Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Δημόσια Έκθεση

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 19 Φεβρουαρίου 2026 at 01:50.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Κύριος Γκρεγκ και ο Κύριος Βλαντ όταν με πήραν για σκλάβο τους στο σπίτι έκαναν μια μεγάλη κουβέντα για το πως θα αντιμετωπίσουν τους γείτονες. Θα ήταν πολύ περίεργο να με βλέπουν να μένω μαζί τους και γενικά λόγω ότι οι περισσότεροι γείτονες με ήξεραν από μικρό παιδί θα ήταν κάπως περίεργο να αντιληφθουν τι συμβαίνει και πόσω μάλλον να καταλάβουν ότι γίνονταν ήταν με δική τους θέληση.
    Στην αρχή ο Κύριος Γκρεγκ θέλησε να κρατήσουμε αποστάσεις και να μείνει κρυφό, αλλά ήταν από τις λίγες φορές ίσως μοναδική που ο Κύριος Βλαντ είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη.
    «Όχι, πιστεύω ότι θα πρέπει να γνωρίζουν οι περισσότεροι ότι είναι δικός μας. Πώς τον πηδάμε και τον χρησιμοποιούμαι.»
    «Βλαντ αυτό θα προκαλέσει κατακραυγή. Είναι ένας νεαρός Έλληνας άνδρας και είμαστε Ρώσοι μεσήλικες οι οποίοι τον δέρνουμε και τον γαμάμε»
    Ο Κύριος Βλαντ όμως δεν υποχώρησε. Εκείνη τη μέρα μου φόρεσε το δερμάτινο κολάρο μου. Το φορούσα πάντοτε όταν ήμουν έξω, πλέον κοίταζα χαμηλά και όταν ήταν οι Αφέντες κοντά πολλές φορές γονάτιζα δημοσίως. Πολλοί δεν καταλάβαιναν, αλλά οι Αφέντες το ευχαριστιόντουσαν. Δεν κρυβόμασταν και κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Το αντίθετο θα έλεγα, υπήρξαν άνθρωποι που με είδαν να υπηρετώ και να μαστιγώνομαι και τους άρεσε.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Οι γείτονες που με ήξεραν από παιδί, στην αρχή απέστρεφαν το βλέμμα. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η θέα μου να γονατίζω στο πεζοδρόμιο για να δέσω τα κορδόνια του Κυρίου Βλαντ ή να στέκομαι ακίνητος με το δερμάτινο κολάρο ενώ ο Κύριος Γκρεγκ συζητούσε για τα κοινά τ, άρχισε να ερεθίζει την περιέργειά τους.Οι ψίθυροι αντικαταστάθηκαν από βλέμματα που δεν έκρυβαν πλέον την περιφρόνηση, αλλά μια κρυφή ικανοποίηση. Υπήρξαν φορές που παλιοί γνωστοί σταματούσαν για να μιλήσουν στους Αφέντες, αγνοώντας με επιδεικτικά ως άτομο, αλλά κοιτάζοντας με επίμονα ως «κτήμα». Ένιωθα άσχημα πολύ. Πήγαινα μέσα κι έκλαιγα από ντροπή. Μια μέρα, στην πίσω αυλή, ο Κύριος Βλαντ αποφάσισε να δοκιμάσει τα όρια αυτής της δημόσιας έκθεσης. Ενώ ο Κύριος Γκρεγκ έπινε το τσάι του παρατηρώντας με σκεπτικισμό, ο Βλαντ με διέταξε να βγάλω την μπλούζα μου. Τα σημάδια από το μαστίγιο της προηγούμενης νύχτας ήταν ακόμα νωπά.

    «Κοίτα τους, σκλάβε», μου ψιθύρισε ο Κύριος Βλαντ, δείχνοντας προς τα παράθυρα των γύρω σπιτιών. «Βλέπουν το τομάρι σου να ανήκει σε εμάς. Και ξέρεις τι είναι το καλύτερο; Δεν πρόκειται να σε σώσει κανείς, γιατί όλοι απολαμβάνουν να βλέπουν έναν άνδρα να λυγίζει».

    Μια από τις επόμενες μέρες!
    Ο ήλιος έπεφτε χαμηλά, βάφοντας το δέρμα μου με πορτοκαλί ανταύγειες, την ώρα που ο Στέλιος, ο παλιός μου συμμαθητής, πλησίαζε τον Κύριο Βλαντ. Η αντιπάθεια που τρέφαμε ο ένας για τον άλλον από τα σχολικά χρόνια δεν είχε σβήσει· είχε απλώς μεταλλαχθεί σε κάτι πιο σκοτεινό, τώρα που με έβλεπε γυμνό από τη μέση και πάνω, με το δερμάτινο κολάρο να σφίγγει τον λαιμό μου.

    Ο Στέλιος στάθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον Κύριο Βλαντ, κοιτάζοντάς με με ένα βλέμμα που ξεχείλιζε από μια μείξη αποστροφής και ανώμαλης λαχτάρας.

    «Κύριε Βλαντ», ψιθύρισε, με τη φωνή του να σπάει ελαφρά. «Τον θυμάμαι από παιδί. Πάντα είχε αυτό το υπεροπτικό ύφος. Μου χρωστάει πολλά... Θα μου επιτρέπατε να του τα επιστρέψω; Θέλω να νιώσω τη δύναμη που έχετε πάνω του».

    Ο Κύριος Βλαντ χαμογέλασε αργά, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα παγωμένα του μάτια. Με πλησίασε και πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από τους ώμους μου, πιέζοντας τα σημεία που το δέρμα μου ήταν ήδη ερεθισμένο.

    «Ακούς, μικρέ;» μου είπε ο Βλαντ, τραβώντας το κολάρο μου προς τα πίσω, αναγκάζοντάς με να τεντώσω τον λαιμό μου και να εκθέσω το στήθος μου. «Ο φίλος σου θέλει να σε χρησιμοποιήσει. Θέλει να δει αν το δέρμα σου πονάει το ίδιο όταν σε χτυπάει ένας "ίσος" σου».

    Ο Κύριος Γκρεγκ, καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, άναψε ένα πούρο. Η μυρωδιά του καπνού ανακατεύτηκε με την οσμή του δέρματος και του δικού μου ιδρώτα. «Βλαντ, άφησέ τον. Ας δούμε αν ο σκλάβος μας θα δείξει στον γείτονα την ίδια υποταγή που δείχνει σε εμάς».
    Ο Στέλιος δεν χτύπησε αμέσως. Πέρασε την άκρη του μαστιγίου πάνω από την πλάτη μου, χαϊδεύοντας τις πληγές μου με μια κίνηση που ήταν σχεδόν ερωτική, πριν τραβήξει το χέρι του πίσω με ορμή.
    ο πρώτο χτύπημα έσκασε πάνω στο δέρμα μου με έναν ήχο ξηρό και δυνατό. Έβγαλα έναν πνιχτό αναστεναγμό, αλλά ο Βλαντ με διέταξε: «Μην κουνηθείς. Δέξου το όπως σου αξίζει». Ο Στέλιος άρχισε να χτυπάει ρυθμικά. Κάθε χτύπημα συνοδευόταν από μια ανάμνηση. «Αυτό για τότε που με κορόδευες!» έλεγε, και το μαστίγιο τύλιγε τη μέση μου, αφήνοντας κόκκινες γραμμές που έκαιγαν σαν φωτιά. Μα δεν το κορόιδευα! Απλά είχαμε μια κόντρα σαν αγόρια για τις ομάδες. Πόναγα και γαμώτο μου άρεσε.
    Η ηδονή των Αφεντών μου ήταν διάχυτη. Ο Βλαντ στεκόταν μπροστά μου, απολαμβάνοντας το θέαμα του παλιού μου εχθρού να με σπάει, ενώ ο Γκρεγκ παρατηρούσε κάθε μου σύσπαση με χειρουργική ακρίβεια.

    Όταν ο Στέλιος τελείωσε, ήταν ιδρωμένος και οι κόρες των ματιών του ήταν διεσταλμένες από την αδρεναλίνη. Άφησε το μαστίγιο να πέσει στα πόδια μου.

    «Είναι τέλειος, Κύριε Βλαντ», είπε με τρεμάμενη φωνή. «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα τον έβλεπα έτσι... τόσο σπασμένο, τόσο δικό σας».

    Ο Βλαντ με έπιασε από τα μαλλιά και με ανάγκασε να κοιτάξω τον Στέλιο που έφευγε. «Θυμήσου αυτό το συναίσθημα», μου ψιθύρισε στο αυτί, ενώ η γλώσσα του άγγιξε τον λοβό μου. «Πλέον δεν είσαι άνθρωπος για αυτούς. Είσαι το παιχνίδι που τους επιτρέπουμε να αγγίζουν».

    Με έλυσαν. Γονάτισα αμέσως.
    «Γονάτισε χαμηλότερα, σκουλήκι», διέταξε ο Βλαντ, πιέζοντας το κεφάλι μου προς το έδαφος. Ο Στέλιος στάθηκε μπροστά μου, με τα πόδια ανοιχτά, ηγεμονικός.
    «Γλείψε τις μπότες του», ψιθύρισε ο Γκρεγκ, πλησιάζοντας για να δει από κοντά. «Δείξε του ότι η γλώσσα σου ανήκει σε όποιον εμείς ορίζουμε». Άρχισα να γλείφω το δέρμα των παπουτσιών του Στέλιου, νιώθοντας τη σκόνη και τη βρωμιά του δρόμου, ενώ εκείνος γελούσε με έναν ήχο που έβγαινε μέσα από τα σωθικά του.
    Ο Στέλιος ήταν εκστασιασμένος, καυλωμένος. Με χαστούκισε δυνατά.
    Ξαφνικά, ο Στέλιος με άρπαξε από τα μαλλιά με μια βίαιη κίνηση, τραβώντας το κεφάλι μου προς τα πάνω. Το κολάρο με έπνιγε καθώς με ανάγκασε να ανοίξω το στόμα μου.

    Χωρίς ίχνος τρυφερότητας, ο Στέλιος εισέβαλε στον λαιμό μου. Η κίνησή του ήταν σκληρή, ρυθμική και απόλυτα κυριαρχική. Δεν ήταν πλέον ο παλιός συμμαθητής· ήταν ένας τιμωρός που χρησιμοποιούσε το σώμα μου για να ξεπλύνει κάθε παλιά του ανασφάλεια.

    «Κοίτα τον, Βλαντ», είπε ο Στέλιος ανάμεσα σε βαθιές ανασαιμιές, ενώ με κάρφωνε με το βλέμμα του. «Κοίτα πώς πνίγεται από το ίδιο του το παρελθόν».

    Ο Κύριος Βλαντ στεκόταν από πάνω μας, με τα χέρια σταυρωμένα, παρατηρώντας τη σκηνή με μια παγωμένη ικανοποίηση. Κάθε φορά που ο Στέλιος έσπρωχνε πιο βαθιά, ο Βλαντ γελούσε σιγανά, ενθαρρύνοντάς τον να γίνει ακόμα πιο βάναυσος. Ο λαιμός μου πονούσε, τα μάτια μου δάκρυζαν, αλλά η εντολή των Αφεντών ήταν σαφής: Δεν επιτρέπεται να σταματήσεις. Αν ήξερα ότι ο Στέλιος ήταν έτσι θα ήταν όλα διαφορετικά. Οι Αφέντες μας άφησαν μόνους.
    «Λοιπόν;» μου ψιθύρισε στο αυτί, και η ανάσα του έκαιγε. «Τώρα δεν υπάρχουν Ρώσοι να σε προσέχουν. Τώρα είσαι μόνο εσύ, εγώ, και όλα αυτά που μου χρωστάς από το σχολείο. Ήξερες ότι έκρυβα τέτοιο μίσος; Ήξερες ότι κάθε φορά που με κοίταζες υποτιμητικά, φανταζόμουν αυτή ακριβώς τη στιγμή;»

    Με ανάγκασε να γυρίσω και να ακουμπήσω το πρόσωπό μου στον κρύο τοίχο του σπιτιού. Η πίεση στον λαιμό μου από το χέρι του ήταν ασφυκτική. Συνέχισε να εισβάλλει στον λαιμό μου με μια κτηνώδη ορμή, αδιαφορώντας για το αν μπορούσα να ανασάνω. Κάθε του κίνηση ήταν μια δήλωση ιδιοκτησίας.
    Ενώ με χρησιμοποιούσε σκληρά, μου θύμιζε παλιές ιστορίες, ονόματα καθηγητών, κορίτσια που μας κοίταζαν τότε. «Πού είναι τώρα η περηφάνια σου;» με ρωτούσε, χτυπώντας το κεφάλι μου ελαφρά στον τοίχο για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα του πόνου.

    Όταν τελικά εκτονώθηκε πάνω μου, με άφησε να σωριαστώ στο έδαφος. Το κολάρο μου ήταν πλέον γεμάτο από τα σημάδια των δαχτύλων του. Με κοίταξε από ψηλά, έφτυσε στο χώμα δίπλα μου και τακτοποίησε τα ρούχα του.

    «Θα ξανάρθω», είπε ψυχρά. «Ο Βλαντ μου είπε ότι η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή για μένα. Μην τολμήσεις να κλάψεις όταν με δεις την επόμενη φορά».

    «Γιατί δεν είπες τίποτα τόσα χρόνια;» του ψιθύρισα, ενώ οι Αφέντες είχαν αποσυρθεί στο βάθος, αφήνοντάς μας σε μια ψευδαίσθηση ιδιωτικότητας. «Αν το ήξερα τότε... αν είχες μιλήσει, τώρα θα ήμουν δικός σου, Στέλιο. Δεν άφηνα τα κορίτσια να σε πλησιάσουν στο σχολείο γιατί ζήλευα. Σε ήθελα μόνο για μένα και δεν ήξερα πώς να το πω».

    Ο Στέλιος κλονίστηκε. Το χέρι του που κρατούσε το μαστίγιο χαλάρωσε και για μια στιγμή είδα στα μάτια του τον έφηβο που πληγώναμε και οι δύο. Αλλά η ταραχή του μετατράπηκε ακαριαία σε μια ωμή, απεγνωσμένη ανάγκη να με υποτάξει, τώρα που ήξερε ότι η εξουσία του πάνω μου ήταν και συναισθηματική.
    «Ρε μαλάκα!» ούρλιαξε χαμηλόφωνα. «Κι εγώ σε γούσταρα από τότε! Κάθε μέρα! Και κοίτα τώρα την κατάντια σου! Κοίτα πού έπρεπε να βρεθείς για να μου το πεις!»
    Με άρπαξε με κτηνώδη δύναμη από τον κώλο, καρφώνοντας τα δάχτυλά του στη σάρκα μου, και με πήρε με μια ορμή που δεν είχε τίποτα το πολιτισμένο. Ήταν μια πράξη κτητικότητας, σαν να προσπαθούσε να αναπληρώσει όλα τα χαμένα χρόνια μέσα σε λίγα λεπτά. Η ένταση ήταν τέτοια που, όταν έφτασε στην κορύφωση, με τράβηξε από τα μαλλιά και τελείωσε στα μούτρα μου, μια και δύο φορές, καλύπτοντάς με με την απόδειξη της κυριαρχίας του.

    Έμεινα γονατισμένος, με το λευκό υγρό να τρέχει στο πρόσωπό μου και το κολάρο να θυμίζει σε ποιον πραγματικά ανήκω. Ο Στέλιος στεκόταν από πάνω μου λαχανιασμένος, μετανιωμένος και ταυτόχρονα πλήρης.

    Εκείνη τη στιγμή, η βαριά φιγούρα του Κυρίου Βλαντ εμφανίστηκε ξανά. Είχε ακούσει και είχε δει τα πάντα. Πλησίασε αργά και έβαλε το χέρι του στον ώμο του Στέλιου, ενώ με την άλλη μπότα του πίεσε το στήθος μου.

    «Είδες Στέλιο;» είπε ο Βλαντ με την παγωμένη του φωνή. «Τώρα που ξέρεις ότι σε ήθελε, η σκλαβιά του σου φαίνεται ακόμα πιο γλυκιά. Αλλά μην ξεχνάς... μπορεί να σε γούσταρε, αλλά εμένα υπηρετεί».

    «Έχεις δίκιο, Κύριε Βλαντ», είπε με φωνή σταθερή, ενώ με έδειχνε με το δάχτυλο σαν να ήμουν ένα χαλασμένο έπιπλο. «Το αναγνωρίζω. Αλλά μην νομίζει ότι επειδή μου είπε τι ένιωθε τότε, άλλαξε κάτι τώρα. Για μένα, δεν είναι πια ο συμμαθητής μου. Ένα δουλικό είναι.»

    Με άρπαξε από το πηγούνι, αναγκάζοντάς με να καταπιώ την ντροπή μου καθώς το σπέρμα του στέγνωνε πάνω στο δέρμα μου.

    «Δεν σε βλέπω ως άνθρωπο πια», μου ψιθύρισε με μια χυδαιότητα που με τσάκισε περισσότερο από τα χτυπήματα. «Για μένα είσαι δυο τρύπες και μια χυσαποθήκη. Τίποτα παραπάνω. Μια αποθήκη για να αδειάζω τα νεύρα μου και τα γούστα μου όποτε μου το επιτρέπουν οι Αφέντες σου».

    Ο Κύριος Βλαντ ξέσπασε σε ένα δυνατό, ικανοποιημένο γέλιο. Η «εκπαίδευση» που μου έκαναν απέδιδε καρπούς: είχαν καταφέρει να κάνουν ακόμα και τους ανθρώπους από το παρελθόν μου να με βλέπουν ως κτήμα.
    Ο Κύριος Γκρεγκ, που παρακολουθούσε από το κεφαλόσκαλο, έγνεψε στον Στέλιο. «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, νεαρέ. Έλα μέσα να πιούμε ένα ποτό. Το δουλικό θα μείνει εδώ έξω, γονατιστό, να σκεφτεί πόσο λίγο αξίζει η "ζήλεια" του τώρα που φοράει κολάρο».

    Οι τρεις τους μπήκαν στο σπίτι, αφήνοντάς με στην αυλή, με τις πληγές από το μαστίγιο να τσούζουν και την ψυχή μου να έχει γίνει κομμάτια. Ο Στέλιος, ο άνθρωπος που κάποτε ήθελα, με είχε μόλις υποβιβάσει στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, μπροστά στους Αφέντες μου.

    Έμεινα εκεί, μια ζωντανή χυσαποθήκη, περιμένοντας πότε θα τελείωναν το ποτό τους για να με φωνάξουν μέσα και να συνεχίσουν τη χρήση μου.
    «Όχι, Κύριε Βλαντ», είπε ο Στέλιος με ένα χυδαίο χαμόγελο, καθώς ο Βλαντ του έκανε νόημα να πάρει ξανά σειρά. «Όχι σήμερα. Αρκετά πήρα από την πουτάνα για σήμερα. Θέλω να κάτσω να δω πώς την ξεσκίζετε εσείς. Θέλω να δω πώς την καταντήσατε έτσι».
    Ο Κύριος Γκρεγκ με χτυπούσε με το χέρι του σε κάθε διείσδυση, το πρόσωπό του ήταν κόκκινο από την προσπάθεια.
    Οι Αφέντες, ακούγοντας τον χαρακτηρισμό «πουτάνα», αγρίεψαν ακόμα περισσότερο. Η αδρεναλίνη τους χτύπησε κόκκινο.

    «Ακούς πώς σε λέει ο φίλος σου;» ούρλιαξε ο Βλαντ, αρπάζοντάς με από το κολάρο και ανασηκώνοντας το κορμί μου. «Πουτάνα! Και οι πουτάνες δεν έχουν ανάσα, έχουν μόνο υποδοχή!»

    Καθώς τα μάτια μου έκλειναν και το σώμα μου κατέρρεε στο χαλί, ένιωσα τον Στέλιο να σηκώνεται. Πλησίασε το μισολιπόθυμο κορμί μου. Οι Αφέντες με κρατούσαν ακίνητο, σαν σφαχτάρι, ενώ εκείνος με χύνει για τρίτη φορά, καλύπτοντας ό,τι είχε μείνει καθαρό πάνω μου.

    «Κοιμήσου τώρα, πουτάνα», ήταν το τελευταίο που άκουσα πριν βυθιστώ στο σκοτάδι. «Αύριο όλη η γειτονιά θα ξέρει τι ακριβώς είσαι».

    Ξύπνησα ώρες αργότερα, δεμένος στο πόδι του κρεβατιού των Αφεντών.