Dismiss Notice

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

The Honey Badger

Discussion in 'BDSM Art and Literature' started by Arioch, 26 July 2026 at 20:15.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    1. Ανδρών επιφανών

    Το τελευταίο πράγμα που περίμενα τρώγοντας βραδιάτικα στα Mac Donalds ήταν να γνωρίσω μια κοπέλα που μου θα έκανε μετά από καιρό την καρδιά μου να χτυπήσει και πάλι δυνατά.

    Αλλά ας μην προτρέχω.

    Όλα ξεκίνησαν όταν με το μυαλό μου σούπα συνειδητοποίησα ότι είχα να φάω από εχθές, και έτσι έκανα ότι θα έκανε ένας αξιοπρεπής φοιτητής—έστω και διδακτορικός—στη θέση μου. Κατέβηκα στα Mac Donalds που ήταν πρακτικά δίπλα από εκεί που έμενα για να φάω ένα πλήρες και ισορροπημένο γεύμα…NOT.

    Την πρόσεξα επειδή ήταν η μόνη μέσα στο μαγαζί που δεν κοίταζε κινητό.

    Καθόταν μόνη της σ’ ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία, σκυμμένη πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο τόσο χοντρό, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως φονικό όπλο. Δίπλα του είχε ένα τετράδιο γεμάτο μικρά, πυκνά γράμματα, ένα κίτρινο μαρκαδόρο για υπογραμμίσεις, χωρίς καπάκι, και έναν δίσκο με πατάτες που κρύωναν παρατημένες στη μοίρα τους. Κρατώντας το ποτήρι με το αναψυκτικό στο ένα χέρι, με το άλλο ακολουθούσε μια γραμμή στο βιβλίο.

    Δεν διάβαζε απλώς. Είχε επιτεθεί στη σελίδα.

    Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, κομμένα σ’ ένα ίσιο καρέ που σταματούσε στους ώμους της. Οι άκρες γύριζαν ελάχιστα προς τα μέσα, πλαισιώνοντας μια απίστευτα γλυκιά φατσούλα—η αδυναμία μου στο αντίθετο φύλο. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, γεμάτα χείλη και μεγάλα μάτια πίσω από στρογγυλά γυαλιά μυωπίας.

    Μελιά μάτια.

    Το διαπίστωσα όταν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της προς τον πίνακα του καταστήματος, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί είχε έρθει εκεί. Το φως από την τζαμαρία έπεσε επάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν ζεστά, σχεδόν χρυσαφιά.

    Το υπόλοιπο πρόσωπό της, όμως, ακύρωνε κάθε υπόσχεση πραότητας.

    Τα φρύδια της ήταν ελαφρά σμιγμένα από τη συγκέντρωση και το στόμα της ήταν το σφιγμένο, πεισματάρικο. Δεν υπήρχε τίποτε εύθραυστο στον τρόπο που καθόταν. Ούτε στη ράχη της, ούτε στους γυμνούς ώμους της, ούτε στα πόδια της μέσα στο τζιν, σταθερά πατημένα στο πάτωμα.

    Φορούσε ένα απλό λευκό καλοκαιρινό φανελάκι, του οποίου το φούσκωμα υπόσχονταν διακριτικά εξαιρετικές αναλογίες, και τζιν. Τίποτε κραυγαλέο. Τίποτε που να ζητάει προσοχή.

    Την έπαιρνε μόνη της.

    Κατέβασα το βλέμμα στο βιβλίο της. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω μόνο έναν τίτλο κεφαλαίου, κάτι για οπλισμένο σκυρόδεμα, και ένα διάγραμμα με μια δοκό που είχε δεχτεί περισσότερα φορτία απ’ όσα της αναλογούσαν.

    Ένιωσα μια παράλογη συγγένεια με τη δοκό.

    Είχα πάει απλά να φάω κάτι πριν επιστρέψω στο διδακτορικό μου, το οποίο ύστερα από τριάμισι χρόνια είχε πάψει να αποτελεί ακαδημαϊκή φιλοδοξία και είχε μετατραπεί στην κατάρα της ύπαρξής μου. Το σχέδιο ήταν απλό: burger, αναψυκτικό, λίγη ώρα μακριά και αλάργα από πεπερασμένα στοιχεία, και μετά επιστροφή στην κόλαση.

    Αντί γι’ αυτό, στεκόμουν με τον δίσκο στα χέρια και κοιτούσα μια κοπέλα να μασάει αφηρημένα μια πατάτα, χωρίς να αποσπά ούτε δευτερόλεπτο την προσοχή της από την αστοχία μιας κολόνας.

    Δε χαμογελούσε. Δεν πόζαρε. Δεν είχε αντιληφθεί καν ότι την κοιτούσα.

    Και πάλι, υπήρχε κάτι σχεδόν προκλητικό στην απόλυτη αδιαφορία της για οτιδήποτε δε βρισκόταν πάνω στη σελίδα. Σαν να είχε διαιρέσει ολόκληρο τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: σε όσα άξιζαν την προσοχή της και σε όσα μπορούσαν να περιμένουν.

    Η τύχη με βοήθησε να μπορώ να κάτσω σε διπλανό τραπέζι χωρίς να καρφωθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καν τι έκανα εκεί, από τη φύση μου, και αν εξαιρέσεις την κολλητή μου την Ιωάννα—ή Τζο, όπως θέλει να την αποκαλούν—είμαι αρκετά συνεσταλμένος σε ό,τι έχει να κάνει με το αντίθετο φύλο.

    Ή ίσως είμαι αυτό που με κατηγορεί η Τζο, χαλβάς. Η ίδια ορκίζεται ότι είμαι ωραίος άντρας αλλά από την άλλη τα αγοράκια δεν είναι του γούστου της.

    Η αλήθεια είναι ότι πριν γίνει κολλητή μου μου είχε ρίξει μια μεγαλοπρεπέστατη χυλόπιτα που είχε κάνει το κεφάλι μου να γυρίσει τρεις φορές. Από την άλλη, πάλι, ούσα φοβερό τυπάκι, με είχε κερδίσει ο αέρας της και το χιούμορ της.

    «Και αν μου φας καμιά γκόμενα,» της είχα πει αστειευόμενος, καθώς η Τζο είναι girls only, «ψωμί κι αλάτι.»

    Και από πέρσι, που της έκανα την γνωριμία με την πρώτη μου ξαδέρφη, την Αλεξία, η οποία ανακάλυψα μέσω της Τζο ότι είναι επίσης girls only και η Τζο τρελά του γούστου της, έχει λυσσάξει να με «αποκαταστήσει.»

    «Άσε με ρε βάσανο!» ήταν η μόνη μου επωδός, αλλά κάπως την είχε δει θηλυκός—καίτοι μονογαμικός—Barney Stinson με εμένα να κάνω τον Ted.

    Anyway, πίσω στα δικά μας, κάποια στιγμή παραδόθηκα τελείως και απλά έμεινα να την κοιτάζω, μου ήταν αδύνατο να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της.

    Και όταν με πήρε χαμπάρι, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

    «Τρέχει τίποτα;» με ρώτησε στην ψύχρα; «Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;»

    «Όχι, όχι!» βιάστηκα να της απαντήσω. «Σας ζητώ συγνώμη για την αδιακρισία,» της έκανα.

    Με κοίταξε εξεταστικά για μερικές στιγμές—σας το ορκίζομαι, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου—και μετά γύρισε και πάλι στο βιβλίο της. Δυο λεπτά αργότερα με έπιασε πάλι στα πράσα να την κοιτάω.

    «Δε θα τα πάμε καλά,» μου είπε αλλά όχι ακριβώς με ζωνάρι της λυμένο για καυγά, πιο πολύ σαν ζοχαδιασμένη διασκέδαση... δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. «Σάμπως και δε σε κόβω μετανιωμένο.»

    «Πιθανότατα γιατί δεν είμαι,» της είπα χαρίζοντας της ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Συγνώμη για την αδιακρισία σας ζήτησα, δεν ισχυρίστηκα ότι το μετάνιωσα.»

    Αν κρίνω από τη ματιά της, μάλλον δεν περίμενε τέτοια απάντηση. «Πολιτικός Μηχανικός;» τη ρώτησα.

    «Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω,» ήταν η απάντησή της, αλλά αυτή τη φορά πιο χαλαρή, σχεδόν χαμογέλασε αδιόρατα.

    «Μιχάλης,» της είπα. «Και αν ζήσω, έζησα.» Και εκεί γέλασε... και σας το ορκίζομαι η καρδιά μου έχασε μερικούς χτύπους.

    «Μελίτη,» μου απάντησε, και το όνομά της ήταν το δεύτερο πράγμα που ερωτεύτηκα πάνω της. «Όσο για το άλλο,» συνέχισε, “the jury is still out!”

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος,» συνέχισα να αστειεύομαι, προσπαθώντας να συνεχίσω το ping-pong. «Αν και θα προτιμούσα κάτι πιο ηρωικό από καρφωμένο πλαστικό πιρούνι, beggars can be choosers!»

    Χαμογέλασε και πάλι. «Δε χρειάζομαι μαχαιροπίρουνα,» μου είπε πειρακτικά.

    «Οκ, σημειώνω: Μελίτη, assassin guild, όχι γκουρμεδιάρα!»

    “Your powers of deduction are impressive,” μου απάντησε και παρά την ειρωνεία το χαμόγελο της φαινόταν ειλικρινές, χαλαρό.

    «Και μιας και τα Mac Donalds δεν φημίζονται για τα βραβεία Michelin τους, το βουλώνω!» συνέχισα το πείραγμα.

    Χαμογέλασε ξανά και με κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, μαλάκα μου ένιωσα και πάλι σαν βαλίτσα σε αεροδρόμιο.

    «Πολιτική μηχανικός,» μου απάντησε τελικά.

    «Τι έτος αν επιτρέπεται;» τη ρώτησα και συμπλήρωσα στα γρήγορα «Θα με κλάψει που θα με κλάψει η μάνα μου ας πάω…» είπα και σταμάτησα και την κοίταξα σκανταλιάρικα.

    «Ας πας;» με ρώτησε, δείχνοντας αν μη τι άλλο διάθεση για παιχνίδι.

    «Πληροφορημένος!» της απάντησα deadpan, και αυτή τη φορά της ξέφυγε ένα ροχαλητό.

    «Τρίτο έτος,» μου απάντησε, clearly amused που λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

    «Συνάδελφος, λοιπόν!» της απάντησα και συνέχισα αστειευόμενος.

    «Έτος;» με ρώτησε δείχνοντας για πρώτη φορά στη βραδιά ενδιαφέρον.

    «Κατά κάποιο τρόπο κι εγώ τρίτο,» της είπα. «Διδακτορικού,» συμπλήρωσα αναστενάζοντας.

    «Και για να προσπαθείς να με πουντιάσεις καλοκαιριάτικα,» έκανε για πρώτη φορά αστείο, «τι καλά που πάει;»

    «“Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο οι διδακτορικοί φοιτητές το ξέρουνε μόνο,” που λέει και το γνωστό άσμα.»

    «Από οπτική καθαρά στατικής,» συνέχισε το παιχνίδι, «είναι όντως κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια… και δεν είναι ο βοριάς το μεγαλύτερο πρόβλημα!»

    “Touche!” της απάντησα. Και εκεί αποφάσισα να κάνω ένα στρατηγικό διάλειμμα. «Σε αφήνω στην ησυχία σου, να φάω κι εγώ το burger μου γιατί κοντεύω να γίνω walking x-ray image, και ότι θες σφύρα!»

    «Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι άλλη μια μερίδα πατάτες,» μου δήλωσε. «Και να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω μεθαύριο.»

    «Όπως λέει και η Τζο, η κολλητή μου, “Αν πεινάς και νυστάζεις, τότε φάε και κοιμήσου!”»

    «Χα!» μου έκανε ειρωνικά. «Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρεις;»

    «Αρχιτέκτονες,» της έκανα ανασηκώνοντας επιδεικτικά τους ώμους μου. «Καμιά επαφή με την πραγματικότητα!»

    «Μην το λες σε μένα, στη φίλη σου τη Τζο, πες το!»

    «Ναι… υπάρχει ένα θεματάκι!» της είπα καθώς εκεί μου ήρθε ξαφνική αναλαμπή. «Αν της το πω θα με φυτέψει επί τόπου…»

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος!» μου είπε πειρακτικά.

    «Αποκλείεται!» της απάντησα κατηγορηματικά. «Υπάρχει αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Μαχαιροπίρουνο Mac Donalds ή τέφρα!»

    Long story short, στο τέλος της βραδιάς είχα το Viber της. Ή, έστω, έναν αριθμό ο οποίος ήλπιζα να είναι πράγματι ο δικός της—έχει καεί η γούνα μου στο παρελθόν. Δεν ήθελα να φανώ πιεστικός οπότε το μόνο που έκανα ήταν να πω τα ψηφία ένα-ένα αργά για επιβεβαίωση.

    Μεταξύ μας δε φαινόταν για τύπος που θα χρειαζόταν να μου κάνει κόλπα για να με ξεφορτωθεί, όπως την είχα κόψει μια χαρά θα μπορούσε να μ’ έχει διαολοστείλει εξ αρχής.

    Τι τα θες; Όποιος καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι.

    Και μιας και είπα γιαούρτι, αύριο θα έπρεπε να κατέβω και για ψώνια καθώς, πέρα από τις μπύρες, το ψυγείο μου ήταν πιο άδειο και από την κλούβια μου την κεφάλα όταν αποφάσισα να κάνω διδακτορικό…
     
    Last edited: 26 July 2026 at 22:24