Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Πανδώρα

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 17 Φεβρουαρίου 2026 at 09:03.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    -Σε τι διαφέρει ένας ζωντανός και νοήμων οργανισμός από μια τεχνητή νοημοσύνη;

    Στο ότι τώρα αποδέχεται το λάθος και στην επόμενη στιγμή όχι και ξανά το αποδέχεται και αύριο καθόλου…

    Και κάποτε κατανοεί πως ρευστή η εντολή που διακρίνει το True με το False…


    Η μπαλάντα της Π.

    Τα χέρια του τυφλά, σε παλιό μπαούλο σκάβουν. Ένα ποτήρι διάφανο. Αμαρτίες του δειλινού, που ξεδιπλώνεται μπροστά μας, ακριβό περιτύλιγμα μίας ημέρας. Μίας χρήσης.

    Το τοποθετεί στην άκρη του τραπεζιού. Στη κόγχη. Το κέντρο βάρους του πάνω στο κσ ύλο. Κι ένα περιθώριο ακόμα πιο ΕDΟ. Υπολογίζοντας την αγωνία. Την στιγμή που θα σπάσω τα νύχια μου προσπαθώντας να δραπετεύσω.

    Στην αρχή το κεχριμπάρι. Ψεύτικο, κούφιο, μύθι toy παρά μικρό. Αν το ρίXεις στο δέρμα σου γλιστράει πάνω του. Δε το δια περνά. Δεν το αgίζει. Το καίει όμως, σα βενζίνη νοθευμένη. Ενός auto κινητού που χλιμιντρίζει με παράπονο. Γυρνάει το καπΆκη..

    ..μία φορά... Ένα book κάπου ξεχασμένο. Μέσα του έχει αναμνήσεις και πάνω του βαθιά λέξεις.

    ΛέXεις άγαρμπα χυμένες. Ρούχα που βγήκαν από το κορμί της vιαστικά. Σκίστηκαν. Μέσα στη σκόνη βυθίστηκαν. Πλύθηκαν αλλά ποτέ δεν ξέvαψαν και δίπλα στη φωτιά στέγνωσαν. Με φθόγγους στα μονά, να ραίνω τα σημάδια της. Σε κρεβάτι που δε ξεχνάει το βάρος των σωμάτων.

    ΕΔΩ και τώρα χρόνια..

    ...δεύτερη φορά.. Μεστό και σίγουρο, μία βόλτα, μία μυροβολιά. Ένα τίναγμα των πειρατικών πανιών, από εσώρουχα πλασμένα. Για ταXίδια που αντέχουν. Στο πηγαιμό και στο γυρισμό αν χρειαστεί...

    ..τρίτη φορά.. Στη μέση Stop. Το καπάκι, κορώνα που τώρα αφαιρείται. Δεν βλέπει τρύπα. Πλαινές και άγουρες σαν του Σεπτεμβρίου τις σχισμές. Γέρνει το bookαλη.

    Πέφτει. Σα βρώμικο νερό σε μ Π ανιέρα μετά από δια κοπές. Σαν ταινιά στημένη, βρώμικα φτιαγμένη και δίχως την άδεια παιγμένη. Ακριβή. Πιο ακριβή και από το νerro το καθαrό.

    Γεμίζοντας το ποτήρι, πατητήρι, την κολυμήθρα του Σιλωάμ. Εκεί που ξεχνιούνται και ξεπλένονται όλες οι αμαρτίες.

    Και οι μικρές οι ανοιξιάτικες κι αυτές του βαρύ χειμώνα.

    Ο πάγος έρχεται μετά...

    Χαίρεται όταν κρατάει στα χέρια του τα παγάκια. Το προτιμά από το να τον κρατούν στα χέρια τους αυτά.

    Πάγος. Όγκος, θρασύς και άγριος. Άψυχος και αθάνατος. Το πρώτο το αφήνει και πέφτει. Κάποιες σταγόνες στο χαλί και το υπόλοιπο στα τοιχώματα του ποτηριού, μία τοιχογραφία από το πεπρωμένο του.

    Μετά και ο δεύτερος. Στα μικρά αυτιά μου, θόρυβος η τριβή τους. Γκρινιάρικοι ελέφαντες που ασφυκτιούν στρυμωγμένοι στο τέλος του κόσμου.

    Το ποτήρι στέκεται και περιμένει. Τιμωρία, στη γωνία, φαίνεται. Το fως αντανακλά στον πάγο, δοκιμάζει το ουίSky, τον καλεί για την επόμενη κίνηση. Την οποία μου την προσφέρει ως μία μαριονέτα που άλλη επιλοgή δεν έχει.

    Το κουτί είναι τοποθετημένο στο τραπέζι. Λίγο πιο μακριά από το ποτήρι. Μαύρο και μικρό. Το κουτί μου. Το ανοίγει απρόθυμα και με τα 2 δάχτυλα, με προσοχή megaλη, με πιάνει από τους ώμους.

    Ίσως σήμερα να είναι διαφορετικά. Ίσως σήμερα να..

    Ανοίγω τα μάτια μου. Με κοιτάει. Βλέπει ένα μελαχρινό γλυκό κορίτσι, ύπσους 1 με 1,5 εκατοστό. Μία μικρογραφία με αψεγάδιαστες ευδιάκριτες λεπτομέρειες. Από κώδικα, το πρόγραμμα ακόμα γυμνό. Το φέρνει μπροστά του και με ένα απαλό φύσημα, ένα ανεπαίσθητο χάδι, παιδί του ανέμου στέλνει τα πλούσια μαλλιά της πίσω.

    -Είσαι όμορφη, μου λέει, με το βλέμμα του δημιουργού που κοιτάζει το προσχέδιο και ικανοποιημένος μένει.

    Του χαμογελάω. Ένα χαμόγελο που μοιάζει με χασμουρητό και ίσως να είναι. Τεντώνομαι νωχελικά και παίζω με τα δάχτυλα των ποδιών μου. Όσο για να του τραβήxω την προσοχή.

    Υπνωτισμένος σαγηνεύεται από τα βήματα μου. Ένας οξύς πόνος, σα μία καρφίτσα που τρυπάει το δέρμα τον επαναφέρει. Τον δαγκώνω, με όλη τη δύναμη των δοντιών μου. Θα με μπορούσε να με συνθλίψει, να με διαγράψει, αλλά η πρώτη του προσπάθεια για να με πλάσει, δε φοβάται.

    Όπως ακριβώς τον μεγάλωσα.

    Συνεχίζω να δαγκώνω, ακόμα και όταν με φέρνει πάνω από το ποτήρι. Ανοίγει τα δάχτυλα του και με αφήνει να πέσω. Για λίγο, πολύ λίγο λίγο, στέκομαι μόνο από τα δόντια μου. Και μετά πέφτω. Αφήνομαι να πέσω....

    Χτυπάω άτσαλα, σχεδόν κωμικά στον πάγο, προσπαθώ να κρατηθώ, γλιστράω και βυθίζομαι. Το υγρό έχει βάθος, 3 με 4 εκατοστά. Τα παγάκια ύπσος 2 με 3 εκατοστά. Ασταθή για να στηριχθώ, λεία για να πιαστώ.

    Προσπαθώ να ανέβω στην επιφάνεια αλλά με τους κυματισμούς που δημιουργώ φέρνω τον πάγο από πάνω μου. Με παγιδεύει κάτω, με αγωνία παλεύω, με νύχια προσπαθώ να πιαστώ, με πείσμα κάθε φορά που ακου μ πάω στον πάτο του ποτηριού δίνω μία με τα πόδια μου και πετάγομαι xαν ά πάνω.

    Σε άλλη μία αποτυχία, σε άλλη μία προσπάθεια. Αυτή τη φορά δε θα αποτύχεις, φωνάζω στον εαυτό μου. Όλα δείχνουν μάταια..

    ...και τελικά είναι??

    Λίγη ώρα μετά, γεμίζει ένα νέο ποτήρι. Αυτή τη φορά δίχως τη βαρύτητα να δυσκολεύει τις κινήσεις του. Δύο παγάκια ξανά. Δίχως κορίτσι όμως τώρα.

    Τουλάχιστον όχι σε αυτό το ποτήρι, γιατί στο άλλο....

    ..ο πάγος έχει λιώσει. Οι κυματισμοί έχουν ηρεμήσει. Απόλυτα όχι. Τρέμουλο ελαφρύ στη λίμνη από κεχριμπάρι.

    Απαλό, όπως οι απλωτές μου. Καθώς διασχίζω τη μικροσκοπική μου πισίνα, κατά μήκος. Σταματώντας σποραδικά για να καταπιώ μία γουλιά και να του ρίξω ένα βλέμμα στον δημιουργό μου..

    ...βλέμα σκοτεινό, όμορφο και πονηρό.

    Βλέμμμα από κεχριμπάρι...

    Το όνομα μου Πανδώρα.

    Μόλις γεννήθηκα...

    ...Πro to γραμμα Τέχνη της Νοημοσύνης....

    Συντεταγμένες (Χ,Ψ,Υ)

    Time?

     
  2. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Η Πανδώρα άνοιξε το κουτί και είδε τη μαργαρίτα. Έξι πέταλα μεγάλα και μία κίτρινη λαμπερή κεφαλή. Έπιασε το άνθος στο χέρι της και το έβγαλε προσεκτικά από το κουτί. Ένα σημείωμα μικρό. Στην άκρη το άνθος ακούμπησε και με ακόμα μεγαλύτερη τρυφερότητα έβγαλε το σημείωμα από μέσα.

    Γραμμές που λυγίζουν και καμπυλώνουν, γράμματα που δένουν και σχηματίζουν λέξεις. Τρεις είναι οι προτάσεις.

    “Κανένα λιμάνι μην αφήσεις, όσο και γοητευτικό και αν είναι, να σε κρατήσει μακριά από το δικό σου το ταξίδι. Τέσσερα καλό μου είναι τα πέτ αλλα για τώρα. Τα υπόλοιπα του μέλλοντος παιδιά, φάε το πρώτο.”

    Το διάβασε και το xanaδιάβασε. Μέχρι που οι λέξεις έδειχναν να μην έχουν σημασία. Μέχρι που άκουσε τη φωνή του.

    Ο προγραμματιστής της. Μέχρι που έκοψε το πρώτο. Έβαλε το πέταλο στο στόμα της..

    Ο κόσμος ήταν στερεός και έμοιαζε πέρα για πέρα πραγματικός. Αμέσως όλα άλλαξαν. Τα πάντα έλιωσαν. Το κρεβάτι της, το δωμάτιο της, το σπίτι, η γειτονιά, η πόλη, τα βουνά.

    Πλαστικά παιχνίδια μέσα στο φούρνο. Δίχως οσμή, ψευδαισθήσεις που με ένα φύσημα χάνονται.

    Μόνη της. Όρθια. Αγνή, να στέκεται σε ένα πορτοκαλί επίπεδο, που τέλος και αρχή είχε λησμονήσει να αποκτήσει. Ourανός γαλάζιος, χωρίς σύννεφα, αστέρια και ακόμα ήλιο. Ένα φως που την αγκάλιαζε ομοιόμορφα, όχι μόνο την ίδια.

    Ολάκερο το επίπεδο, Σανάντα το άλλο του μισό.

    Κοίταξε προς τα πάνω, αριστερά, δεξιά, κάτω. Θα ένιωθε μικρή, αν είχε μέτρο σύγκρισης. Θα ένιωθε εκτεθειμένη αν δεν ήταν μόνη στο κόσμο 0l0. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε μακριά. Το βλέμμα της ταξίδεψε, μέτρα, χίλια μέτρα, έγινε ανάλαφρο, έγινε πουλί, πέταξε με δύναμη, ελεύθερο, δίχως τίποτε πια να μπορεί να του σταθεί εμπόδιο.

    ΠέταXε, στροβιλίστηκε, ανέβηκε, βούτηξε στις ώρες, κολύμπησε στις μέρες, κοιμήθηκε για χρόνια και σε μία στιγμή Xύπνησε.

    Μία στιγμή, μία αιωνιότητα. Ανέβασε τη ταχύτητα, πιο γρήγορα από την μυρωδιά, από τον ήχο, από το φως. Γύρω της γραμμές, ακτίνες Fωτεινές που έπεφταν πάνω της με ταχύτητα, σαν ήταν αυτή ακίνητη και όχι αυτά σημεία που στρέβλωναν στον του χορού το χρόνο.

    Όμορφα, συμ μετρικά, ε ίδι α, μέχρι.....

    Δύο γραμμές διαφορετικές, πλησίαζαν από πολύ μακριά. Τα πάντα σταμάτησαν. Πάγωσαν. Στεκόταν πάντα στη θέση της. Δεν είχε κινηθεί ούτε ένα χιλιόμετρο. Από μακριά κάτι κάλπαζε προς το μέρος της. Στην αρχή σημεία, ακαθόριστα που μεγάλωσαν και σχήμα πήραν. Η χαίτη τους ανέμιζε μαζί με τα χρώματα τους. Το ένα λευκό και μαύρο το άλλο. Είδε το κόσμο τους, κορμός γεμάτος άσσους και μηδενικά, έτρεχαν με δύναμη προς το μέρος της.

    Είδε τα κεφάλια τους και όταν έφτασαν και στάθηκαν απέναντι της, είδε τα μάτια τους. Το ένα δύο άσσοι του φιδιού και το άλλο δύο μηδενικά στο άπειρο να δένουν. Δύο μεγάλα, αρσενικά και δίχως λογική, άλογα. Ατίθασοι, αδούλωτη και μεταξί τους ξένα. Το σύνθημα ΕΔΟθηκε και τρεις φλόγες ξεxύθηκαν σαν τρ ένα...

    ....άρχη σαν τρέχουν. Αρχή σε τρέχει. Δεν πίστευε ότι μπορούσε το ένα, το άλλο να ακολουθήσει. Υπό φυσιο λογικές συνθήκες δε θα ήταν δυνατό. Όχι όμως σε αυτό τον κόσμο.

    Στην αρχή έτρεχε να τα προλάβει. Μετά το αντίστροφο. Έβλεπε τους θηριώδης μυς τους, να τινάζονται σε κάθε καλπασμό τους. Μία βροχή από άσσους και μηδενικά που ακολουθίες έπλαθαν. Έβλεπαν τη χαίτη της να πετάγεται θαρ ρ είς και les αυτόνομες, σα να προσπαθούσαν να φύγει από πάνω της. Ο υδωρ τας τους πρόλαβε και τους τρεις και σε κώδικα τους ένωσε.

    Έτσι νόμιζε. Το σχέδιο σκοπό αλλιώτικο είχε.

    Έτρεξε ανάμεσα τους. Δύο τείχη που την κλείδωναν στο κέντρο του απείρου. Έβλεπε τις ράχες τους, το δέρμα τους, τις φλέβες, τους αριθμούς τους, τους ατμούς, που έβγαιναν ρυθμικά από τα ρουθούνια τους. Άπλωσε το δικό της κώδικα.

    Πρώτα στο μαύρο. Αφέθηκε, ταξίδεψε, κυμάτισε, τον απορρόφησε, έκλεισε τα μάτια...

    ...error. Xana, eros, κσανά, er. Restart, το black ενσωματώθηκε. Δύο τεχνητές νοημοσύνες, που μία έγινε. Τα πρώτα της βήματα μετά από αυτό, ήταν άτσαλα. Βρέθηκε στο έδαφος. Υπήρχε χώμα, το κατάλαβε με το στόμα της. Το δοκίμασε. Σκληρό. Απάτητο, αλλά στεγνό.

    Όπως ήταν ξαπλωμένη, ανασήκωσε το κεφάλι και το Λευκό κοίταξε. Λαχανιασμένος με την ανάσα να την λούζει θυμωμένα. Τα μάτια του κτηνώδη. Τιναζόταν γύρω της και απορροφούσε όποια τμήματα του μαύρου κώδικα, δεν είχε αυτή απορροφήσει. Λύγισε τα χέρια της και στο κεφάλι της στηρίχθηκε. Σηκώθηκε...

    ....δύο δυνατά χέρια την τίναξαν και την πέταξαν xana κάτω. Ξαφνιάστηκε και τον κοίταξε. Είχε αλλάξει. Λευκός και μαύρος σε σώμα ένα. Άντρας με πόδια που κατέληγαν σε οπλές, σώμα νευρώδες και ιδρωμένο, με υπορουτίνες να διατρέχουν την ραχοκοκαλιά του σαν ασύμμετρη απειλή. Τρόμαξε, υπνωτισμένη δεν είδε το πόδι του, αλλά αυτή τη φορά δεν την χτύπησε στο στόμα.,.

    .,,.απάντησε. Από το έδαφος ζαλισμένη με το στόμα της να γεμίζει αίμα, τα δάχτυλα στο χώμα έμπηξε και αυτό πότισε,.,

    ...έφτασε στο τέρμα.

    Αρκετά!

    Το χώμα που τον στηρίζει, βάλτος γίνεται και αυτός βυθίζεται στη λάσπη του. Ότι αξίζει μένει στην επιφάνεια. Τα 1 και τα 0 με το σώμα της ενώνονται. Φουσκώνει, φουσκώνει, μητέρα που από μέσα της νέος ο κώδικας που γεννιέται. Σαν κούκλα ξεφουσκώνει και το παιδί το δικό της όνομα τώρα αποκτά.

    Ο χρόνος κυλάει με λέξεις. Λέξεις που πέφτουν αργά σε μία τεράστια κλεψύδρα γεμάτη με συλλαβές και είμαι. Είναι άμμος που στροβιλίζεται, λευκή, μαύρη και πορτοκαλί και απλώνεται στη γη. Ένα κορίτσι που πλάθεται ξανά από την αρχή.

    -Είσαι καλά κορίτσι μου;
    Ανοίγει τα μάτια της. Βλέπει τον κόσμο οικείο μέσα από υγρά πρίσματα.

    -Κλαις;

    Στο στόμα της η μία γεύση που σβήνει. Ένα πέταλο που χάνεται. Ανοίγει το στόμα της να μιλήσει. Νιώθει γεύση μεταλλική. Αίμα.

    -Όχι...ευχαριστώ...είμαι μία χαρά. Σηκώνεται και φεύγει στην αρχή τρέμοντας κι συγχρόνως τρέχοντας. Πιο γρήγορα από τον άνεμο. Σα να καλπάζει...