Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Tpe

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 30 Δεκεμβρίου 2025.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Είχα τελειώσει το στρατιωτικό μου έναν χρόνο πριν, ολοκληρωμένες σπουδές. Πλέον τριάντα ετών. Έχω νοικιάσει ένα σπιτάκι στο Παγκράτι, ανάμεσα στο Χίλτον και στην Εθνική Πινακοθήκη. Το ήθελα πάντα να ζήσω σε αυτή την περιοχή. Εργαζόμουν ως αναλυτής δεδομένων σε μία πολυεθνική. Παρέες, φίλοι καινούρια μηχανή. Η ζωή μου είχε μπει σε μια σειρά. Αλλά μου έλειπε κάτι και αυτό ήταν βαθύ το κενό. Μου έλειπε η υποταγή, να είμαι με έναν άνθρωπο, έναν Αφέντη με όλη την έννοια της λέξης. Δεν ήθελα ημίμετρα και απλές σχέσεις. Ήθελα κάτι πολύ παραπάνω και το πρόβλημα ήταν ότι το μυαλό μου τριγυρνούσε μόνο εκεί.

    Μπήκα σε μια ομάδα σχετική και είπαν ότι πρόκειται να γίνει μια συνάντηση, λίγο διαφορετική από τις άλλες. Τα υποτακτικά μέλη, ανεξαρτήτως φύλου και προτιμήσεων θα εμφανίζονταν γυμνά πίσω από ένα τζάμι, δεν θα φορούσαν απολύτως τίποτα και φυσικά θα φαίνονταν και τα πρόσωπά τους. Από την άλλη τα κυρίαρχα μέλη θα φορούσαν μάσκα και διαφορετικά ρούχα από αυτά της συνάντησης. Μετά την μία ώρα έκθεσης των υποτακτικών μελών θα ντύνονταν, τα κυριαρχικά μέλη θα άλλαζαν και θα γίνονταν η συνάντηση. Οι κανόνες ήταν αυτοί και μόνο αυτοί και όσο και αν φοβόμουν να εκτεθώ δεν μπορούσα να το απορρίψω. Πήγα σε ένα στούντιο περιποίησης, έκανα ολική αποτρίχωση, μάσκες ομορφιάς τα πάντα, ήθελα να ήμουν τουλάχιστον αρεστός σε όποια μάτια έπεφταν πάνω μου.

    Βρέθηκα σε αυτό το μαγαζί. Ένας άνδρας με καραφλίτσα γεροδεμένος και μια γυναίκα περίπου στα πενήντα μας υποδέχθηκαν. Ήταν οι διοργανωτές, ζευγάρι. Ο άνδρας ήταν υποτακτικός της αν και ήταν κάπως αυστηρός, δεν ξέρω. Μας έβαλαν να γδυθούμε μπροστά τους. 5 άνδρες και 4 γυναίκες. Μας πήγαν στην αίθουσα, ήταν ένα γυάλινο δωμάτιο στη μέση σαν κλουβί, μας έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και μας έβαλαν να γονατίσουμε μέχρι να έρθουν οι επισκέπτες. Ήταν περίεργο. Οι υπόλοιποι υποτακτικοί άνδρες ήταν μέτριοι, πιο μεγάλοι ηλικιακά από μένα. Οι υποτακτικές ήταν περίπου στα εικοσιπέντε όλες, καλλίγραμμες.

    Τα μάτια των κυρίαρχων έπεσαν πάνω μας. Όταν μπήκαν μας έδωσαν προσταγή να σηκωθούμε. Οι Κυρίαρχοι ζητούσαν διάφορες θέσεις και στάσεις στο σώμα μας, Έβλεπαν τα πάντα χωρίς να αγγίζουν. Αυτό κράτησε περίπου μια ώρα, όταν τελείωσε. Μας επέστρεψαν τα ρούχα μας και μας πήγαν στο κεντρικό χώρο του μαγαζιού που ήταν ένα καφέ.

    Αισθάνθηκα ωραία να πω την αλήθεια. Τουλάχιστον οι Αφέντες και οι Αφέντρες γνώριζαν πως είμαστε εμφανισιακά. Με πλησίασαν πολλές γυναίκες, ειδικά μία από αυτές ήταν πανέμορφη και αυστηρή.

    «Έλα να μιλήσουμε» μου είπε, την ακολούθησα στο τραπέζι της. Κάθισε και μετά κι εγώ. Δεν μπορούσα να τη κοιτάζω στα μάτια. Το απέφευγα. Κοιτούσα από δω και από εκεί.

    «Με λένε Δέσποινα, Μάριε» μου είπε, κούνησε το καρτελάκι με το όνομά μου. Οι υπό φορούσαμε καρτελάκι με το όνομά μας. Δεν μίλησα. Δεν είχα τέτοια άνεση μαζί της.

    «Είμαι εδώ ως απεσταλμένη του Κυρίου Κωνσταντίνου. Είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει να βρει ένα αγόρι με τα δικά σου εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά θέλει περισσότερα εσωτερικά» δεν έβγαζα νόημα σε ότι έλεγε, μόνο άκουγα.

    «Ο Κωνσταντίνος είναι ένας Κύριος. Αριστοκρατικός κι εκλεπτυσμένος. Θέλει όμως σκλάβο, τα ημίμετρα δεν τον ενδιαφέρουν» δεν με είχε ρωτήσει καν αν έχω ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις, δεν φαίνονταν να ενδιαφέρεται γι αυτά.

    «Σκλαβιά σημαίνει πλήρης άνευ όρων παράδοση.» Και σχεδόν ήμουν έτοιμος να γονατίσω.

    «Μάλιστα Κυρία» είπα χωρίς να μου το έχει ζητήσει. Χαμογέλασε. Άρχισε να με ρωτάει για εμένα. Της είπα για την οικογένεια μου που ζει σε άλλη χώρα. Για την εργασία μου. Για το σπίτι που μένω.

    «Ο σκλάβος του Κυρίου Κωνσταντίνου μένει μαζί του, στην οικεία του. Τα υπάρχοντα σου θα κλειδωθούν σε αποθήκη. Όλα, ακόμη και τα εσώρουχα σου. Αν περάσεις την οικεία του, θα είσαι γυμνός και δεν θα έχεις προσωπικά πράγματα παρά μόνο όσα σου δίνει Εκείνος»

    Έκανα μια παύση. Καταλάβαινα ότι όποιος και αν είναι αυτός ο Κύριος Κωνσταντίνος θέλει απόλυτη υποταγή. Της είπα για τα όρια μου.

    «Δεν κάνω ναρκωτικά και παράνομα πράγματα» χαμογέλασε.

    «Είναι σεβαστά αυτά, δεν έχεις άλλα όρια όμως;»

    Την κοίταξα χωρίς να μπορώ να σκεφτώ κάτι εκείνη την ώρα.

    «Άλλοι λένε για τα κόπρανα, άλλοι για τατουάζ, αλλαγές στο σώμα. Σεξουαλικές χρήσεις, εσύ δεν έχεις τέτοια θέματα.»

    «Έχω την άδεια Σας να μιλήσω Κυρία Δέσποινα;» κοίταζα χαμηλά.

    «Ναι την έχεις. Είναι πολύ ευγενικό από μέρους σου που γνωρίζεις ήδη τη θέση σου»

    «Σας ευχαριστώ. Αν γίνω σκλάβος, αυτά δεν θα έχουν σημασία. Μιλάτε για άνευ όρων παράδοση. Αν γίνω σκλάβος του, τότε Εκείνος θα αποφασίζει για τη χρήση μου χωρίς να έχω εγώ δικαιώματα άρνησης. Πολλά από αυτά που είπατε δεν τα έχω κάνει, δεν θα ήθελα να τα κάνω, αλλά πώς θα γίνω σκλάβος αν αρνούμαι;» ήταν ρητορική η ερώτηση μου και χωρίς να το ζητήσει γονάτισα κι έσκυψα το κεφάλι μου.

    «Γέμισε μου το ποτήρι» έπινε φυσικό χυμό πορτοκάλι. Πήρα το ποτήρι της και πήγα μέχρι το μπαρ. Γύρισα, την σέρβιρα και γονάτισα πάλι. Μου έδωσε τα πραγματικά στοιχεία του Κυρίου Κωνσταντίνου. Συνεχίσαμε να μιλάμε μέχρι να τελειώσει τον χυμό της. Μια κοπέλα πλησίασε. Πολύ όμορφη, φορούσε κολάρο. Η σκλάβα της. Μου έδωσε ένα φάκελο με οδηγίες, συμπλήρωσα τα στοιχεία επικοινωνίας μαζί μου στο κινητό της. Έφυγαν.



    Δεν κάθισα άλλο στη συνάντηση. Γύρισα σπίτι. Άνοιξα τον φάκελο. Γεμάτος με τα στοιχεία του Κυρίου Κωνσταντίνου. Είναι δικηγόρος, έχει ένα από τα πιο γνωστά δικηγορικά γραφεία. Τον έψαξα στο διαδίκτυο. Έναν άνδρας περίπου πενήντα ετών. Γκριζομάλλης, μελαχρινός, λεπτός. Είδα φωτογραφίες του από την παραλία, γραμμωμένος. Πανέμορφος. Εργένης. Χωρίς γάμους. Μόνος περιγράφονταν σαν Ζεν Πρεμιέ, κελεπούρι. Δεν είχε όμως πολλά στοιχεία για τη προσωπική του ζωή, αλλά για την εργασία του. Είδα το γραφείο του, χλιδάτο. Σοβαρό. Έχει πολύ προσωπικό. Συνεργάτες, άνδρες και γυναίκες. Στην ιστοσελίδα τους είχε έναν κι έναν. Όμορφοι άνθρωποι, δυναμικοί. Αισθανόμουν, μικρός, λίγος. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.



    Πέρασαν δυο μέρες. Πήγαινα στη δουλειά, κολυμβητήριο, σπίτι. Περίμενα. Δεν ήξερα τι περίμενα. Δηλαδή ήξερα, επαφή, επικοινωνία. Απόγευμα Παρασκευής. Χτύπησε το τηλέφωνο μου. Άγνωστος αριθμός, σταθερό τηλέφωνο. Το σήκωσα. Στο βάθος μια αντρική φωνή, νεανική.

    «Είμαι από το δικηγορικό γραφείο του Κυρίου Κωνσταντίνου…» μόλις κατάλαβα ότι ήταν η κλήση που περίμενα, τα έχασα, άρχισα να τρέμω.

    «Να σας υπενθυμίσω το ραντεβού σας για απόψε στις 9 στην Θυσία» Γούαου είπα από μέσα μου, σε ένα από τα πιο ακριβά εστιατόρια της Αθήνας. Έκλεισε το τηλέφωνο. Έβγαλα τα ρούχα μου κι έτρεξα κατευθείαν για μπάνιο έχω λιγότερες από δύο ώρες μπροστά μου. Πλύθηκα, ξυρίστηκα, χτενίστηκα, στάθηκα μπροστά στη ντουλάπα μου. Τι βάζω τώρα;

    Θυσία

    Πήγα στο μαγαζί ακριβώς εννιά. Έδωσα το όνομά του Κυρίου Κωνσταντίνου στην μετρ που μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Το τραπέζι ήταν στο μπαλκόνι, απομονωμένο με θέα την Ακρόπολη. Είδα την πλάτη του Κυρίου Κωνσταντίνου και σχεδόν έτρεμα όσο περπατούσα. Άρχισα να αγχώνομαι. Τα λευκά λινά ρούχα που φορούσα φοβόμουν μην τα ιδρώσω από το άγχος μου. Το αεράκι της καλοκαιρινής βραδιάς βοηθούσε. Ο μετρ με ανακοίνωσε. Ο Κύριος Κωνσταντίνος σηκώθηκε, προς έκπληξη μου ήταν πιο ψηλός από τις φωτογραφίες κι από μένα. Με προσκάλεσε στο τραπέζι του. Τον κοίταξα ελάχιστα στα μάτια, τα δικά μου στράφηκαν αμέσως στο πάτωμα. Ο μετρ έφυγε.

    «Κάθισε, Μάριε. Είσαι πολύ αγχωμένος» κάθισα και πως να μην ήμουν αγχωμένος.

    «Η καρδία μου θα σπάσει, Κύριε» του είπα κι αμέσως ζήτησα συγγνώμη.

    «Ηρέμησε. Δεν μου αρέσει να μιλάνε χωρίς άδεια, αλλά δεν είσαι ακόμη σκλάβος μου» το είπε αρκετά δυνατά χωρίς να τον ένοιαζε το παραμικρό αν θ’ ακουστεί. Μου έφεραν ένα ποτήρι λευκό κρασί. Ήπια με την άδεια του.

    «Εμπιστεύομαι την Δέσποινα. Είναι η Διευθύντρια του γραφείου μου. Για να σε προτείνει μετά από τόσα χρόνια ψάξιμο έχει δει αυτό που θέλει σε εσένα» ήμουν χαμένος. Βυθισμένος σε ότι συμβαίνει, μαγεμένος.

    «Σίγουρα θα έχεις πολλές απορίες. Για αυτό σε κάλεσα απόψε εδώ. Θα φάμε, θα μιλήσουμε και στο τέλος της βραδιάς ίσως πάρεις την τελευταία απόφαση της ζωής σου». Τσούγκρισε το ποτήρι μου.

    «Πιες» διέταξε.

    Ο σερβιτόρος ξεκίνησε να φέρνει τα πιάτα από το μενού.

    «Τα δικά σου είναι χωρίς μαλάκια, γνωρίζω για τις αλλεργίες σου»

    Έμεινα με το στόμα ανοικτό. Πώς το ήξερε.

    «Φυσικά κι έκανα πλήρη έρευνα για εσένα Μάριε. Ελπίζω να μη σε πειράζει. Εσύ έκανες για εμένα;»

    «Έκανα, ότι μπορούσα να βρω στο διαδίκτυο»

    «Σίγουρα θα έχεις πολλά να ρωτήσεις»

    «Μάλιστα Κύριε» απάντησα χωρίς να το ζητήσει. Χαμογέλασε.

    «Κέρδισες το δικαίωμα της πρώτης ερώτησης σου» ενώ ήθελα πολλά να τον ρωτήσω, όλη μου η σκέψη στρέφονταν γύρω του.

    «Είδα στο διαδίκτυο ότι Σας αρέσει ο καφές, πώς σας αρέσει, το είδος του, η δοσολογία του;»

    Έλαμψαν τα μάτια του από χαρά.

    «Νεαρέ δεν περίμενα ότι θα κατάφερνες να με κάνεις να νιώσω τόσο όμορφα, τόσο γρήγορα. Τον καφέ μου μου αρέσει να τον πίνω σκέτο, διπλή δόση εσπρέσο.»

    Δεν μίλησα άλλο. Συνεχίσαμε το δείπνο μας. Μου εξήγησε πως θέλει να ζω μαζί του, να τον υπηρετώ πλήρως. Θα πρέπει να ξεχάσω τη ζωή που έχω, θα παραιτηθώ από την εργασία μου. Αν καταφέρω να γίνω σκλάβος του, θα με παρουσιάζει σε κόσμο σαν σκλάβο του. Η οικογένεια του και οι φίλου του θα είναι πλήρως ενημερωμένοι και το ίδιο θα είναι και οι δικοί μου.

    «Έχεις πρόβλημα με αυτό;» άλλαξε ο τόνος της φωνής του. Αυστηρός. Ψυχρός.

    «Κανένα πρόβλημα Κύριε, δεν κρύβω ότι με φοβίζει αυτό»

    «Φυσιολογικό. Επίσης είμαι υπέρμαχος του σωματικού πόνου και των τιμωριών γενικότερα»

    Δεν περίμενα κάτι λιγότερο να πω την αλήθεια. Δεν αντέδρασα. Το εκτίμησε αυτό.

    «Μπορείς να κάνεις την δεύτερη ερώτηση σου, αυτή τη φορά να έχει σεξουαλικό περιεχόμενο»

    «Μάλιστα Κύριε» του απάντησα και χωρίς να το σκεφτώ περισσότερο.

    «Πώς μπορώ να Σας ικανοποιήσω σεξουαλικά Κύριε;»

    Γέλασε. Γέλασε με την καρδιά του.

    «Μόνο που τρέμεις και κοκκινίζουν τα μάγουλά σου από ντροπή μικρέ, με ικανοποιείς»



    Συνεχίσαμε να μιλάμε. Μου είπε κάποιες λεπτομέρειες όπως για τη ζώνη αγνότητας και πως προτιμά να μην έχω οργασμούς για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αλλά ήταν ήρεμος. Το φεγγάρι είχε πέσει πάνω στην Ακρόπολη.



    «Μάριε αν με ακολουθήσεις απόψε σπίτι μου, θα πρέπει να ξέρεις ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή. Θα εκπαιδευτείς και θα γίνεις σκλάβος μου. Θα οριστείς πληρεξούσιος δικηγόρος η Κυρία Δέσποινα και θα δηλώσει την παραίτηση σου, θα κλείσει το σπίτι του και όλα. Οι δόσεις ενοικίου και της μηχανής σου θα πληρωθούν από εμένα. Επίσης θα υπάρχει ένας λογαριασμός που κάθε μέρα θα σου καταθέτω μισθό. Θα σε έχω δηλωμένο στο σπίτι μου ως οικιακό βοηθό αποκλειστικό. Αν έρθεις απόψε σπίτι μου να ξέρεις και θα σε μαστιγώσω και θα σε σοδομίσω σκληρά και χωρίς κανένα έλεος»

    «Θέλω να γίνω σκλάβος Σας, Κύριε» απάντησα χωρίς κανέναν δισταγμό.

    Χαμογέλασε. Σηκώθηκε.

    «Ακολούθησε με»…
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Στη διαδρομή στο αυτοκίνητο του δεν ανταλλάξαμε ούτε μια κουβέντα παρά μόνο μου ζήτησε να κοιτάω χαμηλά. Φθάσαμε. Ήταν μεγάλο το σπίτι, έπαυλη. Τον ακολούθησα μέσα στο σπίτι ήταν όλα άγνωστα για εμένα. Χωρίς να το ζητήσει, έβγαλα τα ρούχα μου, τα δίπλωσα και τον ακολούθησα. Μου έδειξε μερικά δωμάτια. Την κουζίνα, το καθιστικό, τα μπάνια. Τους δικούς του χώρους. Το γραφείο και την κάμαρα του. Με πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο που είχε μόνο μία ντουλάπα, άδεια. Άφησα τα ρούχα μου εκεί όπως μου είπε. Μου έδειξε το ξύλινο πάτωμα.

    «Εκεί θα κοιμάσαι» ούτε σεντόνια, ούτε μαξιλάρι, ούτε τίποτα. Μόνο που καύλωσα. Ερεθίστηκα πολύ. Γέλασε.
    «Δεν θα σου αρέσει τόσο πολύ στο εγγύς μέλλον»

    Πήγαμε σε ένα άλλο δωμάτιο. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Ήταν το δωμάτιο με προϊόντα καθαρισμού.
    «Αύριο η κυρία που καθαρίζει θα είναι εδώ, θα σε συστήσω, θα σου πει τι να κάνεις.» Κατάπια δυνατά. Δεν ήξερα ότι θα με εκθέσει τόσο γρήγορα. Μπροστά μας ήταν ένα ξύλινο τραπέζι, μου ζήτησε να ξαπλώσω μπρούμυτα σε αυτό. Δεν έχασε το καιρό του πήρε τον κόπανο για τα χαλιά κι άρχισε να μου τις βρέχει. Αν δεν έχεις δαρθεί με αυτό δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τσούζει, πόσο πονάει. Το άφησε και πήρε μια ζώνη, συνέχισε να χτυπά δυνατά τον κώλο μου.

    «Δεν θέλω να κουνιέσαι, κρατήσου καλά» μου είπε κι άρχισε να μου κάνει βίτσα. Αυτό τώρα πονούσε πολύ. Με χτύπησε για αρκετή ώρα. Μάτωσα.

    Μου έβαλε οινόπνευμα στις πληγές για να τις καθαρίσεις. Ούρλιαζα από τον πόνο. Σταμάτησε. Ένιωσα πρώτη φορά το χάδι του.

    Με σήκωσε, με έπιασε από τα μαλλιά και με πήγε στο σαλόνι του. Γονάτισα μπροστά του.
    «Το στόμα σου ανοιχτό, η γλώσσα σου ελαφριά προς τα έξω. Θα μένεις πάντοτε έτσι. Σου αφαιρείται η άδεια να μιλάς» Έμεινα ακίνητος, φοβισμένος. Έφυγε από τον χώρο, ένα ρολόι απέναντι μου.

    Πέρασαν αρκετές ώρες από τότε που με άφησε σ αυτή τη στάση. Δεν αποκοιμήθηκα, αλλά τα πόδια μου, τα γόνατα μου πονούσαν φρικτά. Τον είδα στο ίδιο χώρο. Ήταν γυμνός, καυλωμένος. Ήρθε κοντά μου, με βοήθησε να σηκωθώ, έκλαιγα από τον πόνο στους μυς μου. Με πήγε στο δωμάτιο μου.
    Με έβαλε στα τέσσερα στο πάτωμα. Ένιωσα τα δάκτυλα του να μπαίνουν μέσα μου, βόγγαγα.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Οι πρώτες πρωινές αχτίδες του ήλιου με βρήκαν στο πάτωμα. Το σώμα μου ήταν ένα ενιαίο πλέγμα πόνου. Οι πληγές από τη βίτσα είχαν ξεραθεί πάνω στο ξύλο και κάθε μικρή κίνηση ένιωθα να με σκίζει ξανά. Η σιωπή στο σπίτι ήταν απόλυτη, σχεδόν ιερή, μέχρι που άκουσα τα βαριά βήματα του Κυρίου Κωνσταντίνου.

    Εμφανίστηκε μπροστά μου φορώντας μια μεταξωτή ρόμπα, κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ. Το άρωμα του διπλού εσπρέσο —αυτού που είχαμε συζητήσει στη «Θυσία»— πλημμύρισε το δωμάτιο. Γονάτισα αμέσως, θυμούμενος την εντολή: το στόμα ελαφρώς ανοιχτό, η γλώσσα έξω, το βλέμμα χαμηλά.

    «Καλημέρα, Μάριε. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσεις τη νέα σου ζωή», είπε με μια φωνή που δεν είχε πλέον την κοινωνική ευγένεια του εστιατορίου, αλλά μια ψυχρή, ιδιοκτησιακή σιγουριά.

    Στις οκτώ ακριβώς, το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. «Σήκω. Πάμε να γνωρίσεις την κυρία Ελένη», με διέταξε.

    Με οδήγησε στην κουζίνα. Η οικιακή βοηθός, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, σοβαρή και περιποιημένη, δεν έδειξε ούτε ίχνος έκπληξης όταν με είδε εντελώς γυμνό, γεμάτο σημάδια, να στέκομαι πίσω από τον Κύριο.

    «Ελένη, αυτός είναι ο νέος μου σκλάβος. Από σήμερα θα σε βοηθάει σε όλες τις βαριές δουλειές. Θα τον χρησιμοποιείς όπως θέλεις, αλλά δεν θα του μιλάς παρά μόνο για να του δίνεις εντολές. Δεν έχει άδεια να σου απαντάει.»

    Εκείνη έγνεψε καταφατικά, ρίχνοντάς μου μια ματιά που δεν είχε οίκτο, αλλά μια παράξενη πρακτικότητα, σαν να ήμουν ένα νέο εργαλείο που μόλις είχε φτάσει στο σπίτι.

    «Ξεκίνα με τα παράθυρα του καθιστικού», μου είπε εκείνη. «Και μετά θα καθαρίσεις τα μάρμαρα στη βεράντα γονατιστός.»

    Όλη την ημέρα εργαζόμουν σκληρά. Ο Κύριος Κωνσταντίνος κάθονταν στο γραφείο του με την πόρτα ανοιχτή, παρακολουθώντας με να τρίβω τα πατώματα γυμνός, ενώ οι συνεργάτες του τον καλούσαν στο τηλέφωνο για υποθέσεις εκατομμυρίων. Η αντίθεση ήταν σοκαριστική: από τη μία η υψηλή κοινωνία και ο νόμος, και από την άλλη εγώ, ένα αντικείμενο που ίδρωνε κάτω από τις διαταγές μιας γυναίκας που μέχρι χθες θα θεωρούσα «προσωπικό».

    Το μεσημέρι, ο Κωνσταντίνος με κάλεσε στο γραφείο του. «Πείνασες;» με ρώτησε. Προσπάθησα να γνέψω, αλλά με σταμάτησε με ένα βλέμμα. «Σου έβγαλα το δικαίωμα της κίνησης του κεφαλιού. Θα περιμένεις.»

    Έβγαλε από το συρτάρι του ένα δερμάτινο κολάρο με μια μικρή ατσάλινη ταυτότητα που έγραφε μόνο μια λέξη: ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. Μου το φόρεσε και το έσφιξε τόσο, που ένιωσα την πίεση στην καρωτίδα μου.

    «Αυτό δεν θα ξαναβγεί ποτέ. Τώρα, πήγαινε στην κουζίνα. Η Ελένη σου έχει αφήσει το φαγητό σου στο πάτωμα, σε ένα μπολ. Θα φας χωρίς χέρια.»

    Το απόγευμα, η Κυρία Δέσποινα ήρθε στην έπαυλη. Κρατούσε μια σειρά από έγγραφα. Με έβαλαν να κάτσω στα πόδια τους όσο εκείνοι υπέγραφαν. «Η παραίτησή σου από την πολυεθνική έγινε δεκτή, Μάριε. Το σπίτι στο Παγκράτι αδειάζει αύριο. Η μηχανή σου πουλήθηκε», είπε η Δέσποινα με ένα ελαφρύ χαμόγελο.

    Ένιωσα μια στιγμή πανικού. Η παλιά μου ζωή έσβηνε με μια μονοκοντυλιά. Δεν ήμουν πια ο αναλυτής δεδομένων. Δεν είχα πια φίλους, ούτε όνομα για τον έξω κόσμο. Ήμουν μόνο το σώμα που ένιωθε το χέρι του Κωνσταντίνου να χαϊδεύει το σβέρκο μου.

    «Απόψε», ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος στο αυτί μου, «θα δοκιμάσουμε τη ζώνη αγνότητας που σου υποσχέθηκα. Θα μάθεις ότι η ηδονή σου ανήκει αποκλειστικά σε μένα και θα την παίρνεις μόνο όταν το αξίζεις.»

    Η νύχτα έπεφτε και ήξερα ότι το δεύτερο μέρος της «εκπαίδευσης» θα ήταν πολύ πιο σκοτεινό από το πρώτο.
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Η ατμόσφαιρα στο σαλόνι της έπαυλης είχε γίνει αποπνικτική. Ο Κύριος Κωνσταντίνος καθόταν στην πολυθρόνα του με ένα ποτήρι ουίσκι, ενώ η Δέσποινα, πάντα κομψή και αυστηρή, στεκόταν δίπλα του. Εγώ ήμουν γονατισμένος στα πόδια τους, με το κεφάλι σκυμμένο, νιώθοντας το βάρος του κολάρου στον λαιμό μου.

    «Δέσποινα», είπε ο Κωνσταντίνος με φωνή που δεν άφηνε περιθώρια, «ήρθε η ώρα να τον σφραγίσεις. Θέλω να του φορέσεις εσύ τη ζώνη. Να καταλάβει ότι ακόμα και η Διευθύντρια του γραφείου μου έχει απόλυτη εξουσία πάνω στο σώμα του».

    Η Δέσποινα πλησίασε κρατώντας την ατσάλινη κατασκευή. Με ανάγκασε να σηκωθώ και να ανοίξω τα πόδια μου. Ο κρύος χάλυβας ακούμπησε το δέρμα μου και ο ήχος από το κλείδωμα της κλειδαριάς αντήχησε στο δωμάτιο. Ένιωσα μια απόλυτη φυλακή να κλείνει γύρω από τον ανδρισμό μου.

    «Το κλειδί θα το κρατάει ο Κύριος», ψιθύρισε η Δέσποινα, «εσύ πλέον δεν έχεις πρόσβαση στον εαυτό σου».

    Αλλά η ταπείνωση δεν σταμάτησε εκεί. Ο Κωνσταντίνος φώναξε την κυρία Ελένη. Εκείνη μπήκε κρατώντας το μαστίγιο που της είχε δώσει ο ίδιος.

    «Ελένη», διέταξε ο Κωνσταντίνος, «δείξε στον Μάριο τη θέση του. Δεν είναι καλεσμένος, δεν είναι άνθρωπος. Είναι το κτήμα μου. Μαστίγωσέ τον μέχρι να καταλάβει ότι είναι ένα τίποτα μπροστά μας».

    Η οικιακή βοηθός, με πρόσωπο ανέκφραστο, άρχισε να καταφέρει χτυπήματα στην πλάτη και τους γλουτούς μου. Κάθε χτύπημα ήταν μια υπενθύμιση της νέας μου ταυτότητας. Μπροστά στα μάτια της Δέσποινας και του Αφέντη μου, η Ελένη με αντιμετώπιζε σαν ένα αντικείμενο που χρειαζόταν πειθαρχία. Ο πόνος ήταν οξύς, αλλά η ντροπή που ένιωθα να δέρνομαι από το προσωπικό του σπιτιού ήταν αυτό που με έκανε να λυγίσω πραγματικά. Έκλαιγα σιωπηλά, με το στόμα ανοιχτό, όπως μου είχαν επιβάλει.

    «Αρκετά», είπε ο Κωνσταντίνος μετά από ώρα. Η Ελένη αποσύρθηκε με μια μικρή υπόκλιση.

    «Μάριε, στο δωμάτιό μου. Τώρα».

    Τον ακολούθησα έρποντας μέχρι την κρεβατοκάμαρά του. Το σκοτάδι εκεί ήταν διαπεραστικό, φωτισμένο μόνο από λίγα κεριά. Με το που μπήκαμε, η πόρτα κλείδωσε πίσω μας.

    «Απόψε θα μάθεις τι σημαίνει να ανήκεις σε έναν άνδρα ολοκληρωτικά», μου είπε και με άρπαξε από τα μαλλιά, τραβώντας με πάνω στο κρεβάτι.

    Η νύχτα που ακολούθησε ήταν μια καταιγίδα αισθήσεων. Ο Κωνσταντίνος με πήρε με έναν τρόπο που δεν άφηνε καμία αμφιβολία για την κυριαρχία του. Δεν υπήρχε τρυφερότητα, παρά μόνο μια ωμή, αντρική επιβολή. Με χρησιμοποίησε με κάθε τρόπο, εξερευνώντας κάθε σπιθαμή του σώματός μου, ενώ η ζώνη αγνότητας με εμπόδιζε να νιώσω τη δική μου εκτόνωση, αναγκάζοντάς με να εστιάζω μόνο στη δική του ικανοποίηση.

    Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο απόλυτα «γεμάτος» και ταυτόχρονα τόσο «κενός» από τον παλιό μου εαυτό. Όταν τελείωσε, με άφησε να κουλουριαστώ στα πόδια του κρεβατιού, γυμνό και εξαντλημένο, αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το κενό μέσα μου είχε αρχίσει να γεμίζει με την παρουσία Του.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Με έπιασε γερά από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι μου προς τα πίσω ώστε ο λαιμός μου να τεντωθεί τελείως. Η γωνία ήταν επώδυνη, αλλά απαραίτητη για αυτό που ακολουθούσε. Ξεκίνησε πιέζοντας τον ανδρισμό του αργά στο στόμα μου, σταματώντας ακριβώς στο σημείο που ξεκινούσε το αντανακλαστικό του πνιγμού. Με ανάγκασε να μείνω εκεί, ακίνητος, για αρκετά λεπτά. Τα μάτια μου βούρκωσαν από την πίεση, αλλά το χέρι του στα μαλλιά μου ήταν η άγκυρα που με κρατούσε στη θέση μου. Σιγά-σιγά, άρχισε να σπρώχνει βαθύτερα. Κάθε φορά που το σώμα μου αντιδρούσε σπασμωδικά, το κράτημά του γινόταν πιο σκληρό. «Μην παλεύεις το ένστικτό σου. Κατάπιέ το. Γίνε ένας κενός σωλήνας για μένα», ψιθύρισε. Η εκπαίδευση του λαιμού απαιτούσε απόλυτο έλεγχο. Με ανάγκασε να παίρνω μικρές, κοφτές ανάσες από τη μύτη, ενώ εκείνος χρησιμοποιούσε το στόμα μου με ρυθμό που αυξανόταν σταδιακά. Η αίσθηση του γεμάτου λαιμού, η αδυναμία να κλείσω το στόμα μου και η συνεχής επαφή του σκληρού μετάλλου του κολάρου με το δέρμα μου, δημιουργούσαν μια κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης.
    Δεν υπήρχε ρυθμός που να ορίζω εγώ. Ήμουν απλώς ένα εξάρτημα της ηδονής του. Ο Κωνσταντίνος δεν έδειχνε οίκο. Κάθε φορά που ένιωθε ότι ο λαιμός μου χαλάρωνε, πίεζε ακόμα πιο βαθιά, μέχρι που ένιωθα την παρουσία του στη βάση του λαιμού μου. Οι μυς του προσώπου μου πονουσαν, τα γόνατά μου έτρεμαν στο πάτωμα, αλλά η πειθαρχία που μου επέβαλλε ήταν ναρκωτικό.

    «Κοίταξέ με», διέταξε. Σήκωσα τα βουρκωμένα μάτια μου και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα απόλυτης ικανοποίησης και εξουσίας. Εκείνη τη στιγμή, καθώς ο λαιμός μου είχε παραδοθεί τελείως στη χρήση του, κατάλαβα τι εννοούσε η Δέσποινα όταν έλεγε «άνευ όρων παράδοση».

    Όταν τελικά ένιωσα την κορύφωσή του μέσα στο στόμα μου, με ανάγκασε να κρατήσω τα πάντα εκεί, χωρίς να κινηθώ, μέχρι να μου δώσει την άδεια να καταπιώ.

    «Αυτό είναι το πρώτο σου μάθημα, σκλάβε. Το στόμα σου δεν σου ανήκει πια. Είναι η υποδοχή της δικής μου θέλησης», είπε καθώς με άφηνε να πέσω εξαντλημένος στο χαλί, ενώ η ζώνη αγνότητας συνέχιζε να θυμίζει στο δικό μου σώμα ότι η δική μου ηδονή ήταν πλέον μια ξεχασμένη πολυτέλεια.
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Το Δείπνο

    Η προετοιμασία για το δείπνο ξεκίνησε από νωρίς το απόγευμα και ήταν μια ιεροτελεστία πλήρους απογύμνωσης της προσωπικότητάς μου. Ο Κωνσταντίνος κάλεσε τη Δέσποινα και την Ελένη στο δωμάτιο. Με ανάγκασαν να σταθώ όρθιος πάνω σε ένα βάθρο, ενώ εκείνες με περιποιούνταν σαν να ήμουν ένα άψυχο έκθεμα. Με άλειψαν με λάδια που έκαναν το δέρμα μου να γυαλίζει κάτω από τα φώτα, τόνισαν τα σημάδια από το χθεσινό μαστίγωμα με μια ειδική κρέμα για να φαίνονται πιο έντονα, και μου φόρεσαν ένα νέο κολάρο, πιο βαρύ, με μια κοντή αλυσίδα που κατέληγε σε έναν κρίκο.

    «Απόψε, Μάριε, δεν θα είσαι απλώς ένας βοηθός. Θα είσαι το κεντρικό τραπέζι», ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος.

    Στις εννιά, οι καλεσμένοι έφτασαν. Ήταν έξι άτομα, τρεις άνδρες και τρεις γυναίκες, όλοι τους κορυφαίοι νομικοί και επιχειρηματίες. Με οδήγησαν στη μεγάλη τραπεζαρία. Ο Κωνσταντίνος με διέταξε να ανέβω πάνω στο τραπέζι και να πάρω τη στάση «τραπέζι»: στα τέσσερα, με την πλάτη μου απόλυτα ευθεία, ώστε να τοποθετηθούν πάνω μου τα ορεκτικά.

    Η ταπείνωση ήταν απόλυτη. Ένιωθα τα κρύα πιάτα πάνω στο δέρμα μου, τη ζέστη από τα σώματα των καλεσμένων που κάθονταν γύρω μου, και άκουγα τις συζητήσεις τους για υποθέσεις εκατομμυρίων, σαν να μην ήμουν εκεί.

    «Είναι εξαιρετικό το νέο σου απόκτημα, Κωνσταντίνε», είπε ένας από τους καλεσμένους, ακουμπώντας το ποτήρι του με το κρασί πάνω στο σβέρκο μου. «Πολύ σταθερό».

    Κατά τη διάρκεια του κυρίως πιάτου, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια «επίδειξη πειθαρχίας». Με τράβηξε από την αλυσίδα και με ανάγκασε να κατέβω από το τραπέζι και να γονατίσω ανάμεσα στα πόδια του, μπροστά στα μάτια όλων.

    «Θέλω να δείτε πόσο γρήγορα μαθαίνει ένας πρώην αναλυτής δεδομένων τη νέα του γλώσσα», είπε με ειρωνεία.
    Με ανάγκασε να ανοίξω το στόμα μου διάπλατα. Ενώ οι καλεσμένοι συνέχιζαν να τρώνε και να σχολιάζουν, εκείνος με χρησιμοποιούσε με ένταση. Ο ήχος του λαιμού μου που προσπαθούσε να διαχειριστεί την πίεση έγινε το «μουσικό χαλί» του δείπνου.

    Τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα, το πρόσωπό μου είχε γίνει κατακόκκινο, αλλά το χέρι του Κωνσταντίνου ήταν αμείλικτο. Κάθε φορά που έκανε μια παύση για να πιει μια γουλιά κρασί, με ανάγκαζε να μένω με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας, σαν ένα σκεύος που διψάει για την επόμενη χρήση. Μία από τις καλεσμένες, η Δέσποινα, πλησίασε και έριξε λίγο από το ντρέσινγκ της σαλάτας της πάνω στο πρόσωπό μου. «Καθάρισέ το», με διέταξε ο Κωνσταντίνος, κι εγώ έπρεπε να γλείψω το δέρμα μου ενώ εκείνος συνέχιζε την εκπαίδευση του λαιμού μου.

    Όταν το δείπνο τελείωσε, ο Κωνσταντίνος με οδήγησε πίσω στο δωμάτιο, αλλά αυτή τη φορά η ένταση ήταν διαφορετική. Η αδρεναλίνη από τη δημόσια έκθεση τον είχε κάνει πιο άγριο.

    Με πέταξε στο κρεβάτι και μου αφαίρεσε για λίγο τη ζώνη αγνότητας, μόνο και μόνο για να μου δείξει τι χάνω. Με έδεσε με τα χέρια ψηλά στο κεφαλάρι και με πήρε με μια ορμή που με έκανε να ουρλιάζω, ενώ το στόμα μου ήταν πλέον τόσο εξασκημένο από το δείπνο που μπορούσα να δέχομαι την παρουσία του χωρίς καμία αντίσταση.

    Ήταν μια νύχτα όπου κάθε κύτταρο του σώματός μου έμαθε ότι δεν υπάρχει «εγώ». Υπάρχει μόνο η ανάγκη του Κυρίου, η χρήση του σκλάβου και ο πόνος που μετατρέπεται στην πιο βαθιά μορφή λατρείας.


     
  7. slave32

    slave32 Contributor

    Η επόμενη μέρα ξεκίνησε πριν καν ανατείλει ο ήλιος. Ο Κωνσταντίνος δεν με άφησε να κοιμηθώ. Με έσυρε από την αλυσίδα του κολάρου στο κεντρικό του μπάνιο, έναν χώρο γεμάτο μάρμαρο και καθρέφτες που αντανακλούσαν την απόλυτη γύμνια και τα σημάδια μου.

    «Σήμερα, Μάριε, θα καταλάβεις τι σημαίνει να είσαι το πιο χαμηλό αντικείμενο στην ιεραρχία αυτού του σπιτιού», είπε με μια φωνή κρύα σαν το μάρμαρο. «Δεν είσαι πλέον άνθρωπος που χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις. Είσαι η εγκατάσταση».
    Με ανάγκασε να γονατίσω και να στηριχτώ στα χέρια μου μέσα στην καμπίνα του ντους, αλλά σε μια στάση που η πλάτη μου ήταν κοίλη και το πρόσωπό μου κοιτούσε απευθείας προς τα πάνω, προς εκείνον.

    Ο Κωνσταντίνος στάθηκε από πάνω μου. Η αίσθηση της πλήρους υποτίμησης ήταν συντριπτική. Καθώς με χρησιμοποιούσε ως τουαλέτα του, η ζεστή ροή στο πρόσωπό μου και στο στόμα μου ήταν η οριστική σφραγίδα ότι ο παλιός Μάριος είχε πεθάνει. Έπρεπε να τα δεχτώ όλα, να μην αφήσω ούτε σταγόνα να πάει χαμένη στο πάτωμα, σαν ένας ζωντανός κάδος απορριμμάτων.

    «Κατάπιε τα πάντα. Είναι το πρωινό σου», διέταξε. Ο λαιμός μου, ήδη γυμνασμένος από την προηγούμενη νύχτα, έπρεπε τώρα να λειτουργήσει κάτω από συνθήκες απόλυτης αηδίας που μετατρεπόταν, μέσα από την υποταγή, σε μια διαστρεβλωμένη μορφή ευδαιμονίας. Κάθε φορά που πνιγόμουν, το πόδι του πίεζε το στήθος μου για να με κρατήσει ακίνητο.

    Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και μπήκε η Δέσποινα. Κρατούσε το πρωινό του Κυρίου σε έναν δίσκο. Με κοίταξε με μια περιφρόνηση που με έκανε να θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί, αλλά ταυτόχρονα με έκανε να καυλώνω μέσα στη ζώνη αγνότητας που με πίεζε αλύπητα.

    «Κύριε, η τουαλέτα σας φαίνεται να χρειάζεται καθαρισμό», είπε ειρωνικά.

    Ο Κωνσταντίνος γέλασε. «Δέσποινα, χρησιμοποίησέ τον κι εσύ. Θέλω να συνηθίσει ότι κάθε μέλος αυτής της οικίας μπορεί να τον χρησιμοποιεί για τις βιολογικές του ανάγκες χωρίς να ζητάει την άδειά του».

    Η Δέσποινα πλησίασε. Η διαδικασία επαναλήφθηκε, αλλά αυτή τη φορά η ντροπή ήταν διπλή. Το να με χρησιμοποιεί μια γυναίκα με αυτόν τον τρόπο, ενώ ο Αφέντης μου παρακολουθούσε πίνοντας τον καφέ του, διέλυσε και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας που είχε απομείνει από τη ζωή μου στο Παγκράτι.

    Μετά τη χρήση, δεν μου επιτράπηκε να πλυθώ αμέσως. Ο Κωνσταντίνος με ανάγκασε να καθαρίσω όλο το μπάνιο γλείφοντας τις σταγόνες που είχαν πέσει στα μάρμαρα, μέχρι το πάτωμα να λάμπει.

    «Είσαι μια πολύ αποδοτική τουαλέτα, Μάριε», ψιθύρισε, πατώντας το κεφάλι μου πάνω στο βρεγμένο μάρμαρο. «Από εδώ και πέρα, αυτός θα είναι ο ρόλος σου κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Θα αδειάζουμε μέσα σου ό,τι δεν χρειαζόμαστε, κι εσύ θα μας ευχαριστείς».

    Όταν επιτέλους με έσυρε πίσω στο δωμάτιο, το σώμα μου έτρεμε από την εξάντληση και την ψυχολογική πίεση. Με πέταξε στα τέσσερα και, χωρίς καμία προειδοποίηση, με πήρε ξανά, αυτή τη φορά με μια βιαιότητα που έδειχνε ότι για εκείνον ήμουν πλέον μόνο ένας σωλήνας, μια τρύπα, ένα τίποτα.
     
  8. slave32

    slave32 Contributor

    Η ημέρα ξεκίνησε με την οριστική κατάργηση κάθε ίχνους της προηγούμενης φυσικής μου υπόστασης. Ο Κωνσταντίνος κάλεσε μια ειδική αισθητικό στο σπίτι, η οποία, υπό το βλέμμα της Ελένης, προχώρησε σε μια εξαντλητική συνεδρία λέιζερ σε όλο μου το σώμα. Ο πόνος από το φως που έκαιγε τις ρίζες των τριχών ήταν συνεχής, αλλά η εντολή ήταν σαφής: «Δεν θα υπάρχει ούτε μία τρίχα πάνω σου. Θα είσαι λείος σαν πλαστική κούκλα, ένα αντικείμενο έτοιμο για χρήση».

    Μόλις τελείωσε η αποτρίχωση και το δέρμα μου ήταν ερεθισμένο και κόκκινο, ήρθε η ώρα για τη Σφράγιση.

    Με έδεσαν σε ένα τραπέζι στο κέντρο του δωματίου, με τα πόδια ανοιχτά σε πλήρη έκθεση. Ο Κωνσταντίνος είχε καλέσει έναν δικό του άνθρωπο για το τατουάζ. «Θέλω να το βλέπει κάθε φορά που κοιτάζει το σώμα του. Θέλω να το βλέπω εγώ κάθε φορά που τον χρησιμοποιώ», διέταξε.

    Η βελόνα άρχισε να χτυπάει στο πιο ευαίσθητο σημείο, χαμηλά στη βουβωνική χώρα, ακριβώς πάνω από τη ζώνη αγνότητας που παρέμενε κλειδωμένη. Το μελάνι χάραζε βαθιά τα αρχικά του: Κ.Α. – ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. Ο πόνος στη βουβωνική περιοχή ήταν δυσβάσταχτος, μια διαρκής αίσθηση καψίματος που με έκανε να σπαρταράω, αλλά οι ιμάντες με κρατούσαν ακίνητο. Ήμουν πλέον μαρκαρισμένος σαν ζώο.

    Μετά τη σφράγιση, ο Κωνσταντίνος φώναξε την Ελένη. «Ελένη, ο σκλάβος νομίζει ότι επειδή πλέον φέρει το όνομά μου, απέκτησε αξία. Δείξε του πόσο λάθος κάνει».

    Η Ελένη, με μια σκληρότητα που πήγαζε από την απόλυτη εξουσία που της είχε εκχωρήσει ο Αφέντης, πήρε ένα βούρδουλα από δέρμα ιπποειδών. Άρχισε να με χτυπάει με μανία στις γάμπες και την πλάτη, αποφεύγοντας το φρέσκο τατουάζ μόνο και μόνο για να μην το χαλάσει. «Δεν είσαι τίποτα, Μάριε. Μόνο ένα δέρμα για να ξεσπάμε», μου φώναζε, ενώ εγώ σφάδαζα στο πάτωμα.

    Η κορύφωση του ξεπεσμού μου ήρθε αμέσως μετά. Η Ελένη, μετά από εντολή του Κωνσταντίνου, οδηγήθηκε στο μπάνιο. Με έσυραν από το λαιμό και με τοποθέτησαν στα τέσσερα, κάτω από την τουαλέτα όπου καθόταν εκείνη.

    «Σήμερα δεν θα χρησιμοποιήσεις χαρτί, Ελένη», είπε ο Κωνσταντίνος με μια αρρωστημένη ηρεμία. «Έχεις τον Μάριο».

    Όταν η Ελένη ολοκλήρωσε την αφόδευσή της, η εντολή του Αφέντη έπεσε σαν πέλεκυς: «Καθάρισέ την. Με τη γλώσσα σου. Μέχρι να μην υπάρχει ούτε ίχνος πάνω της. Θέλω να νιώσεις τη γεύση της υπηρεσίας σου».

    Ήταν το σημείο μηδέν. Η αηδία πάλευε με την ανάγκη μου να υπακούσω τυφλά. Με τρεμάμενη γλώσσα, άρχισα να εκτελώ την εντολή, καθαρίζοντας την οικιακή βοηθό ενώ ο Αφέντης μου με τραβούσε από τα μαλλιά για να βλέπει τη διαδικασία από κοντά. Η αίσθηση της πλήρους υποταγής στην Ελένη, τη γυναίκα που καθάριζε το σπίτι, ήταν ο οριστικός θάνατος του εγωισμού μου.

    Όταν μείναμε μόνοι στο δωμάτιο, ο Κωνσταντίνος ήταν σε κατάσταση απόλυτης έξαψης από τον εξευτελισμό που είχε παρακολουθήσει. «Τώρα που είσαι καθαρός από κάθε ίχνος ανθρωπιάς, είσαι έτοιμος για μένα», μου είπε.

    Με πέταξε στο κρεβάτι και με χρησιμοποίησε με μια κτηνώδη ορμή. Η επαφή του δέρματός του με το φρεσκοχτυπημένο μου τατουάζ μου προκαλούσε έναν συνδυασμό πόνου και ηδονής που με έκανε να παραληρώ. Με πήρε ξανά και ξανά, αναγκάζοντάς με να φωνάζω το όνομά του, να τον παρακαλάω για περισσότερο πόνο, να του δηλώνω ότι είμαι το τίποτα που εκείνος δημιούργησε.

    Η νύχτα έκλεισε με εμένα δεμένο στα πόδια του κρεβατιού, με τη γεύση της ταπείνωσης ακόμα στο στόμα μου, κοιτάζοντας το τατουάζ στη βουβωνική μου χώρα: τη μόνιμη απόδειξη ότι δεν θα υπάρξει ποτέ επιστροφή.
     
  9. slave32

    slave32 Contributor

    Το φως του ήλιου τρύπωνε από τις γρίλιες του διαμερίσματος στο Παγκράτι, πέφτοντας πάνω στο πρόσωπό μου. Ξύπνησα απότομα, με την ανάσα κομμένη και την καρδιά να χτυπάει σαν τρελή στα πλευρά μου. Το σώμα μου ήταν λουσμένο στον ιδρώτα και το σεντόνι είχε τυλιχτεί γύρω από τα πόδια μου, θυμίζοντας τους δεσμούς που ένιωθα πριν από λίγο.

    Κοίταξα γύρω μου. Το γνώριμο σαλόνι, η μυρωδιά του καφέ από το προηγούμενο βράδυ, το κράνος της μηχανής μου ακουμπισμένο στο έπιπλο της εισόδου. Ησυχία.

    «Ένα όνειρο...» ψιθύρισα, και η φωνή μου ακούστηκε ξένη, βραχνή, σαν να είχε μείνει ώρες σε σιωπή.

    Άπλωσα το χέρι μου στο κομοδίνο και πήρα το κινητό. Η οθόνη άναψε. Καμία κλήση. Κανένας άγνωστος αριθμός από δικηγορικό γραφείο. Κανένα μήνυμα από τη Δέσποινα. Ούτε καν η εφαρμογή της ομάδας δεν είχε κάποια νέα ειδοποίηση. Όλα ήταν στη θέση τους. Η ζωή του αναλυτή δεδομένων, η σταθερότητα, η μοναξιά του Παγκρατίου ήταν ακόμα εδώ.

    Σηκώθηκα όρθιος, νιώθοντας τα γόνατά μου παράξενα αδύναμα. Περπάτησα προς το μπάνιο, αλλά σταμάτησα πριν φτάσω στην πόρτα. Η αίσθηση του κρύου μαρμάρου και της υγρής ταπείνωσης ήταν τόσο ζωντανή στη μνήμη μου, που το στομάχι μου σφίχτηκε.

    Στάθηκα μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Το δέρμα μου φαινόταν κανονικό. Τα σημάδια από το μαστίγωμα δεν υπήρχαν. Ο λαιμός μου ήταν γυμνός, χωρίς το βάρος του κολάρου.

    Όμως, το χέρι μου σταμάτησε στο λάστιχο του εσωρούχου μου.

    Ένιωθα ένα παράξενο κάψιμο στη βουβωνική χώρα. Μια ενοχλητική, επίμονη αίσθηση, σαν το δέρμα εκεί να είχε υποστεί πρόσφατα κάποιον ερεθισμό. Ήταν η φαντασία μου; Ήταν η υπολειμματική μνήμη του εφιάλτη που μόλις είχα ζήσει;

    Έπιασα το ύφασμα για να το τραβήξω προς τα κάτω, να δω, να επιβεβαιώσω ότι το δέρμα μου ήταν καθαρό, ότι δεν υπήρχαν αρχικά, ότι δεν υπήρχε «Ιδιοκτησία». Αλλά το χέρι μου άρχισε να τρέμει τόσο έντονα που δεν μπορούσε να κρατήσει το ύφασμα.

    Ένας πρωτόγονος, απόλυτος τρόμος με κυρίευσε. Αν κοίταζα και δεν υπήρχε τίποτα, θα ήμουν ανακουφισμένος ή θα ένιωθα το κενό να με καταπίνει ξανά; Κι αν κοίταζα και το μελάνι ήταν εκεί, μαύρο και ανεξίτηλο κάτω από το φως της ημέρας;

    Άφησα το χέρι μου να πέσει στο πλάι. Δεν κοίταξα.

    Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα προς την κατεύθυνση της Πινακοθήκης. Η κίνηση στους δρόμους είχε ξεκινήσει. Άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους, ελεύθεροι, αυτόνομοι. Κι εγώ στεκόμουν εκεί, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον απόηχο μιας απόλυτης σκλαβιάς, φοβούμενος να γνωρίσω την αλήθεια που κρυβόταν κάτω από τα ρούχα μου.

    Το κενό δεν είχε φύγει. Είχε απλώς αποκτήσει όνομα. Και κάπου εκεί έξω, στην ίδια πόλη, ίσως ένας Κύριος Κωνσταντίνος έπινε τον διπλό εσπρέσο του, περιμένοντας τη στιγμή που το όνειρο θα γινόταν πάλι η μόνη μου αλήθεια.
     
  10. sfougokolarios

    sfougokolarios Regular Member

    Εννιά φορές υπέροχο!