Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Μάχη

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 6 Μαρτίου 2026 at 08:37.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    (Απόσπασμα απο Το Κάστρο)

    Η δημιουργία μιας έκτασης που μοιάζει να τείνει στο άπειρο. Πλάσματα μύρια, παγωμένα σε μία στιγμή. Η ένταση στα σώματα τους, οι τένοντες σε μέλη που αποκομμένα αναζητούν τους ιδιοκτήτες τους, το αίμα σε όλες τις αποχρώσεις και σε όλα τα χρώματα, όλα σταματημένα, μία αχανής πετρωμένη σκηνή.

    Δεν υπάρχει αρχή και τέλος σε αυτό το πεδίο μάχης. Ο καθένας είναι εχθρός και κανείς δεν είναι φίλος. Δεν υπάρχουν δεδομένα, ούτε όπλα που επαναλαμβάνονται, μορφές που μοιάζουν, ανατομίες που ταιριάζουν. Ίσως μόνο μία κοινή βάση. Σκότωσε ότι είναι δίπλα σου, όποιον διασχίζει το πεδίο βολής, ότι σε εμποδίζει στο επόμενο στόχο σου. Ζήσε περισσότερο από τους άλλους, οδηγώντας τους στο χαμό πριν προλάβουν να σου χαρίσουν αυτοί την έννοια της ψευδαίσθησης του θανάτου.


    Ο χώρος μοιάζει επίπεδος, αλλά σώματα νεκρά φτιάχνουν λόφους που πρέπει να δρασκελίσεις, μηχανές και ακρωτηριασμένα θηριώδη κτήνη, ζούγκλες που παλεύεις να μη χαθείς. Λάκκοι και τρύπες από χτυπήματα που δεν βρήκαν το στόχο τους, μοιάζουν με παγίδες ικανές να σε αναγκάσουν να γονατίσεις και μετά να παλεύεις να σηκωθείς δίχως πια τα άκρα που θα μπορούσαν να σε στηρίξουν.

    Φωτιές παγωμένες που φέρνουν σε εξωτικές βάτους είναι οάσεις που μπορείς να χωθείς για να πάρεις μια ανάσα από τον πόνο, που σε σκεπάζει. Κτίσματα μόνο από σάρκα, φρέσκια και ακόμα ζωντανή, σε μια άναρχη και χαοτική δόμηση, σαν κάποιος γίγαντας απλώς τα στοίβαξε για να ανοίξει δρόμο. Ίσως και έτσι να έχει γίνει.

    Χιλιόμετρα μακριά σε ένα άνοιγμα στέκεται ο Πόθος γυμνός. Δεν είναι παγωμένος. Απλώς ατενίζει και ίσως να απολαμβάνει το έργο που έπλασε. Αντικείμενο στα χέρια Του, όπλο θανάτου άραγε, ένα μικρό καλάμι.

    Δεκάδες χιλιάδες σώματα πιο πέρα, η Ιχνηλάτρια. Το σώμα της χρωματισμένο μαύρο. Στα λεπτά και στο σκοτάδι του εβένου βαμμένα δάχτυλα της, ένα πινέλο ενός ζωγράφου. Το πρόσωπο της γαλήνιο και κατά άλλα ανέκφραστο, ένα άγαλμα που σε καλεί να ασελγήσεις πάνω του.

    Κάπου στο κέντρο του ολέθρου, χωμένος μέσα στη λάσπη, να ξεπροβάλλει απότομα από μέσα της, ο Κυνηγός. Στα χέρια του ένας λευκός μανδύας, καθαρός και αμόλυντος.

    Κι εγώ να κολυμπώ στο «είναι» του θεού.


    Σιωπή για μία στιγμή. Μία στιγμή που κρατάει μέρες ή αιώνες…


    Τα πάντα στατικά εκτός από το στήθος Του Πόθου που ανασαίνει. Ο ουρανός σε κάθε Του πνοή, σκουραίνει. Πνοές από τα σπλάχνα ενός θεού που ανεβαίνουν προς τα πάνω. Οι πνοές μεστώνουν και σε ρεύματα ανέμου θεριεύουν. Όσο πιο ψηλά τόσο πιο μεγάλα τα θεριά.


    Αναμειγνύονται με τους υδρατμούς των πολεμιστών και μαυρίζουν. Αποκτούν πυκνότητα και σύννεφα δειλά γεννιούνται. Ακόμα πιο ψηλά και γίγαντες υγροί έτοιμοι να στάξουν δηλητήριο, κατακτούν το παρθενικό γαλάζιο.

    Μία κίνηση αργή στο καλάμι του θεού και τα σύννεφα στροβιλίζονται. Συγκεντρώνονται το ένα δίπλα στο άλλο, σε μια πειθαρχημένη σειρά. Το καλάμι κινείται κυκλικά, το ίδιο και οι γίγαντες. Ο ρυθμός αυξάνει και τα θεριά αποκτούν νεύρο. Πιο γρήγορα και το νεύρο γίνεται θυμός.

    Ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα και ο θυμός οργή. Ο ήχος που σκίζει τον αιθέρα από το καλάμι και μια λαίλαπα που μόνο από τα χέρια Του θεού θα μπορούσε να τιθασευτεί. Το κούφιο ξύλο στα χέρια του Πόθου φρενιασμένα μειώνει την ακτίνα των κύκλων και τα σύννεφα ακολουθούν.

    Και πλησιάζουν.

    Και συναντιούνται.

    Στο Κέντρο.

    Ένας κεραυνός πατέρας όλως αυτών που ξέρουμε ξεπηδάει από την σύγκρουση και σκάει στο κέντρου του πεδίου. Τα πάντα ζωντανεύουν.

    Πρώτα οι χτύποι της καρδιάς, ακολουθούν οι ανάσες, ύστερα η κίνηση και ο θόρυβος ξεκινά…

    …σε μια αρένα χιλιάδων τετραγωνικών μιλίων. Εκατομμύρια πλάσματα μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την επιβίωση. Εχθροί του καθενός, όλοι οι υπόλοιποι. Μέταλλα, ξύλα, πέτρα, οργανικά και ανόργανα που συγκρούονται.


    Αίμα, ιδρώτας, σάλια, ούρα, οξέα, που τινάζονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Κεφάλια που αποχωρίζονται σε εκατοστά του δευτερολέπτου το σώμα που για χρόνια δέσποζαν, για να χρησιμοποιηθούν το επόμενο εκατοστό σαν φονικά όπλα στα χέρια αυτών που καταλήγουν. Ο ουρανός συμμετέχει στην τιτάνια αυτή μάχη ξερνώντας φωτιά και καίγοντας ότι ξεχωρίζει.


    Δίχως λόγο, δίχως σκοπό, ακολουθώντας ένα φρενιασμένο χορό η γη σκίζεται και τεράστια στόματα εμφανίζονται, με δόντια από κοφτερό γρανίτη και καταπίνουν, σκίζοντας με λαχτάρα ότι δεν καταφέρνει να τ’ αποφύγει.


    (-Σε παρακαλώ, θέλω κι άλλο, ικετεύει η ζωή τον θάνατο.

    -Όχι ακόμα έχει και συνέχεια…)

     
  2. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Ένα πλάσμα που ο κορμός του θυμίζει ελέφαντα, αλλά το κεφάλι του είναι ανθρώπινο, εφορμά σε ένα όχλο από νάνους. Ποδοπατά, κρανία που τσακίζονται με εκκωφαντικούς θορύβους, κονιορτοποιεί, τη σάρκα τους που σκάει με ήχο υγρό, με το στόμα και τα ανθρώπινα αλλά τεράστια λόγω μεγέθους δόντια αφαιρεί και φτύνει οτιδήποτε μαλακό και αδύναμο βρίσκεται μπροστά του.

    Η μάχη δείχνει άνιση και τα δεκάδες σώματα των νάνων που δεν υποχωρούν, διαιρούνται σε εκατοντάδες μικρότερα κομμάτια. Ένας νάνος αποκόβεται από την ομάδα και στέκεται εμπρός στον ελέφαντα. Μικρό ποντίκι κλαίει; Ο δεύτερος σταματά και κοιτάει το μικροκαμωμένο πλάσμα που τόλμησε να τον αντιμετωπίσει μόνο μοναχό του μόνο. Ο νάνος σηκώνει ένα μεταλλικό μπαστούνι με τα δυο του χέρια πάνω από το κεφάλι του. Κάποιος μηχανισμός δίνει κι άλλο ύψος στο μπαστούνι που τώρα ξεπερνά τα τρία μέτρα και καταλήγει σε μια ακίδα που σημαδεύει τον ουρανό.

    Ο ελεφαντάνθρωπος τον κοιτάζει με απορία και καθυστερεί την επίθεση του. Είναι αρκετό, γιατί ο ουρανός δεν αργοπορεί καθόλου και στέλνει την φωτιά του με την μορφή ενός κεραυνού στο μπαστούνι. Ο μικρόσωμος πολεμιστής πεθαίνει ακαριαία, αλλά όχι άδικα. Ο ελεφαντάνθρωπος βρίσκεται σε απόσταση λίγων μέτρων και τυφλώνεται. Τα μάτια του λιώνουν από την λάμψη και την θερμοκρασία και εξαερώνονται. Ο πόνος είναι μεγάλος, αλλά η οργή του απίστευτη όταν συνειδητοποιεί το σφάλμα του.

    Στραβωμένος αρχίζει και κινείται άτσαλα προσπαθώντας να αμυνθεί. Οι νάνοι τον περικυκλώνουν αλλά ακόμα δεν τον πλησιάζουν. Το λαβωμένο ζώο δαγκώνει στον αέρα παλεύοντας να τρομάξει τους αόρατους διώκτες του και περιστρέφει το άγαρμπο σώμα του για να καλύψει τα αδύναμα νώτα του. Μπερδεύεται όμως σε μία μάζα από σάρκινα κομμάτια, πέφτει και οι νάνοι ορμούν.

    Κατά δεκάδες μέχρι που το σώμα του κτήνους σκεπάζεται. Πλάσματα μικρά που με μαχαίρια, με τα δόντια και με τα νύχια τους, σκάβουν μέσα σε ένα μικρό λοφίσκο από σάρκα που χαμηλώνει. Τα έχει παρασύρει η μανία σε τέτοιο βαθμό που χτυπούν όχι μόνο την σάρκα του ζώου, αλλά και ότι βρουν μπροστά τους. Χωμένοι μέσα στην κοιλιά του κτήνους μάχονται μεταξύ τους. Με τα εντόσθια και τους τένοντες του πνίγουν τους πρώην συντρόφους τους. Από πίσω συνεχίζουν να πέφτουν σαν ποτάμι οι υπόλοιποι που τώρα δεν κυνηγούν το ζώο, αλλά την δική τους σάρκα…

    Χιλιόμετρα πιο μακριά ένας παράξενος κυκλικός σχηματισμός, ένα τεράστιο άνθος.

    Πλάσματα που μοιάζουν με αφύσικα μικροσκοπικούς έφηβους, γυμνοί και με μέτωπο έξω από τον κύκλο αμύνονται με όλες τους τις δυνάμεις. Υποχωρούν και εφορμούν ξανά, αλλά έως μια συγκεκριμένη απόσταση από τον κέντρο του κύκλου. Από την πλάτη του καθενός ξεκινά ένας σάρκινος σωλήνας, ένας ομφάλιος λώρος. Δείχνει εύθραυστος αλλά δεν είναι. Είναι ζωντανός και με δύναμη κι ενέργεια το έλλογο τείχος τροφοδοτεί. Δεκάδες λώροι που δεν μπλέκονται μεταξύ τους και καταλήγουν όλοι στο σώμα που στέκεται γυμνό και ξαπλωμένο στο κέντρο του κύκλου.

    Θυμίζει γυναίκα που από το σώμα της ξεπηδούν σωλήνες, αλλά το ύψος της ξεπερνά τα μέτρα τρία. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα σημείο του σώματος κενό. Οι οργανικές απολήξεις δείχνουν ριζωμένες και οι φλέβες που τις στηρίζουν χοντρές και ζορισμένες, έτοιμες να σκάσουν από την προσπάθεια. Μάτια δεν υπάρχουν, στη θέση ρίζες και σφηνωμένοι δίοδοι, που εξελίσσονται και αυτοί σε λώρους. Το ίδιο και στο στόμα και την μύτη, στα μάγουλα, στο στήθος, στα χέρια, στον κορμό, στα πόδια, από παντού ξεκινούν εκτός από το σημείο του αιδοίου. Οι λώροι μετακινούνται ακολουθώντας τα βήματα των πολεμιστών και η γυναίκα μοιάζει να ακολουθεί τις κινήσεις τους σε ένα άναρχο χορό οδύνης. Φίδια που στραγγίζουν και προκαλούν πόνο.

    Ο πόνος όμως πηγάζει από αλλού. Ανάμεσα στα πόδια της και όρθιο ένα μικρό αγόρι.

    Ένα πανέμορφο πλάσμα που δείχνει ψυχρό, ντυμένο με έναν λευκό μανδύα. Στο κέντρο του μετώπου, ένα μόνο μάτι μαύρο. Στην κορυφή του κεφαλιού φυτρώνει, ένα μεγάλο κατάλευκο κέρατο. Ήρεμο, σα να κοιμάται και να μην αντιλαμβάνεται τον ορυμαγδό. Στα χέρια του δεμένες ξύλινες χοντρές λαβές. Ουρές δερμάτινες που ξεκινούν και ξεπερνούν σε μήκος το μικρό του μπόι. Τα μαστίγια ξεδιπλώνονται στο χώμα πίσω από την πλάτη του και τελειώνουν σε κοφτερές σαν ξυράφια μεταλλικές αιχμές.

    Γύρω από τον κύκλο εκατοντάδες σκυλιά. Λυσσασμένα, με βολβούς λευκούς, επιτίθενται τυφλά προσπαθώντας να σπάσουν τον κλοιό και να φτάσουν στην γυναίκα.

    Οι έφηβοι οπλισμένοι με λεπτά σπαθιά τραυματίζουν, σκοτώνουν, αποκρούουν τ’ άγρια ζώα. Τα πληγωμένα την αμέσως επόμενη στιγμή γίνονται λεία για τους επίδοξους θηρευτές και το τείχος προσωρινά αντέχει. Ο αριθμός των σκυλιών όμως συνεχώς αυξάνει και η μάχη δείχνει άνιση. Από ψηλά, η εικόνα δείχνει σαν μικρή νησίδα ξηράς που αντιστέκεται στην παλίρροια.

    Ένα ξαφνικό κύμα αναγκάζει το τείχος να υποχωρήσει. Το παιδί ακίνητο σαν άγαλμα δεν ταράζεται καθόλου. Κοιτάζει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας. Τα χείλια της φουσκωμένα, ανοιχτά και τεντωμένα. Σφήνες ξύλινες, μπηγμένες στην σάρκα της αφήνουν ακάλυπτο τον υγρό ναό και την ιέρεια που φυλάσσει την παρθένα είσοδο.

    Ένα δεύτερο κύμα, αναγκάζει τους υπερασπιστές να υποχωρήσουν κι άλλο. Το αγόρι ατάραχο κάνει ένα βήμα προς τα πίσω. Σηκώνει αργά τα χέρια του ψηλά και ανοιχτά. Οι ουρές των πλαισιώνουν σαν μαύρα μακριά μαλλιά.

    Ένα τρίτο κύμα και το τείχος φτάνει στα όρια του. Το αγόρι γυρνάει απότομα και βίαια γύρω από τον εαυτό του. Οι ουρές τον ακολουθούν σε μια πειθαρχημένη πορεία και οι αιχμές διαγράφοντας μια ακραία ενεργειακή τροχιά συναντούν με ορμή την τρυφερή σάρκα του ναού…

    …και ξεκινά ο πόνος. Σαν μια μεγάλη έκρηξη σε ένα κόσμο κοιμισμένο. Σαν την μέρα που πλάστηκε το φως, ένα δώρο δοσμένο με ατόφια παρθένα βία, που δεν απέχει πολύ από την απέραντη λατρεία ενός ερωτευμένου. Μετά το φως ή μέρα και στο τέλος της η νύχτα.

    Εκεί που το σκοτεινό με το φωτεινό διαχωρίζονται, που η ένταση με την σιωπή αγγίζουν η μία την άλλη με τα ακροδάχτυλα τους, εκεί που πόνος σβήνει και το σώμα απολαμβάνει μια στιγμιαία γαλήνη, πριν έρθει ο επόμενος, εκείνη την στιγμή η μήτρα της γυναίκας αποκαλύπτει τον καρπό της.

    Ενέργεια, δύναμη, κουράγιο, έμπνευση, μαγεία, ζωή, ατόφια αποστάγματα στο υγρό που ξεκινά από τις απολήξεις της μητέρας, για να καταλήξει στην ψυχή των αγοριών της.

    Τα σώματα τους αντιστέκονται στην λαίλαπα των βαρβάρων, χάνουν τα δάχτυλα τους στο στόμα των σκυλιών, αλλά η ψυχή τους σπρώχνει προς τα εμπρός.

    Τα κύματα σκάνε διαδοχικά και χωρίς ανάσα τον ένα πάνω στο άλλο, χιλιάδες ζώα που θέλουν απεγνωσμένα να τραφούν από την άσπιλη παρθένα, το παιδί ξαναχτυπά. Το κακό ενάντια στο καλό. Η αθωότητα απέναντι στην ενοχή, η μητέρα τινάζεται και αίμα αναβλύζει με δύναμη από τις πληγές της, μια πηγή που ποτίζει το χώμα.

    Οι πολεμιστές αντιστέκονται, μπουκώνουν με την σάρκα τους, τα στομάχια των πεινασμένων. Χέρια και άκρα που μοιράζονται σε δεκάδες συνειδήσεις. Αλλά δεν υποχωρούν, προελαύνουν κάποια ακόμα όρθια, κάποια γονατιστά μην έχοντας πόδια να βαδίσουν, άλλα σύρονται πάνω στις ανοιχτές κοιλιές τους, χρησιμοποιώντας την αύρα τους ως ασπίδα και το υπολείμματα του απτού τους σώματος ως όπλα.

    Το αγόρι χορεύει φρενιασμένο και χτυπά αδιάκοπα. Τα πόδια του βυθισμένα σε μια λιμνούλα αίματος. Σταγόνες που κυλούν στο λευκό μανδύα του και αφήνουν εικόνες πίσω τους. Η ιστορία της Μητέρας, του Πατέρα, ενός κόσμου ολάκερου. Λέξεις που δημιουργούνται και πάνω τους γράφονται άλλες, για να ακολουθήσουν οι επόμενες, ιστορίες μικρές καθημερινές γεμάτες από συναίσθημα.

    Ο μανδύας του παιδιού, ο καμβάς που αποτυπώνει την ιστορία της φυλής και αυτό να συνεχίζει να γυρνά και με τα όργανα του πόνου να οργώνει. Η γυναίκα να καρποφορεί ξανά και να στέλνει το υγρό της πλάσμα στα στερνά της.

    Η ώρα έφτασε και το τείχος των εφήβων ετοιμάζεται πέσει. Ένα τέλος, ηρωικό που θα χαθεί για πάντα μέσα σε αυτή την λάσπη. Το αγόρι χτυπά μανιασμένα, οι κινήσεις του δεν ξεχωρίζουν, μια θολή εικόνα από ενιαίες φωτογραφίες που αλλάζουν στάση καλπάζοντας ελεύθερα στο χρόνο. Σάρκα πια στην μητέρα δεν υπάρχει, την στιγμή που ο επιθανάτιος αδερφός την αγκαλιάζει, ο οργασμός της το τελευταίο άσμα που χαρίζει στην ύπαρξη.

    Η υποχώρηση του εδάφους, μια τρύπα που εμφανίζεται μέσα από την κόκκινη λίμνη, μια εισπνοή της γης και η μεγάλη εκτόνωση. Χιλιάδες εκρήξεις πλεγμένες σε μία, με επίκεντρο την μητέρα. Ένα κύμα παλιρροιακό στο χώμα, στο αίμα, στα σώματα, νεκρώνει ό,τι συναντά και κινείται προς τα έξω, καταπίνοντας τα πάντα. Το κύμα φτάνει σε διάμετρο ενός χιλιομέτρου και μετά σταδιακά χαμηλώνει, μέχρι που στο τέλος σταματά.

    Στον τεράστιο κυκλικό δίσκο που αφήνει πίσω της η έκρηξη, σιγή. Οι θόρυβοι απ’ έξω δεν εισδύουν. Κανένας χτύπος, κανένας σφυγμός, καμία ανάσα. Τίποτα ζωντανό, εκτός από έναν.

    Το παιδί στέκεται όρθιο και ατενίζει το χάος. Στο μανδύα του κυλούν οι τελευταίες σταγόνες της. Τον πιάνει στα χέρια του και τον τραβά. Απομακρύνεται από το σώμα του και μεταμορφώνεται. Μια φιγούρα απόκοσμη, μια οντότητα μοναδική.

    Ο Κυνηγός…

    (-Έχει και συνέχεια ρωτάει το κεφάλι το σπαθί;

    -Έχει στάσου τώρα ακίνητο…)