός, ένας άντρας με έλεγχο και αυτοπειθαρχία.

    Επέστρεψα στο σαλόνι όπου με περίμενε, φανερά χαμένος στις σκέψεις του. Η ένταση της στιγμής τον είχε κατακλύσει.

    Αλλά το ζήτημα ήταν πως τον ήθελα, και ήξερα πως ήταν καιρός να το δείξω

    Τον πλησίασα με αργές, σίγουρες κινήσεις, αφήνοντας τα ακροδάχτυλα μου να αγγίξουν απαλά το δέρμα του. Ήρθα μπροστά του, τα μάτια μου να τον εξερευνούν με κάθε μου βήμα. Άρχισα να ανοίγω τα κουμπιά του πουκάμισου του, ένα προς ένα, αφήνοντας το υλικό να πέσει στο πάτωμα και τα χέρια μου να χαϊδέψουν το γυμνασμένο κορμί του. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, δυνατά, σαν να αντανακλούσε τον εσωτερικό του φόβο, την προσμονή. Έβγαλα και το παντελόνι του, τον γδύθηκα πλήρως, αποκαλύπτοντας κάθε σπιθαμή της σάρκας του μπροστά μου.

    Γύρισα αργά γύρω του, το βλέμμα μου να τον περιεργάζεται με λαχτάρα. Ήταν δικός μου. Κάθε του ανάσα, κάθε συστολή των μυών του έδειχνε πως ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να ξεφύγει. Έναν τέτοιο άντρα δεν τον αφήνεις ποτέ. Στάθηκα πάλι μπροστά του, τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά του.

    «Τρέμεις, Μάριε,» είπα αργά, σχεδόν ψιθυριστά.

    «Δεν το έχω ξανακάνει,» απάντησε, η φωνή του σπασμένη, γεμάτη αγωνία.

    Χαμογέλασα με σιγουριά, πλησίασα περισσότερο, νιώθοντας την ένταση να γεμίζει τον αέρα. Τα χέρια μου άγγιξαν τον ανδρισμό του, νιώθοντας τον να σκληραίνει κάτω από την αφή μου. Ήταν δικός μου. Του έδωσα ένα απαλό φιλί στο μάγουλο, αφήνοντας τα χείλη μου να πλησιάσουν στο αυτί του.

    «Γονάτισε.»

    Υπάκουσε αμέσως, με τον αέρα της παράδοσης να τυλίγει κάθε του κίνηση. Τα γόνατά του βρήκαν το πάτωμα, το σώμα του χαμήλωσε μπροστά μου, και δάκρυα γλύστρησαν στα μάγουλά του, δάκρυα χαράς και λύτρωσης. Αγκάλιασε τα πόδια μου, το πρόσωπό του ακούμπησε στην κοιλιά μου, γεμάτος λατρεία και αφοσίωση.

    «Είμαι δικός σας,» ψιθύρισε, η φωνή του να σπάει από συγκίνηση.

    Τον πήρα απαλά από το χέρι και τον οδήγησα στο κρεβάτι. Έβγαλα τα ρούχα μου αργά, απολαμβάνοντας το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου. Πριν ξαπλώσει, φρόντισα να δέσω τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, το δέρμα του να σφίγγεται κάτω από το κασκόλ. Ξάπλωσε ανάσκελα, άβολα, αδύναμος και πλήρως παραδομένος. Ακριβώς όπως τον ήθελα.

    Το γυμνό μου κορμί ακούμπησε το δικό του, το δέρμα μου σέρνονταν πάνω του, τα νύχια μου να χαράσσουν λεπτές γραμμές στην επιφάνεια του, προκαλώντας του ρίγος. Τον οδήγησα μέσα μου, τον καβάλησα και τον έκανα να νιώσει την δύναμη μου, τον εξουσίασα για όσο εγώ το επιθυμούσα. Ένιωσα την καυτή του λάβα να με γεμίζει, κάθε κύμα του κορμιού του να μου ανήκει. Και τότε, τον χαστούκισα.

    «Αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα τελειώσεις χωρίς την άδεια μου, σκλάβε,» είπα, η φωνή μου παγερή αλλά γεμάτη δύναμη.

    Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια του, χάθηκα στο γαλάζιο των ματιών του. Δεν έδειχνε μετάνοια, δεν ένιωθε τύψεις. Ήξερε πού ανήκε τώρα. Στη σιωπή, έβλεπα την πλήρη υποταγή και την ταυτόχρονη ελευθερία του. Ήταν δικός μου, κάθε στιγμή που μοιραζόμασταν τον έσβηνε από το παρελθόν του. Τον διαμόρφωνα όπως ήθελα, και αυτός άφηνε ελεύθερα την ψυχή του να αναγεννηθεί στα χέρια μου. Ένα νέο ξεκίνημα, δικός μου, για πάντα.









    Λίγους μήνες μετά...

    Ήρθε το καλοκαίρι και το διαζύγιό μου είχε ολοκληρωθεί. Με τον Ηρακλή, πλέον πρώην σύζυγό μου, είχαμε συνειδητοποιήσει πως η σχέση μας δεν προχωρούσε. Ο Μάριος δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Δεν θα χώριζα ποτέ εξαιτίας κάποιου άλλου, όμως καταλάβαμε και οι δύο ότι δεν υπήρχε πια κάτι που να μας ενώνει. Ακόμη και τα παιδιά μας το κατάλαβαν και το αποδέχθηκαν. Ο Ηρακλής βρήκε ένα σπίτι κοντά μας. Τα παιδιά θα έμεναν κυρίως μαζί μου, αλλά εκείνος θα μπορούσε να τα βλέπει όποτε ήθελε. Δεν άλλαξα τις κλειδαριές, γιατί θέλαμε να κρατήσουμε τη σχέση μας ζεστή και φιλική. Υπάρχει αγάπη μεταξύ μας, αλλά ο ερωτικός σύνδεσμος είχε χαθεί.

    Ο Ηρακλής είναι πολύ γοητευτικός, γυμνασμένος, λεπτός και εμφανίσιμος – ίσως πιο όμορφος από τον Μάριο. Ωστόσο, αυτό δεν μου αρκεί πια. Εκείνος αισθάνεται το ίδιο, οπότε επιλέξαμε να ακολουθήσουμε ξεχωριστούς δρόμους. Οι γιοι μας περνούν συχνά χρόνο με τον πατέρα τους, ενώ η Κατερίνα μένει περισσότερο μαζί μου. Νιώθω πως και εκείνη σύντομα θα ακολουθήσει το δικό της μονοπάτι. Είναι ανεξάρτητη, χωρίς κάποια σχέση αυτή τη στιγμή, αλλά εγώ είμαι αποφασισμένη να της μιλήσω ανοιχτά για τον Μάριο. Πιστεύω πως είναι έτοιμη να γνωρίσει τα πάντα για εμένα και τις επιλογές μου



    Είναι Σάββατο απόγευμα. Η Κατερίνα έχει τελειώσει τη δουλειά της και μου φτιάχνει έναν παγωμένο καφέ. Έχω κανονίσει να βγω με τον Μάριο το βράδυ, και καθόμαστε μαζί στο μπαλκόνι μας. Το περιβάλλον είναι ζεστό, αλλά το μπαλκόνι αναζωογονητικά δροσερό, στολισμένο με αζαλέες και τριανταφυλλιές που φροντίσαμε μαζί. Εκείνη πίνει το μοκτέιλ της με βύσσινο και σόδα, πάντα επιμελής με τη διατροφή της. Είναι ψηλή, αδύνατη, με σμιλεμένο κορμί, μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια που λάμπουν παιχνιδιάρικα. Κάποτε έκανε μπαλέτο, και ξέρει πώς να αναδεικνύει την παρουσία της. Κι όμως, ποτέ δεν την είδα να εκφράζει ερωτικό ενδιαφέρον – εκτός από έναν… Τον Μάριο.

    Η Κατερίνα μιλάει συχνά για εκείνον με θαυμασμό. Είναι ο δάσκαλος που την ενέπνευσε, ο Είναι Σάββατο απόγευμα. Η Κατερίνα έχει τελειώσει τη δουλειά της και μου φτιάχνει έναν παγωμένο καφέ. Έχω κανονίσει να βγω με τον Μάριο το βράδυ, και καθόμαστε μαζί στο μπαλκόνι μας. Το περιβάλλον είναι ζεστό, αλλά το μπαλκόνι αναζωογονητικά δροσερό, στολισμένο με αζαλέες και τριανταφυλλιές που φροντίσαμε μαζί. Εκείνη πίνει το μοκτέιλ της με βύσσινο και σόδα, πάντα επιμελής με τη διατροφή της. Είναι ψηλή, αδύνατη, με σμιλεμένο κορμί, μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια που λάμπουν παιχνιδιάρικα. Κάποτε έκανε μπαλέτο, και ξέρει πώς να αναδεικνύει την παρουσία της. Κι όμως, ποτέ δεν την είδα να εκφράζει ερωτικό ενδιαφέρον – εκτός από έναν… Τον Μάριο.

    Η Κατερίνα μιλάει συχνά για εκείνον με θαυμασμό. Είναι ο δάσκαλος που την ενέπνευσε, ο μέντοράς της, το στήριγμά της στον δρόμο των θετικών επιστημών. Καταλαβαίνω γιατί τον θαυμάζει. Ο Μάριος έχει το χάρισμα να κάνει τους γύρω του να νιώθουν ξεχωριστοί, και γνωρίζω πως η αφοσίωσή του αυτή είναι απόλυτα γνήσια.

    «Μαμά, βγαίνεις με κάποιον;» με ρωτάει απότομα. Η Κατερίνα είναι πάντα ευθύς, δυναμική και απόλυτα ατρόμητη, όπως κι εγώ. «Ναι», της απαντώ, σίγουρη και ευθυτενής. «Ξέρω ποιος είναι!» λέει χαμογελώντας, με το χείλος του ποτηριού της στα χείλη της. «Είναι λίγο μικρός για σένα», σχολιάζει, με ένα βλέμμα που υποδηλώνει έγκριση. «Η ηλικία δεν είναι αυτό που μετράει για μένα», της απαντώ απαλά. «Το μυαλό του…», ψιθυρίζει η Κατερίνα, με έναν υπαινιγμό. «Η αφοσίωσή του», της λέω με ένα βλέμμα που τα αποκαλύπτει όλα.

    Η Κατερίνα γελάει και με κοιτάει, φανερά περίεργη να μάθει περισσότερα. Αποφασισμένη να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί της, αρχίζω να της λέω όλες τις λεπτομέρειες – ακόμη και τις πιο ιδιωτικές.

    «Δηλαδή… τον ελέγχεις; Πώς ακριβώς;» με ρωτάει με αφοπλιστικό ενδιαφέρον, το βλέμμα της μισό έκπληκτο, μισό δελεασμένο. «Υπάρχουν φορές που χρησιμοποιώ το μαστίγιο μου... άλλες, τον αφήνω χωρίς επαφή για μέρες», της εξηγώ με θάρρος.

    «Μαμά, νομίζω είμαι ίδια με σένα», λέει με έναν τόνο παιχνιδιάρικης οικειότητας, αφήνοντάς με να δω ένα κομμάτι της που κρύβεται. Της χαμογελώ, αφήνοντάς την να εκφραστεί, να ανοιχτεί όταν εκείνη θα είναι έτοιμη.

    της, το στήριγμα της στον δρόμο των θετικών επιστημών. Καταλαβαίνω γιατί τον θαυμάζει. Ο Μάριος έχει το χάρισμα να κάνει τους γύρω του να νιώθουν ξεχωριστοί, και γνωρίζω πως η αφοσίωσή του αυτή είναι απόλυτα γνήσια.

    «Μαμά, βγαίνεις με κάποιον;» με ρωτάει απότομα. Η Κατερίνα είναι πάντα ευθύς, δυναμική και απόλυτα ατρόμητη, όπως κι εγώ. «Ναι», της απαντώ, σίγουρη και ευθυτενής. «Ξέρω ποιος είναι!» λέει χαμογελώντας, με το χείλος του ποτηριού της στα χείλη της. «Είναι λίγο μικρός για σένα», σχολιάζει, με ένα βλέμμα που υποδηλώνει έγκριση. «Η ηλικία δεν είναι αυτό που μετράει για μένα», της απαντώ απαλά. «Το μυαλό του…», ψιθυρίζει η Κατερίνα, με έναν υπαινιγμό. «Η αφοσίωσή του», της λέω με ένα βλέμμα που τα αποκαλύπτει όλα.

    Η Κατερίνα γελάει και με κοιτάει, φανερά περίεργη να μάθει περισσότερα. Αποφασισμένη να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί της, αρχίζω να της λέω όλες τις λεπτομέρειες – ακόμη και τις πιο ιδιωτικές.

    «Δηλαδή… τον ελέγχεις; Πώς ακριβώς;» με ρωτάει με αφοπλιστικό ενδιαφέρον, το βλέμμα της μισό έκπληκτο, μισό δελεασμένο. «Υπάρχουν φορές που χρησιμοποιώ το μαστίγιο μου... άλλες, τον αφήνω χωρίς επαφή για μέρες», της εξηγώ με θάρρος.

    «Μαμά, νομίζω είμαι ίδια με σένα», λέει με έναν τόνο παιχνιδιάρικης οικειότητας. Της χαμογελώ, αφήνοντας την να εκφραστεί, να ανοιχτεί όταν εκείνη θα είναι έτοιμη.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    το ξαναγράφω
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Δεν είμαι από τις γυναίκες που αρέσκονται στις εξομολογήσεις. Το χαρτί για μένα ήταν πάντα καταφύγιο αλληγοριών, ένας τρόπος να κρύβω την αλήθεια πίσω από μύθους. Όμως απόψε, η ανάγκη να μιλήσω είναι επιτακτική. Καίει μέσα μου. Θέλω να γδύσω τις λέξεις από τα στολίδια τους, όπως γδύνω το σώμα μου μπροστά στον καθρέφτη, και να σας παραδώσω την εμπειρία μου γυμνή, ωμή, παλλόμενη.

    Όλα ξεκίνησαν με μια αθώα αφορμή. Μια φίλη ζήτησε το τηλέφωνο του Μάριου, του φυσικού που κάποτε έκανε μαθήματα στην κόρη μου. Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε. Στο μυαλό μου ήταν απλώς μια εκκρεμότητα, μέχρι τη στιγμή που σχημάτισα τον αριθμό του.

    «Καλημέρα, Μάριε. Είμαι η Ντίνα… η μητέρα της Κατερίνας», είπα, και η φωνή μου ακούστηκε πιο βραχνή απ’ όσο υπολόγιζα. «Ναι… ναι, σας θυμάμαι. Καλημέρα σας», απάντησε εκείνος. Η φωνή του, διστακτική, σχεδόν τρεμάμενη, ξύπνησε μέσα μου κάτι ξεχασμένο. Δεν ήταν απλώς ευγένεια· ήταν δέος.

    Όταν του ζήτησα να αναλάβει τα παιδιά της φίλης μου, δίστασε. Το πρόγραμμά του ήταν φορτωμένο. Κι όμως, η άρνηση πέθανε στα χείλη του πριν καν γεννηθεί. «Για εσάς… κάτι θα βρω», είπε χαμηλόφωνα. «Σε ευχαριστώ, Μάριε». «Να είστε καλά, Κυρία Ντίνα». Αυτό το «Κυρία»… Αντήχησε μέσα μου σαν υπόκωφος κρότος. Ένας τίτλος τιμής, αλλά και μια υποσυνείδητη αναγνώριση ανωτερότητας. «Δεν είπαμε να μιλάμε στον ενικό;» τον πείραξα, απολαμβάνοντας το παιχνίδι. «Ναι, αλλά… δεν ξέρω πώς αλλιώς να απευθύνομαι σε μια Κυρία».

    Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα ένα κύμα ηλεκτρισμού να διατρέχει τη σπονδυλική μου στήλη. Εκείνη την ημέρα, ο καθρέφτης του μπάνιου μου έδειξε μια άλλη γυναίκα. Άφησα το μεταξωτό ρόμπά μου να γλιστρήσει στο πάτωμα. Στάθηκα γυμνή. Πενήντα τριών ετών, στην εμμηνόπαυση, κι όμως το σώμα μου ήταν ένας ναός που ζητούσε πιστούς. Άγγιξα το στήθος μου, σφριγηλό και γεμάτο, και ένιωσα τη θηλυκότητά μου να ξυπνά από τον λήθαργο που της είχε επιβάλει η αδιαφορία του συζύγου μου. Ο Ηρακλής ήταν καλός, αλλά τα μάτια του είχαν πάψει να βλέπουν τη φλόγα. Ο Μάριος, όμως… Ο Μάριος την είχε δει ακόμα και μέσα από το ακουστικό.

    Δύο μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Η φίλη μου ήταν ενθουσιασμένη, αλλά εγώ περίμενα μόνο εκείνον. «Κυρία Ντίνα… πήρα να σας ευχαριστήσω», είπε. Η φωνή του ήταν βελούδινη, υποταγμένη. «Μου χρωστάς έναν καφέ, Μάριε», του είπα. Δεν ήταν πρόταση. Ήταν εντολή. «Ναι… όποτε θέλετε». «Τώρα», απάντησα κοφτά. Η σιωπή του ήταν η πιο γλυκιά απάντηση. «Ναι, Κυρία Ντίνα».

    Φόρεσα το μαύρο δερμάτινο κολάν που αγκάλιαζε τις καμπύλες μου σαν δεύτερο δέρμα και μια λευκή μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ. Ήθελα να τον σοκάρω. Να τον αφοπλίσω. Έφτασα στο ραντεβού μας με δύο ώρες καθυστέρηση. Επίτηδες. Τον παρακολούθησα από το αυτοκίνητο. Καθόταν εκεί, μόνος, με ένα ανέγγιχτο ανθρακούχο νερό, νευρικός, περιμένοντας την τιμωρία ή την επιβράβευσή του. Είχε ομορφύνει. Οι κροτάφοι του γκρίζαραν, μα το σώμα του ήταν σμιλεμένο, δυνατό. Κι όμως, αυτό το δυνατό σώμα περίμενε εμένα για να αναπνεύσει.

    Μόλις με είδε, πετάχτηκε πάνω. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο έδαφος, αποφεύγοντας το ντεκολτέ μου, σαν να ήξερε πως δεν του επιτρεπόταν να κοιτάξει το απαγορευμένο φρούτο χωρίς άδεια. «Δεν χρειάζεται να παραγγείλεις», του είπα όταν η σερβιτόρα πλησίασε. «Έχεις το νερό σου». Μάζεψε τους ώμους του. Η υποταγή του ήταν μεθυστική. «Πάμε σπίτι σου», του ανακοίνωσα λίγο αργότερα, αγνοώντας τις αδύναμες διαμαρτυρίες του περί συζύγου. Τον κοίταξα στα μάτια, εκείνα τα γαλάζια μάτια που καθρέφτιζαν τον πανικό και τον πόθο. «Ξέρεις τι είσαι, Μάριε; Υποτακτικός». Η λέξη αιωρήθηκε στον αέρα, βαριά και απόλυτη. Κοκκίνισε. Πλήρωσα εγώ, φυσικά. Η κυριαρχία δεν χαρίζεται, αγοράζεται.

    Το διαμέρισμά του ήταν ένας καθρέφτης του ψυχισμού του: τακτοποιημένο, καθαρό, αυστηρό. Μπήκα μέσα σαν σίφουνας, γεμίζοντας τον χώρο με το άρωμά μου. Στάθηκα στο σαλόνι και τον άφησα να με πλησιάσει. Έτρεμε. Τα δάχτυλά μου άγγιξαν το λαιμό του, νιώθοντας τον σφυγμό του να καλπάζει. Ξεκούμπωσα το πουκάμισό του αργά, βασανιστικά. Κάθε κουμπί και μια ανάσα. Όταν έμεινε γυμνός μπροστά μου, ένιωσα την απόλυτη εξουσία. Ήταν όμορφος, δυνατός, και εντελώς ανυπεράσπιστος.

    «Γονάτισε», ψιθύρισα στο αυτί του. Δεν δίστασε ούτε κλάσμα του δευτερολέπτου. Τα γόνατά του χτύπησαν στο πάτωμα με έναν ήχο που για μένα ήταν μουσική. Αγκάλιασε τους μηρούς μου, ακούμπησε το πρόσωπό του στην κοιλιά μου και έκλαψε. Δάκρυα λύτρωσης. Επιτέλους, κάποιος είχε πάρει τα ηνία. Επιτέλους, ανήκε κάπου. «Είμαι δικός σας…», ψέλλισε.

    Τον οδήγησα στο κρεβάτι. Του έδεσα τα χέρια πίσω από την πλάτη. Ήθελα να νιώσει την αδυναμία του, να παραδοθεί πλήρως στην αφή μου. Το σώμα μου γλίστρησε πάνω στο δικό του, κυρίαρχο, απαιτητικό. Τον πήρα όπως ήθελα, ορίζοντας εγώ τον ρυθμό, την ένταση, την ανάσα του. Και όταν ήρθε η στιγμή της κορύφωσης, όταν η λάβα του πλημμύρισε το είναι μου, τον χαστούκισα. Δυνατά. «Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τελειώνεις χωρίς την άδειά μου, σκλάβε». Τα μάτια του, υγρά και σκοτεινά από ηδονή, με κοίταξαν με λατρεία. Είχε βρει τον Θεό του.

    Μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι έχει απλώσει το πέπλο του στην πόλη. Το διαζύγιο με τον Ηρακλή βγήκε ήρεμα, πολιτισμένα. Η φλόγα είχε σβήσει χρόνια πριν, και τώρα απλώς επισημοποιήσαμε τη στάχτη. Κάθομαι στο μπαλκόνι με την Κατερίνα. Το απόγευμα είναι ζεστό, αλλά οι αζαλέες μας κρατούν δροσιά. Η κόρη μου, πανέμορφη και δυναμική, πίνει το ποτό της και με παρατηρεί. Τίποτα δεν της ξεφεύγει. «Βγαίνεις με κάποιον, μαμά», λέει ξαφνικά. «Ναι». Η απάντησή μου είναι κοφτή, σίγουρη. «Ξέρω ποιος είναι», χαμογελάει πονηρά. «Ο Μάριος… Είναι μικρός για σένα, αλλά… έχει μυαλό». «Δεν είναι το μυαλό του που με κρατάει, Κατερίνα», της λέω και αφήνω μια παύση γεμάτη νόημα. «Είναι η αφοσίωσή του». Με κοιτάζει με περιέργεια, ένα μείγμα έκπληξης και θαυμασμού. Αποφασίζω να σπάσω τη σιωπή, να της δείξω την αλήθεια της μητέρας της. «Τον ελέγχω, αγάπη μου. Απόλυτα. Υπάρχουν βράδια που γίνομαι ο εφιάλτης και το όνειρό του. Άλλοτε με το μαστίγιο, κι άλλοτε με την απουσία μου». Η Κατερίνα δεν σοκάρεται. Αντίθετα, το βλέμμα της σκοτεινιάζει γλυκά, μια λάμψη κατανόησης περνάει από τα μάτια της. «Μαμά…», ψιθυρίζει συνωμοτικά, γέρνοντας προς το μέρος μου. «Νομίζω πως είμαι ίδια με σένα». Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Δυο γυναίκες, δυο Κυρίες, κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, ενωμένες από το μυστικό της δύναμης.

    Είχα πει στον Μάριο να έρθει σπίτι μου νωρίς το απόγευμα. Τον παρέλαβα από την πόρτα. Φορούσε το γνωστό του προσεγμένο ντύσιμο, αλλά στα μάτια του υπήρχε εκείνη η αδιόρατη ανησυχία, η λαχτάρα για υποταγή που πλέον αναγνώριζα. Δεν ήξερε τι τον περίμενε. Νόμιζε πως θα ήμασταν μόνοι, όπως την προηγούμενη φορά.

    Μπήκαμε στο σαλόνι. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η Κατερίνα καθόταν στον καναπέ, σταυροπόδι, φορώντας ένα κοντό τζιν σορτσάκι και ένα απλό φανελάκι που διέγραφε το στήθος της. Δεν σηκώθηκε όταν μπήκαμε. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του, παγωμένο, εξεταστικό, χωρίς ίχνος από τον σεβασμό που έδειχνε κάποτε στον καθηγητή της.

    «Καλησπέρα, Κατερίνα», ψέλλισε ο Μάριος, αμήχανος, προσπαθώντας να κρατήσει τα προσχήματα της παλιάς τους γνωριμίας. Έκανε μια κίνηση να της δώσει το χέρι, μια κίνηση σχεδόν αντανακλαστική, κοινωνική.

    Η Κατερίνα σηκώθηκε αργά. Δεν του έδωσε το χέρι. Τον πλησίασε με βήμα αργό, σίγουρο, σαν αιλουροειδές που έχει εντοπίσει το θήραμά του. Στάθηκε μπροστά του, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ο Μάριος πάγωσε, το χέρι του έμεινε μετέωρο στον αέρα.

    Και τότε, χωρίς καμία προειδοποίηση, το χέρι της εκτινάχθηκε.

    Ο ήχος από το χαστούκι αντήχησε στο δωμάτιο σαν πυροβολισμός. Το κεφάλι του Μάριου τινάχτηκε στο πλάι. Πριν προλάβει να συνέλθει, πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη ή να καταλάβει τι συμβαίνει, η Κατερίνα τον χτύπησε ξανά. Και ξανά. Με μίσος. Με ηδονή.

    Δεν ήταν χαστούκια μιας κακομαθημένης κοπέλας. Ήταν χτυπήματα γεμάτα δύναμη, γεμάτα οργή και απόλυτη κυριαρχία. Τον «πλάκωσε», κυριολεκτικά. Το πρόσωπό του άρχισε να κοκκινίζει βίαια, τα μάτια του βούρκωσαν από τον πόνο και την έκπληξη. Προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω, να σηκώσει τα χέρια του για να προστατευτεί, αλλά η φωνή της τον καθήλωσε.

    «Κατέβασε τα χέρια σου, ηλίθιε!» ούρλιαξε, και η φωνή της δεν θύμιζε σε τίποτα την κόρη που ήξερα. Ήταν η φωνή μιας Κυρίας. «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να με κοιτάς στα μάτια; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μου μιλάς σαν ίσος;»

    Τον άρπαξε από τα μαλλιά και τράβηξε το κεφάλι του προς τα πίσω, εκθέτοντας τον λαιμό του. Τον κοίταζε με αηδία και ηδονή ταυτόχρονα.

    «Νόμιζες ότι έρχεσαι εδώ ως καθηγητής;» του χαστούκισε το πρόσωπο, φτύνοντας σχεδόν τις λέξεις. «Εδώ μέσα δεν είσαι τίποτα. Είσαι ένα τίποτα που ανήκει στη μάνα μου, και τώρα... ανήκεις και σε μένα».

    Τον έσπρωξε με δύναμη και ο Μάριος παραπάτησε, πέφτοντας άτσαλα στο χαλί. Δεν τόλμησε να σηκωθεί. Έμεινε εκεί, στα τέσσερα, λαχανιασμένος, με το μάγουλό του να καίει και το πουκάμισό του τσαλακωμένο, ένα αξιοθρήνητο κουρέλι.

    Η Κατερίνα στάθηκε από πάνω του, επιβλητική, υπέροχη. Σήκωσε το πόδι της και πάτησε το κεφάλι του, πιέζοντάς το στο πάτωμα, λιώνοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας που του είχε απομείνει.

    «Γλείψε το παπούτσι μου», διέταξε ψυχρά. «Ζήτα συγγνώμη που ανέπνευσες τον ίδιο αέρα με εμάς χωρίς άδεια».

    Εγώ παρακολουθούσα από τη γωνία, ακουμπισμένη στο κάσωμα της πόρτας, με την ανάσα μου κομμένη από την έξαψη. Δεν επενέβηκα. Δεν χρειάστηκε. Έβλεπα τον Μάριο να τρέμει ολόκληρος, όχι από φόβο, αλλά από την απόλυτη παράδοση. Έβλεπα την κόρη μου να μεταμορφώνεται, να παίρνει τα σκήπτρα που δικαιωματικά της ανήκαν.

    Ο Μάριος, τρεμάμενος, άγγιξε με τα χείλη του το παπούτσι της. «Συγγνώμη... Κυρία Κατερίνα... Συγγνώμη...», ψιθύρισε, σπασμένος, ταπεινωμένος, και απόλυτα δικός μας.

    Η Κατερίνα γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν με μια άγρια φλόγα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη της. Είχαμε μόλις σφραγίσει τη μοίρα του. Δεν είχε πια μία αφέντρα. Είχε δύο.

    Δεν είχε τελειώσει μαζί του. Η ταπείνωση στο χαλί ήταν μόνο η εισαγωγή. Η Κατερίνα, όρθια ακόμα από πάνω του, τον κοίταξε με ένα βλέμμα που έκαιγε, γεμάτο περιφρόνηση και μια σκοτεινή, ακόρεστη περιέργεια.

    «Γδύσου», του διέταξε κοφτά. «Τώρα».

    Ο Μάριος, τρεμάμενος και σαστισμένος, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του με σπασμωδικές κινήσεις. Τα δάχτυλά του μπλέκονταν στα κουμπιά από τον τρόμο. Όταν το παντελόνι και το εσώρουχό του έπεσαν στους αστραγάλους του, αποκαλύφθηκε το μυστικό του. Το μέταλλο γυάλισε κάτω από το φως του σαλονιού. Το κλουβί της αγνότητας, που εγώ του είχα φορέσει, φυλάκιζε τον ανδρισμό του, μικραίνοντας τον, κάνοντάς τον να δείχνει ακίνδυνος και γελοίος.

    Η Κατερίνα έμεινε ακίνητη για ένα δευτερόλεπτο. Και μετά, ξέσπασε. Ένα γέλιο γάργαρο, δυνατό, που πήγαζε από τα βάθη της ψυχής της, γέμισε το δωμάτιο. Δεν ήταν γέλιο χαράς. Ήταν ένα γέλιο ανελέητο, χλευαστικό, που τον έγδυνε ψυχολογικά περισσότερο από όσο ήταν ήδη γυμνός σωματικά. Γελούσε με την αδυναμία του, με την απόλυτη παράδοσή του στη μητέρα της, και τώρα στην ίδια. Ο Μάριος ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του, αλλά το γέλιο της τον μαστίγωνε.

    «Σε έχει κάνει σκυλάκι της...» είπε ανάμεσα στα γέλια της, σκουπίζοντας ένα δάκρυ από την άκρη του ματιού της. «Είσαι αξιολύπητος, δάσκαλε».

    Τους κοίταξα και τους δύο. Ήξερα ότι η παρουσία μου πλέον ήταν περιττή, ίσως και εμπόδιο στην έκρηξη που ερχόταν. «Σας αφήνω», είπα ψυχρά και βγήκα από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω μου με έναν βαρή ήχο.

    Δεν πήγα μακριά. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρά μου και άνοιξα το μόνιτορ. Η εικόνα από την κρυφή κάμερα στο σαλόνι γέμισε την οθόνη. Καθόμουν εκεί, θεατής στο έργο που εγώ είχα σκηνοθετήσει, βλέποντας την κόρη μου να μεταμορφώνεται σε αυτό που πάντα προοριζόταν να γίνει.

    Μόλις άκουσε το κλείσιμο της πόρτας, η Κατερίνα άλλαξε. Το γέλιο κόπηκε μαχαίρι. Του όρμησε. Σαν άγριο ζώο που μυρίζει αίμα, έπεσε πάνω του. Τον άρπαξε από τον λαιμό και κόλλησε το στόμα της στο δικό του, όχι με τρυφερότητα, αλλά με βία. Τον φιλούσε πνίγοντάς τον, και μετά τα δόντια της καρφώθηκαν στο κάτω χείλος του, τραβώντας το μέχρι να ματώσει. Ο Μάριος έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, αλλά εκείνη δεν σταμάτησε. Δαγκωματιές στον λαιμό, στους ώμους, στο στέρνο. Τον σημάδευε. Τον διεκδικούσε.

    Άρπαξε το μαστίγιο που είχα αφήσει εγώ στο τραπεζάκι. Ο ήχος του δέρματος που έσκιζε τον αέρα και προσγειωνόταν στην πλάτη του Μάριου πέρασε ακόμα και μέσα από τα ηχεία της οθόνης μου. Φλατς. Ο Μάριος ούρλιαξε. Φλατς. Τον χτυπούσε με μανία, με πάθος, εκτονώνοντας μια πρωτόγνωρη ενέργεια. Τον τσαλάκωσε. Τον έκανε κουρέλι. Ο Μάριος, γονατιστός, έκλαιγε γοερά, τα δάκρυά του να ανακατεύονται με τον ιδρώτα και το σάλιο. «Παρακαλώ... Κυρία... Σταματήστε... Σας παρακαλώ...», ικέτευε, αλλά η φωνή του ήταν γεμάτη λαγνεία. Πονούσε, αλλά το ήθελε.

    Η Κατερίνα πέταξε το μαστίγιο και γονάτισε ανάμεσα στα πόδια του. Με χέρια που έτρεμαν από την ένταση, βρήκε το κλειδί -που ήξερε πού το έκρυβα- και ξεκλείδωσε το κλουβί. Το μέταλλο έπεσε στο πάτωμα με θόρυβο. Ο ανδρισμός του, ελεύθερος πια, τίναξε, σκληρός και έτοιμος, παρά τον πόνο, ή ίσως εξαιτίας του.

    Δεν περίμενε. Δεν τον ρώτησε. Τον έσπρωξε ανάσκελα στο χαλί και τον καβάλησε. Ήταν μια πράξη κτήσης, όχι έρωτα. Η Κατερίνα κινιόταν πάνω του άγρια, αχόρταγα, χρησιμοποιώντας το σώμα του για τη δική της ηδονή. Τα χέρια της τον κρατούσαν καθηλωμένο στο πάτωμα, τα νύχια της μπήγονταν στο στήθος του. Τον πήδαγε στην κυριολεξία. Ο Μάριος από κάτω βογκούσε, παραδομένος απόλυτα στη δύναμή της, ένα απλό αντικείμενο στα χέρια της κόρης, όπως ήταν και στα χέρια της μάνας. Κι εγώ, κοιτώντας την οθόνη, ένιωσα την πιο βαθιά ικανοποίηση της ζωής μου.