Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Δασκάλα Πιάνου

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 3 Φεβρουαρίου 2026 at 00:15.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Η Κυρία Ελένη δεν ήταν απλώς μια δασκάλα πιάνου. Στα 62 της χρόνια, διατηρούσε μια αριστοκρατική αυστηρότητα που έκανε ακόμα και τους πιο ταλαντούχους μαθητές να χαμηλώνουν το βλέμμα. Ζούσε σε ένα ρετιρέ στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο Κολωνάκι, γεμάτο βαριά έπιπλα, βελούδινες κουρτίνες και τη μυρωδιά του κεριού και της λεβάντας.

    Ο Μάριος, 25 ετών, ήταν ο πιο υποσχόμενος μαθητής της, αλλά και ο πιο επιρρεπής στην κριτική της. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη, καθόταν δίπλα της στο σκαμπό του πιάνου, νιώθοντας την ανάσα της στον σβέρκο του κάθε φορά που έκανε λάθος σε μια νότα.

    Εκείνο το μεσημέρι, η συνάντηση στο σούπερ μάρκετ ήταν τυχαία, αλλά καθοριστική. Η Ελένη στεκόταν στο ταμείο, κομψή μέσα στο ταγιέρ της, κοιτάζοντας με απογοήτευση τις τρεις βαριές σακούλες με τα ψώνια.

    «Κυρία Ελένη;» τόλμησε να πει ο Μάριος. «Επιτρέψτε μου... πηγαίνω κι εγώ προς τα εκεί. Να σας βοηθήσω;»

    Η Ελένη γύρισε αργά. Τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. «Μάριε. Η ευγένεια είναι προτέρημα, αρκεί να συνοδεύεται από αντοχή. Το ασανσέρ είναι χαλασμένο πάλι. Μιλάμε για τέσσερις ορόφους.»

    «Κανένα πρόβλημα, θα τα καταφέρω,» απάντησε εκείνος με νεανική προθυμία, αρπάζοντας τις σακούλες.

    Η ανάβαση ήταν μαρτύριο. Οι σκάλες ήταν στενές και απότομες. Ο Μάριος, φορτωμένος με το βάρος, άρχισε να λαχανιάζει από τον δεύτερο όροφο. Ο ιδρώτας κόλλησε το μπλουζάκι στην πλάτη του και έσταζε στο μέτωπό του. Μπροστά του, η Ελένη ανέβαινε αθόρυβα, κρατώντας την κουπαστή, χωρίς να δείχνει το παραμικρό σημάδι κόπωσης. Κάθε τόσο σταματούσε, γύριζε και τον κοίταζε σιωπηλή, σαν να ήλεγχε αν θα τα παρατήσει.

    Φτάνοντας στον τέταρτο, ο Μάριος ένιωθε τα χέρια του να καίνε και την ανάσα του να βγαίνει βαριά. Η Ελένη ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στη δροσιά του διαμερίσματος.

    «Μέσα,» διέταξε κοφτά, χωρίς να γυρίσει.

    Ο Μάριος μπήκε στην κουζίνα και έκανε κίνηση να αφήσει τις σακούλες στο τραπέζι για να ξεκουραστεί.

    «Όχι εκεί,» τον σταμάτησε η φωνή της. Ήταν ήρεμη, αλλά είχε έναν τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση. «Δεν τελείωσες.»

    Η Ελένη κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας, σταύρωσε τα πόδια της και του έδειξε τα ψηλά ντουλάπια.

    «Τα κονσερβοειδή και τα γυάλινα θα πάνε στο πάνω ράφι. Χρειάζομαι να τεντωθείς. Τα καθαριστικά κάτω από τον νεροχύτη. Τα υπόλοιπα στο ψυγείο, με τη σειρά που πρέπει. Όχι ανακατεμένα.»

    Ο Μάριος, αν και εξαντλημένος, δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί. Με τα χέρια του να τρέμουν από την προσπάθεια, άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα. Έπρεπε να τεντώνεται ψηλά για να φτάσει τα ράφια, νιώθοντας το βλέμμα της καρφωμένο στην ιδρωμένη πλάτη του.

    «Το μέλι πιο δεξιά, Μάριε. Έχει συγκεκριμένη θέση,» τον διόρθωσε αυστηρά, ενώ εκείνος πάσχιζε να ισορροπήσει τα βάζα. «Πιο γρήγορα. Η κούραση δεν είναι δικαιολογία για την τσαπατσουλιά.»

    Όταν τελείωσε, ο Μάριος στάθηκε μπροστά της, λαχανιασμένος, με τα χέρια να κρέμονται βαριά στο πλάι, περιμένοντας την έγκρισή της. Η Ελένη σηκώθηκε αργά, πλησίασε και πέρασε το δάχτυλό της από ένα ράφι για να ελέγξει την τάξη.

    «Εντάξει,» είπε τελικά, γυρίζοντας προς το μέρος του. Το βλέμμα της στάθηκε στο ιδρωμένο του πρόσωπο. «Υπάκουος και χρήσιμος. Δύο αρετές που λείπουν από το παίξιμό σου στο πιάνο, αλλά ίσως... υπάρχουν αλλού.»
    Η Ελένη άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε μια γυάλινη καράφα με σπιτική λεμονάδα και δυόσμο. Τα παγάκια χτύπησαν στα τοιχώματα του ποτηριού καθώς το γέμιζε, και ο ήχος έμοιαζε εκκωφαντικός μέσα στη σιωπή της κουζίνας.

    «Πιες,» του είπε κοφτά, τείνοντάς του το παγωμένο ποτήρι. «Η αφυδάτωση είναι εχθρός της πνευματικής διαύγειας. Και εσύ, Μάριε, χρειάζεσαι όλη τη διαύγεια που μπορείς να βρεις.»

    «Ευχαριστώ...» ψέλλισε εκείνος, αρπάζοντας το ποτήρι σαν να ήταν σωσίβιο. Η πρώτη γουλιά ήταν λυτρωτική, παγώνοντας τον φλεγόμενο λαιμό του, αλλά η καρδιά του συνέχιζε να χτυπάει σαν τρελή. Και δεν έφταιγαν πια οι τέσσερις όροφοι.

    Η Ελένη πέρασε στο σαλόνι και κάθισε στην αγαπημένη της βελούδινη πολυθρόνα, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Είχε βγάλει τα παπούτσια της στην είσοδο για να ξεκουραστεί. Τώρα, ακούμπησε τα πόδια της στο χαμηλό υποπόδιο, τεντώνοντας τους αστραγάλους της.

    Ήταν ξυπόλητη.

    Για μια γυναίκα της ηλικίας και της αυστηρότητάς της, τα πόδια της ήταν απρόσμενα καλοδιατηρημένα, λευκά και απαλά, με τα νύχια βαμμένα σε ένα βαθύ, σχεδόν μαύρο βυσσινί χρώμα. Το δέρμα της φαινόταν λείο, και οι καμάρες των ποδιών της σχημάτιζαν μια αυστηρή, τέλεια καμπύλη καθώς τα τέντωνε.

    Ο Μάριος κάθισε στην άκρη του καναπέ απέναντί της, κρατώντας το ποτήρι με τα δυο του χέρια. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να κοιτάξει την Ελένη στα μάτια, να φερθεί φυσιολογικά, να μιλήσει για το μάθημα ή για τον καιρό. Αλλά ήταν αδύνατον.

    Το βλέμμα του, σαν να είχε τη δική του θέληση, γλιστρούσε διαρκώς χαμηλά. Καρφωνόταν στις γυμνές πατούσες της που δέσποζαν στο κέντρο του οπτικού του πεδίου. Έβλεπε τον τρόπο που κούναγε ελαφρά τα δάχτυλά της, απελευθερωμένα από τα στενά γοβάκια, και ένιωθε τον αέρα να κόβεται στο στήθος του.

    «Λοιπόν, Μάριε,» είπε η Ελένη, σταυρώνοντας τα χέρια της και καρφώνοντας το αυστηρό, καθηγητικό της βλέμμα πάνω του. «Μου έδειξες ότι έχεις μυϊκή δύναμη. Το ερώτημα είναι αν έχεις και την πειθαρχία να ελέγξεις τα δάχτυλά σου στο πιάνο με την ίδια αποτελεσματικότητα.»

    Εκείνος άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, αλλά δεν έβγαινε φωνή. Η εικόνα της πατούσας της, που τώρα έγερνε ελαφρά προς το μέρος του, του είχε στεγνώσει το στόμα παρά τη λεμονάδα. Ίδρωνε ξανά, αλλά αυτή τη φορά ήταν ένας κρύος ιδρώτας ταραχής.

    «Μάριε;» Η φωνή της έγινε πιο αιχμηρή. «Με ακούς;»

    «Ναι... ναι, κυρία Ελένη,» κατάφερε να πει πνιχτά, τραβώντας βίαια το βλέμμα του από τα πόδια της και κοιτώντας την με ενοχή. «Την πειθαρχία... ναι.»

    Η Ελένη δεν μίλησε αμέσως. Τα μάτια της στένεψαν ελαφρά πίσω από τα γυαλιά της. Ήταν έμπειρη γυναίκα. Είχε προσέξει πού κοιτούσε το αγόρι. Είχε δει την ταραχή του, τον τρόπο που το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα κάθε φορά που εκείνη τέντωνε τα δάχτυλα των ποδιών της.

    Δεν τράβηξε τα πόδια της. Αντίθετα, τα άπλωσε λίγο περισσότερο πάνω στο υποπόδιο, σε μια κίνηση απόλυτης άνεσης και κυριαρχίας στον χώρο της.
    Η Ελένη άφησε μια μικρή παύση να αιωρηθεί, απολαμβάνοντας την ταραχή του.

    «Μάριε...» είπε ξαφνικά, με φωνή χαμηλή αλλά κοφτερή. «Έχεις κοκκινίσει μέχρι τα αυτιά. Και η λεμονάδα σου κοντεύει να χυθεί από το τρέμουλο στα χέρια σου.»

    Ο Μάριος πάγωσε. Το αίμα ανέβηκε ακαριαία στο πρόσωπό του. Πιάστηκε στα πράσα και το ήξερε. «Εγώ... όχι, κυρία Ελένη, απλά... ζεστάθηκα λίγο...» τραύλισε, κατεβάζοντας το βλέμμα του στο χαλί, ανίκανος να αντέξει την ένταση.

    «Μην με προσβάλλεις με ψέματα,» τον διέκοψε εκείνη ήρεμα. «Είμαι δασκάλα σαράντα χρόνια. Ξέρω πότε ένας μαθητής δεν είναι συγκεντρωμένος στο μάθημα... ή όταν η προσοχή του είναι στραμμένη χαμηλά.»

    Κούνησε επιδεικτικά τα δάχτυλα των ποδιών της, τραβώντας ξανά το βλέμμα του σαν μαγνήτης.

    «Τέλος πάντων,» συνέχισε, αλλάζοντας ύφος σε κάτι πιο πρακτικό, σχεδόν βαριεστημένο. «Αφού τα παρατηρείς με τόση... προσήλωση, ίσως μπορείς να γίνεις ξανά χρήσιμος. Εκείνες οι σκάλες με διέλυσαν. Οι γάμπες μου είναι πιασμένες και τα πέλματά μου καίνε.»

    Ο Μάριος σήκωσε το κεφάλι, κοιτάζοντάς την με γουρλωμένα μάτια. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι θα ακολουθούσε.

    «Άσε το ποτήρι κάτω,» διέταξε η Ελένη. «Έλα εδώ. Έχεις δυνατά δάχτυλα από τις κλίμακες και τις ασκήσεις. Για να δούμε αν μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις για να με ανακουφίσεις. Θέλω μασάζ.»

    Ο Μάριος έμεινε άγαλμα για ένα δευτερόλεπτο. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα σπάσει τα πλευρά του. «Μ-μασάζ;» ρώτησε ψιθυριστά.

    «Κουφάθηκες, αγόρι μου;» είπε η Ελένη αυστηρά, δείχνοντας το πάτωμα μπροστά στο υποπόδιο. «Άσε τη λεμονάδα στο τραπέζι και έλα να γονατίσεις εδώ. Μην με κάνεις να περιμένω. Πονάω.»

    Ο Μάριος άφησε το ποτήρι να χτυπήσει άτσαλα στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος. Τα πόδια του έτρεμαν καθώς πλησίαζε την πολυθρόνα. Η μυρωδιά της —ένα μείγμα από ακριβή πούδρα και το φυσικό άρωμα του δέρματός της— έγινε πιο έντονη.

    Γονάτισε στο χαλί, ανάμεσα στα πόδια της. Τώρα, οι γυμνές της πατούσες ήταν μόλις λίγα εκατοστά από το πρόσωπό του. Μπορούσε να δει κάθε λεπτομέρεια: τις απαλές γραμμές, τους τέλειους αστραγάλους, το δέρμα που έδειχνε απαλό και ζεστό.

    «Εμπρός λοιπόν,» είπε η Ελένη από ψηλά, κοιτάζοντάς τον να μικραίνει στα πόδια της. «Πιάσε το δεξί μου πόδι. Και πρόσεξε... θέλω πίεση, αλλά όχι απότομες κινήσεις. Όπως στο πιάνο. Με αίσθηση.»

    Ο Μάριος άπλωσε τα χέρια του. Οι παλάμες του ήταν υγρές από τον ιδρώτα. Μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν το ζεστό, λείο δέρμα της καμάρας της, ένιωσε ένα ηλεκτρικό σοκ να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του.

    «Είναι... ζεστά,» ψιθύρισε, χωρίς να το καταλάβει.

    «Και τα χέρια σου τρέμουν,» παρατήρησε η Ελένη ψυχρά. «Ηρέμησε και ξεκίνα. Τρίψε την καμάρα. Εκεί πονάω.»
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Η επαφή με το δέρμα της ήταν μεθυστική για τον Μάριο. Στην αρχή προσπάθησε να ακολουθήσει τις οδηγίες της, πιέζοντας με τους αντίχειρες την καμάρα του ποδιού της. Αλλά γρήγορα, η τεχνική πήγε περίπατο.

    Τα χέρια του, τρεμάμενα και ιδρωμένα, άρχισαν να κινούνται πιο αργά, πιο λατρευτικά. Τα δάχτυλά του χάιδευαν τους αστραγάλους της, οι παλάμες του αγκάλιαζαν τη φτέρνα της, ενιωθε το σχήμα των δαχτύλων της. Δεν ήταν πια μασάζ· ήταν προσκύνημα. Το κεφάλι του έγερνε όλο και πιο κοντά, η ανάσα του ζέσταινε το κουντεπιέ της.

    Η Ελένη το ένιωσε αμέσως. Η πίεση είχε χαθεί, αντικαταστάθηκε από ένα δειλό, υγρό χάδι.

    «Αυτό δεν είναι μασάζ, Μάριε,» είπε ξαφνικά. Η φωνή της έκοψε τον αέρα σαν μαστίγιο.

    Ο Μάριος πάγωσε, με τα χέρια του ακόμα τυλιγμένα γύρω από το πόδι της. Σήκωσε το βλέμμα του, τρομαγμένος.

    «Συγγνώμη, κυρία Ελένη, εγώ...»

    «Εσύ τα χαϊδεύεις,» τον διέκοψε ψυχρά. «Τα λατρεύεις. Το βλέπω στα μάτια σου, το νιώθω στα τρεμάμενα χέρια σου. Είσαι θλιβερός.»

    Κούνησε το πόδι της ελαφρά, φέρνοντας τα δάχτυλά της σχεδόν στο στόμα του.

    «Αφού λοιπόν σου αρέσουν τόσο πολύ, σταμάτα να προσποιείσαι ότι κάνεις μασάζ. Σκύψε. Φίλησε το σημείο που πονάει. Φίλησε την καμάρα μου.»

    Ο Μάριος ένιωσε το αίμα να φεύγει από το κεφάλι του. Ήταν η απόλυτη εντολή. Χωρίς να μπορεί να αντισταθεί, σκύψε αργά το κεφάλι του. Τα χείλη του άγγιξαν το ζεστό, απαλό δέρμα της καμάρας της. Έκλεισε τα μάτια του, νιώθοντας μια έκρηξη ντροπής και ηδονής να τον διαλύει.

    Η Ελένη τον κοίταζε από ψηλά με απόλυτη περιφρόνηση.

    «Κοίταξέ σε,» άρχισε, με φωνή χαμηλή, γεμάτη φαρμάκι. «Ένας νέος άντρας, στα γόνατα, να φιλάει τα πόδια μιας γριάς γυναίκας επειδή δεν μπορείς να ελέγξεις τις ορμές σου. Πόσο εύκολα γκρεμίστηκες, Μάριε. Μου κουβάλησες τα ψώνια σαν καλό παιδί, τακτοποίησες τα ντουλάπια μου σαν υπηρέτρια, και τώρα γλείφεις τα πόδια μου σαν σκυλί.»

    Ο Μάριος ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του. Τα λόγια της ήταν σαν μαχαιριές.

    «Δεν είσαι άντρας,» συνέχισε αμείλικτα η Ελένη, πιέζοντας ελαφρά το πόδι της στο μάγουλό του. «Είσαι ένα αδύναμο, αξιολύπητο πλάσμα που χρειάζεται κάποιον να του πει πού να σταθεί και τι να προσκυνήσει. Νόμιζες ότι θα με εντυπωσιάσεις με τους μυς σου; Το μόνο που κατάφερες είναι να μου δείξεις πόσο απεγνωσμένα θέλεις να είσαι από κάτω μου.»

    Η ένταση, η κούραση, η ντροπή και η σκληρή αλήθεια των λόγων της ήταν υπερβολικά για τον Μάριο. Ένας λυγμός ξέφυγε από το στήθος του. Προσπάθησε να τον πνίξει, αλλά ακολούθησε άλλος ένας. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα κλειστά του μάτια, βρέχοντας το δέρμα του ποδιού της.

    Η Ελένη τράβηξε απότομα το πόδι της, σαν να την είχε λερώσει.

    «Κλαις;» ρώτησε με αηδία. «Τολμάς να κλαις πάνω μου; Σήκω πάνω! Τώρα!»

    Ο Μάριος, τυφλωμένος από τα δάκρυα, ανασηκώθηκε στα γόνατα, τρέμοντας ολόκληρος.

    Η Ελένη σκύψε μπροστά στην πολυθρόνα της. Χωρίς προειδοποίηση, το χέρι της εκτινάχθηκε.

    Χρατς.

    Ένα δυνατό χαστούκι προσγειώθηκε στο δεξί μάγουλο του Μάριου. Το κεφάλι του γύρισε απότομα στο πλάι.

    «Αδύναμε!» φώναξε η Ελένη.

    Χρατς.

    Δεύτερο χαστούκι, στο άλλο μάγουλο. Ο Μάριος έκλαψε πιο δυνατά, ανήμπορος να αντιδράσει.

    «Σταμάτα να κλαις σαν μωρό!»

    Χρατς. Χρατς.

    Τον χαστούκισε ξανά και ξανά, όχι με όλη της τη δύναμη, αλλά με αρκετή για να τον κάνει να νιώσει το κάψιμο, την τιμωρία, την απόλυτη εξουσία της πάνω στο τσακισμένο του εγώ. Κάθε χτύπημα ήταν ένα μάθημα.

    «Συνέλθε!» του φώναξε, δίνοντάς του ένα τελευταίο, δυνατό χαστούκι που τον άφησε να λαχανιάζει, με τα μάγουλά του να καίνε και τα δάκρυα να στεγνώνουν από το σοκ.

    Η Ελένη ξανακάθισε πίσω στην πολυθρόνα της, αναπνέοντας λίγο πιο γρήγορα από την προσπάθεια. Τον κοίταξε, γονατισμένο, δακρυσμένο και σημαδεμένο από το χέρι της.

    «Τώρα,» είπε ψυχρά, τακτοποιώντας τη φούστα της. «Σκούπισε τα μάτια σου. Έχουμε κι άλλες δουλειές.»
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Ο αέρας στο σαλόνι ήταν βαρύς, φορτισμένος με την ηχώ των χαστουκιών και την οσμή της ταπείνωσης του Μάριου. Η Ελένη, όρθια πλέον, τον κοίταζε σαν να ήταν ένα ενοχλητικό έντομο που μόλις είχε συνθλίψει.

    «Φύγε», του είπε ψυχρά. Η φωνή της δεν επιδεχόταν αντίρρηση. «Η παρουσία σου με κουράζει πλέον. Και φρόντισε να συνέλθεις μέχρι αύριο. Έχουμε μάθημα στις πέντε ακριβώς. Αν αργήσεις έστω και ένα λεπτό, ή αν έρθεις με αυτό το αξιολύπητο ύφος, μην μπεις καν στον κόπο να χτυπήσεις το κουδούνι».

    Ο Μάριος μάζεψε τα κομμάτια του, ψέλλισε μια συγγνώμη που χάθηκε στη σιωπή του ρετιρέ και βγήκε τρεκλίζοντας στο κλιμακοστάσιο.

    Η διαδρομή μέχρι το σπίτι του ήταν θολή. Το μυαλό του ήταν ένας κυκεώνας από ντροπή, φόβο και μια παράξενη, σκοτεινή διεγερση που δεν μπορούσε να ελέγξει. Τα μάγουλά του έκαιγαν ακόμα από τα χτυπήματά της. Κάθε φορά που άγγιζε το πρόσωπό του, ένιωθε ξανά την τραχιά επιφάνεια της παλάμης της, την απόλυτη κυριαρχία της.

    Μόλις έκλεισε την πόρτα του δωματίου του, κατέρρευσε στο κρεβάτι. Η εικόνα της Ελένης, αυταρχική στην πολυθρόνα της, και η ανάμνηση των γυμνών της ποδιών στο στόμα του, τον κατέκλυσαν. Δεν ήταν πια θέμα επιλογής. Με τρεμάμενα χέρια, κατέβασε το παντελόνι του. Ο αυνανισμός του ήταν βίαιος, απεγνωσμένος, μια πράξη εκτόνωσης όλης της συσσωρευμένης έντασης και της σύγχυσης. Κάθε κίνηση συνοδευόταν από το φανταστικό βλέμμα της δασκάλας του να τον παρακολουθεί με περιφρόνηση. Όταν τελείωσε, ένιωσε άδειος και ακόμα πιο βρώμικος, αλλά η φλόγα μέσα του δεν είχε σβήσει.

    Το επόμενο πρωί ξύπνησε με έναν κόμπο στο στομάχι. Η λογική του ούρλιαζε να μην πάει. Να εξαφανιστεί, να αλλάξει δάσκαλο, να γλιτώσει από αυτή την τρέλα. Αλλά το σώμα του και μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού του ήξεραν ότι δεν υπήρχε διαφυγή. Η ανάγκη να υποταχθεί ξανά ήταν ισχυρότερη από τον φόβο.

    Στις πέντε παρά πέντε, στεκόταν έξω από την πόρτα της στο Κολωνάκι, ιδρωμένος παρά την ψύχρα. Χτύπησε το κουδούνι.

    Η πόρτα άνοιξε αμέσως. Η Ελένη στεκόταν εκεί, φορώντας ένα αυστηρό μαύρο φόρεμα που τόνιζε την αριστοκρατική της φιγούρα. Αλλά το βλέμμα του Μάριου καρφώθηκε αλλού. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα λεπτό, δερμάτινο μαστίγιο ιππασίας. Το χτυπούσε ρυθμικά, ελαφρά, στο πλάι του μηρού της.

    Ο Μάριος ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν.

    «Πέρασε», είπε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια.

    Μπήκε μέσα, και ο ήχος της πόρτας που έκλεισε πίσω του ακούστηκε σαν την οριστική σφράγιση μιας φυλακής.

    «Άκουσε με προσεκτικά, Μάριε», άρχισε η Ελένη, περπατώντας αργά γύρω του, ενώ το μαστίγιο έκανε έναν ανατριχιαστικό ήχο καθώς έσκιζε τον αέρα. «Χθες απέδειξες ότι δεν είσαι μουσικός. Είσαι απλώς ένα σώμα που χρειάζεται πειθαρχία. Από σήμερα, η ζωή σου όπως την ήξερες, τελειώνει. Εδώ μέσα, δεν είσαι ο ταλαντούχος φοιτητής. Είσαι δικός μου».

    Στάθηκε μπροστά του και σήκωσε το μαστίγιο, ακουμπώντας την κρύα άκρη του στο πηγούνι του, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το κεφάλι.

    «Γδύσου», διέταξε.

    Ο Μάριος πάγωσε. «Κυρία Ελένη, τι...»

    Το μαστίγιο κατέβηκε με ορμή και προσγειώθηκε στον ώμο του με έναν οξύ ήχο. Ο Μάριος φώναξε από τον πόνο.

    «Δεν θα επαναλαμβάνομαι. Γδύσου. Τώρα. Όλα».

    Τρέμοντας ολόκληρος, με δάκρυα να θολώνουν τα μάτια του, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Κάθε κίνηση ήταν μια νέα ταπείνωση κάτω από το αμείλικτο βλέμμα της. Όταν έμεινε τελείως γυμνός στη μέση του σαλονιού, ένιωσε πιο ευάλωτος από ποτέ στη ζωή του.

    «Γονάτισε».

    Υπάκουσε. Η Ελένη άρχισε να περπατάει γύρω του. Το πρώτο χτύπημα ήρθε στην πλάτη του. Ήταν δυνατό, καιτικό, αφήνοντας μια πύρινη γραμμή στο δέρμα του. Ο Μάριος δάγκωσε τα χείλη του για να μην ουρλιάξει.

    «Αυτό είναι για την αυθάδειά σου χθες», είπε ήρεμα.

    Δεύτερο χτύπημα, στους γλουτούς. Τρίτο, στους μηρούς. Η Ελένη τον μαστίγωνε μεθοδικά, χωρίς οργή, σαν να εκτελούσε μια αναγκαία ιατρική διαδικασία. Κάθε σφύριγμα του δέρματος και κάθε κάψιμο στο κορμί του Μάριου γκρέμιζε όποια αντίσταση είχε απομείνει. Έκλαιγε σιωπηλά, παραδομένος πλήρως στον πόνο και στην εξουσία της.

    Όταν σταμάτησε, το σώμα του ήταν σημαδεμένο με κόκκινες ραβδώσεις.

    «Σήκω», του είπε, λαχανιασμένη ελαφρά. «Κάθισε στο πιάνο. Έτσι όπως είσαι».

    Γυμνός, πονεμένος και ταπεινωμένος, ο Μάριος κάθισε στο σκαμπό. Τα πλήκτρα έμοιαζαν ξένα κάτω από τα τρεμάμενα δάχτυλά του.

    «Bach. Πρελούδιο και Φούγκα σε Ντο Ελάσσονα», διέταξε η Ελένη, στεκόμενη ακριβώς δίπλα του, με το μαστίγιο έτοιμο.

    Ξεκίνησε να παίζει. Ο τρόμος τον έκανε να συγκεντρωθεί υπερφυσικά, αλλά το τρέμουλο ήταν αναπόφευκτο. Στο πρώτο ελαφρύ κόμπιασμα του ρυθμού, το μαστίγιο κατέβηκε αστραπιαία στον γυμνό του ώμο.

    «Λάθος».

    Συνέχισε να παίζει, με τα δάκτυλα να τρέχουν για να ξεφύγουν από την τιμωρία. Μια λάθος νότα στη φούγκα. Το μαστίγιο βρήκε τον πήχη του χεριού του.

    «Συγκεντρώσου, άχρηστε».

    Το μάθημα ήταν ένα βασανιστήριο. Η μουσική μπλεκόταν με τους ήχους του δέρματος και τους πνιχτούς λυγμούς του Μάριου. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και στα δάκρυα.

    «Αρκετά για σήμερα», είπε η Ελένη, ακουμπώντας το μαστίγιο στο πιάνο. «Το παίξιμό σου είναι μέτριο, όπως και ο χαρακτήρας σου. Αλλά θα σε φτιάξω».

    Του πέταξε μια παλιά ρόμπα. «Φόρεσε αυτό. Το σπίτι είναι χάλια. Θέλω να ξεσκονίσεις το σαλόνι και να σφουγγαρίσεις την κουζίνα και το χολ. Και πρόσεχε τα έπιπλα».

    Ο Μάριος, μεταμορφωμένος από πιανίστας σε δούλο μέσα σε μια ώρα, άρχισε τις δουλειές, σέρνοντας το πονεμένο του κορμί. Η Ελένη τον παρακολουθούσε, πίνοντας τσάι, διορθώνοντας κάθε του κίνηση με λεκτικές προσβολές.

    Όταν τελείωσε, εξαντλημένος, στάθηκε μπροστά της περιμένοντας την άδεια να φύγει.

    «Όχι ακόμα», είπε εκείνη. «Έχω έναν ακόμη μαθητή σε λίγο. Δεν θέλω να σε βλέπω, αλλά δεν τελειώσαμε. Μπες εκεί».

    Του έδειξε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Ο Μάριος μπήκε στον ιερό, προσωπικό της χώρο, που μύριζε έντονα το άρωμά της.

    «Ντύσου με τα ρούχα σου και περίμενε εδώ. Μην τολμήσεις να αγγίξεις τίποτα. Και κάνε απόλυτη ησυχία».

    Η πόρτα έκλεισε και ο Μάριος άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Έμεινε μόνος, καθισμένος στην άκρη του τεράστιου κρεβατιού της, ακούγοντας τους μακρινούς ήχους ενός άλλου μαθήματος πιάνου να ξεκινούν στο σαλόνι. Η αναμονή ήταν χειρότερη από το μαστίγωμα. Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά.

    Πέρασε μια ώρα. Μετά άλλη μία. Ο ήχος της εξώπορτας που έκλεισε σήμαινε ότι ο άλλος μαθητής είχε φύγει. Απόλυτη σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα.

    Βήματα πλησίασαν την πόρτα. Το κλειδί γύρισε ξανά. Η πόρτα άνοιξε και η Ελένη στάθηκε στο κατώφλι. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, κουρασμένο αλλά και πεινασμένο.

    «Τώρα», ψιθύρισε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, αφήνοντας τους δυο τους μόνους στον πιο προσωπικό της χώρο. «Είμαστε μόνοι».
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    «2 Φεβρουαρίου, αργά το βράδυ.

    Σήμερα είδα τον Μάριο να καταρρέει. Ήταν πιο εύκολο απ’ όσο φανταζόμουν. Τον κοιτούσα να τρέμει στα πόδια μου, με εκείνα τα μεγάλα, υγρά μάτια του γεμάτα ενοχή, και ένιωσα μια ανατριχίλα ικανοποίησης που η μουσική δεν μου προσέφερε ποτέ. Αυτό το αγόρι δεν έχει ανάγκη από Bach ή Chopin· έχει ανάγκη από έναν χαλινό.

    Είναι θλιβερός. Ένας "υποσχόμενος" πιανίστας που λυγίζει μπροστά στη θέα μιας γυμνής πατούσας και μερικών αυστηρών λέξεων. Κουβαλούσε τις σακούλες μου με μια τέτοια δουλική προθυμία, που σχεδόν τον λυπήθηκα. Σχεδόν. Γιατί κάτω από την επιφάνεια του καλού παιδιού, είδα τον πόθο του να ταπεινωθεί. Τον είδα να εισπνέει την υποτίμησή μου σαν να ήταν οξυγόνο.

    Αύριο θα είμαι αμείλικτη. Θέλω να του αφαιρέσω κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Σκοπεύω να τον χρησιμοποιήσω ως ένα ζωντανό μετρονόμο του πόνου. Φαντάζομαι να τον έχω δεμένο στο πόδι του πιάνου, γυμνό και ανήμπορο, ενώ εγώ θα παίζω τις πιο δύσκολες σπουδές του Liszt. Σε κάθε κρεσέντο, το μαστίγιό μου θα του υπενθυμίζει τη θέση του.

    Θέλω να τον δω να σέρνεται στο πάτωμα για να μου φιλήσει τα χέρια, παρακαλώντας όχι για έπαινο, αλλά για ένα ακόμα χτύπημα. Θέλω να τον κάνω να καταλάβει ότι τα δάχτυλά του δεν ανήκουν στην τέχνη, αλλά στις δικές μου ιδιοτροπίες. Θα τον σπάσω κομμάτι-κομμάτι, μέχρι να μην υπάρχει πια "Μάριος", παρά μόνο ένα πλάσμα που ζει για να υπηρετεί τις ανάγκες μου και να καθαρίζει τη σκόνη από τα έπιπλά μου με τη γλώσσα του, αν το διατάξω.

    Είναι η ώρα του τώρα. Περιμένει κλειδωμένος. Μπορώ να νιώσω τον φόβο του μέσα από τον τοίχο. Και είναι ο πιο όμορφος ήχος που άκουσα ποτέ σ' αυτό το σπίτι.»
    Η Ελένη έκλεισε το ημερολόγιο με έναν ξερό ήχο. Άφησε την πένα, ισίωσε τα μαλλιά της στον καθρέφτη και πήρε το κλειδί. Το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα απόλυτης κυριαρχίας καθώς κατευθυνόταν προς το δωμάτιο όπου ο Μάριος περίμενε τη μοίρα του.

    Η Ελένη στάθηκε για μια στιγμή πίσω από την κλειστή πόρτα, αφουγκραζόμενη την ανάσα του Μάριου που ακουγόταν βαριά και διακοπτόμενη. Ένα ψυχρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Γύρισε το κλειδί αργά, αφήνοντας τον μεταλλικό ήχο να αντηχήσει σαν τελεσίγραφο, και έσπρωξε την πόρτα.

    Ο Μάριος πετάχτηκε όρθιος, αλλά το βλέμμα της τον κάρφωσε αμέσως στη θέση του.

    «Κάθισε κάτω, σκουλήκι», είπε σιγανά, με μια φωνή που έσταζε περιφρόνηση. «Ποιος σου έδωσε την άδεια να στέκεσαι όρθιος μπροστά μου;»

    Ο Μάριος ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού, μαζεύοντας τους ώμους του. Η Ελένη πλησίασε και άρχισε να βγάζει τα κοσμήματά της, αφήνοντάς τα στο κομοδίνο με επιδεικτική ηρεμία.

    «Σε κοιτάζω, Μάριε, και αναρωτιέμαι πώς πίστεψα ποτέ ότι έχεις το ανάστημα να γίνεις μουσικός. Η μουσική απαιτεί πνεύμα, απαιτεί πυρκαγιά. Εσύ δεν είσαι τίποτα παραπάνω από ένα άδειο δοχείο που περιμένει να γεμίσει με τις δικές μου διαταγές. Κοίταξέ σε... τρέμεις ακόμα. Τόσο πολύ σου λείπει η θέληση; Τόσο πολύ αποζητάς να σε ποδοπατούν;»

    Πλησίασε σε απόσταση αναπνοής και, χωρίς προειδοποίηση, άπλωσε το χέρι της και του έπιασε το πηγούνι σφιχτά, στρέφοντας το πρόσωπό του προς το φως.

    «Αυτά τα μάγουλα που χαστούκισα... είναι ακόμα κόκκινα. Είναι το μόνο χρώμα που σου ταιριάζει. Το χρώμα της ντροπής σου. Ξέρεις τι έγραψα για σένα πριν λίγο; Ότι είσαι ένα τίποτα. Ένας "υπηρέτης" που παριστάνει τον καλλιτέχνη. Μου προκαλείς αηδία και ταυτόχρονα μια παράξενη περιέργεια... να δω μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ξεφτίλα σου».

    Τον άφησε απότομα, σαν να είχε αγγίξει κάτι μιαρό.

    «Βγάλε τα ρούχα σου πάλι. Όχι για να παίξεις πιάνο αυτή τη φορά. Θα γίνεις το υποπόδιό μου. Θα κάτσω σε αυτή την πολυθρόνα και εσύ θα κουλουριαστείς στα πόδια μου. Θα είσαι το χαλί μου, το αντικείμενο που θα ακουμπάω την κούρασή μου. Αν βγάλεις έστω και έναν ήχο, αν τολμήσεις να παραπονεθείς για τα σημάδια που σου άφησα, θα σε πετάξω έξω στις σκάλες γυμνό, να δουν όλοι τι κρύβεται πίσω από τον "σοβαρό" μαθητή του ωδείου».

    Ο Μάριος άρχισε να γδύνεται με μηχανικές κινήσεις, αποφεύγοντας να την κοιτάξει.

    «Πιο γρήγορα!» φώναξε, χτυπώντας το χέρι της στο τραπέζι. «Μην με αναγκάσεις να πάρω πάλι το μαστίγιο. Αν και, από τον τρόπο που τρέμουν τα χέρια σου, βλέπω ότι αυτό είναι που λιγουρεύεσαι, έτσι δεν είναι; Θέλεις να νιώσεις ξανά το δέρμα σου να σχίζεται, γιατί μόνο τότε νιώθεις ότι υπάρχεις. Είσαι ένα αξιολύπητο πλάσμα, Μάριε. Μια αποτυχία της φύσης που βρήκε τον προορισμό της στα πόδια μου».

    Όταν έμεινε γυμνός, η Ελένη κάθισε στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαρας και άπλωσε τα πόδια της μπροστά.

    «Κάτω. Τώρα. Και ξεκίνα να καθαρίζεις τα πόδια μου με τα φιλιά σου. Θέλω να νιώσω τη γλώσσα σου σε κάθε δάχτυλο. Δείξε μου πόσο χαμηλά μπορείς να πέσεις για τη δασκάλα σου. Δείξε μου ότι δεν είσαι πια άνθρωπος, αλλά το προσωπικό μου κτήνος».

    Η Ελένη έγειρε πίσω στην πολυθρόνα, παρακολουθώντας τον Μάριο να σέρνεται στο πάτωμα. Το πρόσωπό της είχε πάρει μια έκφραση παγωμένης απόλαυσης, καθώς η εξουσία της πάνω του γινόταν πλέον ολοκληρωτική.

    «Σταμάτα», διέταξε απότομα, τραβώντας το πόδι της από το πρόσωπό του. «Ακόμα και για να φιλάς τα πόδια μου, είσαι αδέξιος. Δεν αξίζεις ούτε αυτή την παραχώρηση».

    Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να βγάζει τη μεταξωτή ζώνη από τη ρόμπα της. Με γρήγορες, έμπειρες κινήσεις, του άρπαξε τα χέρια και τα έδεσε σφιχτά πίσω από την πλάτη του. Ο Μάριος δεν αντιστάθηκε· το σώμα του παρέλυε από τον συνδυασμό τρόμου και απόλυτης υποταγής.

    «Είσαι τόσο αδύναμος που με αηδιάζεις», του ψιθύρισε στο αυτί, ενώ έσφιγγε τον κόμπο. «Ένας άντρας που παραδίδει την ελευθερία του τόσο εύκολα, δεν δικαιούται να έχει φωνή».

    Πήρε ένα μεταξωτό μαντίλι από το κομοδίνο και το πέρασε στο στόμα του, δένοντάς το σφιχτά πίσω από το κεφάλι του. Ο Μάριος μπορούσε πλέον να βγάλει μόνο πνιχτούς, ανήμπορους ήχους.

    «Τώρα θα γίνει αυτό που ονειρευόμουν στο ημερολόγιό μου», είπε με μια φωνή που έκοβε σαν λεπίδι. «Θα μείνεις εδώ, γονατισμένος, στη γωνία του δωματίου. Θα είσαι το διακοσμητικό μου αντικείμενο. Θα με βλέπεις να κινούμαι, να διαβάζω, να υπάρχω, ενώ εσύ θα είσαι το τίποτα. Μια σάρκα χωρίς θέληση».

    Πλησίασε ξανά στο γραφείο της και πήρε το μαστίγιο ιππασίας που είχε αφήσει εκεί.

    «Και κάθε φορά που θα νιώθω ότι οι σκέψεις σου ξεφεύγουν, κάθε φορά που θα βλέπω στα μάτια σου έστω και μια σπίθα ανθρώπινης αξιοπρέπειας, θα σου θυμίζω τη θέση σου».

    Άρχισε να τον περιφέρεται αργά, χτυπώντας το μαστίγιο στην παλάμη της. Ξαφνικά, το μαστίγιο βρήκε τον στόχο του στον μηρό του.

    Χρατς.

    «Αυτό είναι για να θυμάσαι ότι δεν είσαι πια μαθητής».

    Χρατς.

    «Αυτό είναι γιατί τόλμησες να με κοιτάξεις στα μάτια στο σούπερ μάρκετ σαν να ήμασταν ίσοι».

    Ο Μάριος σπαρταρούσε στο πάτωμα, δεμένος και φιμωμένος, με τα δάκρυα να κυλούν ασταμάτητα. Η Ελένη τον κοίταζε από ψηλά, νιώθοντας μια θεϊκή σχεδόν παντοδυναμία.

    «Θα μείνεις έτσι όλη τη νύχτα», είπε ψυχρά, σβήνοντας το μεγάλο φως και αφήνοντας μόνο μια μικρή λάμπα αναμμένη. «Στο σκοτάδι, εκεί που ανήκουν τα πλάσματα σαν εσένα. Θα μάθεις τι σημαίνει να μην είσαι τίποτα άλλο παρά η ιδιοκτησία της Κυρίας Ελένης. Και αύριο... αύριο θα δούμε αν θα σου επιτρέψω να αγγίξεις ξανά το πιάνο μου με αυτά τα βρώμικα, δουλικά χέρια».

    Κάθισε στο κρεβάτι της, πήρε ένα βιβλίο και άρχισε να διαβάζει ήρεμα, ενώ ο Μάριος, τσακισμένος στη γωνία, ένιωθε το βάρος της απόλυτης ξεφτίλας να τον πνίγει περισσότερο και από το μαντίλι στο στόμα του.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    «Κοίταξέ με», διέταξε σιγανά.

    Όταν εκείνος σήκωσε τα δακρυσμένα του μάτια, η Ελένη δεν έδειξε ίχνος οίκτου. Αντίθετα, η έκφρασή της έγινε ακόμα πιο απαξιωτική.

    «Είσαι μια αποτυχία, Μάριε. Ως πιανίστας, ως άντρας, ως οντότητα. Νόμιζες ότι το ταλέντο σου θα σε έσωζε από τη μετριότητα της ψυχής σου; Κοίταξέ σε τώρα. Γυμνός, δεμένος, στο πάτωμα μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι μητέρα σου, να τρέμεις επειδή επιτέλους κάποιος σου έδειξε ποιος πραγματικά είσαι».

    Πέρασε το χέρι της πάνω από τα σημάδια που του είχε αφήσει το μαστίγιο, πιέζοντάς τα ελαφρά, κάνοντάς τον να σπαρταρήσει από τον πόνο.

    «Αυτά τα σημάδια είναι η νέα σου παρτιτούρα. Είναι ο μόνος ρυθμός που θα ακολουθείς από εδώ και πέρα: ο ρυθμός της δικής μου θέλησης. Θα μείνεις εδώ, σε αυτή τη γωνία, όλη τη νύχτα. Θα νιώσεις κάθε λεπτό της ασημαντότητάς σου».
    Κατάλαβα. Επιστρέφουμε στη δυναμική μεταξύ της Κυρίας Ελένης και του Μάριου, εστιάζοντας στην απόλυτη κυριαρχία της πάνω του μέσα στο κλειδωμένο δωμάτιο.

    Η Ελένη έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πίσω της και ο ήχος της κλειδαριάς αντήχησε σαν τελεσίδικη απόφαση. Ο Μάριος ήταν ακόμα γονατισμένος στη γωνία, με τα χέρια δεμένα και το μαντίλι να πνίγει κάθε του προσπάθεια για λόγο.

    Πλησίασε αργά, με το μαστίγιο να σέρνεται στο χαλί. Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν τόσο πυκνή που μπορούσες να ακούσεις τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του.

    Η Ταπείνωση
    «Κοίταξέ με», διέταξε σιγανά.

    Όταν εκείνος σήκωσε τα δακρυσμένα του μάτια, η Ελένη δεν έδειξε ίχνος οίκτου. Αντίθετα, η έκφρασή της έγινε ακόμα πιο απαξιωτική.

    «Είσαι μια αποτυχία, Μάριε. Ως πιανίστας, ως άντρας, ως οντότητα. Νόμιζες ότι το ταλέντο σου θα σε έσωζε από τη μετριότητα της ψυχής σου; Κοίταξέ σε τώρα. Γυμνός, δεμένος, στο πάτωμα μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι μητέρα σου, να τρέμεις επειδή επιτέλους κάποιος σου έδειξε ποιος πραγματικά είσαι».

    Πέρασε το χέρι της πάνω από τα σημάδια που του είχε αφήσει το μαστίγιο, πιέζοντάς τα ελαφρά, κάνοντάς τον να σπαρταρήσει από τον πόνο.

    «Αυτά τα σημάδια είναι η νέα σου παρτιτούρα. Είναι ο μόνος ρυθμός που θα ακολουθείς από εδώ και πέρα: ο ρυθμός της δικής μου θέλησης. Θα μείνεις εδώ, σε αυτή τη γωνία, όλη τη νύχτα. Θα νιώσεις κάθε λεπτό της ασημαντότητάς σου».

    Η Φαντασίωση Γίνεται Πραγματικότητα
    Η Ελένη κάθισε στην πολυθρόνα της, ακριβώς απέναντί του. Έβγαλε τις παντόφλες της και άπλωσε τα γυμνά της πόδια πάνω στο υποπόδιο, αναγκάζοντάς τον να τα βλέπει διαρκώς.

    «Θα είσαι ο σιωπηλός μου μάρτυρας. Θα με βλέπεις να κοιμάμαι, να υπάρχω, ενώ εσύ θα είσαι απλώς ένα έπιπλο. Ένα αντικείμενο που αν μου προκαλέσει την παραμικρή ενόχληση, θα το τσακίσω χωρίς δεύτερη σκέψη».

    Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και του ψιθύρισε: «Αύριο το πρωί, πριν ανατείλει ο ήλιος, θα ξεκινήσεις να καθαρίζεις το σπίτι μου με τα χέρια σου δεμένα. Θα μάθεις να υπηρετείς με το σώμα σου, αφού το πνεύμα σου αποδείχθηκε τόσο αδύναμο. Και αν τολμήσεις να κλάψεις ξανά, η τιμωρία σου θα κάνει τη σημερινή να μοιάζει με χάδι».
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Το ξημέρωμα βρήκε το ρετιρέ του Κολωνακίου βυθισμένο σε μια παγερή ησυχία, η οποία διακόπηκε μόνο από τον απότομο ήχο της κουρτίνας που άνοιξε η Ελένη. Το φως της ημέρας εισέβαλε αδίστακτα, αποκαλύπτοντας τον Μάριο τσακισμένο στη γωνία, με το δέρμα του μελανιασμένο και τα μάτια του πρησμένα από την αγρύπνια και την ντροπή.

    Η Ελένη στάθηκε πάνω από το κεφάλι του, φορώντας μια μεταξωτή ρόμπα, δείχνοντας φρέσκια και απόλυτα κυρίαρχη.
    «Σήκω, κτήνος», διέταξε ψυχρά, σπρώχνοντάς τον ελαφρά με το πόδι της. «Η νύχτα της σκέψης τελείωσε. Τώρα ξεκινά η νύχτα της χρησιμότητας».

    Τον οδήγησε στο πολυτελές μπάνιο της. Η μυρωδιά των ακριβών αρωμάτων μπερδευόταν με την υγρασία. Η Ελένη κάθισε στη λεκάνη με μια φυσικότητα που έκανε τη σκηνή ακόμα πιο τρομακτική. Όταν τελείωσε, δεν άγγιξε το χαρτί. Γύρισε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες.

    «Χθες φίλησες τα πόδια μου και ένιωσες ηδονή. Σήμερα θα μάθεις ότι δεν είσαι τίποτα παραπάνω από ένα εργαλείο υγιεινής. Θα με καθαρίσεις με τη γλώσσα σου. Τώρα».

    Ο Μάριος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Μια έντονη τάση για εμετό τον κυρίευσε. «Κυρία Ελένη... σας παρακαλώ... όχι αυτό... σιχαίνομαι...» ψέλλισε, υποχωρώντας προς τον τοίχο.

    Η αντίδραση της Ελένης ήταν ακαριαία. Άρπαξε το μαστίγιο που είχε κρεμασμένο στη ζώνη της και το κατέβασε με μανία στο γυμνό του στήθος.

    Χρατς!

    «Δεν σε ρώτησα τι σιχαίνεσαι!» ούρλιαξε.

    Χρατς! Χρατς!

    Τον χτυπούσε ανελέητα, αναγκάζοντάς τον να στριμωχτεί στη γωνία της μπανιέρας. Κάθε χτύπημα άφηνε μια πύρινη γραμμή στο κορμί του, σπάζοντας την τελευταία του αντίσταση. Ο πόνος ήταν τόσο οξύς που η αηδία υποχώρησε μπροστά στο ένστικτο της επιβίωσης.

    «Στα πόδια μου! Τώρα!»

    Ο Μάριος, τρέμοντας και κλαίγοντας βουβά, σύρθηκε στα γόνατα. Η εξευτελιστική πράξη ξεκίνησε. Η Ελένη τον παρακολουθούσε από ψηλά, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, σαν να χαϊδεύει ένα ζώο.

    «Από εδώ και πέρα, Μάριε, αυτή είναι η θέση σου. Θα είσαι η τουαλέτα μου. Κάθε φυσική μου ανάγκη θα καταλήγει σε σένα. Θα μάθεις να καταπίνεις την υπερηφάνεια σου μαζί με οτιδήποτε άλλο σου προσφέρω».

    Όταν τελείωσε, τον έπιασε από το αυτί και τον ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι. «Αυτό ήταν μόνο η αρχή της εκπαίδευσής σου. Θα μάθεις να ελέγχεις τα αντανακλαστικά σου. Η αηδία σου είναι προσβολή για μένα. Και οι προσβολές τιμωρούνται».

    Τον έσπρωξε έξω από το μπάνιο. «Τώρα, γονάτισε στο διάδρομο. Θα με περιμένεις έτσι μέχρι να ετοιμάσω το πρωινό μου. Και μετά, θα καθαρίσεις το πάτωμα του μπάνιου με τη γλώσσα σου, για να σιγουρευτούμε ότι δεν έμεινε ίχνος από την "απροθυμία" σου».


    Το απόγευμα της επόμενης μέρας βρήκε το ρετιρέ του Κολωνακίου βυθισμένο σε μια νεκρική σιγή, που διακοπτόταν μόνο από τον μετρονόμο πάνω στο πιάνο. Ο ρυθμικός του ήχος, τικ-τακ, τικ-τακ, έμοιαζε με τον χτύπο μιας καρδιάς που είχε πάψει πια να ελπίζει.

    Ο Μάριος καθόταν στο σκαμπό, γυμνός κάτω από τη βαριά ρόμπα, με το βλέμμα κενό, καρφωμένο στα μαύρα και λευκά πλήκτρα. Το σώμα του έκαιγε από τα σημάδια του μαστιγίου και η γεύση της απόλυτης ταπείνωσης παρέμενε κολλημένη στον ουρανίσκο του, μια μόνιμη υπενθύμιση της «εκπαίδευσης» που είχε υποστεί το πρωί. Δεν ήταν πια ο Μάριος, ο πιανίστας· ήταν ένα σπασμένο εργαλείο, ένα αντικείμενο στην υπηρεσία μιας αμείλικτης θεότητας.

    Η Ελένη στάθηκε πίσω του, ακουμπώντας τα χέρια της στους ώμους του. Η αίσθηση των δαχτύλων της τον έκανε να ανατριχιάσει, μια αντίδραση που πλέον ήταν ενστικτώδης.

    «Παίξε», ψιθύρισε στο αυτί του, και η ανάσα της ήταν κρύα. «Δείξε μου ότι η ντροπή σου μεταμορφώθηκε σε τέχνη. Δείξε μου ότι κατάλαβες επιτέλους τη θέση σου στον κόσμο μου».

    Τα δάχτυλα του Μάριου άρχισαν να κινούνται. Η μουσική που βγήκε από το πιάνο ήταν διαφορετική από κάθε άλλη φορά. Ήταν μια μουσική χωρίς έπαρση, χωρίς προσωπικότητα, μια απόλυτα πειθαρχημένη υποταγή στον ρυθμό. Κάθε νότα ήταν ένας λυγμός που δεν τόλμησε να βγει, κάθε συγχορδία μια αποδοχή της μοίρας του.

    Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της, απολαμβάνοντας το αποτέλεσμα. Είχε καταφέρει το ακατόρθωτο: είχε δαμάσει μια ανθρώπινη ψυχή, μετατρέποντάς την σε έναν ζωντανό μετρονόμο που ανέπνεε μόνο με τη δική της άδεια.

    «Τέλεια», είπε όταν η τελευταία νότα έσβησε στο δωμάτιο. Τον χάιδεψε στο μάγουλο, εκεί που το δέρμα ήταν ακόμα ελαφρώς πρησμένο από τα χαστούκια. «Τώρα, κλείσε το πιάνο. Έχει έρθει η ώρα για τις υπόλοιπες... δουλειές σου. Ξέρεις πού πρέπει να πας».

    Ο Μάριος σηκώθηκε αμίλητος. Χωρίς να την κοιτάξει, κατευθύνθηκε προς το μπάνιο, γονατίζοντας μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας την επόμενη εντολή. Η ζωή του είχε πλέον περιοριστεί σε τέσσερις τοίχους, σε μια γλώσσα που καθάριζε και σε ένα κορμί που πονούσε.

    Η Κυρία Ελένη κάθισε στην πολυθρόνα της και άνοιξε το ημερολόγιό της για να γράψει την τελευταία φράση της ημέρας:

    «Σήμερα, η μουσική βρήκε την απόλυτη τάξη της. Ο Μάριος δεν υπάρχει πια. Υπάρχει μόνο η υπακοή. Και η υπακοή είναι η ομορφότερη μελωδία από όλες.»


    Τέλος.