Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μέρες Αργίας

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος GoodBoyII, στις 19 Νοεμβρίου 2025.

  1. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Όταν ακούμε ένα τραγούδι ή διαβάζουμε ένα ποίημα, δεν συναντάμε μόνο την πρόθεση του δημιουργού, συναντάμε τον εαυτό μας. Οι εικόνες και οι λέξεις της τέχνης είναι ανοιχτές, έτοιμες να γεμίσουν με τις δικές μας μνήμες, πληγές και επιθυμίες (προπάντων αυτές).
    Έτσι ακούμε αυτό που χρειαζόμαστε, όχι απαραίτητα αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής. Κι αυτό μπορεί και να μην είναι παρεξηγήσιμο, αλλά θα μπορούσε να είναι μέρος του ορισμού της δύναμης της τέχνης. Για τον ποιητή, το να αγγίζει τον καθένα διαφορετικά σημαίνει ότι το έργο του ξεπερνά τα προσωπικά του όρια και γίνεται κάτι ζωντανό, κοινό και αληθινό.
    Αν ο παραπάνω πρόλογος δεν είναι σωστός τότε το παρακάτω κείμενο είναι για πέταμα....
    Το παρακάτω αφορά στο που ταξιδεύει η σκέψη μου όταν ακούω τις μέρες αργίας του Καψάλη.
    Κάθε κεφάλαιο είναι κι ένας στίχος του ποιήματος. Κ είναι οι σκέψεις μου Α είναι Εκείνης..

    «Μέρες Αργίας»

    Κεφάλαιο 1: Ξέρω πώς θα ’ρθει και δε θα ’μαι όπως είμαι

    Κ

    Ήξερε πως θα ’ρθει. Την περίμενε. Η σκέψη αυτή τον ακολουθούσε σαν σκιά όλη την ημέρα, αργή, αδιάκοπη, ανατριχιαστικά σιωπηλή. Δεν ήταν η ίδια η στιγμή της συνάντησης που τον τρομοκρατούσε· ήταν η βεβαιότητα ότι δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος όταν εκείνη εμφανιζόταν. Κάθισε στο δωμάτιο, κοιτάζοντας το φως που έπεφτε από το παράθυρο σε σκιές πάνω στα έπιπλα. Η καρδιά του χτυπούσε με έναν ρυθμό παράξενο, σχεδόν ξένο, σαν να προανήγγελλε κάτι που ποτέ δεν είχε ζήσει πριν. Ήξερε πως, όταν εκείνη μπει, δεν θα υπάρχει επιστροφή· κάθε προσπάθεια να κρατήσει τον εαυτό του όπως ήταν θα ήταν μάταιη. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη γνώση, υπήρχε και μια περίεργη προσμονή. Δεν ήταν φόβος ούτε ανυπομονησία· ήταν η συνειδητή αναγνώριση ότι το «εγώ» του, όπως το ήξερε, θα διαλυόταν, θα σπαρασσόταν, και κάτι άλλο θα γεννιόταν μέσα από το χάος. Σαν να του έλεγαν οι ίδιες οι σκιές: «Δεν θα είσαι όπως είσαι τώρα. Και είναι σωστό.» Σηκώθηκε και περπάτησε στο δωμάτιο, χωρίς να ξέρει γιατί. Κάθε βήμα ήταν ένα μικρό πέρασμα από τον παλιό εαυτό του στον νέο. Η ανάσα του έγινε βαθιά, ρυθμική, συντονισμένη με μια δύναμη που δεν έβλεπε, αλλά αισθανόταν να τον τραβά προς τα εκεί που δεν μπορούσε να αποφύγει. Και στο κέντρο της καρδιάς του, ένα φως άρχισε να σπαράσσεται. Ήξερε πως όταν η στιγμή φτάσει, δεν θα υπάρχει «όπως είναι». Αλλά δεν υπήρχε πια τρόμος· υπήρχε μόνο η προετοιμασία για κάτι που τον ξεπερνούσε, και η μικρή, ανεπαίσθητη ανακούφιση ότι θα μπορούσε να παραδοθεί.

    Α

    Ξέρει πως θα πάει. Ακόμα κι αν περιφέρεται μέσα στους δρόμους όλα τα βήματα την οδηγούν εκεί. Σε εκείνον. Κάθε της βήμα στο σκοτεινό πεζοδρόμιο της πόλης είναι προσεκτικό, μετρημένο, σαν να βαδίζει ανάμεσα σε σκιές και φως που δεν μπορούν να την καθοδηγήσουν. Δεν περιμένει να τον βρει όπως είναι· ξέρει ότι η παρουσία της θα τον αλλάξει πριν καν τον αγγίξει. Το αυτοκίνητο μπροστά της φαίνεται να τρέχει αργά, κι όμως η καρδιά της χτυπάει σαν τρελή. Κάθε στιγμή που περνάει είναι ένα μικρό πέρασμα, μια δοκιμή υπομονής και θέλησης. Στο μυαλό της, βλέπει τη μορφή του, τη στάση του, τα δευτερόλεπτα που θα χρειαστούν για να αντιληφθεί ότι τίποτα δεν θα μείνει όπως ήταν. Όταν αποφάσισε να πάει, δεν σκέφτηκε τι θα φορέσει, ούτε τις λέξεις που ίσως χρησιμοποιήσει. Το μόνο που ξέρει είναι ότι η δύναμη της παρουσίας της θα τον βρει γυμνό, όπως εκείνος έχει ήδη συνειδητοποιήσει. Το φως του σπαράσσεται μέσα της, σαν να μπορεί να το νιώσει από μακριά, και εκείνη γελάει απαλά, με μια δόση ειρωνείας, αλλά και με τη γνώση ότι όσα έρθουν θα είναι πέρα από τον έλεγχό τους. Κάθε στροφή του δρόμου είναι ένα μικρό πύρινο παράγγελμα, ένα προμήνυμα της στιγμής που θα τον βρει παραδομένο. Και ξέρει, βαθιά μέσα της, ότι δεν θα χρειαστεί να τον καθοδηγήσει· δεν θα υπάρξουν οδηγίες, ούτε συγκατάβαση. Η παρουσία της είναι αρκετή, και αυτή η γνώση την γεμίζει με μια περίεργη γαλήνη, ακόμα κι αν μέσα της καίγεται το ίδιο φως που καίει και στον άλλο. Ξέρει πως θα φτάσει, ξέρει πως τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Και καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά που τη χωρίζουν από τη συνάντηση, η καρδιά της χτυπάει με τον ίδιο ρυθμό που φαντάζεται εκείνος. Η στιγμή πλησιάζει, και η αίσθηση ότι όλα θα αλλάξουν είναι ήδη εδώ.

    Αύριο το δεύτερο κεφάλαιο
     
  2. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Κεφάλαιο 2: «Να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου»

    Κ

    Στο δωμάτιο, πριν την άφιξή της, αναπνέει βαριά. Κάθε εισπνοή μοιάζει να τον αδειάζει περισσότερο από τη δύναμή του, κάθε εκπνοή να του υπενθυμίζει την αδυναμία που κρύβει μέσα του. Ξέρει πως η στιγμή πλησιάζει, και νιώθει το φως του να τρεμοσβήνει σαν φλόγα σε θρόισμα ανέμου. Κλείνει τα μάτια και σκέφτεται: πρέπει να ντυθεί με το καλύτερο παλτό του. Αλλά δεν είναι ρούχο· είναι ολόκληρη η ψυχή του που μαζεύει, σαν ασπίδα, κάθε κομμάτι θάρρους, λογικής και ελέγχου. Θέλει να τον βρει προετοιμασμένο, όχι αδιάφορο, όχι φοβισμένο, αλλά έτοιμο να παραδοθεί, συνειδητά, στο αναπόφευκτο. Αλλά γίνεται αυτό? Καθώς κάθε λεπτό περνά, η αναμονή γίνεται αιώνια. Η σκέψη του γυρίζει συνέχεια γύρω από την ίδια φράση: «Θα με βρει όπως δεν είμαι». Η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα τον σπρώχνει σε μια ψυχική κατάρρευση. Σκέφτεται τα λάθη του, την ανεπάρκειά του, τις στιγμές που δεν στάθηκε όπως έπρεπε· όλα τώρα μοιάζουν να περιμένουν την κρίση της. Η αυτοταπείνωση είναι αδυσώπητη· νιώθει μικρός, ευάλωτος, σαν ένα παιδί που ξέρει ότι θα τον δουν να παραδίδεται, ανίκανος να κρύψει την αδυναμία του. Συλλογίζεται την αίσθηση του εξευτελισμού που θα ακολουθήσει. Δεν είναι μόνο η φυσική παρουσία της γυναίκας· είναι η συνειδητοποίηση ότι κάθε ψυχικό καταφύγιο που είχε —οι αναμνήσεις, οι σκέψεις, η συνήθεια της αυτονομίας— θα διαλυθεί, θα συρρικνωθεί, και θα παραδοθεί σε κάτι μεγαλύτερο από αυτόν. Το παλτό, η ψυχική του θωράκιση, μοιάζει τώρα πολύ μικρό μπροστά στην ένταση που πλησιάζει. Κι όμως, μέσα στον φόβο, υπάρχει μια παράξενη ανάγκη για αυτή την παράδοση. Κάθε κύμα αυτοταπείνωσης και κάθε σκέψη εξευτελισμού γίνονται μέρος της προετοιμασίας του. Το να νιώθει ευάλωτος, ανίκανος, μικρός, είναι η ίδια η δύναμη που τον κρατά. Είναι το δώρο που θα της παραδώσει, στον ρυθμό της στιγμής που δεν μπορεί να ελέγξει, και που θα την κάνει να δει την αλήθεια της συναισθηματικής του έκθεσης. Η καρδιά του λιώνει από προσμονή και φόβο, αλλά κάθε σφίξιμο, κάθε τρεμόπαιγμα του φωτός μέσα του, τον φέρνει πιο κοντά στην αποδοχή. Το καλύτερο παλτό δεν είναι πια θωράκιση· είναι το πέρασμά του προς κάτι αληθινό, προς μια στιγμή που θα τον βρει γυμνό, όχι μόνο από σώμα, αλλά και από ψυχή.

    Α

    Ξέρει πώς θα πάει. Κάθε βήμα της πάνω στο σκοτεινό πεζοδρόμιο μοιάζει ταυτόχρονα με προετοιμασία και με τελετή· τακτοποιεί μέσα της κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, σαν να ντύνεται με το δικό της «παλτό», ψυχική θωράκιση για όσα θα αντιμετωπίσει. Δεν περιμένει να τον βρει όπως είναι· ξέρει ότι η δύναμή της θα τον αλλάξει πριν καν διασταυρωθούν τα βλέμματά τους. Η καρδιά της χτυπάει με έναν ρυθμό που μοιάζει ξένος σε αυτήν, αλλά δεν τον φοβάται. Αντιθέτως, η ένταση τη γεμίζει με δύναμη. Κάθε σκέψη της τονίζει την αδυναμία του — όχι μόνο για να τον ταπεινώσει, αλλά γιατί μέσα σε αυτήν την αδυναμία θα βρει την αλήθεια της παράδοσής του. Κι όσο πλησιάζει, τόσο πιο έντονα νιώθει ότι η στιγμή που όλα θα αλλάξουν είναι ήδη εδώ. Στο μυαλό της, επαναλαμβάνει σιωπηρά τα βήματα που θα ακολουθήσει, τις κινήσεις, τη φωνή της, την παρουσία της. Κάθε στοιχείο έχει σημασία· αλλά ξέρει ότι η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στα πράγματα που φέρνει μαζί της, ούτε στη φράση που θα πει. Η δύναμη της στιγμής βρίσκεται στην ίδια, στην ακρίβεια της παρουσίας της, και στο γεγονός ότι θα τον βρει ανοιχτό, ευάλωτο, συνειδητά παραδομένο. Δεν υπάρχει τρόπος γι αυτόν να κρυφτεί από την αλήθεια της, όλα όσα είναι και όλα όσα έχει κρατήσει σαν προστασία θα διαλυθούν μπροστά της. Κάθε σκέψη για τον εξευτελισμό ή την αδυναμία του την συγκινεί· ξέρει ότι η συνειδητή υποταγή του είναι το μόνο που μπορεί να δημιουργήσει τη στιγμή που θα τους βρει μαζί. Και καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά που θα τη φέρουν στην πόρτα του δωματίου του, η ανάσα της γίνεται πιο βαριά, πιο συγκεντρωμένη. Όσο περισσότερο νιώθει την ένταση της στιγμής, τόσο πιο καθαρά καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται απλά να φτάσει κοντά του· πρόκειται να γίνει ο λόγος που το φως του θα σπαράξει, που η ψυχή του θα παραδοθεί. Και αυτό την γεμίζει με μια παράξενη γαλήνη, γιατί ξέρει ότι η στιγμή αυτή δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η πόρτα πλησιάζει, η καρδιά της χτυπάει, και η αίσθηση ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν είναι ήδη παντού γύρω της.
     
  3. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Κεφάλαιο 3: «Μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου»

    Κ

    Καθισμένος στη σκιά του δωματίου, κοιτάζει τα βιβλία που κάποτε τον είχαν κρατήσει μακριά από το αίσθημα της πλήρους έκθεσης. Τώρα, τα βιβλία φαίνονται σαν ανίσχυρες ασπίδες, άδειες σελίδες που δεν μπορούν να προστατεύσουν τίποτα. Σκέφτεται τις ώρες που πέρασε σκυμμένος πάνω τους, πίστευε ότι γνώση και λογική θα μπορούσαν να τον κρατήσουν ασφαλή· τώρα ξέρει ότι όλα αυτά είναι μάταια μπροστά σε αυτό που πλησιάζει. Κάθε σελίδα που κοιτάζει φαίνεται να τον κοιτάζει πίσω, να του υπενθυμίζει την αδυναμία του, την ανάγκη του να παραδοθεί. Η πνευματική του υπεροχή, η τάση να ελέγχει τα πάντα με τη σκέψη, τώρα μοιάζει ανούσια. Όλα τα επιχειρήματα που είχε κατασκευάσει για να μείνει μακριά από το πάθος, κάθε στρατηγική αυτοπροστασίας και κάθε ψυχικό οχυρό που είχε χτίσει για να κρύψει τις ανάγκες του, διαλύονται μπροστά στην αλήθεια που πλησιάζει. Νιώθει την ένταση να τον κατακλύζει· κάθε λογικό επιχείρημα που κάποτε τον έσωζε από την εκτεθειμένη συναισθηματική του αλήθεια παραδίδεται στην φλόγα της επιθυμίας. Η σκέψη ότι όλα αυτά τα «κατορθώματα» της λογικής δεν μπορούν να τον προστατεύσουν πια, τον γεμίζει ταυτόχρονα με φόβο και ανακούφιση. Έχει αποδομήσει κάθε ίχνος ασφάλειας, κάθε σημείο αντίστασης, και τώρα στέκεται γυμνός, ψυχικά και συναισθηματικά. Το μόνο που μένει είναι η συνειδητή αφοσίωση στο αναπόφευκτο, το καλύτερο παλτό της ψυχής του, που τον κρατά όρθιο μόνο όσο μπορεί να παραδοθεί χωρίς αντίσταση. Η ένταση κορυφώνεται μέσα του, σαν να σπαράσσεται το φως που τον καθορίζει· και μέσα σε αυτό το σπαραγμένο φως, αρχίζει να κατανοεί την αλήθεια: η λογική δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στις ανάγκες του, παρά μόνο η πλήρης, συνειδητή παράδοση.

    Α

    Ξέρει πώς θα πάει. Κάθε βήμα που την φέρνει πιο κοντά του είναι βήμα μέσα στον δικό της εσωτερικό κόσμο, όπου η παλιά της ταυτότητα σπαράσσεται και καίγεται σαν ξύλα σε φωτιά. Κι όσο πλησιάζει, νιώθει να αναδύεται ένα νέο εγώ, πεινασμένο για εξουσία, για ένταση, για τον απόλυτο έλεγχο της στιγμής που πλησιάζει. Όλα όσα ήταν κάποτε —η αμφιβολία, η ανασφάλεια, η συνήθεια να κρύβει συναισθήματα πίσω από μάσκες— τώρα μοιάζουν ανούσια. Κάθε αναστολή, κάθε φόβος που κρατούσε τον παλιό της εαυτό δέσμιο, έχει καεί και έχει μείνει μόνο η καθαρή, πυρακτωμένη επιθυμία να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πια αναβολή, ούτε φευγιό· η στιγμή απαιτεί όλη της την ύπαρξη, και αυτή η αλήθεια της δίνει δύναμη. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά, σφιγμένη σαν να θέλει να σπάσει μέσα της, κάθε παλμός είναι φλόγα που ξερνά το παλιό, δημιουργεί χώρο για το νέο. Νιώθει την ένταση να τη διαπερνά, να την αλλάζει, να την ανεβάζει πάνω από τις αδυναμίες που κάποτε την κρατούσαν πίσω. Το παλιό εγώ της παραδίδεται, και μέσα από τις στάχτες γεννιέται η μορφή που ξέρει ότι θα τον βρει, έτοιμη να τον κυριεύσει, να γίνει το πύρινο παράγγελμα που θα σπαράξει το φως του και θα καθορίσει την αλήθεια της συνάντησης. Κάθε σκέψη της, κάθε ανάσα, είναι μια εσωτερική προετοιμασία για την αμοιβαία σύγκρουση. Δεν φοβάται πλέον την έκθεση· αντίθετα, η παράδοση του άλλου και η δική της δύναμη συνυφαίνονται σε μια τρομερή ένταση, που την γεμίζει με παθιασμένη αποφασιστικότητα. Αυτό που γεννιέται μέσα της είναι ένα εγώ έτοιμο να ασκήσει ωμή εξουσία, με την καθαρή αλήθεια του πάθους και της συνειδητής επιρροής. Και καθώς πλησιάζει, νιώθει ότι το φως μέσα της φλέγεται, σπαράσσεται και ξαναγεννιέται. Το παλιό δεν υπάρχει πια· μόνο η δύναμη, η επιθυμία και η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει. Η στιγμή που θα βρεθούν μαζί δεν είναι απλά συνάντηση· είναι η ολοκλήρωση της μεταμόρφωσής της, η στιγμή που το νέο εγώ θα αναγνωριστεί μέσα από την αμοιβαία παράδοση και την αλήθεια της έντασης.
     
  4. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Κεφάλαιο 4 – «Εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι»

    Κ

    Σηκώνει το κεφάλι του από το βάρος της προσμονής. Η αναπνοή του είναι κοφτή, σαν να τον πνίγει ο ίδιος του ο φόβος, κι όμως μέσα σ’ αυτόν τον φόβο νιώθει κάτι να τον ανυψώνει. Είναι παράδοξο: όσο περισσότερο αποδέχεται την αδυναμία του, όσο αφήνει να πέφτουν τα κομμάτια της λογικής και της ψυχικής του άμυνας, τόσο πιο ψηλά αισθάνεται ότι βρίσκεται. Αυτό το ύψωμα δεν είναι θρίαμβος· είναι αποκάλυψη. Κάθε του ταπείνωση, κάθε εικόνα εξευτελισμού, τον οδηγεί βαθύτερα στην κατανόηση ότι η αλήθεια της ύπαρξής του δεν βρίσκεται στην αυτάρκεια ή στη λογική, αλλά στη στιγμή που παραδέχεται: «Είμαι τίποτα. Κι αυτό θα παραδοθεί». Η φράση αντηχεί μέσα του σαν ξόρκι. Δεν έχει καμία αξία πια το παρελθόν του, τα επιτεύγματα, οι λέξεις που τον συνόδευσαν, τα μικρά ή μεγάλα ίχνη της ταυτότητάς του. Όλα γίνονται σκόνη. Νιώθει γυμνός από κάθε ιδιότητα, από κάθε προσωπείο, σαν να έχει σβήσει το όνομά του από τον ίδιο τον κόσμο. Και μέσα σε αυτό το μηδέν, σε αυτή τη σιωπηλή άρνηση της ύπαρξης, βρίσκει τον δρόμο της λύτρωσης: αφού είναι τίποτα, μπορεί να δοθεί ολοκληρωτικά, χωρίς αντίσταση, χωρίς διαπραγμάτευση. Το «τίποτα» δεν είναι πλέον κατάρα· είναι απελευθέρωση. Το τίποτα δεν χρειάζεται να κρατήσει, να υπερασπιστεί ή να αποδείξει τίποτα. Το τίποτα μπορεί μόνο να παραδοθεί. Κι εκεί, μέσα στην πιο βαθιά αυτοταπείνωση, ανακαλύπτει μια νέα μορφή ύψωσης: η ύπαρξή του αποκτά νόημα μόνο όταν χάνεται μέσα στην εξουσία Εκείνης, μόνο όταν το τίποτα του γίνει δώρο. Κάθε σκέψη αντίστασης καταρρέει. Κάθε προσπάθεια να περισώσει κομμάτι του εαυτού του σβήνει. Νιώθει την αλήθεια να τον διαπερνά με οξύτητα: η μόνη του αξία είναι να αδειάσει από όλα, να γίνει αγγείο που θα γεμίσει με τη βούλησή της. Και όσο το συνειδητοποιεί, τόσο το φως του σπαράσσεται — όχι για να σβήσει, αλλά για να καθαγιαστεί μέσα στην πράξη της παράδοσης.

    Α

    Καθώς πλησιάζει, νιώθει το κορμί της να βαραίνει και την ψυχή της να υψώνεται. Το νέο της εγώ, γεννημένο από τις στάχτες του παλιού, απλώνεται μέσα της σαν φτερούγισμα που γίνεται ατσάλι. Η παλιά της ζωή —οι δισταγμοί, οι φόβοι, οι ενοχές— καίγεται πίσω της, σαν πόλη που σβήνει στο βάθος, και μπροστά της απλώνεται μόνο η αίσθηση της δύναμης που την καλεί. Κάθε βήμα προς εκείνον είναι και μια αποκήρυξη: αποκήρυξη της αδυναμίας, της ανάγκης για επιβεβαίωση, της προσποίησης ότι ήταν μικρότερη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Δεν χρειάζεται πια να φορέσει καμία μάσκα· η δύναμη που ξεπηδά από μέσα της δεν είναι δάνειο από κανέναν, ούτε σχήμα που έπλασαν άλλοι για χάρη της. Είναι η ουσία της, η γυμνή της αλήθεια, σκληρή, καθαρή και αδιαπραγμάτευτη. Όσο πλησιάζει, αισθάνεται ότι ο αέρας βαραίνει γύρω της, σαν να την αναγνωρίζει και να υποκλίνεται στην ανάδυση του νέου της εαυτού. Το κορμί της κουβαλάει τη μνήμη του παλιού, μα η ψυχή της δεν γνωρίζει πια τίποτα απ’ αυτό· γνωρίζει μόνο το τώρα, την απόλυτη βεβαιότητα της εξουσίας. Σαν να στέκεται πάνω από γκρεμό, και αντί για φόβο να την πλημμυρίζει η μέθη της ελευθερίας. Κι εκεί, μέσα σε αυτή την κορύφωση, η αλήθεια της ξεφεύγει σαν κραυγή που δεν χρειάζεται φωνή:

    «Εδώ βρίσκομαι. Αυτό είμαι».

    Και στο επόμενο σπαραγμένο της βλέμμα, η σύγκριση γίνεται αμείλικτη:

    «Κι εκείνος… είναι τίποτα. Η σκόνη στις σόλες των παπουτσιών μου αξίζουν περισσότερο».

    Η φράση τη διαπερνά σαν σπαθί, όχι από κακία, αλλά από τη βεβαιότητα της δύναμής της. Εκείνη υψώνεται· εκείνος μηδενίζεται. Εκείνη υπάρχει· εκείνος παραδίδεται. Και αυτή η ασυμμετρία είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα χτιστεί η αλήθεια της στιγμής που τους περιμένει.
     
  5. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Κεφάλαιο 5: Δε θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει

    Κ

    Κάποτε έψαχνε απαντήσεις στα άστρα. Στις νύχτες που η ψυχή του λύγιζε, σήκωνε το βλέμμα στον ουρανό και ζητούσε κάποιο σημάδι, ένα ψίθυρο πως η ζωή έχει σκοπό πέρα από την αδυναμία του. Τώρα όμως, ο ουρανός είναι κενός —οι αστερισμοί δεν του δίνουν οδηγίες, οι προσευχές του σβήνουν στο κενό. Κανένα φως δεν οδηγεί, κανένα σύμπαν δεν ανταποκρίνεται. Η σιωπή είναι απόλυτη. Και μέσα σ’ αυτή την απόλυτη σιωπή, κάτι άλλο γεννιέται: η αναγνώριση ότι ό,τι κάποτε αναζητούσε στα άστρα δεν υπάρχει έξω από έναν άνθρωπο που έρχεται τώρα στο δωμάτιό του. Η σωτηρία που ονειρευόταν από το σύμπαν μετατοπίζεται — όχι προς μια μεταφυσική λύτρωση, αλλά προς μία συγκεκριμένη, ανθρώπινη παρουσία. Η μόνη του προσευχή, τώρα, δεν στρέφεται προς το άπειρο· στρέφεται προς εκείνη. Το αίτημά του είναι λιτό και γεμάτο ντροπή: να τον χρησιμοποιήσει. Δεν το προφέρει ως απαίτηση, ούτε ως προτροπή· είναι ικεσία, εξομολόγηση μιας βαθιάς ανάγκης. Θέλει να γίνει εργαλείο της στιγμής, αγγείο που θα γεμίσει με τη βούλησή της, σκόνη που θα διαλυθεί για να γίνουν όλα καθαρά. Στο βάθος της φωνής του υπάρχει κάτι σαν ανάσα εξαγνισμού — η επιθυμία να μην σωθεί από έξω, αλλά να βρει τη λύτρωση μέσα στην απόλυτη της χρήση. Αυτή η παραδοχή δεν είναι ταπείνωση χωρίς νόημα· είναι η πιο εγκόσμια προσευχή που έχει ποτέ μάθει: όχι για έλεος, αλλά για τον τρόπο που θα τον μειώσει, για τη μορφή που θα πάρει η παράδοση. Στέκεται εκεί, με τα χέρια κρυμμένα, και μέσα στην καρδιά του επαναλαμβάνεται σαν μάντρα η ίδια απαίτηση — όχι σε κάποιον θεό, αλλά σ’ αυτήν που κρατά την εξουσία της στιγμής. Και όσο πιο άδεια νιώθει, όσο περισσότερο χάνει τα υπολείμματα της αυτονομίας του, τόσο πιο έντονα φωτίζεται η αλήθεια: η σωτηρία του είναι μια ανθρώπινη, σκληρή πράξη· και τη ζητάει με κάθε ίχνος του είναι του.



    Α

    Δεν έχει πια ανάγκη να υψώσει προσευχές. Κάποτε σήκωνε κι εκείνη τα μάτια στον ουρανό, αναζητώντας απαντήσεις σε θεούς ή σε αφηρημένες δυνάμεις που θα της έδιναν κατεύθυνση. Τώρα όμως ξέρει ότι η ίδια είναι η απάντηση. Οι προσευχές ήταν δείγματα αδυναμίας· μια έμμεση παραδοχή ότι κάποιος άλλος όριζε την τύχη της. Μα η νέα της ψυχή απορρίπτει αυτή την ανάγκη. Δεν υπάρχει πια «επάνω», μόνο το «μέσα» της. Ό,τι έψαχνε παλιά στους θεούς, το βρίσκει τώρα μέσα της: την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ίδια είναι ο νόμος, η αρχή και το τέλος. Εκεί που άλλοτε περίμενε καθοδήγηση, τώρα συναντά τον ίδιο τον εαυτό της. Δεν είναι απλή αυτοπεποίθηση· είναι μια κοσμική βεβαιότητα ότι δεν χρειάζεται εξωτερική αρχή για να ορίσει την ύπαρξή της. Η εξουσία που νιώθει δεν είναι παραχώρηση, είναι το ίδιο της το αίμα, ο ρυθμός της ανάσας της. Ό,τι κάποτε αποκαλούσε θεϊκό, το κατανοεί πια ως αντανάκλαση της δικής της δύναμης. Δεν περιμένει δικαίωση από καμία υπερβατική αρχή. Οι κρίσεις των άλλων, τα βλέμματα που άλλοτε ζητούσε για να νιώσει ότι έχει θέση στον κόσμο, είναι τώρα ασήμαντα. Δεν χρειάζεται κανείς να την εγκρίνει. Δεν υπάρχει ανώτερο χέρι που θα υπογράψει τη νομιμότητα της ύπαρξής της. Εκείνη είναι το μέτρο, εκείνη είναι το κριτήριο. Η δικαίωσή της βρίσκεται στην ίδια της την ανάσα. Δεν χρειάζεται να ζητήσει χάρη, ούτε να παρακαλέσει για φως. Η παλιά γυναίκα μέσα της ίσως κάποτε γονάτιζε: ζητούσε επιείκεια, έψαχνε λίγη κατανόηση, ικέτευε για αποδοχή. Μα τώρα, το γονάτισμα έχει τελειώσει. Δεν παρακαλεί για φως, γιατί το φως δεν είναι πια κάτι ξένο. Δεν χρειάζεται εξωτερική ακτινοβολία για να φανεί· το ίδιο της το κορμί, η ίδια της η βούληση είναι ο ήλιος που ανατέλλει. Το φως που κάποτε θαμπωνόταν, τώρα σβήνει για να αφήσει χώρο στη δική της λάμψη. Ό,τι την τύφλωνε, θεϊκές υποσχέσεις, κοινωνικές εντολές, φόβοι, σβήνει σαν άχρηστος προβολέας. Δεν χρειάζεται πλέον να πορεύεται με δανεικό φως. Το δικό της φως, πιο καθαρό και ανελέητο, γεμίζει τον χώρο. Σ’ αυτό το φως δεν υπάρχει σκιά που να την κρατά δέσμια. Το σύμπαν δεν έχει πια τίποτα να της προσφέρει κι εκείνη δεν του χρωστά τίποτα. Το σύμπαν, που άλλοτε φάνταζε σαν απέραντη πηγή ελπίδας και τρόμου, τώρα μοιάζει αδιάφορο. Δεν ζητά να της δώσει, ούτε νιώθει την ανάγκη να ανταποδώσει. Η σχέση έχει λυθεί: δεν υπάρχει πια δέσμευση, καμία οφειλή, κανένα βάρος. Το μόνο που υπάρχει είναι εκείνη, ελεύθερη, αυτάρκης, αυτόφωτη, και η στιγμή που την περιμένει να υψώσει την εξουσία της πάνω σε εκείνον.
     
  6. GoodBoyII

    GoodBoyII New Member

    Κεφάλαιο 6: Δε θα ρωτήσω αναιδώς πού το κεντρί σου

    Κ

    Σε όλη τη διαρκεια της αναμονής του, κάθε λεπτό μοιάζει να πυροδοτεί μια μικρή έκρηξη μέσα του· μια προσμονή που δεν ξεγλιστράει πια σε σκέψη αλλά κατεβαίνει στο σώμα. Το στομάχι του σφίγγει, τα δάχτυλα αδυνατούν να μείνουν ακίνητα, και το δέρμα του γίνεται ευαίσθητο σαν να περίμενε ανά πάσα στιγμή το άγγιγμα μιας φωτιάς. Η ιδέα του κεντριού της δεν είναι πλέον θεωρία· είναι ανάσα που πλησιάζει στο λαιμό του, είναι γεύση που δεν έχει δοκιμάσει αλλά την επιθυμεί με τον ίδιο τρόπο που κάποιος διψάει για αλάτι. Σκέφτεται πως το κεντρί της ίσως να είναι πόνος, ίσως χάδι που καίει, ίσως λόγος που τον συντρίβει. Δεν έχει σημασία ποια μορφή θα πάρει. Για εκείνον θα είναι σαν χάδι που εγκαθίσταται βαθιά: ένα άγγιγμα που καίει και ταυτόχρονα φωτίζει κάτι κρυμμένο. Φαντάζεται τον τρόπο που οι λέξεις της θα πέσουν πάνω του, ίσως ψυχρές, ίσως χαϊδευτικές, αλλά πάντα τελεσίδικες, φαντάζεται το σώμα του να ανταποκρίνεται, να λυγίζει, να παίρνει το σχήμα που θα επιβάλει η φωνή της. Η επιθυμία του δεν είναι μόνο για πόνο ή ηδονή, είναι για την ακρίβεια της εμπειρίας, για τη βεβαιότητα ότι κάτι μέσα του θα σημαδευτεί και θα αποκτήσει νόημα μέσα από το σημάδι της. Υπάρχει μέσα του όμως και κάτι βαθύτερο από τη σωματική λαχτάρα: μια πείνα να δει την αλήθεια του καταγεγραμμένη στο σώμα του, να διαβαστεί η παράδοσή του σαν χαραγμένο κείμενο. Η περιέργεια για το «πώς» έχει χαθεί. Τη θέση της πήρε η αναμονή της αφήγησης που θα του επιβάλει, ο τρόπος με τον οποίο εκείνη θα τον μορφοποιήσει. Κάποτε η ερώτηση «γιατί;» τον έσωζε, τώρα του φαίνεται βλάσφημη γιατί θα έκοβε τη στιγμή στη μέση, θα έφερνε πίσω τη λογική που τον έχει προστατεύσει από τούτη τη στιγμή. Και έτσι κοιτάζει το ρολόι, το παράθυρο, τα σχήματα στο ταβάνι, αναζητώντας παντού προμήνυμα, αλλά κάθε προμήνυμα τον τραβά πιο κοντά στην παραδοχή. Δεν θα τολμήσει να ρωτήσει πού κρύβεται το κεντρί, γιατί η ερώτηση θα ήταν σαν προσπάθεια να ανακαλύψει το μυστικό πριν υποστεί την τελετή. Θέλει το μυστικό να τον βρει, να του μιλήσει μέσα από τη σάρκα και τη σιωπή. Η προσμονή του παίρνει το σχήμα μιας θρησκευτικής τυπικής ανάτασης: δεν ζητά να γλυτώσει, ζητά να μεταβεί. Κάθε κύμα φόβου που περνά είναι και κύμα απελευθέρωσης και όσο πλησιάζει η ώρα, η ανάγκη να νιώσει το κεντρί της γίνεται τόσο απελπιστική που σχεδόν δεν αφήνει χώρο για άλλα αισθήματα. Τελικά, αποδέχεται ότι η μόνη κατάλληλη στάση είναι η σιωπή της υποταγής όχι με παθητικότητα, αλλά με ενεργητική, εκλεκτική παράδοση στην πράξη που θα τον καθορίσει.

    Α

    Μέσα της, το κεντρί δεν είναι μυστικό· είναι η ίδια. Δεν είναι όπλο που κρατάει στο χέρι, ούτε εργαλείο που μπορεί να αποθέσει ή να αποκρύψει· είναι το ίδιο της το σώμα, η ίδια της η ψυχή που οξύνεται σε αιχμή. Η δύναμη που την καθορίζει δεν χωρίζεται από την ύπαρξή της. Όπου κι αν σταθεί, είναι ήδη εκεί: η υπόσχεση της πληγής, η σκληρότητα που δεν αποσύρεται. Δεν το κρύβει, δεν χρειάζεται να το κρύψει. Όποιος την αντικρίζει, το βλέπει στην κίνηση του κορμιού της, στην καθαρότητα της φωνής της, στο ανελέητο βλέμμα που δεν παραχωρεί κανένα έδαφος. Το κεντρί δεν έχει μυστικό γιατί δεν έχει δισταγμό. Η αλήθεια του είναι ολοφάνερη, και η αλήθεια αυτή λέει: θα πέσει πάνω σου, είτε το θέλεις είτε όχι. Εκείνος όμως δεν μπορεί να το κατονομάσει. Για να το ονομάσει, θα έπρεπε να σταθεί απέναντι, να τολμήσει να το αναγνωρίσει με το στόμα του. Μα εκείνος δεν έχει πια απέναντι, έχει μόνο το «κάτω». Το μόνο που του επιτρέπεται είναι να σκύψει, να σωπάσει, να περιμένει. Η σιωπή του δεν είναι απλώς αποδοχή, είναι η αναγνώριση πως όποια λέξη κι αν τολμούσε να προφέρει θα ήταν βλασφημία, παραχάραξη της δύναμης που την καθορίζει. Βλέπει την αναμονή του σαν ανοιχτή πληγή. Δεν χρειάζεται να τη δημιουργήσει, είναι ήδη εκεί, μονάχα να τη σφραγίσει. Ξέρει ότι το κεντρί της θα πέσει πάνω του σαν χάδι από μαστίγιο που χωρίζει τον αέρα, που σκίζει την αντοχή του και αφήνει πίσω του μόνο το σημάδι της. Το μαστίγιο δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας, είναι η πιο ωμή μορφή επικοινωνίας, λέξη που γράφεται κατευθείαν στη σάρκα. Και το ίχνος της δεν θα σβήσει. Το δέρμα του, το σώμα του, η ψυχή του θα κουβαλούν το αποτύπωμα. Εκείνη θα το δει να χαράσσεται, θα το αναγνωρίσει ως δικό της έργο, και αυτή η στιγμή θα είναι το αληθινό του όνομα. Δεν χρειάζεται ερωτήσεις, γιατί το ίδιο το κεντρί είναι η απάντηση. Είναι η ωμή, ανελέητη φράση που λέγεται χωρίς λέξεις: «Ανήκεις εδώ. Είσαι σφραγισμένος».