Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Δυναστεία του Σιδήρου

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 2 Φεβρουαρίου 2026 at 16:48.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Μάρκος ένιωθε έξω από τα νερά του, όπως συνήθως. Στα 40 του, διατηρούσε μια φυσική, ακατέργαστη ομορφιά — γκρίζοι κρόταφοι, γυμνασμένο σώμα χωρίς υπερβολές, έντονα χαρακτηριστικά — αλλά η στάση του σώματός του τον πρόδιδε. Οι ώμοι του ήταν ελαφρώς κυρτωμένοι, το βλέμμα του απέφευγε την άμεση επαφή. Ήταν ο τύπος του άντρα που δεν είχε ιδέα πόσο ελκυστικός ήταν, και η συστολή του λειτουργούσε συχνά ως πέπλο που έκρυβε την παρουσία του.

    Η Έλενα, η κοινή τους φίλη, του είχε μιλήσει για εκείνη. «Είναι... ιδιαίτερη,» του είχε πει με ένα αινιγματικό χαμόγελο. «Νομίζω πως θα τα βρείτε, αλλά θέλει χειρισμό.» Δεν του διευκρίνισε ποιος θα χρειαζόταν τον χειρισμό.

    Και τότε, Εκείνη μπήκε στο μπαρ.

    Δεν φορούσε τη στολή της εικόνας dominatrix—όχι ακόμα— αλλά η αύρα ήταν η ίδια. Ένα αυστηρό μαύρο φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της σαν δεύτερο δέρμα, ψηλοτάκουνα που χτυπούσαν ρυθμικά στο πάτωμα, και μαλλιά χτενισμένα πίσω, αποκαλύπτοντας ένα πρόσωπο που δεν συγχωρούσε ατέλειες.

    Η Έλενα έκανε τις συστάσεις. Εκείνη, ας την πούμε Βικτώρια, δεν του έσφιξε το χέρι αμέσως. Τον κοίταξε. Ένα βλέμμα που σάρωσε τον Μάρκο από την κορυφή ως τα νύχια, κάνοντάς τον να νιώσει ξαφνικά γυμνός και εκτεθειμένος.

    «Λοιπόν, αυτός είναι ο Μάρκος,» είπε η Έλενα σπάζοντας τη σιωπή, και λίγο αργότερα, με μια φτηνή δικαιολογία, τους άφησε μόνους στο τραπέζι.

    Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Ο Μάρκος έπαιζε νευρικά με το σουβέρ του ποτού του.

    «Σταμάτα,» είπε η Βικτώρια.

    Η φωνή της ήταν ήρεμη, βελούδινη, αλλά είχε μια χροιά εντολής που δεν σήκωνε αντίρρηση.

    Ο Μάρκος πάγωσε. Σήκωσε το βλέμμα του ξαφνιασμένος. «Συγνώμη;»

    «Το χέρι σου,» συνέχισε εκείνη, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του. «Το κουνάς νευρικά. Μου αποσπά την προσοχή. Και είναι κρίμα, γιατί έχεις δυνατά χέρια. Δεν πρέπει να δείχνουν αδυναμία.»

    Ο Μάρκος κοκκίνισε ελαφρά και τράβηξε τα χέρια του κάτω από το τραπέζι. Ήταν μια παράξενη αίσθηση. Κανονικά θα έπρεπε να είχε προσβληθεί, αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που το είπε... Σαν να τον διόρθωνε για το καλό του. Σαν να έβλεπε τις δυνατότητές του.

    «Βγάλ' τα,» είπε εκείνη, πίνοντας αργά μια γουλιά από το κρασί της.

    «Τι;»

    «Τα χέρια σου. Βγάλ' τα ξανά στο τραπέζι. Ακούμπησέ τα κάτω, ανοιχτά. Και μείνε ακίνητος.»

    Ήταν η πρώτη δοκιμασία. Δεν ήταν παράλογο αίτημα, αλλά ο τρόπος που διατυπώθηκε ήταν καθαρή εντολή. Ο Μάρκος δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. Η λογική του έλεγε να γελάσει και να φύγει. Αλλά το ένστικτό του, αυτό το βαθιά κρυμμένο κομμάτι του που αναζητούσε καθοδήγηση, τον έκανε να υπακούσει.

    Έβγαλε τα χέρια του και τα ακούμπησε στο ξύλο, σταθερά.

    Η Βικτώρια χαμογέλασε ελαφρά. Ένα χαμόγελο που υποσχόταν πολλά. Έγειρε λίγο μπροστά, μειώνοντας την απόσταση μεταξύ τους.

    «Καλύτερα,» ψιθύρισε. «Πολύ καλύτερα. Τώρα... κοίταξέ με στα μάτια και πες μου την ιστορία σου. Και Μάρκο; Μην τολμήσεις να κοιτάξεις χαμηλά όσο μου μιλάς.»
    Ο Μάρκος προσπάθησε να μιλήσει. Της είπε για τη δουλειά του —κάτι τεχνικό, μοναχικό, που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του— αλλά δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Η παρουσία της απέναντί του ήταν «θόρυβος» στο μυαλό του. Κάθε φορά που το βλέμμα του πήγαινε να ξεφύγει, να κοιτάξει το ποτήρι του ή τον τοίχο από αμηχανία, έβλεπε τα μάτια της να στενεύουν ελαφρά. Μια σιωπηλή υπενθύμιση της συμφωνίας τους.

    «Είσαι πολύ όμορφος άντρας, Μάρκο,» είπε ξαφνικά εκείνη, διακόπτοντάς τον στη μέση μιας πρότασης. Δεν ήταν κομπλιμέντο. Ήταν διαπίστωση, σαν να σχολίαζε την αρχιτεκτονική του κτιρίου. «Αλλά καμπουριάζεις. Σαν να απολογείσαι που πιάνεις χώρο.»

    Ο Μάρκος έμεινε σιωπηλός, με το στόμα ελαφρώς ανοιχτό. Η ζέστη ανέβηκε στα μάγουλά του.

    «Μην κοκκινίζεις,» συνέχισε εκείνη χαμηλόφωνα, γέρνοντας ξανά προς το μέρος του. Η μυρωδιά του αρώματός της, κάτι βαρύ και ξυλώδες, του γέμισε τη μύτη. «Ή μάλλον... κοκκίνισε. Σου πάει. Δείχνει ότι με ακούς.»

    Άπλωσε το χέρι της αργά. Ο Μάρκος κράτησε την ανάσα του. Τα δάχτυλά της, με το άψογο μανικιούρ, άγγιξαν τον καρπό του που ακουμπούσε στο τραπέζι. Δεν τον χάϊδεψε ερωτικά. Τον πίεσε σταθερά, ελέγχοντας τον σφυγμό του.

    «Η καρδιά σου χτυπάει γρήγορα,» παρατήρησε ψύχραιμα.

    «Έχω... λίγο άγχος,» παραδέχτηκε εκείνος, η φωνή του πιο βραχνή από το συνηθισμένο.

    «Δεν είναι άγχος,» διόρθωσε εκείνη. «Είναι εγρήγορση. Είναι καλό. Σημαίνει ότι το σώμα σου καταλαβαίνει ποιος έχει τον έλεγχο, ακόμα κι αν το μυαλό σου προσπαθεί να το αναλύσει.»

    Απέσυρε το χέρι της αργά, αφήνοντας μια αίσθηση κρύου στο δέρμα του. Ο Μάρκος ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να την ευχαριστήσει, αλλά δεν ήξερε για ποιο πράγμα. Ένιωθε πιο "παρών" από ποτέ. Η ντροπαλότητά του, αντί να είναι εμπόδιο, είχε γίνει το εργαλείο που εκείνη χρησιμοποιούσε για να τον ξεκλειδώσει.

    Η Βικτώρια κοίταξε το ρολόι της. Μια αυστηρή, κοφτή κίνηση.

    «Θα φύγουμε τώρα,» ανακοίνωσε. Δεν ρώτησε αν θέλει να μείνει κι άλλο, ούτε αν έχει κανονίσει κάτι. Απλά ενημέρωσε. «Θα με συνοδεύσεις μέχρι το αυτοκίνητό μου. Και θέλω να περπατάς δίπλα μου, όχι πίσω μου. Με το κεφάλι ψηλά. Αν δω ότι χαμηλώνεις το βλέμμα, θα σταματήσουμε και θα σε διορθώσω στη μέση του δρόμου. Έγινα σαφής;»

    Ο Μάρκος κατάπιε ξερά. Η ιδέα ότι θα τον "διόρθωνε" δημόσια του προκαλούσε τρόμο, αλλά ταυτόχρονα, ένα ρίγος προσμονής διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του.

    «Ναι,» ψιθύρισε.

    «Ναι, ποια;» ρώτησε εκείνη, σηκώνοντας το ένα φρύδι, περιμένοντας έναν τίτλο ευγενείας, μια αναγνώριση της θέσης της, έστω και σε κοινωνικό πλαίσιο.

    «Ναι... Βικτώρια,» είπε εκείνος διστακτικά.

    Εκείνη χαμογέλασε, αλλά το βλέμμα της παρέμεινε αυστηρό. «Για την ώρα, αρκεί. Πάμε.»

    Περπάτησαν μέχρι το αυτοκίνητό της. Ο Μάρκος προσπάθησε σκληρά να κρατήσει τον ρυθμό του, να μην καμπουριάσει, νιώθοντας το βλέμμα της να τον «ζυγίζει» περιφερειακά. Όταν έφτασαν, εκείνη ξεκλείδωσε αλλά δεν μπήκε μέσα. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του οδηγού και γύρισε προς το μέρος του.

    «Τα πήγες καλά,» είπε. Ο τόνος της ήταν σαν δασκάλας που βαθμολογεί έναν μέτριο μαθητή που έκανε προσπάθεια. «Υπήρχαν στιγμές που πήγες να λυγίσεις, αλλά το διόρθωσες. Το εκτιμώ.»

    Ο Μάρκος ένιωσε μια παράλογη περηφάνια να φουσκώνει το στήθος του. «Χαίρομαι... Ελπίζω να σε ξαναδώ.»

    Η Βικτώρια τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Έκανε ένα βήμα μπροστά, εισβάλοντας στον προσωπικό του χώρο. Ο Μάρκος έμεινε άγαλμα. Εκείνη ακούμπησε απαλά τα χέρια της στους ώμους του, τον τράβηξε ελαφρά προς τα κάτω —μια υπενθύμιση της διαφοράς ύψους που φορούσε τακούνια— και ακούμπησε τα χείλη της στο μάγουλό του.

    Δεν ήταν ένα γρήγορο, φιλικό φιλί. Ήταν αργό, δροσερό και σκόπιμο. Έμεινε εκεί για δύο δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσο επέβαλλε το κοινωνικό πρωτόκολλο, αφήνοντας το άρωμά της να τον ζαλίσει.

    Τραβήχτηκε πίσω, αλλά δεν τον άφησε.

    «Παρασκευή βράδυ. Στις 9:00,» ανακοίνωσε, χωρίς να ρωτήσει αν μπορεί. «Θα πάμε για φαγητό. Θέλω να δω πώς συμπεριφέρεσαι όταν τρως. Θα σου στείλω την τοποθεσία. Μην αργήσεις ούτε λεπτό.»

    Μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε, αφήνοντάς τον να στέκεται μόνος στο πεζοδρόμιο, ζαλισμένος και ήδη ανυπόμονος.
    Το εστιατόριο που διάλεξε ήταν κομψό, με χαμηλό φωτισμό και βαριά τραπεζομάντηλα. Ο Μάρκος έφτασε δέκα λεπτά νωρίτερα, φορώντας ένα πουκάμισο που είχε σιδερώσει δύο φορές, φοβούμενος την κριτική της.

    Όταν έφτασε η Βικτώρια, η ατμόσφαιρα στο τραπέζι άλλαξε ακαριαία. Φορούσε ένα αυστηρό ταγέρ, με το σακάκι ελαφρώς τονισμένο στους ώμους, που της έδινε μια φιγούρα εξουσίας. Κάθισε απέναντί του και τον κοίταξε με εκείνο το γνωστό, εξεταστικό βλέμμα.

    «Ακριβής,» παρατήρησε, αφήνοντας την τσάντα της. «Και καλοντυμένος. Μπράβο, Μάρκο.»

    Ήρθε ο σερβιτόρος. Ο Μάρκος άνοιξε το στόμα του για να ζητήσει τον κατάλογο, αλλά η Βικτώρια σήκωσε ελαφρά το χέρι της, σταματώντας τον σερβιτόρο και, ουσιαστικά, φιμώνοντας τον Μάρκο.

    «Δεν θα χρειαστούμε κατάλογο,» είπε στον υπάλληλο, αγνοώντας τον Μάρκο τελείως. «Θα φέρεις το ριζότο για τον κύριο και για μένα το φιλέτο, rare. Και ένα μπουκάλι από το κόκκινο που έχετε στη λίστα νούμερο τέσσερα.»

    Ο σερβιτόρος έφυγε. Ο Μάρκος την κοίταξε, ξαφνιασμένος αλλά και ανακουφισμένος. Πάντα αγχωνόταν να διαλέξει φαγητό, μήπως φανεί φτηνό ή πολύ επιτηδευμένο.

    «Παρήγγειλες για μένα,» είπε χαμηλόφωνα.

    «Φυσικά,» απάντησε εκείνη ήρεμα, σταυρώνοντας τα δάχτυλά της στο τραπέζι. «Ξέρω τι ταιριάζει με το κρασί. Και γλιτώσαμε χρόνο από την αναποφασιστικότητά σου. Σε ενοχλεί;»

    Η ερώτηση ήταν παγίδα. Το βλέμμα της τον προκαλούσε να φέρει αντίρρηση.

    «Όχι,» παραδέχτηκε ο Μάρκος, και ήταν η αλήθεια. «Βασικά... μου αρέσει. Είναι ξεκούραστο.»

    Η Βικτώρια χαμογέλασε. Ήταν το χαμόγελο του κυνηγού που βλέπει το θήραμα να μπαίνει μόνο του στο κλουβί.

    «Ξεκούραστο,» επανέλαβε αργά τη λέξη, σαν να τη δοκίμαζε. «Ακριβώς, Μάρκο. Είναι πολυτέλεια να αφήνεις κάποιον άλλον να έχει τον έλεγχο. Εσύ απλά πρέπει να υπάρχεις και να υπακούς. Τώρα...»

    Έδειξε με τα μάτια της τη πετσέτα του φαγητού που ήταν ακόμα διπλωμένη δίπλα στο πιάτο του.

    «Στρώσε την πετσέτα στα πόδια σου. Και θέλω να προσέχεις πώς τρως απόψε. Μικρές μπουκιές. Θέλω να βλέπω το πρόσωπό σου, όχι να σκύβεις πάνω από το πιάτο. Καταλαβαίνεις;»
    Η ατμόσφαιρα στο τραπέζι πύκνωσε μόλις έφτασαν τα πιάτα. Το ριζότο άχνιζε μπροστά στον Μάρκο, και η φυσική του αντίδραση, οδηγούμενη από την αμηχανία και την πείνα, ήταν να σκύψει ελαφρά προς το πιάτο και να ξεκινήσει γρήγορα.

    «Τστ.»

    Ένας κοφτός ήχος από τα χείλη της Βικτώριας τον πάγωσε με το πιρούνι στον αέρα.

    «Τι είπαμε πριν από δύο λεπτά;» ρώτησε ψυχρά, κόβοντας με χειρουργική ακρίβεια μια μπουκιά από το δικό της φιλέτο. «Μοιάζεις με πεινασμένο σκυλί που φοβάται ότι θα του πάρουν το μπολ. Ίσιωσε την πλάτη σου.»

    Ο Μάρκος επανήλθε αμέσως στην κάθετη στάση, αφήνοντας το πιρούνι κάτω. Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό του. Κάποιοι από τα διπλανά τραπέζια μιλούσαν και γελούσαν, αλλά εκείνος ένιωθε ότι όλο το μαγαζί κοιτούσε την αδέξια κίνησή του.

    «Δεν θέλω να αφήνεις το πιρούνι,» συνέχισε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει, προσηλωμένη στο φαγητό της. «Θέλω να τρως. Αλλά με χάρη. Φέρε το φαγητό στο στόμα σου, μην κατεβάζεις το κεφάλι στο πιάτο. Και κοίταζέ με. Κάθε τρεις μπουκιές, θέλω να με κοιτάζεις.»

    Ο Μάρκος ξεκίνησε πάλι, αυτή τη φορά αργά, βασανιστικά προσεκτικά. Κάθε κίνηση ήταν μελετημένη. Έφερε την μπουκιά στο στόμα του, μάσησε αργά, κατάπιε. Σήκωσε το βλέμμα του και συνάντησε το δικό της. Εκείνη τον παρατηρούσε πάνω από το ποτήρι του κρασιού της. Το βλέμμα της δεν ήταν εχθρικό, αλλά εξεταστικό. Σαν να έλεγχε την ποιότητα ενός προϊόντος.

    «Καλύτερα,» ψιθύρισε. «Πολύ καλύτερα. Βλέπεις πόσο πιο γοητευτικός είσαι όταν έχεις αυτοέλεγχο;»

    Η βραδιά κύλησε με αυτόν τον ρυθμό. Εκείνη έδινε τον τόνο, εκείνος ακολουθούσε. Και τότε, καθώς ο σερβιτόρος μάζευε τα πιάτα, η Βικτώρια σκούπισε αργά τα χείλη της και ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι, πλέκοντας τα δάχτυλά της.

    «Έχω μια απορία, Μάρκο,» είπε, και ο τόνος της άλλαξε. Έγινε πιο προσωπικός, πιο αιχμηρός. «Σε παρατηρώ τόση ώρα. Είσαι εμφανίσιμος, ευγενικός, έχεις μια... αθώα γοητεία.»

    Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια να τον χαλαρώσουν, πριν χτυπήσει.

    «Η Έλενα. Είναι όμορφη γυναίκα, σωστά;»

    Ο Μάρκος ξαφνιάστηκε. «Ναι... πολύ.»

    «Και γνωρίζεστε χρόνια. Είναι μόνη της, είσαι μόνος σου. Σας βλέπω μαζί, υπάρχει οικειότητα.» Η Βικτώρια έγιρε λίγο μπροστά, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε έναν συνωμοτικό, επικίνδυνο τόνο. «Γιατί δεν την έχεις φλερτάρει ποτέ; Γιατί δεν προσπάθησες να την κάνεις δική σου;»

    Η ερώτηση τον χτύπησε σαν χαστούκι. Ήταν αδιάκριτη, άμεση και ακουμπούσε μια ευαίσθητη χορδή. Ο Μάρκος άρχισε να τραυλίζει, ψάχνοντας μια δικαιολογία, αλλά τα μάτια της Βικτώριας δεν του άφηναν περιθώρια για ψέματα.

    «Εγώ... δεν ξέρω,» ψέλλισε, κοιτάζοντας το τραπεζομάντηλο, ξεχνώντας για λίγο την εντολή για οπτική επαφή. «Φοβάμαι ότι θα χαλούσε η φιλία... και... δεν νομίζω ότι είμαι ο τύπος της.»

    «Κοίταξέ με,» διέταξε η Βικτώρια.

    Ο Μάρκος υπάκουσε.

    «Δεν είναι αυτός ο λόγος,» είπε εκείνη με απόλυτη βεβαιότητα. «Ο λόγος είναι ότι δεν σου αρέσει να κυνηγάς, Μάρκο. Δεν σου αρέσει να παίρνεις πρωτοβουλίες. Σε τρομάζει η ευθύνη του να κάνεις την πρώτη κίνηση, να ηγηθείς.»

    Χαμογέλασε, ένα χαμόγελο θριάμβου.

    «Εσύ δεν θέλεις να κατακτήσεις μια γυναίκα σαν την Έλενα. Εσύ θέλεις μια γυναίκα να σε κοιτάξει και να αποφασίσει εκείνη για σένα. Να σου πει ότι είσαι δικός της, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσεις.»

    Ο Μάρκος έμεινε άφωνος. Είχε ξεγυμνώσει την ψυχή του με δυο προτάσεις. Ένιωθε εκτεθειμένος, αλλά ταυτόχρονα, μια παράξενη ανακούφιση τον πλημμύρισε. Κάποιος τον είχε καταλάβει.

    «Έχω δίκιο;» ρώτησε μαλακά.

    «Ναι,» ψιθύρισε ο Μάρκος, παραδιδόμενος πλήρως στην κρίση της. «Έχεις δίκιο.»

    Ο σερβιτόρος πλησίασε διακριτικά και άφησε τον μικρό, δερμάτινο φάκελο με τον λογαριασμό στην άκρη του τραπεζιού.

    Ήταν μια αντανακλαστική κίνηση για τον Μάρκο. Μια κίνηση που είχε μάθει από πατέρα σε γιο, ο «σωστός» τρόπος να φέρεται ένας άντρας σε ραντεβού. Χωρίς να το σκεφτεί, άπλωσε το χέρι του προς την εσωτερική τσέπη του σακακιού του για να βγάλει το πορτοφόλι του.

    «Άσε με να...» ξεκίνησε να λέει, απλώνοντας το άλλο του χέρι προς τον φάκελο.

    Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το δέρμα.

    Το χέρι της Βικτώριας εκτινάχθηκε σαν κόμπρα. Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από τον καρπό του Μάρκου, καρφώνοντας το χέρι του πάνω στο τραπέζι με μια δύναμη που δεν περίμενε από μια γυναίκα. Τα νύχια της πίεσαν ελαφρά το δέρμα του, τόσο όσο να πονέσει, αλλά όχι να ματώσει.

    Ο Μάρκος πάγωσε, κοιτάζοντάς την απορημένος.

    Το πρόσωπο της Βικτώριας είχε αλλάξει. Το κοινωνικό χαμόγελο είχε εξαφανιστεί. Τα μάτια της ήταν δύο σκοτεινές άβυσσοι και το στόμα της μια αυστηρή γραμμή. Έγειρε το σώμα της πάνω από το τραπέζι, μειώνοντας την απόσταση ώστε να ακούει μόνο αυτός.

    «Αν τολμήσεις...» ψιθύρισε, και η φωνή της έσταζε δηλητήριο και μέλι μαζί. «Αν τολμήσεις να βγάλεις αυτό το πορτοφόλι, Μάρκο, θα σε χαστουκίσω.»

    Ο Μάρκος άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν βγήκε ήχος. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή στο στήθος του.

    «Δεν κάνω πλάκα,» συνέχισε εκείνη, σφίγγοντας λίγο ακόμα τον καρπό του. «Θα σου ρίξω ένα χαστούκι τόσο δυνατό που θα γυρίσουν όλοι στο μαγαζί να σε κοιτάξουν. Θέλεις να γίνεις θέαμα; Θέλεις να δουν όλοι αυτοί οι καλοντυμένοι άνθρωποι την κυρία να βάζει στη θέση του το αγόρι της;»

    Το βλέμμα της κατέβηκε στα χείλη του και μετά ξανά στα μάτια του.

    «Δοκίμασέ με.»

    Ήταν η απόλυτη πρόκληση. Και η απόλυτη απειλή. Ο Μάρκος ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη του. Κοίταξε γύρω του φευγαλέα. Όλα ήταν ήρεμα, κανείς δεν είχε καταλάβει τι γινόταν στο τραπέζι τους. Αλλά ήξερε ότι εκείνη το εννοούσε. Το έβλεπε στη φλόγα στα μάτια της. Και το χειρότερο; Μια σκοτεινή, διεστραμμένη πλευρά του ήθελε να το κάνει, μόνο και μόνο για να νιώσει το χέρι της στο πρόσωπό του.

    Αργά, πολύ αργά, τράβηξε το χέρι του μακριά από την τσέπη του και το άφησε ανοιχτό, παραδομένο, πάνω στο τραπεζομάντηλο.

    Η Βικτώρια χαλάρωσε το σφίξιμο στον καρπό του, αλλά δεν τον άφησε αμέσως. Χάιδεψε το σημείο που τα νύχια της είχαν αφήσει σημάδι, μια κίνηση καθησυχαστική τώρα.

    «Καλό αγόρι,» είπε, επιστρέφοντας στον κανονικό της τόνο, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

    Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε μια μαύρη κάρτα και την ακούμπησε πάνω στον λογαριασμό χωρίς καν να κοιτάξει το ποσό.

    «Τα λεφτά σου δεν έχουν αξία εδώ,» του είπε καθώς περίμεναν τον σερβιτόρο να επιστρέψει. «Απόψε, είσαι καλεσμένος μου. Πράγμα που σημαίνει ότι μου χρωστάς. Και εγώ εισπράττω πάντα τα χρέη μου.»

    Η βραδιά πλησίαζε στο τέλος της, αλλά η ένταση ανάμεσά τους δεν είχε εκτονωθεί. Αντίθετα, είχε μετατραπεί σε κάτι πιο συμπαγές, πιο ηλεκτρισμένο.

    Βγήκαν από το εστιατόριο στη δροσιά της νύχτας. Η Βικτώρια δεν προσφέρθηκε να τον πάει σπίτι αυτή τη φορά. Στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητό της, γυρίζοντας προς το μέρος του με εκείνο το αδιαπέραστο ύφος.

    «Εδώ χωρίζουμε για απόψε,» ανακοίνωσε κοφτά.

    Ο Μάρκος ένιωσε ένα κενό στο στομάχι του. Η αδρεναλίνη της απειλής και της υποταγής τον είχε κρατήσει σε υπερένταση και τώρα η ξαφνική διακοπή έμοιαζε με στέρηση. Έμεινε να την κοιτάζει, χωρίς να ξέρει τι να πει ή πώς να φερθεί. Να της δώσει το χέρι; Να την φιλήσει ξανά;

    Η Βικτώρια είδε την αμηχανία του και χαμογέλασε ειρωνικά.

    «Μην στέκεσαι σαν χαμένος, Μάρκο. Δεν τελειώσαμε ακόμα.»

    Έβγαλε τα κλειδιά της, ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο, αλλά πριν μπει, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

    «Όταν φτάσεις σπίτι σου, θα πας κατευθείαν στο κρεβάτι σου. Θα σβήσεις όλα τα φώτα. Και θα μου στείλεις ένα μήνυμα.»

    Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας την προσμονή να χτιστεί.

    «Δεν θέλω καληνύχτες και γλυκόλογα. Θέλω να γράψεις ακριβώς αυτό που νιώθεις τώρα. Θέλω να παραδεχτείς ότι όλο αυτό που συνέβη απόψε... σου άρεσε. Και ότι θέλεις περισσότερο.»

    Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, τόσο κοντά που ένιωθε την ανάσα της.

    «Γράψε μου: "Κυρία, θέλω κι άλλο". Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Κατάλαβες;»

    Ο Μάρκος έγνεψε καταφατικά, μαγεμένος.

    «Περιμένω,» είπε εκείνη και μπήκε στο αυτοκίνητο, αφήνοντάς τον ξανά μόνο, με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και το μυαλό του ήδη να πληκτρολογεί τις λέξεις.

    Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και ήσυχο, αλλά ο Μάρκος ένιθε πιο ζωντανός από ποτέ. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με το φως του κινητού να φωτίζει το πρόσωπό του, κοιτούσε τον κέρσορα να αναβοσβήνει.

    Ήταν μια απλή φράση. Τρεις λέξεις. Αλλά το να τις γράψει και να πατήσει "αποστολή" σήμαινε ότι περνούσε μια γραμμή χωρίς επιστροφή. Σήμαινε την πλήρη αποδοχή του ρόλου του.

    Με τρεμάμενα δάχτυλα, πληκτρολόγησε:

    «Κυρία, θέλω κι άλλο.»

    Κράτησε την ανάσα του και πάτησε αποστολή.

    Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως, σύντομη και απόλυτη:

    «Καλό αγόρι. Κοιμήσου τώρα. Θα σε χρειαστώ ξεκούραστο.»

    Η παρουσία της Έλενας ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε ο Μάρκος. Όταν η Βικτώρια του άνοιξε την πόρτα, φορώντας ένα μακρύ, εξώπλατο φόρεμα από σκούρο μπλε βελούδο που τόνιζε την αριστοκρατική της χλωμάδα, εκείνος περίμενε μια ιδιωτική «συνεδρία».

    Αντ' αυτού, είδε την Έλενα καθισμένη στον καναπέ, με ένα ποτήρι κρασί, να του χαμογελάει ανυποψίαστη.

    «Έλα, Μάρκο! Δεν ήξερα ότι θα ερχόσουν,» του είπε η Έλενα πρόσχαρα.

    Ο Μάρκος πάγωσε στην είσοδο. Κοίταξε τη Βικτώρια με απόγνωση. Εκείνη απλά χαμογέλασε, ένα παγερό, διασκεδαστικό χαμόγελο.

    «Νόμιζα ότι θα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη,» είπε η Βικτώρια, κλείνοντας την πόρτα πίσω του και εγκλωβίζοντάς τον. «Πέρασε μέσα. Και προσπάθησε να μην φαίνεσαι τόσο... ένοχος.»

    Το δείπνο ήταν ένα βασανιστήριο υψηλής αισθητικής. Το σπίτι της Βικτώριας ήταν γεμάτο μοντέρνα τέχνη και αιχμηρές γωνίες. Κάθισαν στο τραπέζι, με τον Μάρκο στη μέση, απέναντι από το άδειο σερβίτσιο, και τις δύο γυναίκες στις άκρες.

    Η Βικτώρια είχε τον απόλυτο έλεγχο της συζήτησης. Σέρβιρε το κρασί στην Έλενα, αλλά προσπέρασε το ποτήρι του Μάρκου.

    «Ο Μάρκος δεν θα πιει ακόμα,» είπε ήρεμα. «Πρέπει να κρατήσει το κεφάλι του καθαρό. Έχει... δουλειά αύριο, σωστά;»

    Ο Μάρκος έγνεψε, νιώθοντας το λαιμό του στεγνό. Η Έλενα γέλασε, ελαφρώς ζαλισμένη από το κρασί. «Πάντα τόσο υπεύθυνος ο Μάρκος. Γι' αυτό τον αγαπάμε.»

    «Υπεύθυνος...» επανέλαβε η Βικτώρια, καρφώνοντας το βλέμμα της στον Μάρκο. «Ή μήπως απλά χρειάζεται καθοδήγηση; Ξέρεις, Έλενα, παρατηρώ ότι ο Μάρκος λειτουργεί καλύτερα όταν του λένε ακριβώς τι να κάνει. Τον ηρεμεί.»

    Ο Μάρκος έσφιξε τα χέρια του κάτω από το τραπέζι. Η Βικτώρια μιλούσε για την υποταγή του μπροστά στην ανυποψίαστη φίλη του, μετατρέποντας το μυστικό του σε θέμα συζήτησης.

    «Αλήθεια;» ρώτησε η Έλενα. «Δεν το είχα προσέξει.»

    «Φυσικά,» συνέχισε η Βικτώρια. «Για παράδειγμα... Μάρκο, το ποτήρι της Έλενας άδειασε. Σήκω και γέμισέ το.»

    Δεν ήταν παράκληση. Ήταν διαταγή. Ο Μάρκος δίστασε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Αν σηκωνόταν, παραδεχόταν τον ρόλο του υπηρέτη. Αν αρνιόταν, θα προκαλούσε τη Βικτώρια μπροστά στην Έλενα, και οι συνέπειες θα ήταν απρόβλεπτες.

    «Μάρκο;» Η φωνή της Βικτώριας σκλήρυνε ελάχιστα. «Μην αφήνεις την κυρία να περιμένει.»

    Ο Μάρκος σηκώθηκε αργά. Πήρε το μπουκάλι. Το χέρι του έτρεμε ελαφρά καθώς πλησίαζε την Έλενα. Ένιωθε τα μάτια της Βικτώριας καρφωμένα στην πλάτη του, να απολαμβάνουν τον εξευτελισμό του. Γέμισε το ποτήρι της Έλενας.

    «Ευχαριστώ, Μάρκο,» είπε η Έλενα γλυκά.

    «Και το δικό μου,» διέταξε η Βικτώρια.

    Ο Μάρκος πήγε από την άλλη πλευρά. Καθώς έσκυψε να γεμίσει το ποτήρι της, η Βικτώρια άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μπράτσο του, σφίγγοντάς το δυνατά, κρυμμένη από το οπτικό πεδίο της Έλενας.

    «Βλέπεις, Έλενα;» είπε η Βικτώρια, κοιτάζοντας τον Μάρκο στα μάτια ενώ μιλούσε στη φίλη της. «Είναι πολύ καλός στο να εξυπηρετεί, όταν ξέρει τη θέση του. Έχει ταλέντο... στην υπακοή.»

    Μετά, χαμήλωσε τη φωνή της, ίσα που να την ακούσει μόνο ο Μάρκος καθώς ήταν σκυμμένος δίπλα της.

    «Πες της πόσο όμορφη είναι. Τώρα.»

    Ο Μάρκος πάγωσε. «Τι;» ψιθύρισε.

    «Μην με κάνεις να το επαναλάβω. Πες στην Έλενα πόσο τη θέλεις, αλλά κοίτα εμένα στα μάτια όταν το λες.»

    Ήταν ένα διεστραμμένο παιχνίδι. Τον πίεζε να ομολογήσει τον πόθο του για την Έλενα, αλλά αφιερώνοντας τα λόγια στη Βικτώρια, μετατρέποντας τον έρωτά του σε προσφορά στην Κυρία του.

    Ο Μάρκος κατάπιε ξερά, ισιώνοντας το σώμα του αλλά κρατώντας το βλέμμα του κλειδωμένο στη Βικτώρια.

    «Έλενα...» ξεκίνησε, η φωνή του βραχνή. «Είσαι... είσαι πολύ όμορφη απόψε.»

    Η Έλενα κοκκίνισε και γέλασε αμήχανα. «Μάρκο, τι σε έπιασε; Ευχαριστώ.»

    Η Βικτώρια χαμογέλασε θριαμβευτικά. Είχε πάρει αυτό που ήθελε. Είχε κάνει τον Μάρκο να φλερτάρει την Έλενα κατ' εντολή της.

    «Μπράβο,» είπε η Βικτώρια. «Κάθισε τώρα. Αλλά μην φας ακόμα. Νομίζω ότι πρέπει να μας σερβίρεις πρώτα το γλυκό.»

    Η Βικτώρια σηκώθηκε αργά, χωρίς να πει λέξη. Τα τακούνια της χτύπησαν ρυθμικά στο παρκέ καθώς κατευθυνόταν προς την κουζίνα, αφήνοντας πίσω της μια σιωπή φορτισμένη με ηλεκτρισμό.

    Η Έλενα πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και κρατούσε την αναπνοή της όση ώρα η άλλη γυναίκα ήταν από πάνω τους. Στράφηκε στον Μάρκο, με τα μάτια της να γυαλίζουν από το κρασί και μια δόση θαυμασμού ανακατεμένη με αμηχανία.

    «Είναι... τρομερή, έτσι;» ψιθύρισε συνωμοτικά, γέρνοντας προς το μέρος του. «Έχει αυτό το ύφος... Πώς να το πω; Κυριαρχικό. Σε κοιτάζει και νιώθεις ότι πρέπει να ζητήσεις άδεια ακόμα και για να αναπνεύσεις. Δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα με τέτοια αυτοπεποίθηση.»

    Ο Μάρκος την κοίταξε. Η Έλενα ήταν όμορφη, γλυκιά, προσιτή. Ήταν όλα όσα ένας άντρας υποτίθεται ότι έπρεπε να θέλει. Αλλά τώρα, μετά την εκπαίδευση της Βικτώριας, του φαινόταν... λίγη. Ακίνδυνη.

    Μια ξαφνική, πικρή συνειδητοποίηση ανέβηκε στο λαιμό του. Η αλήθεια που έκρυβε χρόνια βγήκε από το στόμα του πριν προλάβει να τη φιλτράρει.

    «Έλενα...» η φωνή του έσπασε ελαφρά. «Γιατί δεν με υπέταξες εσύ τόσο καιρό;»

    Η Έλενα πάγωσε για μια στιγμή, κρατώντας το ποτήρι της στο χέρι. Τον κοίταξε με απορία, προσπαθώντας να καταλάβει αν αστειευόταν.

    «Τι εννοείς;»

    «Γιατί δεν μου επέβαλες ποτέ τη θέλησή σου;» επέμεινε ο Μάρκος, με μια απεγνωσμένη ειλικρίνεια. «Γιατί δεν με έκανες να νιώσω... όπως με κάνει να νιώθω εκείνη; Γνωριζόμαστε χρόνια. Θα μπορούσες να με κάνεις ό,τι θέλεις.»

    Η Έλενα τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά ξέσπασε σε γέλια.

    Δεν ήταν ένα γέλιο κοροϊδευτικό, ούτε κακόβουλο. Ήταν ένα γέλιο ελαφρύ, σχεδόν παιχνιδιάρικο, το γέλιο κάποιου που μόλις άκουσε ένα παράλογο αστείο.

    «Εγώ, Μάρκο;» είπε γελώντας, σκουπίζοντας μια σταγόνα κρασιού από το χείλος της. «Μα τι λες; Είσαι γλυκός, αλλά... εγώ θέλω έναν άντρα να με προσέχει, όχι να τον διατάζω. Είμαι πολύ βαρετή για τέτοια πράγματα!»

    Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το μάγουλο φιλικά, συγκαταβατικά.

    «Είσαι πολύ ρομαντικός τελικά, με τον δικό σου, περίεργο τρόπο. Αλλά μην τα σκέφτεσαι αυτά. Δεν μου ταιριάζει εμένα το μαστίγιο.»

    Το γέλιο της αντηχούσε στα αυτιά του Μάρκου σαν καταδίκη. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. Η Έλενα δεν μπορούσε να δει το σκοτάδι του. Για εκείνη, ήταν απλώς ο «γλυκός Μάρκος». Το χάσμα ανάμεσά τους ήταν τεράστιο.

    Μόνο η Βικτώρια ήξερε. Μόνο η Βικτώρια μπορούσε.

    Ξαφνικά, ο ήχος των τακουνιών ακούστηκε ξανά. Η Βικτώρια στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας, κρατώντας έναν δίσκο. Το πρόσωπό της ήταν ατάραχο, αλλά τα μάτια της κάρφωσαν τον Μάρκο. Είχε ακούσει;

    «Διασκεδάζουμε, βλέπω,» είπε παγερά, διακόπτοντας το γέλιο της Έλενας.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    «Βικτώρια, δεν θα πιστέψεις τι μου είπε μόλις!» ξεφώνισε, δείχνοντας τον Μάρκο με το δάχτυλο, σαν να ήταν ένα άτακτο παιδί. «Με ρώτησε –σοβαρά τώρα– γιατί δεν τον έχω "υποτάξει" τόσα χρόνια! Φαντάζεσαι; Εμένα! Να τον κάνω σκλάβο μου!»

    Ο Μάρκος ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό του. Ήθελε να εξαφανιστεί κάτω από το τραπέζι. Η πιο κρυφή του επιθυμία είχε γίνει το ανέκδοτο της βραδιάς.

    Η Βικτώρια ακούμπησε τον δίσκο με τα γλυκά στο τραπέζι. Ο ήχος της πορσελάνης ακούστηκε υπερβολικά δυνατός στη σιωπή που ακολούθησε. Κοίταξε τον Μάρκο, ο οποίος είχε καρφώσει το βλέμμα του στο πιάτο του, τρέμοντας από ντροπή.

    Και τότε, η Βικτώρια γέλασε.

    Ήταν ένα γέλιο βελούδινο, σκοτεινό και απόλυτα ελεγχόμενο. Ένα γέλιο που δεν μοιραζόταν το αστείο της Έλενας, αλλά την ειρωνεία της κατάστασης.

    «Αλήθεια;» ρώτησε, και το βλέμμα της γυάλισε επικίνδυνα. «Έχει πολύ ενδιαφέρουσες ανησυχίες ο φίλος μας.»

    Πλησίασε την καρέκλα της Έλενας, ακούμπησε το χέρι της στην πλάτη της φίλης της, αλλά τα μάτια της δεν έφευγαν από τον Μάρκο. Τον κοιτούσε σαν να ήταν ένα σπάνιο ζώο στο κλουβί.

    «Ξέρεις όμως, Έλενα...» είπε η Βικτώρια αργά, με έναν τόνο που ακροβατούσε ανάμεσα στο αστείο και την πρόταση. «Ίσως να μην έχει άδικο. Κοίταξέ τον.»

    Η Έλενα κοίταξε τον Μάρκο, μπερδεμένη αλλά χαμογελαστή ακόμα.

    «Είναι όμορφος άντρας,» συνέχισε η Βικτώρια, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε έναν σαγηνευτικό ψίθυρο. «Αλλά έχει κάτι... δουλοπρεπές στο βλέμμα του, δεν νομίζεις; Κάτι που φωνάζει ότι θέλει καθοδήγηση.»

    Η Βικτώρια έσκυψε πιο κοντά στην Έλενα, σαν να μοιράζονταν ένα γυναικείο μυστικό.

    «Εγώ πάντως,» είπε, και κάθε λέξη της έπεφτε σαν μαστίγιο πάνω στο τεντωμένο νεύρο του Μάρκου, «θα ήθελα πολύ να τον δω στη μέση του δωματίου. Να τον δέσουμε καλά... και να τον μαστιγώσουμε παρέα. Εσύ κι εγώ.»

    Ο Μάρκος έσφιξε τα πόδια του κάτω από το τραπέζι, η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Η εικόνα που μόλις περιέγραψε η Βικτώρια –η φίλη του και η Κυρία του μαζί εναντίον του– ήταν ο απόλυτος εφιάλτης και η απόλυτη φαντασίωση ταυτόχρονα.

    Η Έλενα γούρλωσε τα μάτια, αιφνιδιασμένη από την εικόνα, αλλά το χαμόγελο της Βικτώριας ήταν τόσο πειστικό, τόσο "αθώα" διεστραμμένο, που την παρέσυρε.

    «Παναγία μου, Βικτώρια!» γέλασε η Έλενα αμήχανα, αλλά με μια σπίθα περιέργειας πλέον στα μάτια της. «Είσαι τρελή! Αν και... τώρα που το λες...»

    «Θα του άρεσε,» την διέκοψε η Βικτώρια κοφτά, κοιτάζοντας τον Μάρκο στα μάτια. «Πες της την αλήθεια, Μάρκο. Θα σου άρεσε να μας βλέπεις από κάτω, καθώς θα σε τιμωρούσαμε;»
    ο «αστείο» της Έλενας είχε σβήσει, αλλά η ηχώ του γέλιου της πλανιόταν ακόμα στον αέρα, κάνοντας την ταπείνωση του Μάρκου ακόμα πιο οδυνηρή. Έτρεμε σύγκορμος. Τα χέρια του είχαν γαντζωθεί στο τραπεζομάντηλο, τα αρθρώματά του λευκά από την πίεση.

    Η Βικτώρια δεν περίμενε απάντηση. Δεν την χρειαζόταν. Η γλώσσα του σώματός του φώναζε αυτό που το στόμα του φοβόταν να παραδεχτεί.

    «Σήκω πάνω,» είπε. Η φωνή της δεν ήταν δυνατή, αλλά έκοψε τον αέρα σαν μαχαίρι.

    Ο Μάρκος υπάκουσε μηχανικά. Τα πόδια του ήταν βαριά, σαν μολύβι. Στάθηκε όρθιος δίπλα στην καρέκλα του, με το κεφάλι κατεβασμένο, ανήμπορος να κοιτάξει καμία από τις δύο.

    «Βικτώρια...» ξεκίνησε να λέει η Έλενα αμήχανα, νιώθοντας ότι το πράγμα σοβαρεύει απότομα.

    «Σσσς,» την έκοψε η Βικτώρια, σηκώνοντας το δάχτυλό της χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον άντρα. «Κοίτα τον, Έλενα. Κοίτα πόσο τρέμει. Νομίζεις ότι φοβάται;»

    Πλησίασε τον Μάρκο. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του, εισπνέοντας τον φόβο του.

    «Γδύσου,» διέταξε. «Τώρα. Εδώ μπροστά μας.»

    Η Έλενα άνοιξε το στόμα της από το σοκ, αλλά δεν μίλησε. Η περιέργεια την κάρφωσε στη θέση της.

    Ο Μάρκος έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, κάτι ανάμεσα σε λυγμό και αναστεναγμό. Με τρεμάμενα δάχτυλα, άρχισε να λύνει τη γραβάτα του. Κάθε κίνηση ήταν βασανιστικά αργή. Το σακάκι έπεσε στο πάτωμα. Μετά το πουκάμισο. Τα κουμπιά γλιστρούσαν δύσκολα από τα ιδρωμένα του δάχτυλα.

    Η Βικτώρια και η Έλενα παρακολουθούσαν σιωπηλές. Η Βικτώρια με την ψυχρή ικανοποίηση του γλύπτη που αποκαλύπτει το έργο του, η Έλενα με γουρλωμένα μάτια, υπνωτισμένη από την αποκάλυψη.

    Ο ήχος της ζώνης που λύθηκε ακούστηκε εκκωφαντικός. Το παντελόνι γλίστρησε στους αστραγάλους του. Ο Μάρκος βγήκε από αυτό τρεκλίζοντας, μένοντας μόνο με το μποξεράκι του.

    «Όλα,» είπε η Βικτώρια αμείλικτα.

    Ο Μάρκος έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβασε το τελευταίο ύφασμα που τον κάλυπτε.

    Στάθηκε γυμνός κάτω από το φως του πολυελαίου, εκτεθειμένος στα βλέμματά τους. Το πρόσωπό του έκαιγε από ντροπή, το σώμα του έτρεμε σαν φύλλο, αλλά η φύση του τον είχε προδώσει ολοκληρωτικά. Η στύση του ήταν σκληρή, παλλόμενη, μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη του πόθου του, σε πλήρη αντίθεση με την ταπεινωμένη του στάση.

    «Θεέ μου...» ψιθύρισε η Έλενα. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο κέντρο του σώματός του. Το αστείο είχε πεθάνει οριστικά. Η πραγματικότητα μπροστά της ήταν ωμή και σοκαριστικά ερωτική.

    Η Βικτώρια στάθηκε δίπλα στην Έλενα και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της φίλης της, δείχνοντας τον Μάρκο σαν έκθεμα.

    «Το βλέπεις, Έλενα;» είπε χαμηλόφωνα, με θρίαμβο. «Κοίτα τον. Τρέμει από ντροπή, θέλει να ανοίξει η γη να τον καταπιεί... και όμως, κοίτα πόσο σκληρός είναι για εμάς. Κοίτα πόσο το απολαμβάνει το σώμα του να είναι το παιχνίδι μας.»

    Η Έλενα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Η αναπνοή της είχε γίνει πιο γρήγορη.

    «Είναι... είναι τόσο ερεθισμένος,» παραδέχτηκε η Έλενα, και η φωνή της είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια η φίλη. Ήταν μια γυναίκα που μόλις ανακάλυψε τη δύναμή της. «Μπροστά μας...»

    Η Έλενα, ζαλισμένη από το κρασί και την πρωτόγνωρη εικόνα του γυμνού, ερεθισμένου Μάρκου, ένιωσε μια ξαφνική, παρορμητική τόλμη. Το μυαλό της είχε θολώσει, μπερδεύοντας την εξουσία με την ηδονή.

    Γύρισε προς τη Βικτώρια, με τα μάτια της να λάμπουν.

    «Βικτώρια...» ψιθύρισε, με φωνή που έτρεμε από την έξαψη. «Αφού τον θέλεις έτσι... και αφού είναι τόσο έτοιμος... γιατί δεν του παίρνεις μια πίπα;»

    Η φράση έπεσε στο δωμάτιο σαν κεραυνός.

    Ο Μάρκος, μέσα στην ομίχλη της ντροπής του, ένιωσε ένα ηλεκτροσόκ ελπίδας και τρόμου ταυτόχρονα. Σήκωσε ελάχιστα το βλέμμα του, κοιτάζοντας τη Βικτώρια, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Μια παλαβή προσδοκία γεννήθηκε μέσα του.

    Η Βικτώρια πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο. Κοίταξε την Έλενα και μετά τον Μάρκο.

    Και τότε, ξέσπασε σε ένα τρανταχτό, ειρωνικό γέλιο. Ένα γέλιο που δεν είχε ίχνος ζεστασιάς, αλλά ήταν γεμάτο περιφρόνηση.

    «Τι είπες, χρυσή μου;» ρώτησε, σκουπίζοντας ένα δάκρυ από το γέλιο, καθώς περπατούσε αργά γύρω από τον Μάρκο. «Να του κάνω... τι;»

    Στάθηκε μπροστά στον Μάρκο και του έπιασε το πηγούνι, σηκώνοντας βίαια το πρόσωπό του ώστε να την κοιτάξει.

    «Άκουσες τι είπε η φίλη σου, Μάρκο;» τον ρώτησε σαρκαστικά. «Νόμιζες κι εσύ, έστω για μια στιγμή, ότι θα γονάτιζα εγώ; Ότι θα έβαζα αυτό το πράγμα στο στόμα μου για να σου δώσω εσένα ευχαρίστηση;»

    Ο Μάρκος κατάπιε ξερά, η ελπίδα του διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια, αφήνοντας πίσω μόνο την πικρή γεύση της πραγματικότητας.

    Η Βικτώρια άφησε το πηγούνι του με μια απότομη κίνηση και γύρισε στην Έλενα, το ύφος της ξαφνικά σοβαρό και διδακτικό.

    «Έλενα, πρέπει να μάθεις κάτι βασικό,» είπε ψυχρά. «Σε αυτό το δωμάτιο, οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι. Εμείς είμαστε οι Θεές. Αυτός...» έδειξε τον Μάρκο με μια απαξιωτική κίνηση του χεριού της, «...είναι το σκεύος. Το παιχνίδι.»

    Πλησίασε την Έλενα και της χάιδεψε τα μαλλιά.

    «Μια Βασίλισσα δεν υπηρετεί ποτέ τον σκλάβο της. Δεν του προσφέρουμε εμείς απόλαυση. Εμείς την παίρνουμε από αυτόν. Ή του την αρνούμαστε.»

    Γύρισε ξανά στον Μάρκο, ο οποίος στεκόταν ακόμα με τη στύση του να πάλλεται, τώρα όμως από απόγνωση και όχι από προσμονή.

    «Κοίτα τον,» είπε η Βικτώρια. «Κοίτα πώς ξεφούσκωσε η ελπίδα στα μάτια του. Αυτό, Έλενα, είναι πιο απολαυστικό από οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη. Η εξουσία να του αρνείσαι αυτό που ικετεύει το σώμα του.»

    Η Βικτώρια κοίταξε τον Μάρκο αφ’ υψηλού, με το βλέμμα της να μην αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης.

    «Γονάτισε,» διέταξε ήρεμα.

    Τα πόδια του Μάρκου λύγισαν αμέσως, σαν να κόπηκαν τα νεύρα του. Έπεσε στα γόνατα με έναν γδούπο στο χαλί, το γυμνό του σώμα τώρα να φαντάζει ακόμα πιο μικρό και απροστάτευτο μπροστά στις δύο γυναίκες.

    «Η Έλενα προσπάθησε να φανεί... γενναιόδωρη μαζί σου,» συνέχισε η Βικτώρια, περπατώντας αργά πίσω του. «Ήταν λάθος της, φυσικά, αλλά η πρόθεση μετράει. Πρέπει να την ευχαριστήσεις που σκέφτηκε την ευχαρίστησή σου, έστω κι αν δεν της επιτρέπεται να σου την προσφέρει.»

    Έδειξε με το δάχτυλο τα πόδια της Έλενας. Φορούσε ψηλές, μαύρες γόβες που γυάλιζαν στο φως.

    «Φίλησε τα πόδια της. Και ζήτα συγνώμη που είσαι τόσο ανάξιος για τέτοια δώρα.»

    Ο Μάρκος ανατρίχιασε. Σύρθηκε στα τέσσερα προς το μέρος της Έλενας. Η Έλενα τραβήχτηκε ελαφρά πίσω από ένστικτο, αλλά η περιέργεια και η μέθη της στιγμής την κράτησαν εκεί. Κοίταξε τον άντρα που γνώριζε χρόνια να ακουμπά το μέτωπό του στο πάτωμα μπροστά της και μετά, διστακτικά, να πλησιάζει τα χείλη του στο παπούτσι της.

    «Ευχαριστώ...» ψιθύρισε ο Μάρκος, ακουμπώντας τα χείλη του στο κρύο δέρμα της γόβας της. «Ευχαριστώ, Κυρία Έλενα. Και συγνώμη.»

    Η Έλενα ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της. Δεν ήταν αηδία. Ήταν δύναμη. Έβλεπε έναν άντρα στην πιο ευάλωτη στιγμή του, να την λατρεύει σαν θεότητα. Το αίσθημα ήταν μεθυστικό. Χωρίς να το σκεφτεί, πίεσε ελαφρά τη μύτη του παπουτσιού της στο μάγουλό του, κρατώντας τον εκεί.

    «Καλό αγόρι,» ψιθύρισε, επαναλαμβάνοντας ασυνείδητα τα λόγια της Βικτώριας.

    Την ίδια στιγμή, ο ήχος ενός συρταριού που άνοιγε και έκλεινε ακούστηκε από την άλλη άκρη του δωματίου.

    Η Βικτώρια επέστρεψε. Στα χέρια της κρατούσε δύο μαστίγια. Ήταν κομψά, φτιαγμένα από πλεγμένο μαύρο δέρμα, με μακριές, σκληρές ουρές που κατέληγαν σε κρόσια. Έμοιαζαν περισσότερο με έργα τέχνης παρά με όργανα βασανιστηρίων, αλλά η απειλή που εξέπεμπαν ήταν ξεκάθαρη.

    Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι του και τα είδε. Το αίμα του πάγωσε. Η αναπνοή του κόπηκε.

    Η Βικτώρια στάθηκε δίπλα στην Έλενα. Με μια τελετουργική κίνηση, της πρόσφερε το ένα μαστίγιο.

    «Σου είπα ότι θα τον μαστιγώναμε παρέα,» είπε η Βικτώρια, με ένα χαμόγελο που υποσχόταν πόνο και κάθαρση. «Τώρα που σε προσκύνησε, ήρθε η ώρα να τον σημαδέψεις. Να του δείξεις πού ανήκει.»

    Η Έλενα κοίταξε το μαστίγιο. Η λαβή του φαινόταν βαριά και στιβαρή. Άπλωσε το χέρι της και το έπιασε. Η αίσθηση του δέρματος στην παλάμη της ήταν παράξενα οικεία, παράξενα σωστή.

    Οι δύο γυναίκες στάθηκαν πάνω από τον γονατιστό άντρα, σαν οι Ερινύες σε έναν πίνακα του Sardax. Δύο σιλουέτες κυριαρχίας, οπλισμένες και έτοιμες.

    «Σήκω πάνω, Μάρκο,» διέταξε η Βικτώρια, τινάζοντας το δικό της μαστίγιο στον αέρα με έναν κοφτό ήχο σβιιν. «Και γύρνα την πλάτη σου. Το μάθημα αρχίζει.»

    Ο Μάρκος σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Τα γόνατά του διαμαρτυρήθηκαν, το σώμα του ήταν βαρύ από την ντροπή και την προσμονή του πόνου. Γύρισε αργά την πλάτη του στις δύο γυναίκες. Η γύμνια του τώρα φάνταζε διαφορετική. Δεν ήταν πια ερωτική· ήταν η γύμνια του θύματος, του αιχμάλωτου. Η φαρδιά, χλωμή πλάτη του ήταν ένας άδειος καμβάς που περίμενε τους καλλιτέχνες του.

    Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν αφόρητη. Ο Μάρκος άκουγε μόνο τη γρήγορη, ρηχή ανάσα της Έλενας πίσω του και τον ήρεμο, σταθερό ρυθμό της αναπνοής της Βικτώριας.

    Η Έλενα κοίταζε το μαστίγιο στο χέρι της. Έμοιαζε ξένο, βαρύ. Η καρδιά της σφυροκοπούσε. Ήταν ένα πράγμα να γελάει με την ιδέα, και τελείως διαφορετικό να σηκώσει το χέρι της και να χτυπήσει σκόπιμα έναν άνθρωπο που γνώριζε.

    «Διστάζεις,» παρατήρησε ψυχρά η Βικτώρια.

    Δεν περίμενε απάντηση. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο ήχος του δέρματος που σκίζει τον αέρα ήταν απότομος, κοφτός.

    ΣΒΙΝ – ΚΡΑΚ.

    Το μαστίγιο της Βικτώριας προσγειώθηκε διαγώνια στην ωμοπλάτη του Μάρκου. Δεν ήταν χτύπημα πλήρους ισχύος, αλλά ήταν χειρουργικής ακρίβειας. Ο Μάρκος τινάχτηκε μπροστά με έναν πνιχτό λυγμό, το σώμα του κυρτώθηκε ενστικτωδώς. Μια έντονη, κόκκινη γραμμή εμφανίστηκε αμέσως στο λευκό δέρμα, σαν να την είχε ζωγραφίσει κάποιος με πινέλο.

    Η Έλενα άφησε μια μικρή κραυγή, φέρνοντας το χέρι στο στόμα της. Η βία της εικόνας την σοκάρισε.

    «Το βλέπεις, Έλενα;» είπε η Βικτώρια ήρεμα, χαϊδεύοντας την ουρά του μαστιγίου της. «Δεν έσπασε. Δεν πέθανε. Το δέρμα του είναι φτιαγμένο για αυτό. Το ζητάει.»

    Γύρισε και κοίταξε την Έλενα βαθιά στα μάτια, μεταδίδοντάς της την παγερή της αποφασιστικότητα.

    «Τώρα εσύ. Μην σκέφτεσαι. Απλά σήκωσε το χέρι σου και άφησέ το να πέσει. Σημάδεψέ τον.»

    Η Έλενα κοίταξε την κόκκινη γραμμή στην πλάτη του Μάρκου. Κάτι μέσα της μετατοπίστηκε. Το σοκ έδωσε τη θέση του σε μια παράξενη, σκοτεινή περιέργεια. Μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης άρχισε να φουσκώνει στο στήθος της. Ο Μάρκος ήταν εκεί, περιμένοντας τη δική της κίνηση.

    Χωρίς να το πολυσκεφτεί, παρασυρμένη από την ένταση της στιγμής και την επιρροή της Βικτώριας, η Έλενα σήκωσε το μαστίγιο. Η κίνησή της δεν είχε την τεχνική της Βικτώριας, ήταν πιο άγαρμπη, πιο ορμητική.

    Κατέβασε το χέρι της με όλη της τη δύναμη.

    ΓΚΟΥΠ.

    Το χτύπημα ήταν βαρύ, υπόκωφο. Προσγειώθηκε χαμηλά, στη μέση του Μάρκου, με πολύ περισσότερη δύναμη από ό,τι υπολόγιζε. Ο Μάρκος έβγαλε μια δυνατή, ακούσια κραυγή πόνου και έπεσε στα γόνατα, λαχανιάζοντας.

    Η Έλενα έμεινε άγαλμα, κοιτάζοντας το μαστίγιο στο χέρι της σαν να ήταν ζωντανό. Είχε προκαλέσει αυτόν τον ήχο; Είχε προκαλέσει αυτόν τον πόνο;

    Η Βικτώρια σήκωσε το ένα φρύδι, έκπληκτη αλλά και ικανοποιημένη.

    «Εντυπωσιακό,» ψιθύρισε, με μια δόση αληθινού θαυμασμού. «Για πρώτη φορά... έχεις πολύ φυσικό ταλέντο στη σκληρότητα, Έλενα. Κρύβεις μέσα σου περισσότερο σκοτάδι από όσο νόμιζες.»

    Η Έλενα κοκκίνισε, ένα μίγμα ντροπής και μιας διεστραμμένης περηφάνιας.

    «Σήκω πάνω, Μάρκο!» διέταξε η Βικτώρια, χωρίς οίκτο. «Δεν τελειώσαμε. Τώρα που η Κυρία Έλενα βρήκε τον ρυθμό της, θα το κάνουμε σωστά.»

    Ο Μάρκος σηκώθηκε ξανά, τρέμοντας πιο έντονα τώρα. Η πλάτη του έκαιγε σε δύο σημεία.

    Η Βικτώρια στάθηκε δίπλα στην Έλενα, δημιουργώντας ένα ανυπέρβλητο τείχος εξουσίας πίσω του.

    «Θα μετράω,» είπε η Βικτώρια. «Εναλλάξ. Θέλω ρυθμό. Θέλω να χαραχτεί στο μυαλό του ότι ανήκει και στις δύο μας τώρα.»

    Σήκωσε το μαστίγιο της.

    «Ένα.»

    ΚΡΑΚ. (Βικτώρια) Ο Μάρκος έσφιξε τα δόντια του.

    «Δύο.»

    Η Έλενα, παίρνοντας θάρρος από την καθοδήγηση, χτύπησε ξανά. Πιο ελεγχόμενα αυτή τη φορά, αλλά εξίσου δυνατά. ΣΒΙΝ-ΚΡΑΚ. (Έλενα) Ο Μάρκος αναστενάξε βαριά.

    «Τρία.»

    ΚΡΑΚ. (Βικτώρια)

    «Τέσσερα.»

    ΚΡΑΚ. (Έλενα)

    Το δωμάτιο γέμισε με τον ήχο των χτυπημάτων και τη βαριά ανάσα του Μάρκου. Η πλάτη του άρχισε να μοιάζει με χάρτη από διασταυρούμενες κόκκινες γραμμές, ένα ζωντανό έργο τέχνης φτιαγμένο από τα χέρια των δύο γυναικών που τώρα τον όριζαν απόλυτα.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    «Δέκα.»

    Η φωνή της Βικτώριας έβαλε τέλος στη διαδικασία, απότομα, όπως ακριβώς την είχε ξεκινήσει.

    Ο τελευταίος ήχος του μαστιγίου της Έλενας έσβησε στο δωμάτιο. Ο Μάρκος άφησε έναν μακρόσυρτο, τρεμάμενο εκπνοή και έγειρε ελαφρά μπροστά, στηρίζοντας τα χέρια του στα γόνατά του για να μην καταρρεύσει. Η πλάτη του ήταν πλέον ένας ζωντανός καμβάς πόνου, γεμάτη διασταυρούμενες κόκκινες γραμμές που φούσκωναν δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο.

    Η Έλενα στεκόταν πίσω του, λαχανιασμένη. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα, τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα, και τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο έργο της. Η αδρεναλίνη κυλούσε στις φλέβες της σαν ηλεκτρισμός. Ποτέ δεν είχε νιώσει κάτι τέτοιο. Ήταν τρομακτικό, αλλά ταυτόχρονα μεθυστικό.

    «Πλησίασε,» της ψιθύρισε η Βικτώρια. «Δες τι φτιάξαμε.»

    Η Έλενα έκανε ένα βήμα μπροστά, υπνωτισμένη. Άπλωσε το χέρι της. Τα δάχτυλά της, που πριν λίγο κρατούσαν το μαστίγιο με βία, τώρα ακούμπησαν απαλά, σχεδόν τρυφερά, πάνω στο πρησμένο δέρμα του Μάρκου.

    Ο Μάρκος τινάχτηκε στο άγγιγμά της, βγάζοντας ένα σιγανό συριγμό πόνου.

    «Καίει...» ψιθύρισε η Έλενα, γοητευμένη από την αντίδραση του σώματός του κάτω από τα δάχτυλά της. «Είναι καυτό.»

    «Είναι η ενέργειά σου,» της εξήγησε η Βικτώρια, περνώντας το χέρι της γύρω από τη μέση της Έλενας, σαν μέντορας που επιβραβεύει την μαθήτρια. «Εσύ το έκανες αυτό. Εσύ έγραψες πάνω του. Αυτά τα σημάδια είναι η υπογραφή σου, Έλενα. Τώρα σου ανήκει περισσότερο απ' όσο του ανήκεις εσύ ως φίλη.»

    Η Έλενα πίεσε λίγο πιο δυνατά το δάχτυλό της πάνω σε μια φρέσκια πληγή. Ο Μάρκος έσφιξε τα δόντια του αλλά δεν τραβήχτηκε.

    «Γύρνα,» διέταξε η Έλενα ξαφνικά.

    Η φωνή της δεν είχε πια ίχνος δισταγμού. Ήταν βραχνή, απαιτητική.

    Ο Μάρκος γύρισε αργά, με το κεφάλι χαμηλωμένο, το σώμα του ιδρωμένο και τρεμάμενο. Δεν τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Ένιωθε εκτεθειμένος όσο ποτέ, όχι μόνο λόγω της γύμνιας του, αλλά γιατί η γυναίκα που αγαπούσε πλατωνικά, τώρα τον κοιτούσε σαν σάρκα. Σαν ιδιοκτησία.

    Η Έλενα σήκωσε τη λαβή του μαστιγίου και την έβαλε κάτω από το πηγούνι του, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το κεφάλι.

    «Κοίταξέ με, Μάρκο,» είπε.

    Εκείνος υπάκουσε. Τα μάτια του ήταν υγρά.

    «Πόνεσε;» ρώτησε εκείνη, με ένα παράξενο, σκληρό μειδίαμα.

    «Ναι...» ψιθύρισε ο Μάρκος.

    «Σου άρεσε;» Η ερώτηση ήρθε αβίαστα, σαν να την έκανε η Βικτώρια, αλλά έβγαινε από τα χείλη της Έλενας.

    Ο Μάρκος δίστασε. Η Βικτώρια, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, τον κοίταζε προειδοποιητικά. Αλλά δεν χρειαζόταν απειλή. Η αλήθεια ήταν γραμμένη στο σώμα του, στην άκαμπτη στύση που επέμενε παρά τον πόνο.

    «Ναι...» ομολόγησε τελικά, η φωνή του σπασμένη. «Μου άρεσε... που με χτυπήσατε εσείς, Κυρία Έλενα.»

    Η χρήση του τίτλου "Κυρία" από τον Μάρκο προς την Έλενα ήταν η τελική σφραγίδα. Η Έλενα ένιωσε ένα κύμα θριάμβου.

    Γέλασε χαμηλά και κατέβασε τη λαβή του μαστιγίου από το πηγούνι του, ακουμπώντας την τώρα στο στήθος του, κατεβαίνοντας αργά προς την κοιλιά του.

    «Είσαι άρρωστος, Μάρκο,» είπε, κουνώντας το κεφάλι της με μια δόση περιφρόνησης που της ερχόταν πλέον φυσικά. «Πάντα ήσουν. Απλά χρειαζόσουν τις κατάλληλες γυναίκες για να στο βγάλουν.»

    Στράφηκε στη Βικτώρια, με τα μάτια της να λάμπουν.

    «Είχες δίκιο,» είπε στην άλλη γυναίκα. «Είναι... απελευθερωτικό. Τι κάνουμε τώρα; Πώς τελειώνει αυτό;»

    Η Βικτώρια χαμογέλασε. Πήρε ένα ποτήρι κρασί από το τραπέζι και πλησίασε.

    «Δεν τελειώνει, αγάπη μου,» είπε η Βικτώρια. «Τώρα που έσπασες το φράγμα, μόλις αρχίσαμε. Αλλά για απόψε... νομίζω ότι του αξίζει μια τελευταία ταπείνωση πριν τον κλείσουμε στο δωμάτιο υπηρεσίας.»

    Έδειξε τον Μάρκο.

    «Γονάτισε ξανά. Και άνοιξε το στόμα σου.»

    Ο Μάρκος υπάκουσε αμέσως.

    Η Βικτώρια έδωσε το ποτήρι με το κρασί στην Έλενα.

    «Δεν θα πιει σαν άνθρωπος,» εξήγησε η Βικτώρια. «Θα πιει ό,τι αποφασίσεις εσύ να του δώσεις. Χύσε το κρασί πάνω του. Στο πρόσωπο, στο σώμα, όπου θες. Και άσε τον να γλείψει ό,τι στάξει στο πάτωμα.»

    Η Έλενα κοίταξε το ποτήρι, μετά τον Μάρκο που περίμενε με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια κλειστά, και μετά ξανά τη Βικτώρια. Ένα διεστραμμένο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

    «Με μεγάλη μου χαρά,» είπε.

    Και γύρισε το ποτήρι.
    Το κρασί έσταζε από το πηγούνι του Μάρκου στο ακριβό χαλί, ανακατεμένο με τον ιδρώτα και την ταπείνωσή του. Η Έλενα τον κοιτούσε από ψηλά, κρατώντας το άδειο ποτήρι, με μια έκφραση θριάμβου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

    «Αρκετά,» ακούστηκε η φωνή της Βικτώριας, σπάζοντας τη στιγμή.

    Η Έλενα γύρισε να την κοιτάξει, ίσως περιμένοντας να τελειώσει η βραδιά εκεί, με τον Μάρκο κλειδωμένο σε κάποιο δωμάτιο. Αλλά η Βικτώρια είχε άλλα σχέδια. Ένα σενάριο που θα ολοκλήρωνε τη μεταμόρφωση της Έλενας και θα σφράγιζε τη μοίρα του Μάρκου.

    «Ντύσου,» διέταξε τον Μάρκο. «Γρήγορα. Μην σκουπιστείς. Θέλω να νιώθεις το κρασί να κολλάει πάνω σου κάτω από τα ρούχα.»

    Ο Μάρκος σηκώθηκε τρεκλίζοντας και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του από το πάτωμα. Οι κινήσεις του ήταν μηχανικές, σπασμωδικές.

    «Δεν θα μείνει εδώ απόψε;» ρώτησε η Έλενα, ελαφρώς απογοητευμένη.

    «Όχι,» απάντησε η Βικτώρια, πλησιάζοντας την Έλενα. «Απόψε, το μάθημα είναι πρακτικό. Και είναι δικό σου.»

    Έπιασε την Έλενα από τους ώμους και τη γύρισε προς τον Μάρκο, ο οποίος πάλευε να κουμπώσει το πουκάμισό του πάνω από την πονεμένη, ραβδωτή πλάτη του.

    «Θα σε πάει σπίτι σου, Έλενα. Θα είναι ο σοφέρ σου. Και όταν φτάσετε εκεί... θα γίνει το παιχνίδι σου.»

    Ο Μάρκος πάγωσε με τη ζώνη στο χέρι. Κοίταξε τη Βικτώρια με μάτια γουρλωμένα.

    «Άκουσες καλά, σκλάβε,» του είπε η Βικτώρια αυστηρά. «Θα συνοδεύσεις την Κυρία Έλενα. Θα μπεις στο σπίτι της. Και θα περάσεις όλο το βράδυ γονατιστός ανάμεσα στα πόδια της.»

    Η Έλενα άνοιξε το στόμα της, κοκκινίζοντας, αλλά η Βικτώρια δεν της άφησε περιθώριο να μιλήσει. Συνέχισε, απευθυνόμενη στον Μάρκο, με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση.

    «Υπάρχει όμως ένας κανόνας. Ένας και μοναδικός.»

    Πλησίασε τον Μάρκο και σήκωσε το δάχτυλό της μπροστά στο πρόσωπό του.

    «Δεν θα την αγγίξεις. Απαγορεύεται να χρησιμοποιήσεις τα χέρια σου. Θα τα έχεις δεμένα πίσω από την πλάτη σου ή θα κρατάς τα πόδια του κρεβατιού. Το μόνο μέρος του σώματός σου που επιτρέπεται να την ακουμπήσει... είναι η γλώσσα σου.»

    Γύρισε στην Έλενα, η οποία τώρα ανέπνεε βαριά, η ιδέα να την εξιτάρει πέρα από κάθε λογική.

    «Είναι δικός σου, Έλενα. Χρησιμοποίησέ τον. Κάνε τον να σε υπηρετήσει μέχρι να μουδιάσει το στόμα του. Μην τον αφήσεις να σταματήσει ούτε δευτερόλεπτο, μέχρι να τον ικετεύσεις εσύ ή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος από την ηδονή. Και αν προσπαθήσει να κάνει κάτι άλλο... αν προσπαθήσει να σε αγγίξει ή να σταματήσει... ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.»

    Της έδωσε το μαστίγιο που κρατούσε η Έλενα νωρίτερα.

    «Πάρ' το μαζί σου.»

    Η Έλενα πήρε το μαστίγιο. Το κοίταξε και μετά κοίταξε τον Μάρκο, ο οποίος ήταν πλέον ντυμένος, αλλά φαινόταν πιο γυμνός από ποτέ.

    «Πάμε, Μάρκο,» είπε η Έλενα. Η φωνή της ήταν διαφορετική τώρα. Σίγουρη. Απαιτητική. «Το αυτοκίνητο περιμένει. Και έχω πολλή όρεξη απόψε.»

    Ο Μάρκος έγνεψε καταφατικά, χωρίς να βγάλει μιλιά.

    «Καλή διασκέδαση,» ψιθύρισε η Βικτώρια καθώς περνούσαν την πόρτα, κλείνοντάς την πίσω τους και αφήνοντάς τους μόνους στη νύχτα, με τον Μάρκο να ξέρει ότι το πραγματικό μαρτύριο –και η απόλυτη ηδονή της υποταγής– μόλις ξεκινούσε.
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Ένας μήνας πριν.

    Το διαμέρισμα της Βικτώριας ήταν βυθισμένο στο ημίφως. Οι δύο γυναίκες κάθονταν στο μπαλκόνι, με τη θέα της πόλης να απλώνεται μπροστά τους σαν μια θάλασσα από φώτα.

    Η Έλενα κρατούσε το ποτήρι της με τα δύο χέρια, κοιτάζοντας το κενό. Τα μάτια της ήταν πρησμένα. Μόλις είχε βγει από άλλη μια σχέση που κατέληξε σε προδοσία και δάκρυα.

    «Κουράστηκα, Βικτώρια,» είπε, και η φωνή της έσπασε. «Κουράστηκα να δίνω τα πάντα και στο τέλος να μένω μόνη, να αναρωτιέμαι τι έκανα λάθος. Κάθε φορά το ίδιο σενάριο. Τους αγαπάω, τους φροντίζω, και στο τέλος με πατάνε.»

    Η Βικτώρια, καθισμένη στην απέναντι πολυθρόνα με τα πόδια σταυρωμένα και ένα τσιγάρο να καίει νωχελικά στα δάχτυλά της, την παρατηρούσε σιωπηλή.

    «Το λάθος σου,» είπε η Βικτώρια αργά, εκπνέοντας τον καπνό, «είναι ότι ψάχνεις για σύντροφο. Ψάχνεις για ίσο.»

    Η Έλενα σήκωσε το βλέμμα της. «Και τι να ψάξω; Κάποιον κατώτερο;»

    «Όχι κατώτερο. Κάποιον δικό σου.» Η Βικτώρια έγειρε μπροστά, το πρόσωπό της φωτίστηκε από τη φλόγα του αναπτήρα καθώς άναβε ξανά το τσιγάρο. «Κάποιον που δεν θα έχει την επιλογή να σε πληγώσει, γιατί η ύπαρξή του θα εξαρτάται από το δικό σου νεύμα.»

    Η Έλενα γέλασε πικρά. «Αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες, Βικτώρια. Ή στα βιβλία που διαβάζεις.»

    «Γίνονται παντού, αν έχεις το θάρρος να το απαιτήσεις,» απάντησε η Βικτώρια αυστηρά. «Πάρε τον Μάρκο για παράδειγμα.»

    Η Έλενα ξαφνιάστηκε στο άκουσμα του ονόματος. «Τον Μάρκο; Μα είναι φίλος. Είναι γλυκός, ντροπαλός... δεν είναι άντρας που θα με προστάτευε.»

    «Ακριβώς,» είπε η Βικτώρια με ένα αινιγματικό χαμόγελο. «Είναι ντροπαλός γιατί κρύβει μέσα του την ανάγκη να υποταχθεί. Τον βλέπω πώς σε κοιτάζει χρόνια τώρα. Σαν κουτάβι. Δεν τολμάει να κάνει κίνηση γιατί φοβάται την απόρριψη, αλλά κυρίως γιατί φοβάται την ευθύνη.»

    Η Βικτώρια σηκώθηκε και πήγε στην άκρη του μπαλκονιού.

    «Μπορώ να σ' τον δώσω, Έλενα. Μπορώ να τον φτιάξω για σένα. Να τον σπάσω και να τον ξαναχτίσω έτσι ώστε να μην μπορεί να αναπνεύσει χωρίς την άδειά σου. Να σε λατρεύει σαν θεά και να τρέμει στην ιδέα ότι θα σε δυσαρεστήσει.»

    Η Έλενα άφησε το ποτήρι στο τραπέζι. Η θλίψη στο πρόσωπό της άρχισε να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε κάτι πιο σκοτεινό, πιο υπολογιστικό. Η ιδέα ενός άντρα που δεν θα μπορούσε ποτέ να την εγκαταλείψει, ενός άντρα απόλυτα ελεγχόμενου, ήταν βάλσαμο για τις πληγές της.

    «Και πώς θα γίνει αυτό;» ρώτησε, η φωνή της πιο σταθερή τώρα.

    Η Βικτώρια γύρισε και την κοίταξε σοβαρά.

    «Δεν θα είναι εύκολο. Και κυρίως, δεν θα είναι ανώδυνο. Για να πετύχει, πρέπει να του αφαιρέσουμε κάθε ίχνος ανδρικού εγωισμού.»

    Έκανε μια μικρή παύση για έμφαση.

    «Θα πονέσει, Έλενα. Πολύ. Θα τον ταπεινώσουμε, θα τον τρομοκρατήσουμε, θα παίξουμε με το μυαλό και το σώμα του μέχρι να μην ξέρει ποιος είναι. Θα υποφέρει στα χέρια μου – και στα δικά σου.»

    Περίμενε να δει φόβο ή δισταγμό στο πρόσωπο της φίλης της. Περίμενε το κλασικό «μα δεν θέλω να τον πληγώσω».

    Αντ' αυτού, είδε τα χείλη της Έλενας να σχηματίζουν ένα αργό, παγωμένο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο ανακούφισης.

    «Καλύτερα να πονέσει αυτός,» ψιθύρισε η Έλενα, κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης με νέο αέρα. «Παρά να ξαναπονέσω εγώ.»

    Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στη Βικτώρια.

    «Κάν' το,» είπε η Έλενα. «Κάνε τον δικό μου. Και αν πρέπει να υποφέρει για να μείνει πιστός... ας υποφέρει. Θα το απολαύσω να ξέρω ότι ο πόνος του είναι η απόδειξη της αφοσίωσής του.»

    Η Βικτώρια χαμογέλασε, τσουγκρίζοντας το ποτήρι της με αυτό της φίλης της.

    «Στην υγειά μας, λοιπόν. Και στο νέο σου... παιχνίδι.»
    Η σκηνή στο μπαλκόνι είχε δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, αλλά η Βικτώρια ήθελε να σπρώξει τα όρια της Έλενας λίγο παραπέρα. Να δοκιμάσει τις αντοχές της.

    Μπήκαν μέσα στο σαλόνι. Η Βικτώρια πήρε το τάμπλετ της, πάτησε μερικά πλήκτρα και το έδωσε στην Έλενα.

    «Δες αυτό,» της είπε απλά.

    Στην οθόνη έπαιζε ένα βίντεο OWK. Ένας άντρας, δεμένος περίτεχνα, λειτουργούσε ως ανθρώπινο έπιπλο, ως ζωντανή τουαλέτα για μια γυναίκα ντυμένη με λατέξ. Η εικόνα ήταν ακραία, ωμή, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος ανδρικής αξιοπρέπειας.

    Η πρώτη αντίδραση της Έλενας ήταν ενστικτώδης. Ζάρωσε το πρόσωπό της και έσπρωξε το τάμπλετ μακριά.

    «Ιιιου... Βικτώρια, τι είναι αυτά;» φώναξε με αηδία. «Είναι άρρωστο! Πώς μπορείς και βλέπεις τέτοια πράγματα; Είναι... ταπεινωτικό.»

    «Αυτό είναι το νόημα,» απάντησε η Βικτώρια ψύχραιμα, χωρίς να πάρει το τάμπλετ πίσω. «Μην κοιτάς την πράξη. Κοίτα τα μάτια του. Κοίτα την απόλυτη παράδοση. Δεν υπάρχει "εγώ" εκεί μέσα. Υπάρχει μόνο η "χρήση".»

    Η Έλενα δίστασε. Η περιέργεια, αυτό το σκοτεινό σκουλήκι, την έκανε να ρίξει μια κλεφτή ματιά ξανά. Παρατήρησε τον άντρα. Την ακινησία του. Την αποδοχή της μοίρας του ως αντικείμενο.

    Ένιωσε μια ξαφνική ζέστη να ανεβαίνει από το στομάχι της και να συγκεντρώνεται χαμηλά στην κοιλιά της. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Η αηδία ήταν ακόμα εκεί, αλλά είχε μπερδευτεί με κάτι άλλο. Κάτι απαγορευμένο.

    «Λοιπόν;» ρώτησε η Βικτώρια, που διάβαζε τη γλώσσα του σώματός της σαν ανοιχτό βιβλίο.

    Η Έλενα πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. Σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τη φίλη της.

    «Είναι απαίσιο,» ψιθύρισε, αλλά η φωνή της ήταν βραχνή. «Αλλά... Βικτώρια...» Δάγκωσε το χείλος της. «Γιατί έχω υγρανθεί τόσο πολύ;»

    Η Βικτώρια χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο θηρευτή.

    «Γιατί η εξουσία είναι το πιο ισχυρό αφροδισιακό, αγάπη μου. Και η απόλυτη εξουσία... είναι ναρκωτικό.»

    Πλησίασε την Έλενα, της πήρε το τάμπλετ από τα χέρια και το πέταξε στον καναπέ. Την έπιασε από τη μέση και την τράβηξε πάνω της. Τα στόματά τους ενώθηκαν με πάθος, πεινασμένα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Οι δυο γυναίκες μοιράζονταν το κρεβάτι αραιά και που, μια εκτόνωση χωρίς δεσμεύσεις, μια μυστική συμφωνία απόλαυσης.

    Απόψε όμως ήταν διαφορετικά. Η εικόνα του βίντεο, η συζήτηση για τον Μάρκο, η υπόσχεση της κυριαρχίας, όλα είχαν φορτίσει την ατμόσφαιρα με ηλεκτρισμό. Έκαναν έρωτα με ένταση, με τη Βικτώρια να καθοδηγεί και την Έλενα να αφήνεται, βγάζοντας όλη την πικρία των αποτυχημένων της σχέσεων σε στεναγμούς και νύχια που βυθίζονταν στην πλάτη της φίλης της.

    Αργότερα, ξαπλωμένες στα σεντόνια, καπνίζοντας, η ησυχία ήταν γαλήνια.

    «Πρέπει να το κάνουμε πιο συχνά αυτό,» είπε η Έλενα νωχελικά, κοιτάζοντας το ταβάνι. «Ξεχνάω τα πάντα μαζί σου. Νιώθω... δυνατή.»

    Η Βικτώρια γύρισε στο πλάι, στηρίζοντας το κεφάλι της στο χέρι της.

    «Μπορούμε να το κάνουμε όποτε θέλουμε,» είπε. «Αλλά σκέψου πόσο καλύτερο θα ήταν αν δεν ήμασταν μόνο οι δυο μας.»

    Η Έλενα γύρισε και την κοίταξε. «Τι εννοείς;»

    «Σκέψου το σχέδιο με τον Μάρκο,» συνέχισε η Βικτώρια. «Όχι απλώς να τον παιδέψουμε για λίγο. Αλλά να τον σπάσουμε τελείως. Να τον κάνουμε όπως αυτόν στο βίντεο – ίσως όχι τουαλέτα ακόμα, αυτό θέλει χρόνο – αλλά ένα χρήσιμο αντικείμενο μες στο σπίτι.»

    Τα μάτια της Έλενας άνοιξαν λίγο περισσότερο.

    «Φαντάσου το,» της ψιθύρισε η Βικτώρια, ζωγραφίζοντας την εικόνα. «Να μένουμε μαζί. Εσύ κι εγώ. Οι Κυρίες του σπιτιού. Και ο Μάρκος... να είναι εκεί. Όχι ως συγκάτοικος. Όχι ως φίλος. Αλλά ως το κατοικίδιό μας. Να κοιμάται στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι μας. Να ξυπνάμε και να μας φέρνει καφέ γονατιστός. Να τον χρησιμοποιούμε για τις δουλειές, για τα ψώνια, για τα νεύρα μας... και για την εκτόνωσή μας όταν βαριόμαστε.»

    Η Έλενα έμεινε σιωπηλή, αφήνοντας τη φαντασίωση να ριζώσει στο μυαλό της. Ένα σπίτι χωρίς αντρική καταπίεση, αλλά με έναν άντρα απόλυτα υποταγμένο να τις υπηρετεί. Η απόλυτη εκδίκηση στο αντρικό φύλο, προσωποποιημένη στον Μάρκο.

    «Όλοι μαζί;» ρώτησε η Έλενα, και ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της.

    «Όλοι μαζί,» επιβεβαίωσε η Βικτώρια. «Μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δύο Βασίλισσες και ο σκλάβος τους. Τι λες;»

    Η Έλενα έσβησε το τσιγάρο της με δύναμη στο τασάκι.

    «Λέω,» απάντησε με μια νέα σιγουριά στη φωνή της, «ότι ανυπομονώ να ξεκινήσουμε την εκπαίδευσή του.»
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Η πόρτα του διαμερίσματος της Έλενας έκλεισε πίσω τους με έναν βαρή, οριστικό ήχο. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Δεν ήταν πια το οικείο σπίτι της φίλης του. Ήταν ο ναός μιας νέας, απαιτητικής θεότητας, και ο Μάρκος ήταν το θύμα που βάδιζε οικειοθελώς προς τον βωμό.

    Η Έλενα δεν άναψε το κεντρικό φως. Μόνο ένα επιδαπέδιο φωτιστικό στη γωνία του σαλονιού, που έριχνε μακριές, δραματικές σκιές.

    «Γδύσου,» είπε. Η φωνή της δεν είχε την παγερή εμπειρία της Βικτώριας, αλλά είχε κάτι πιο επικίνδυνο: την απληστία του νεοφώτιστου που μόλις ανακάλυψε τη δύναμή του.

    Ο Μάρκος υπάκουσε αμέσως. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς πέταγε τα ρούχα του στο πάτωμα, μένοντας γυμνός για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ. Στάθηκε στη μέση του σαλονιού, με τη στύση του να πάλλεται επώδυνα, το σώμα του σημαδεμένο ακόμα από τα μαστίγια, περιμένοντας την κρίση της.

    Η Έλενα στάθηκε απέναντί του, ντυμένη ακόμα. Τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια, ένα αργό, ιδιοκτησιακό βλέμμα που τον έκανε να ανατριχιάσει. Τα μπλε της μάτια, αυτά τα μάτια που κάποτε τα θεωρούσε γλυκά και αθώα, τώρα γυάλιζαν με μια σκληρή, παγωμένη λάμψη.

    Αργά, βασανιστικά αργά, άρχισε να ξεντύνεται.

    Κάθε ρούχο που έπεφτε ήταν μια αποκάλυψη. Όταν έμεινε με τα εσώρουχα, ο Μάρκος σταμάτησε να αναπνέει. Ήταν ψηλή, μια ξανθιά Αμαζόνα, με τα μακριά της μαλλιά να πέφτουν σαν χρυσός καταρράκτης στους ώμους της.

    Και τότε, έβγαλε το σουτιέν της.

    Ο Μάρκος ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν. Είχε δει την Έλενα με μαγιό, με στενά ρούχα, είχε φαντασιωθεί το σώμα της αμέτρητες φορές. Αλλά η πραγματικότητα που ορθώθηκε μπροστά του τον αποτελείωσε.

    Ήταν εκθαμβωτική. Τα στήθη της ήταν μεγάλα, πολύ μεγαλύτερα απ' όσο φανταζόταν, αλλά δεν υπήρχε ίχνος χαλάρωσης πάνω τους. Ήταν στητά, σφριγηλά, γυμνασμένα, αψηφώντας τη βαρύτητα. Δύο υπέροχα, επιβλητικά αγάλματα σάρκας, με σκούρες, σκληρές θηλές που τον κοιτούσαν σαν μάτια.

    Ο Μάρκος έμεινε άφωνος, με το στόμα ανοιχτό, σαστισμένος από το δέος. Ο εγκέφαλός του προσπαθούσε να συνδέσει την εικόνα της «φίλης Έλενας» με αυτή την επιβλητική, γυμνή θεά που στεκόταν από πάνω του. Ένιωσε ασήμαντος, μικρός, ανάξιος ακόμα και να την κοιτάζει. Η ομορφιά της ήταν επιθετική, μια brute force επίθεση στις αισθήσεις του.

    Η Έλενα είδε το δέος στα μάτια του. Είδε πώς την κοιτούσε, σαν να έβλεπε ένα θαύμα. Και αυτό την μέθυσε περισσότερο από κάθε κρασί.

    Χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο αργό, λάγνο και σκληρό.

    «Σου αρέσει αυτό που βλέπεις, Μάρκο;» ρώτησε, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.

    Εκείνος μπόρεσε μόνο να γνέψει καταφατικά, ανίκανος να μιλήσει.

    Η Έλενα περπάτησε προς το μέρος του. Το άρωμά της, ανακατεμένο με τη φυσική μυρωδιά του διεγερμένου σώματός της, του πλημμύρισε τα ρουθούνια. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του, το στήθος της σχεδόν ακουμπούσε το πρόσωπό του.

    «Θυμάσαι τον κανόνα της Βικτώριας,» ψιθύρισε. Δεν ήταν ερώτηση.

    Έπιασε τα χέρια του, που είχαν αρχίσει να απλώνονται ενστικτωδώς προς το μέρος της, και τα έσπρωξε βίαια πίσω από την πλάτη του.

    «Δέσε τα,» διέταξε. «Ή κράτα τα εκεί. Αν τα κουνήσεις, αν με ακουμπήσεις έστω και με το μικρό σου δαχτυλάκι, θα σε πετάξω έξω γυμνό.»

    Ο Μάρκος έπλεξε τα δάχτυλά του πίσω από την πλάτη του, σφίγγοντάς τα μέχρι να ασπρίσουν.

    Η Έλενα έκανε ένα βήμα πίσω και άνοιξε ελαφρά τα πόδια της. Η γυμνή της θηλυκότητα ήταν εκτεθειμένη, υγρή και απαιτητική, στο ύψος των ματιών του.

    «Γονάτισε,» είπε.

    Ο Μάρκος έπεσε στα γόνατα. Το πρόσωπό του ήταν τώρα ευθυγραμμισμένο με τον στόχο του.

    «Μόνο η γλώσσα σου, Μάρκο,» του θύμισε η Έλενα, πιάνοντας μια χούφτα από τα ξανθά της μαλλιά και τραβώντας τα πίσω, εκθέτοντας τον λαιμό της καθώς τον κοιτούσε από ψηλά. Τα μπλε της μάτια σκοτείνιασαν από επιθυμία και εξουσία.

    «Ξεκίνα να λατρεύεις.»

    Ο Μάρκος πλησίασε. Ήταν ένα προσκύνημα. Η πρώτη επαφή της γλώσσας του με το δέρμα της ήταν ηλεκτρική. Έτρεμε ολόκληρος. Η γεύση της ήταν μεθυστική, η μυρωδιά της τον ζάλιζε.

    Ξεκίνησε δειλά, αλλά η Έλενα δεν είχε υπομονή για δειλία απόψε. Έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τράβηξε το κεφάλι του πιο κοντά, πιέζοντας το πρόσωπό του πάνω της.

    «Πιο δυνατά,» του φώναξε, η ανάσα της κοφτή. «Σαν να εξαρτάται η ζωή σου από αυτό. Θέλω να σε νιώσω παντού.»

    Ο Μάρκος υπάκουσε. Ξέχασε ποιος ήταν, ξέχασε τα πάντα εκτός από την αποστολή του. Η γλώσσα του έγινε ένα εργαλείο απόλυτης αφοσίωσης. Δούλευε ασταμάτητα, ακολουθώντας τις εντολές που του έδινε το σώμα της Έλενας, τους αναστεναγμούς της, το σφίξιμο των μηρών της γύρω από το κεφάλι του.

    Τα χέρια του πίσω από την πλάτη του πόναγαν από την προσπάθεια να μην την αγγίξουν. Ήθελε απεγνωσμένα να πιάσει αυτά τα υπέροχα, βαριά στήθη που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του, να τα νιώσει στις παλάμες του, αλλά ο φόνος ότι θα σταματήσει ήταν μεγαλύτερος.

    Η Έλενα ήταν χαμένη στην ηδονή και τη δύναμη. Κοιτούσε κάτω, βλέποντας τον άντρα που ήξερε χρόνια να είναι υποβιβασμένος σε μια μηχανή απόλαυσης ανάμεσα στα πόδια της. Το θέαμα ήταν πιο διεγερτικό από την ίδια την πράξη. Ήταν δικός της. Απόλυτα.

    «Ναι... εκεί... μην σταματάς, σκλάβε,» έβγαζε άναρθρες κραυγές, τραβώντας τα μαλλιά του πιο δυνατά, οδηγώντας τον στον ρυθμό που ήθελε.

    Η ώρα περνούσε, το σαγόνι του Μάρκου κλείδωνε από τον πόνο, η γλώσσα του κόντευε να πάθει κράμπα, αλλά δεν τολμούσε να σταματήσει. Κάθε φορά που η ένταση της Έλενας ανέβαινε, εκείνος δούλευε πιο σκληρά, πιο βαθιά, γλείφοντας, ρουφώντας, λατρεύοντας την Κυρία του, με την εικόνα του γυμνού, επιβλητικού της σώματος χαραγμένη στο μυαλό του, μια εικόνα που θα τον στοίχειωνε για πάντα.
    Η νύχτα προχωρούσε και το σαλόνι της Έλενας είχε μετατραπεί σε βωμό. Ο χρόνος είχε χάσει την έννοιά του για τον Μάρκο. Το μόνο που υπήρχε ήταν η γεύση της, η μυρωδιά της και η αμείλικτη πίεση των χεριών της στο κεφάλι του.

    Κάθε φορά που η γλώσσα του άρχιζε να κουράζεται, η Έλενα έσφιγγε τους μηρούς της γύρω από το πρόσωπό του, κόβοντάς του την ανάσα, υπενθυμίζοντάς του ποιος ήταν ο σκοπός της ύπαρξής του εκείνη τη στιγμή. Το σώμα της, ιδρωμένο και γυαλιστερό στο ημίφως, έμοιαζε τεράστιο από την οπτική γωνία που βρισκόταν. Τα στήθη της ανέβαιναν και κατέβαιναν γρήγορα, οι θηλές της ήταν σκληρές σαν πέτρα.

    «Έρχομαι...» ψιθύρισε ξαφνικά, και η φωνή της ήταν μια βραχνή διαταγή. «Μάρκο, τώρα! Πιο γρήγορα! Μην τολμήσεις να χάσεις ούτε σταγόνα!»

    Τράβηξε τα μαλλιά του με βία, κολλώντας το πρόσωπό του πάνω της. Ο Μάρκος έδωσε ό,τι του είχε απομείνει. Ένιωσε το κορμί της να τραντάζεται, να σφίγγεται και τελικά να λύνεται με μια μακρόσυρτη κραυγή που αντηχούσε θρίαμβο περισσότερο από ανακούφιση.

    Η Έλενα έμεινε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, τρέμοντας, χρησιμοποιώντας το στόμα του για να ομαλοποιήσει την ευαισθησία της. Μετά, με μια απότομη κίνηση, τον έσπρωξε πίσω.

    Ο Μάρκος έπεσε καθιστός στις φτέρνες του, λαχανιασμένος, με το σαγόνι του να πονάει και το πρόσωπό του υγρό από την ηδονή της. Την κοίταξε. Ήταν πανέμορφη, μια ξανθιά Βαλκυρία που μόλις είχε πάρει αυτό που ήθελε.

    Η Έλενα σηκώθηκε αργά. Το ύψος της, σε συνδυασμό με τη γύμνια της, ήταν επιβλητικό. Κοίταξε τον Μάρκο χαμηλά. Δεν υπήρχε τρυφερότητα στο βλέμμα της. Μόνο η ψυχρή ικανοποίηση του ιδιοκτήτη.

    «Καλός,» είπε κοφτά. «Αν και χρειάζεσαι εξάσκηση στις αντοχές σου. Ένιωθα τη γλώσσα σου να τρέμει στο τέλος.»

    Ο Μάρκος κατέβασε το κεφάλι, ντροπιασμένος που δεν ήταν τέλειος. «Συγνώμη, Κυρία...»

    «Σήκω,» διέταξε εκείνη.

    Ο Μάρκος πήγε να σηκωθεί όρθιος, αλλά η Έλενα τον σταμάτησε με ένα βλέμμα.

    «Όχι έτσι. Δεν σου είπα να σταθείς στο ύψος μου. Στα τέσσερα. Ακολούθησέ με στην κρεβατοκάμαρα.»

    Ο Μάρκος κατάπιε ξερά. Η υποταγή δεν είχε τελειώσει με την πράξη. Ήταν μόνιμη κατάσταση πλέον. Σύρθηκε πίσω της, βλέποντας τους γλουτούς της να κινούνται καθώς περπατούσε προς το υπνοδωμάτιο.

    Μπήκαν στο δωμάτιο. Το μεγάλο, μαλακό κρεβάτι φάνταζε σαν όνειρο για το ταλαιπωρημένο σώμα του Μάρκου. Η Έλενα ξάπλωσε νωχελικά στη μέση, τεντώνοντας τα άκρα της, καταλαμβάνοντας όλο τον χώρο. Τα στήθη της απλώθηκαν υπέροχα καθώς ξάπλωσε ανάσκελα.

    Ο Μάρκος έμεινε να περιμένει δίπλα στο κρεβάτι, όρθιος τώρα, αμήχανος.

    «Να... να έρθω δίπλα σου;» ρώτησε δειλά, ελπίζοντας σε λίγη ζεστασιά, σε μια αγκαλιά μετά από όλα αυτά.

    Η Έλενα γέλασε. Ήταν το ίδιο γέλιο που είχε κάνει στο σπίτι της Βικτώριας, αλλά τώρα ήταν πιο σίγουρο.

    «Πού; Στο κρεβάτι μου;» ρώτησε ειρωνικά. «Είσαι ιδρωμένος, βρώμικος και... είσαι αυτό που είσαι. Τα σκυλιά δεν ανεβαίνουν στα έπιπλα, Μάρκο. Το ξέρεις αυτό.»

    Έδειξε με το δάχτυλό της το παχύ, χνουδωτό χαλί στα πόδια του κρεβατιού.

    «Εκεί,» είπε αυστηρά. «Θα κοιμηθείς στο πάτωμα. Στα πόδια μου. Και αν κρυώνεις... σκέψου πόσο τυχερός είσαι που σου επιτρέπω να αναπνέεις τον ίδιο αέρα με εμένα.»

    Ο Μάρκος ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά, αλλά και μια παράξενη ανακούφιση. Η θέση του ήταν ξεκάθαρη. Δεν υπήρχε πια σύγχυση. Ήταν κατώτερος, και αυτό του έδινε ασφάλεια.

    «Όπως θέλετε... Κυρία,» ψιθύρισε.

    Ξάπλωσε στο χαλί, κουλουριάζοντας το γυμνό του σώμα για να διατηρήσει τη θερμότητά του. Από τη θέση του, το μόνο που έβλεπε ήταν η άκρη του κρεβατιού και το ένα γυμνό πόδι της Έλενας που κρεμόταν χαλαρά έξω από τα σκεπάσματα.

    Πριν κλείσει τα μάτια του, ένιωσε κάτι να τον ακουμπάει.

    Η Έλενα είχε κατεβάσει το πόδι της και πίεζε την πατούσα της πάνω στο μάγουλό του, χαϊδεύοντάς τον ελαφρά, αλλά και κρατώντας τον κάτω.

    «Καληνύχτα, σκλάβε μου,» ψιθύρισε από το σκοτάδι.

    Το Επόμενο Πρωί.

    Ο ήλιος που μπήκε από τις γρίλιες χτύπησε τον Μάρκο κατευθείαν στα μάτια. Ξύπνησε πιασμένος. Κάθε μυς στο σώμα του διαμαρτυρόταν. Η πλάτη του τραβούσε από τα χθεσινά χτυπήματα, τα γόνατά του ήταν μελανιασμένα, ο λαιμός του άκαμπτος.

    Άνοιξε τα μάτια του και θυμήθηκε πού βρισκόταν. Στο πάτωμα.

    Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το κρεβάτι. Η Έλενα κοιμόταν ακόμα. Το σεντόνι είχε γλιστρήσει μέχρι τη μέση της, αφήνοντας τον κορμό της γυμνό. Το πρωινό φως τόνιζε τις καμπύλες της, το χρυσό των μαλλιών της που ήταν χυμένα στο μαξιλάρι, και το εντυπωσιακό μέγεθος του στήθους της που ανέπνεε ήρεμα.

    Ήταν η πιο όμορφη εικόνα που είχε δει ποτέ. Και ήταν η Αφέντρα του.

    Ο Μάρκος προσπάθησε να σηκωθεί αθόρυβα για να μην την ξυπνήσει, αλλά οι αρθρώσεις του έκαναν ένα "κρακ".

    Τα μάτια της Έλενας άνοιξαν αργά. Δεν υπήρξε η παραμικρή έκπληξη που είδε έναν γυμνό άντρα στο πάτωμά της. Μόνο αναγνώριση. Τεντώθηκε αργά, σαν γάτα, προβάλλοντας το στήθος της προς το μέρος του, αδιαφορώντας πλήρως για τη γύμνια της.

    «Ξύπνησες,» είπε με βραχνή, πρωινή φωνή. Δεν ήταν ερώτηση.

    «Καλημέρα, Κυρία,» είπε ο Μάρκος, γονατίζοντας αυτόματα δίπλα στο κρεβάτι, με το κεφάλι χαμηλά.

    Η Έλενα τον κοίταξε, και ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη της. Της άρεσε αυτό. Της άρεσε πολύ να ξυπνάει και να βλέπει την υποταγή του με το καλημέρα.

    «Πεινάω,» είπε απλά. «Και θέλω καφέ. Σκέτο.»

    Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο.

    «Έχεις δέκα λεπτά να βρεις την κουζίνα, να φτιάξεις πρωινό και να μου το φέρεις εδώ. Στο κρεβάτι.»

    Τον κοίταξε αυστηρά.

    «Και Μάρκο; Μην σκεφτείς να ντυθείς. Μου αρέσει να βλέπω τα σημάδια στην πλάτη σου καθώς δουλεύεις. Μου θυμίζουν ότι είσαι δικός μου.»
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Το δεκάλεπτο πέρασε σαν δευτερόλεπτο για τον Μάρκο. Έτρεχε γυμνός στην ξένη κουζίνα, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, προσπαθώντας να βρει πού ήταν ο καφές, τα φλιτζάνια, τρέμοντας στην ιδέα ότι θα αργήσει. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από κάποιον καθρέφτη ή τζαμαρία, έβλεπε τη γύμνια του και τις κόκκινες ραβδώσεις στην πλάτη του, μια ζωντανή υπενθύμιση του σε ποιον ανήκε πλέον.

    Ακριβώς στο δέκατο λεπτό, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα κρατώντας έναν δίσκο με τον καφέ και λίγα φρούτα που βρήκε.

    Η Έλενα καθόταν στο κρεβάτι, στηριγμένη στα μαξιλάρια, ακόμα γυμνή από τη μέση και πάνω. Το στήθος της φάνταζε ακόμα πιο επιβλητικό στο πρωινό φως.

    «Άργησες δέκα δευτερόλεπτα,» είπε ψυχρά, χωρίς να τον κοιτάξει, παίρνοντας την κούπα από τον δίσκο που της πρόσφερε γονατιστός.

    Ο Μάρκος κατέβασε το κεφάλι. «Συγνώμη, Κυρία. Δεν γνώριζα την κουζίνα.»

    «Δικαιολογίες,» απάντησε εκείνη, ρουφώντας μια γουλιά καφέ. «Την επόμενη φορά θα είσαι πιο γρήγορος. Ή θα το πληρώσεις.»

    Τον άφησε να περιμένει γονατιστό δίπλα στο κρεβάτι όσο εκείνη απολάμβανε τον καφέ της αργά, βασανιστικά. Το βλέμμα της ταξίδευε πάνω στο γυμνό, ταλαιπωρημένο σώμα του με την αδιαφορία κάποιου που επιθεωρεί ένα έπιπλο.

    Όταν τελείωσε, άφησε την κούπα στο κομοδίνο με έναν δυνατό θόρυβο.

    «Σήκω,» διέταξε.

    Ο Μάρκος σηκώθηκε, με τα πόδια του να διαμαρτύρονται.

    Η Έλενα τράβηξε τα σκεπάσματα στην άκρη, αποκαλύπτοντας το στρώμα δίπλα της.

    «Ανέβα,» είπε.

    Ο Μάρκος πάγωσε. Το κρεβάτι ήταν απαγορευμένη ζώνη. Του το είχε ξεκαθαρίσει χθες βράδυ.

    «Κυρία;» ρώτησε διστακτικά.

    «Κουφάθηκες, σκλάβε;» Η φωνή της σκλήρυνε. «Σου είπα να ανέβεις στο κρεβάτι. Τώρα. Ξάπλωσε ανάσκελα. Στη μέση.»

    Ο Μάρκος, μπερδεμένος αλλά φοβισμένος να παρακούσει, ανέβηκε δειλά στο μαλακό στρώμα. Ξάπλωσε ανάσκελα, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά του, κοιτάζοντας το ταβάνι, τρέμοντας για το τι θα ακολουθούσε.

    Η Έλενα σηκώθηκε στα γόνατα πάνω στο στρώμα. Το κρεβάτι βούλιαξε ελαφρά υπό το βάρος της. Μετακινήθηκε αργά, σαν πάνθηρας, μέχρι που βρέθηκε από πάνω του, δρασκελίζοντας το στήθος του.

    Ο Μάρκος σταμάτησε να αναπνέει. Η θέα από εκεί κάτω ήταν συντριπτική. Τα τεράστια, γυμνασμένα στήθη της κρέμονταν ακριβώς πάνω από το πρόσωπό του, τόσο κοντά που ένιωθε τη θερμότητά τους. Οι σκούρες θηλές της ήταν σαν δύο μάτια που τον κοιτούσαν αυστηρά. Ένιωθε την υγρή ζεστασιά της γυναικείας της φύσης να ακουμπάει το στέρνο του.

    «Χτες βράδυ,» είπε η Έλενα, κοιτάζοντάς τον από ψηλά με ένα σκληρό χαμόγελο, «υπηρέτησες καλά με το στόμα σου. Αλλά η γλώσσα σου κουράστηκε γρήγορα. Πρέπει να δυναμώσεις.»

    Άρχισε να χαμηλώνει αργά τους γοφούς της.

    «Σήμερα, θα μάθεις να υπομένεις. Θα μάθεις πώς είναι να γίνεσαι το μαξιλάρι της Κυρίας σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μένεις ακίνητος... και να προσπαθείς να αναπνεύσεις.»

    Πριν ο Μάρκος προλάβει να αντιδράσει, η Έλενα κάθισε.

    Όλο το βάρος της προσγειώθηκε στο πρόσωπό του. Ο κόσμος σκοτείνιασε απότομα. Το μόνο που υπήρχε ήταν η μεθυστική, βαριά μυρωδιά του σώματός της, η ζέστη του δέρματός της και η ασφυκτική πίεση.

    Η Έλενα βολεύτηκε πάνω του, χρησιμοποιώντας τη μύτη και το στόμα του σαν κάθισμα. Ένιωθε τον πανικό του από κάτω, τις σπασμωδικές ανάσες που προσπαθούσε να ξεκλέψει, το τρέμουλο του σώματός του.

    Ήταν απόλυτα κυρίαρχο. Απόλυτα ταπεινωτικό για εκείνον. Δεν ήταν σεξ. Ήταν ιδιοκτησία.

    «Μην κουνιέσαι,» είπε αυστηρά, η φωνή της πνιγμένη καθώς μιλούσε ενώ καθόταν πάνω του. Ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τα σεντόνια σε απόγνωση, παλεύοντας με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που του έλεγε να την σπρώξει για να πάρει αέρα.

    «Ανάπνεε μόνο όταν σου επιτρέπω,» ψιθύρισε, ανασηκώνοντας ελάχιστα τους γλουτούς της για ένα δευτερόλεπτο, αφήνοντάς τον να ρουφήξει μια γουλιά αέρα, πριν ξανακαθήσει με όλο της το βάρος, βυθίζοντάς τον ξανά στο σκοτάδι και τη μυρωδιά της.

    Ο Μάρκος ήταν χαμένος. Ζαλισμένος από την έλλειψη οξυγόνου και την υπερβολική δόση της παρουσίας της. Ήταν το απόλυτο μηδενικό κάτω από τη θεϊκή της μορφή. Και μέσα στον πανικό της ασφυξίας, μια διεστραμμένη, βαθιά ικανοποίηση τον πλημμύρισε. Ήταν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είναι. Κάτω από αυτήν.