Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Mr Greg

Discussion in 'BDSM Art and Literature' started by slave32, 15 March 2026 at 00:08.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Είχα έρθει σ αυτή τη γειτονιά εδώ και τρία χρόνια. Με τον φίλο μου τον Βλαντ είχαμε πάρει αυτό το παλιό σπίτι. Κάναμε συμφωνία με τον ιδιοκτήτη να το ανακαινίσουμε και για πέντε χρόνια να μη πληρώνουμε ενοίκιο. Είμαι πενήντα πέντε έτων, έχω μεγαλώσει στη Ρωσία αλλά τα τελευταία είκοσι χρόνια ζω στην Ελλάδα. Ασχολούμαι με επισκευές αυτοκινήτων. Ο φίλος μου ο Βλαντ είναι μερικά χρόνια νεότερος, εργάζεται σε ένα εργοστάσιο. Είναι χωρισμένος με δυο παιδιά. Τους στέλνει λεφτά πίσω στη πατρίδα.

    Πιο πάνω έχει ένα σπίτι. Όταν είχαμε έρθει ήταν άδειο. Μετά από αρκετούς μήνες ήρθε ένας νεαρός και μένει. Μάθαμε πως οι γονείς του δεν ζουν πια και πως ο ίδιος έχει μεγαλώσει στη γειτονιά. Τον βλέπω τον νεαρό, κοντά στα τριάντα, φαίνεται ήσυχος, συνεσταλμένος.

    Ήταν βράδυ του Αυγούστου από αυτά που σκάει ο τζίτζικας. Είχα αράξει στην αυλή. Έπινα λίγο κρασάκι Ακούστηκε ένας ήχος, ελαφρύς και τσιριχτός και μετά ένα βογγητό. Μετά ξανά και ξανά το ίδιο. Κοιταχτήκαμε με τον Βλαντ.
    «Κάποιος πρέπει να περνάει καλά» μου είπε
    «Νομίζω ότι κάποιος μαστιγώνεται» του απάντησα. Έκανε να ακούσει καλύτερα, γέλασε το αφήσαμε. Ο Βλαντ πήγε για ύπνο. Βγήκα να πετάξω τα σκουπίδια, κοίταξα προς τα πάνω, από εκεί που ακούγονταν τα βογγητά. Είδα έναν άντρα, κοντά στην ηλικία μου, να βγαίνει από το σπίτι του νεαρού. Φαινόνταν χαρούμενος. Κάπου τον ξέρω.

    Πέρασαν μερικές μέρες. Ο νεαρός όποτε πέρναγε από μπροστά μου χαμήλωνε το βλέμμα του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου άρεσε πολύ. Εκείνο το βράδυ θα πήγαινα σε ένα μίτινγκ ενός βδσμ φόρουμ που συμμετείχα.
    Γνώρισα αρκετά αξιόλογα άτομα και μερικές πανέμορφες υποτακτικές. Τότε τα μάτια μου διασταυρώθηκαν με αυτόν τον μυστήριο άνδρα, που είχα δει εκείνο το βράδυ. Δεν με σταμάταγε τίποτα τώρα, πήγα να του μιλήσω. Πιάσαμε τη κουβέντα, του έδειξα που μένω και χωρίς να το προσπαθήσω και πολύ.

    «Ναι εκείνο το βράδυ τον μαστίγωσα» μου παραδέχθηκε.
    «Είναι μαζοχιστής ή υποτακτικός;» τον ρώτησα.
    «Υποτακτικός και με λίγη δουλειά γίνεται σκλάβος»
    Μου άρεσε ότι άκουγα. Του ζήτησα να μου πει και άλλα. Με πληροφόρησε ότι βγήκε από μία σχέση 24/7, πως είναι ο τύπος που είναι σκλάβος και φέρεται έτσι όχι μόνο για την καύλα.
    «Αν τον αναλάβεις θα περάσεις καλά»
    «Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα θα ήθελα να τον δοκιμάσω» του απάντησα.
    «Να τον δέρνεις» μου είπε πριν με χαιρετήσει. Εκείνο το βράδυ έφυγα με χαρά για το σπίτι.

    Την άλλη μέρα έπλενα το αμάξι. Τον είδα να πλησιάζει.
    «Δεν είναι σωστό να περνάς μπροστά από έναν Κύριο και να μην χαιρετάς» του είπα και γέμισε με τύψεις. Τον είδα να κοκκινίζει. Τα μάγουλα του. Έσκυψε το βλέμμα του χαμηλά.
    «Μήπως θα πρέπει να σε μαστιγώσω για να λες μια καλημέρα;» του είπα και τώρα ήξερα ότι τον είχα ισοπεδώσει.
    «Δεν...Δεν..» ψέλλιζε
    «Σκάσε, πάμε μέσα» του είπα και πήγα προς το σπίτι, άκουγα τα βήματα που με ακολουθούσε. Περάσαμε τη πόρτα, κλεισαμε. Ο Βλαντ ήταν εκεί.

    «Βγάλε τα ρούχα σου να σε δούμε πως είσαι» του είπε ο Βλαντ
    «Όχι.. όχι δε θέλω» απάντησε και του άστραψα ένα γερό χαστούκι. Ο βλαντ έφερε δύο μεγάλες χοντρές δερμάτινες λουρίδες.
    «Γδύσου να σε μαστιγώσουμε, έχουμε και δουλειές» του είπε ξερά και ο νεαρός έβαλε τα κλάματα. Έβγαλε τα ρούχα του και κοντοστάθηκε.
    Πήρα τη λουρίδα και άρχισα να τον χτυπάω στο κώλο. Ζήτησα από τον φίλο μου να του δέσει τα χέρια και τον μαστιγώσαμε παρέα. Ούρλιαζε, ικέτευε δεν δείξαμε κανένα έλεος. Όταν σταματήσαμε ο νεαρός έκλαγε είχε κοκκινίσιε όλο του το κορμί.

    «Ντύσου, σε λίγες μέρες θα ξαναέρθεις!
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Έφυγε ο νεαρός για το σπίτι του. Τον κοίταζα που περπάταγε. Κοίταξε μερικές φορές προς τα πίσω. Μίλησα με τον Βλαντ. Ήταν ταραγμένος, ενθουσιασμένος.

    «Γκρεγκ δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά έτσι» μου είπε. Του χαμογέλασα.

    «Λες να ξαναέρθει;» με ρώτησε. Πήρα το ζωνάρι από το πάτωμα. Το μάζεψα.

    «Ναι, αλλά τώρα χρειάζεται τον χρόνο του.»

    «Λες να τρόμαξε;»

    «Σίγουρα. Αλλά η σύγκρουση που έχει μέσα του, ανάμεσα σε αυτό που είναι πραγματικά και αυτό που ζει είναι ισχυρή.»

    «Το ήθελε έτσι;» Ο φίλος μου ήταν ανασφαλής. Δεν το είχε ξανακάνει.

    «Δεν τον ανάγκασα να έρθει, τον προσκάλεσα και με ακολούθησε. Αλλά θα πάω να του μιλήσω»

    Άφησα τον Βλαντ εκεί. Πήγα προς το σπίτι του. Χτύπησα το κουδούνι. Ο νεαρός δεν απάντησε αμέσως. Χτύπησα ξανά.

    «Παρακαλώ» ακούστηκε στο θυροτηλέφωνο.

    «Κατέβα λίγο να μιλήσουμε» του είπα

    «Κύριε Εσείς;» γέλασα. Ο νεαρός κατέβηκε. Άνοιξε ίσα ίσα τη πόρτα. Κατέβηκε γυμνός. Μπήκα εγώ μέσα. Χωρίς να του το ζητήσω καν γονάτισε κι έβαλε το κεφάλι του στο πάτωμα. Αυτό το παληκάρι δεν ήταν καθόλου μπερδεμένο, απλά θέλει εκπαίδευση.

    «Ήθελα να επιβεβαιώσω, πως ότι έγινε, έγινε με την άδεια σου. Γιατί το ήθελες»

    »Μάλιστα Αφέντη» απάντησε και τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα.

    «Τι έπαθες;» τον ρώτησα.

    «Νοιάζεστε πραγματικά» τον κοίταξα για λίγο. Πάγωσε το βλέμμα μου. Ήθελα να τον πάρω εκεί όπως ήταν στα γόνατα. Συγκρατήθηκα.

    «Εντάξει» του είπα κι έφυγα. Γύρισα στο σπίτι. Ο Βλαντ είχε κάνει μπάνιο. Τον είδα που είχε καυλώσει.

    «Του μίλησες;» μου είπε.

    «Ναι. Εμφανίστηκε μόνος του γυμνός και γονατιστός.»

    «Έπρεπε να έρθω μαζί σου, θέλω να τον γαμήσω»

    «Ηρέμησε θα το κάνεις συνέχεια αυτό»



    Το αφήσαμε πίσω μας αυτό. Πέρασαν μερικές μέρες. Ο νεαρός περνούσε μας χαιρετούσε και περίμενε. Πάντα περίμενε κάτι που δεν του το λέγαμε. Πέρασαν μερικές μέρες ακόμα. Τον έβλεπα που σχεδόν έτρεμε. Καθόμουν στο παγκάκι. Ήρθε κοντά μου.



    «Σας παρακαλώ» μου είπε. Τον κοίταξα. Έλιωνε. Φορούσε ένα λευκό μπλουζάκι κι ένα λευκό σορτσάκι.

    «Πήγαινε σπίτι σου. Βγάλε το βρακί σου και κλείσε το σπίτι. Μετά έλα σε εμάς» του είπα και του έδειξα να φύγει. Χαμογέλασε. Αλλά δεν ήξερε τι τον περίμενε. Ούτε εγώ ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να το καθυστερώ άλλο. Πήγα στο σπίτι. Ο Βλαντ είδε που του μίλησα.

    «Του ζήτησα να έρθει, θέλω να ξεκινήσουμε»

    «Θα αντέξει;»

    «Όχι, αλλά θα τον εκπαιδεύσουμε»



    Δεν πέρασαν περισσότερα από δεκαπέντε λεπτά. Ο νεαρός ήρθε. Του άνοιξα τη πόρτα. Έδειχνε χαμένος.

    «Γδύσου» του είπε ο Βλαντ. Ο νεαρός υπάκουσε αμέσως. Έβγαλε τα ρούχα του. Το σώμα του είχε ακόμα μερικές ζωνιές. Ήταν όμορφος όμως. Λευκό δέρμα. Αδύνατος. Άτριχος. Το κορμί του σφιχτό, αλλά το δέρμα του μαλακό.

    Ο Βλαντ τον άρπαξε από το μαλλί και τον πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι. Τον έριξε μπρούμυτα, πήρε ένα μαστίγιο κι άρχισε να τον χτυπάει υπερβολικά δυνατά. Ο νεαρός βόγγαγε, άρχισε να κλαίει από τον πόνο. Δεν ζητούσε έλεος όμως. Μονάχα κλαψούριζε. Η εικόνα του. Το μαστίγιο να του τσακίζει το κορμί με είχε συνεπάρει. Πήγα κοντά του. Του χάιδεψα το κεφάλι. Τα μάγουλά του μούσκεμα από τα δάκρυα.

    «Βλαντ χτύπα τον πιο δυνατά» είπα με βαριά δυνατή φωνή. Ο νεαρός ένιωσε χαμένος. Νόμιζε πως δεν θα άντεχε άλλο. Ο Βλαντ έβαζε πραγματικά πολύ δύναμη. Έβγαλε τη μπλούζα του για να έχει πιο άνετες κινήσεις. Ο φίλος μου ζούσε τη δική του νιρβάνα. Στόχευε ψηλά τη πλάτη του μικρού μας. Σταμάτησε όπως διέταξα. Γύρισα τον νεαρό ανάσκελα. Η πλάτη του τον έκαιγε.

    «Άνοιξε το στόμα σου» του είπα και καθοδήγησα τον Βλαντ να βάλει το καυλί του στο στόμα του. Ο Βλαντ ήταν άπειρος με αυτά. Πρώτη φορά με άνδρα, αλλά αυτό εδώ δεν το λες άνδρα το λες αντικείμενο, εμένα μου αρέσει να το λέω σκουπίδι.



    Το σκουπίδι άνοιξε το στόμα του όσο πιο πολύ μπορούσε και το πήρε μέσα του. Ο φίλος μου τον πίεζε δυνατά. Έβλεπα το καυλί να χτυπάει στη βάση του λαιμού του νεαρού.

    «Πιο δυνατά Βλαντ, για αυτό το έχουμε. Να το γαμάς όσο θες όποτε θες το σκουπίδι» Ο νεαρός έβαλε τα κλάματα από τη ντροπή του όταν τον είπα σκουπίδι. Δάκρυα και σπέρμα παντού. Πήγα να βάλω μια βότκα. Τους άφησα μόνους. Άκουσα που τον χαστούκιζε. Πήγα μετά από λίγο. Το σκουπίδι ήταν μπρούμυτα και Βλαντ το γαμούσε σκληρά. Το είχε καβαλήσει και του έδινε να καταλάβει. Αυτός ο νεαρός είχε προοπτικές, πολλές. Πήρα το μαστίγιο μου, ένα δερμάτινο μιας λουρίδας. Είχα σκοπό να τον τσακίσω απόψε. Ήταν η σειρά μου!