Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Cinque Donne Normali

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος _voltage_, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

  1. red&black

    red&black Ότι δεν είναι "ξεκάθαρο" μας γίνεται "εμμονή"...

    Πολύ όμορφο...
     
  2. RAIN

    RAIN nefelibata

    Συγκινήθηκα ρε.
    Μου άρεσε πολύ.
     
  3. -Volt-

    -Volt- Contributor

    Οι ομορφότερες ιστορίες δεν περιέχουν κανέναν ορισμό και την ίδια στιγμή τα λένε όλα, με την ίδια χάρη, με την ίδια τακτικότητα, με το ίδιο σφιχτό δέσιμο που θα συναντούσαμε και σ' ένα στερεό δοκίμιο. Η διαφορά είναι στα ταξίδια που σε πάνε.
     
  4. iolanda

    iolanda Contributor

    Γέμισε το μυαλό μου εικόνες και συναισθήματα.

    (aspetterò le altre tre donne)
     
  5. karamel

    karamel Don't bother! I won't.

    Δεν το έχω διαβάσει ακόμα...θέλω πολύ...καθότι λάτρεις των γραπτών...διαβάζω πολύ ωραίες κριτικές..ελπίζω να βρω το χρόνο
     
  6. _voltage_

    _voltage_ Ιδιόκτητη. Premium Member Contributor

    Donna: A Simple Fugue for the Living Dead, and the dead; living.

    1.

    *

    - Ανασα

    - Βλεφάρισμα

    Μικρές γλώσσες φωτιάς πλησίαζαν τα πίσω λάστιχα του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο μπροστά της. Η σκόνη ήταν τόσο πυκνή που το μόνο που μπορούσε να δει πέρα από τη φωτιά ήταν μικρές ριπές από άσπρο φως. Και αυτός ο ήχος...Αυτός ο ανελέητος ήχος από τα όπλα. Κάπου μακριά ακούστηκε μία ακόμα έκρηξη.

    - Ανάσα

    - Βλεφάρισμα

    Τα μάτια της έψαχναν ξέφρενα την αδερφή της. Γύρισε το κεφάλι της με κόπο και πίσω της μπορούσε να διακρίνει μία σειρά από πρόσωπα και από στόματα που έμοιαζαν να ανοιγοκλείνουν σαν να πνίγονται με ουρλιαχτά αλλά κανένας ήχος δεν έφτανε στα αυτιά της. Η αδερφή της...? Που ήταν η αδερφή της...?

    - Ανάσα

    - Βλεφάρισμα

    Ένα πηχτό υγρό έτρεξε από το μάγουλό της όπως έπαιρνε την παλάμη της από το μέτωπό της και τα μάτια της άρχισαν να βαραίνουν. Κάποιον έψαχνε. Οι ήχοι από τα στόματα έπαψαν να είναι βουβοί. «Έλλη!». Η κάνη από το όπλο ήταν τόσο πιεσμένη πάνω στο μάγουλό της κοπέλας που
    κείτονταν ακίνητη λίγα βήματα από το αμάξι, που της παραμόρφωνε το πρόσωπο. «ΕΛΛΗ!». Ήταν απλά λίγα μέτρα πιο μπροστά της, αν μπορούσε να την φτάσει, άπλωσε το χέρι της, τέντωσε όσο μπορούσε τα δάχτυλά της... Κρότος. Έκρηξη. «ΕΛΛΗ!!!». Σκοτάδι. Το χέρι της έπεσε στο πάτωμα.

    Άδειο.

    - Ανάσα
    - Ανάσα
    - Λυγμός

    *

    Τα μάτια της άνοιξαν διστακτικά. Ήταν κάποια πρωινά, πολλά πρωινά, σαν αυτό το πρωινό, που το πρόσωπό της έπαιρνε μία πολύ συγκεκριμένη έκφραση όταν προσπαθούσε να ξυπνήσει. Πρώτα άνοιγε το ένα μάτι, για κάποιο λόγο πάντα το αριστερό, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν ακόμα κομμάτι αυτού του κόσμου. Μετά το άλλο. Αργά. Με τα φρύδια
    κατεβασμένα, να αναγκάζουν δύο κάθετες γραμμές να εμφανιστούν ανάμεσα στα μάτια της, και τα χείλια της να πιέζουν το στόμα της προς τα κάτω.

    Ο ήχος από το ράμφος του γλάρου που χτυπούσε δυνατά το οδόστρωμα δίπλα
    της της τράβηξε την προσοχή.

    Αναρωτήθηκε κάπως αφηρημένα πως ήταν δυνατόν να μίσει αυτά τα πουλιά τόσο πολύ και ασυναίσθητα σχεδόν προσπάθησε να το διώξει με μία απότομη κίνηση του χεριού της, μία κίνηση που ήταν αρκετή για να της υπενθυμίσει τους πόνους που ένιωθε σε όλο της το σώμα. Το στομάχι της γουργούρισε και της ήρθε μία απαίσια γεύση στο στόμα. Όσο καιρό και αν άφηναν τα προφυλακτικά αυτή τη γεύση στο στόμα της, ποτέ δεν είχε καταφέρει να τη συνηθίσει.

    Κούνησε κάπως αρνητικά το κεφάλι της, σαν να απαντούσε όχι σε μία ερώτηση που δεν ειπώθηκε ποτέ και έφερε τις παλάμες στα μάτια της για να τα τρίψει με δύναμη. Ο ήλιος, αν και κρυμμένος πίσω από παχιά
    σύννεφα, ήταν ήδη ψηλά και η αερογέφυρα κάτω από την οποία κοιμόταν δεν προσέφερε πλέον σκιά αλλά ούτε και κάλυψη από την ψιλή βροχή που έφερνε ο άνεμος από κάπου πιο μακριά.

    Ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω της ενώ προσπαθούσε να τεντώσει τους
    ώμους της κάτω από ένα μωβ γυαλιστερό πανωφόρι που το συνθετικό του υλικό έκανε ένα θόρυβο καθώς τριβόταν πάνω της που πάντα την έκανε να χαμογελάει.

    Απέναντί της μπορούσε ακόμα να δει την πινακίδα του Satan’s Hollow (1) αναμμένη. Γύρω και έξω από την πόρτα δεν υπήρχε όμως κανείς. Το πάρκινγκ γύρω της είχε πολύ λίγα αυτοκίνητα. Κάπως αφηρημένα
    αναρωτήθηκε πως και ήταν τόσο άδειο, ειδικά τόσο αργά μέσα στη μέρα, αλλά γρήγορα θυμήθηκε ότι ήταν ‘Bank Holiday’(2) και άφησε ένα μικρό επιφώνημα, μία μικρή σειρά από ολοστρόγγυλα ‘ο’ που βγήκαν από το
    στόμα της σαν να χόρευαν πιασμένα χέρι-χέρι. Έτσι μιλούσαν στα μέρη της, και όσο καιρό κι αν είχε περάσει στο Μάντσεστερ, τίποτα δεν είχε σταθεί ικανό να σπάσει τη βαριά ιρλανδική προφορά της. Ή το πείσμα
    της. Ή τους τρόπους της.

    ‘The Great Irish Wall!’ φώναξε μόνη της στο άδειο πάρκινγκ, κάνοντας τα ‘ρ’ όσο πιο παχιά μπορούσε και αφήνοντάς τα να τρέξουν πάνω στη γλώσσα της.

    Πίσω από τα ‘ρ’ που ένα μετά το άλλο παράσερνε μαζί του ο αέρας, γρήγορα ακολούθησαν μικρά γελάκια ανακατεμένα με τις σκέψεις της ενώ κομμάτια αναμνήσεων από το προηγούμενο βράδυ άρχισαν να αναδύονται από τα βάθη του μυαλού της.

    Γέλασε. Αλλά αυτή τη φορά δυνατά. Μια μικρή φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της γέλασε επίσης. Εν μέρη για την χθεσινή νύχτα, εν μέρη για κάτι άλλο, λίγο πιο απόμακρο, λίγο πιο θολό. Ανασήκωσε το αριστερό της φρύδι σαν απάντηση στην παρέμβαση της ακάλεστης φωνής και με γρήγορες κινήσεις έβγαλε από τη τσέπη της ένα τεράστιο κοκαλάκι γεμάτο μικρά
    καθρεφτάκια που άστραφταν κάτω από τις λιγοστές ακτίνες του ήλιου, και μάζεψε τα πυκνά μαύρα μαλλιά της σε κότσο.

    «Είναι ώρα να φύγουμε, τι λες και εσύ lad?» είπε δυνατά στο γλάρο. Ο γλάρος την κοίταξε κάνοντας ένα βήμα πίσω και αφησε μία μικρή κραυγή.

    «Έτσι πιστεύω και εγώ» απάντησε εκείνη «η Ντόνα πρέπει να φάει μετά από τέτοιο πάρτι!»

    Έδωσε μια σπρωξιά με τα χέρια της στο δρόμο, και σχεδόν τρεκλίζοντας στάθηκε στα πόδια της. Το ασημί παντελόνι της ήταν καλυμμένο με λάσπες σε πολλά σημεία, και τα μαύρα παπούτσια με τα τεράστια τακούνια που φορούσε άφηναν τα δάχτυλά της εκτεθειμένα με ένα τρόπο που είχαν σχεδόν πετρώσει από το κρύο.

    Έκανε μία γκριμάτσα σαν να μην ήταν πολύ ευχαριστημένη με το πως συμπεριφέρονταν τα δάχτυλά της και προσπάθησε να τα κουνήσει, πρώτα με
    προσοχή, και μετά κάπως πιο βίαια, πιο βιαστικά.

    Έφερε τις παλάμες της στο στόμα της, και φύσηξε ζεστό αέρα μέσα τους. Μάταια. Τα δάχτυλά της ήταν και αυτά μπλε και παγωμένα.

    Έβαλε τα χέρια της μέσα στις τσέπες του μπουφάν, και εκτός από αυτό τον γνώριμο ήχο του, που τόσο πολύ τη διασκέδαζε, ένας ακόμα πλαστικός ήχος ακούστηκε μέσα από την τσέπη της.

    «Χμμμ» είπε, «τι έχουμε εδώ?» και έφερε απαλά στο φως του ήλιου ένα πλαστικό σακουλάκι με 2 χάπια μέσα, ένα θαλασσί, και ένα λευκό σε σχήμα ρόμβου. «Κανονικά....θα έστριβα ένα νόμισμα για να δω ποιο θα πάρω» σκέφτηκε «αλλάααααα......ΔΕΝ ΕΧΩ ΝΟΜΙΣΜΑ!» αναφώνησε και πήρε και τα δύο χάπια μαζί. «Let the gaaaaaames begiiiiiin!» φώναξε ξανά, και άρχισε να κατευθύνεται προς το μεγάλο δρόμο, μακριά από το
    πάρκινγκ, τρεκλίζοντας, με τα χέρια ψηλά να κινούνται σε μια μουσική που είχε κοπάσει από ώρες.

    «Let the games begin…»

    Αυτό ήταν άλλωστε. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έπαιζε καιρό. Ένα παιχνίδι που είχε ξεκινήσει πριν πολύ καιρό, σε ένα πολύ διαφορετικό μέρος. Σε πολύ διαφορετικές συνθήκες. Ποιό ήταν το παιχνίδι? Ίσως θυμόταν. Ίσως όχι. Ίσως θυμόταν την αλήθεια. Ίσως θυμόταν τη μοναδική αλήθεια που μπορούσε να αντέξει. Ίσως θυμόταν τη μοναδική αλήθεια που μπορούσαν να αντέξουν οι άλλοι για την ίδια. Είχε σημασία? Δεν θυμόταν πια.

    «Let the games begin…»

    Το λεωφορείο ήταν πήχτρα, όπως ήταν συνήθως τέτοιες μέρες. Και το παιχνίδι είχε μόλις ξεκινήσει. Το πρόσωπό της ήταν κολλημένο στο τζάμι, και τα μάτια της μισάνοιχτα, με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα τοπίο που συνεχώς άλλαζε μπροστά της. Ο θόρυβος γύρω της μία χαμήλωνε μία δυνάμωνε. Ποιο χάπι να ήταν αυτό? Αυτό σίγουρα δεν είχε σημασία. Έφερε τα χέρια της κοντά στο κορμό της, και έσπρωξε τις παλάμες τις να αγκαλιάσουν το σώμα της. Το μισό της σώμα κρύωνε και το άλλο μισό είχε
    πάρει φωτιά. Φωτιά...? Κάτι έπρεπε να θυμηθεί για τη φωτιά... Ή να ξεχάσει? Δεν ήταν σίγουρη. Άλλωστε ό,τι και να ήταν δεν θα είχε σημασία.

    «Let the games begin…»

    ‘Ενας μικρός σπασμός την αγκάλιασε ολόκληρη. Χωρίς να πάρει το βλέμμα
    της από την ομοβροντία γκρίζων κτιρίων, και γκρίζων δρόμων, και γκρίζων αυτοκινήτων, και γκρίζου ουρανού, έφερε το κεφάλι της ακόμα πιο κοντά στον ώμο της. Όλα γύριζαν γύρω της σε μία θάλασσα από γκρι.

    Τη μισούσε αυτή τη πόλη. Μισούσε τα πάντα γύρω της. Μισούσε την γλώσσα
    τους, την προφορά τους, τα αστεία τους, τον τρόπο που την κοιτούσαν και τον τρόπο που της μιλούσαν όταν άκουγαν τη δική της προφορά. Της ήρθε αναγούλα. Ήταν από το χάπι, ή από τα δάχτυλα του γκρι που ένιωθε να μπαίνουν βίαια στο στόμα της? Είχε σημασία? Το λεωφορείο μίκρυνε γύρω της, και μίκρυνε ξανά και ξανά μέχρι το μόνο που έμεινε ήταν η
    Ντόνα, σε ένα κόκκινο κουτί, θαμμένη σε μία θάλασσα από γκρίζο.

    Πριν καν προλάβει το μυαλό της να το καταλάβει, πετάχτηκε από το λεωφορείο και έκανε εμετό δίπλα ακριβώς στο παγκάκι της στάσης. Άκουσε τα σοκαρισμένα ΄oh, Oh, OH!’ των γύρω της σε διάφορες τονικότητες της 'Αγίας Βρετανικής Αυτοκρατορίας’, και συγκράτησε άλλον ένα εμετό, αυτή
    τη φορά για εντελώς διαφορετικούς λόγους.

    “Better out than in, innit bruv!” είπε γελώντας ενώ ακόμα σκούπιζε τα
    σάλια που έτρεχαν από το στόμα της.

    “Coilíneach! (3)” φώναξε αυτή τη φορά και έφτυσε με δύναμη στο πάτωμα πριν γυρίσει την πλάτη και πάρει το δρόμο για τη μεγάλη ανοιχτή αγορά. Ακουγε ακόμα τις ταραγμένες φωνές των περαστικών πίσω της αλλά δεν έδωσε κάποια σημασία.

    ‘Ill tell you what I do care about’ είπε φωναχτά σαν απάντηση στις σκέψεις της «ένα πολύ παγωμένο μπουκάλι μπύρα και ένα ρολό με λουκάνικο (4) για μόλις τρεις λίρες στου τύπο με το μαύρο καρότσι στο
    βάθος της αγορααααΑΑΑΑς» αναφώνησε τραγουδιστά.

    Με τα χέρια ψηλά, και το μπουφάν της να κάνει θόρυβο στάθηκε τρεκλίζοντας στην είσοδο της αγοράς, και όπως πάντα, να κουνιέται σε μία μουσική που δεν έπαιζε πια.

    ‘Seeeeaaaaaaan!’ ούρλιαξε και μία βαριά αντρική φωνή απάντησε εξίσου δυνατά στο φωναχτό κάλεσμα‘Baaaaaaabessssss!’

    Ήταν κοντά τώρα. Ήταν κοντά στο Σον, και άρα κοντά στα παιχνίδια της, και άρα κοντά σε τι? Δεν θυμόταν. Το βλέμμα της ταξίδεψε λίγο στην μυτερή μεταλλική στέγη που κάλυπτε την αγορά, που πλέον ήταν πλήρως σκεπασμένη με κάτι σαν γυαλί? Πλαστικό? Δεν ήξερε, αλλά δεν την
    ενδιέφερε ιδιαίτερα. Την ενδιέφερε μόνο που μπορούσε να δει πάνω από τον κόσμο. Αλήθεια, γιατί είχε τόσο κόσμο σήμερα? Τα σύννεφα ήταν ακόμα αφράτα και ο ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα πρόσωπα των ανθρώπων που συνεχίζαν τη μέρα τους. Τόσα πρόσωπα... ‘Ελλη... το είδα το πρόσωπό σου... Όχι. Όχι αυτό το παιχνίδι. Καλύτερα τα ροζ, τα μωβ, τα μπλε,
    και τα ωραία άσπρα που έκαναν τις μέρες να μοιάζουν λεπτά και να φεύγουν από μπροστά της όσο πιο γρήγορα γινόταν. Αν μπορούσε θα τις έσκιζε τις μέρες με τα ίδια της τα χέρια, ή τα δόντια. Αλλά δεν μπορούσε. Άρα αυτό θα έπρεπε να αρκέσει. ‘Ελλη....Όχι. Όχι εκεί. Καλύτερα εδώ. Εδώ? Που ήταν? Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Ήταν όντως ακόμα εδώ? Τόσο καιρό μετά? Η γυάλινη οροφή ήταν γνώριμη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, και έσφιξε τις παλάμες της.

    Ανάσα.

    ‘There is no way out, only through’.

    Ανάσα.
     
  7. _voltage_

    _voltage_ Ιδιόκτητη. Premium Member Contributor

    2.

    ‘Seeaaaaaaaaann!’ φώναξε ξανά, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά, και ένας δυνατός πόνος της διαπέρασε το στέρνο, πριν βρεθεί σχεδόν την ίδια στιγμή στο πάτωμα.

    «Πωπω! Λυπάμαι πολύ! Λυπάμαι πάρα πολύ!!»

    «Λυπάσαι?? Ach (5) θα σου δώσω κάτι για να λυπηθείς πραγματικά!» φώναξε η Ντόνα, που έτριβε με το ένα χέρι το κεφάλι της και με το άλλο το δεξί της γόνατο. «Είσαι τυφλός?! Ή χαζός?! Ή και τα δύο?!» προσπαθούσε να συγκεντρώσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του αλλά όλα
    γύριζαν γύρω της, και κρατούσε τα βλέφαρά της ανοιχτά με περισσότερο κόπο απότι θα παραδεχόταν.

    «Αλήθεια λυπάμαι, δεν ξέρω πως δεν σε είδα!» ο Τιμ ήταν τόσο ταραγμένος που το λεπτό και συνήθως κάτασπρο δέρμα του είχε σχηματίσει δύο μεγάλους μωβ λεκέδες, έναν σε κάθε μάγουλο και ήταν σαν όλο το αίμα από το πρόσωπό του να είχε συγκεντρωθεί εκεί.

    Τα χέρια του απλώθηκαν διστακτικά προς τα μπράτσα της, ενώ τα κοκαλιάρικα πόδια της ακόμα σέρνονταν στο πάτωμα.

    «Ach μη με ακουμπάς!» ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη.

    Ο Τιμ ταράχτηκε, το βλέμμα του γύρισε προς στιγμήν στους περαστικούς και από τη ντροπή του οι λεκέδες στα μάγουλά του μεγαλωσαν κι άλλο.

    «Δεν θα σε πειράξω» της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.

    «Να με πειράξεις?!» φώναξε ξανά η Ντόνα «προφανώς αστειεύεσαι. Άκου να με πειράξει! ΝΑ ΜΕ ΠΕΙΡΑΞΕΙ» έλεγε ξανά και ξανά ενώ γελούσε νευρικά ανάμεσα σε κάθε επανάληψη της πρότασης.

    Ο Τιμ πήρε τα χέρια του από κοντά της, και γονάτισε ήρεμα δίπλα της. Η Ντόνα ακόμα χτυπιόταν στο πάτωμα, με τα λεπτά της άκρα να ανεμίζουν σε παράξενες πόζες και τα ρούχα της να κάνουν κάτι ακατανόητους, αλλόκοσμους θορύβους. Ο Τιμ σχεδόν γέλασε όταν συνειδητοποίησε ότι οι κινήσεις της του θύμιζαν κάποιον που παλεύει να μην πνιγεί σε μισή κουταλιά νερό.

    «Θέλω απλά να δω αν είσαι εντάξει ‘you poor creature’» της είπε ξανά, ακόμα πιο απαλά αυτή τη φορά.

    Η σκέψη για τον θόρυβο που έκαναν τα ρούχα της μόλις είχε προλάβει να σχηματίσει μισό χαμόγελο στο πρόσωπό του, που με πολύ κόπο συγκράτησε και αυτό γιατί η Ντόνα είχε τώρα κλειδώσει τα μάτια της στα δικά του και στο ίδιο χρόνο που του πήρε να κάνει αυτή τη σκέψη, είχε σταματήσει τις αστείες σπασμωδικές κινήσεις και ήταν πλέον εντελώς ακίνητη και ανέκφραστη.

    «Είσαι καλύτερα?» ρώτησε, πολύ διστακτικά. Τα μάτια της κοπέλας ήταν
    πράσσινα, με λίγο μπλε, αλλά το άσπρο του ματιού της ήταν τόσο κόκκινο που έμοιαζε να έχει να κοιμηθεί μέρες. Ένα πολύ βαρύ ζευγάρι ψεύτικες βλεφαρίδες ανάγκαζαν τα βλέφαρά της σε ένα πολύ συγκεκριμένο ύψος, αν και ο Τιμ αμφέβαλλε πολύ ότι αυτός ήταν ο λόγος που δύσκολα μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. Τα φρύδια της παχιά και βαμμένα στις άκρες, που όμως τώρα ξέφτιζαν κάπως και στα μισά άλλαζαν χρώμα από
    σκούρο μαύρο σε ένα απαλό καφέ. Αλλά αυτό που του τράβηξε πιο πολύ από
    όλα την προσοχή ήταν ο τρόπος που δύο μεγάλοι λάκκοι έσκαβαν το πρόσωπό της εκεί που κανονικά, κοπέλες στην ηλικία της είχαν πολύ αφράτα μάγουλα.

    «Σαν σπηλιές» σκέφτηκε για κάποιο λόγο και κούνησε το κεφάλι του απότομα «από που ήρθε αυτή η σκέψη?» αναρωτήθηκε.

    Ο Τιμ ταράχτηκε ξανά. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν σίγουρος γιατί. Ίσως επειδή τη λυπόταν? Ή επειδή την φοβόταν? Ή επειδή δεν άφηνε τον εαυτό του να παραδεχτεί κανένα από τα δύο. Ήταν άλλωστε τόσο ταλαιπωρημένη. Τόσο κρίμα.

    «Σε ξέρω» απάντησε η Ντόνα και ο ήχος της φωνής της ήταν τόσο ψυχρός που έκανε κάθε τρίχα στο σβέρκο του να σταθεί όρθια. «Είσαι με αυτούς τους γελοίους street pastors (6) έτσι δεν είναι?» συνέχισε, ενώ μάζεψε απαλά τα πόδια της στο πλάι, με τα γόνατά της να σέρνονται στο πάτωμα, πριν τα διπλώσει εντελώς και καθίσει πάνω στις γάμπες της.

    «Έτσι δεν είναι?» επανέλαβε και έφερε το πρόσωπό της πιο κοντά στο δικό του.

    «Ναι έτσι είναι» απάντησε «αλλά δεν είναι! Αυτό που είπες...» σχεδόν τραύλισε «γελοίοι εννοώ» πήρε μία βαθιά ανάσα και ένιωσε το μέτωπό του να ιδρώνει «είναι η γειτονιά μας εδώ και ίσως να σε έχω δει μία δυο φορ» πριν προλάβει να τελειώσει τη πρόταση του η Ντόνα με μία πολύ
    απότομη κίνηση, που χρειάστηκε όλη της τη δύναμη και όλο της το κορμί, τινάχθηκε κατά πάνω του και τον έσπρωξε προς τα πίσω βίαια πριν τον πετάξει στο πάτωμα.

    «Ποτέ, μα ποτέ, μην με ακουμπήσεις ξανά! Κατάλαβες?!» φώναξε «I am not poor, and I am certainly not your creature!»

    Τα μάτια του Τιμ ήταν ορθάνοιχτα και το στόμα του ανοιγόκλεινε σε σιωπηλές λέξεις και άηχες προτάσεις. Κάποια επιφωνήματα ακούστηκαν από τον κόσμο γύρω του αλλά αυτό ήταν και το μόνο που χρειαζόταν ο Τιμ για να πεταχτεί όρθιος και να αρχίσει να τινάζει τα μπατζάκια του
    προσπαθώντας να προσποιηθεί ότι τίποτα από αυτά δεν συνέβησαν. Το στέρνο του ανεβοκατέβαινε και κάθε εκπνοή ήταν τόσο έντονη που ανάγκαζε τα χείλια του να μαζευτούν σε ένα μικρό δαχτυλίδι μπροστά στο στόμα του.

    Άπλωσε τα χέρια και τις παλάμες του σε μία ασφαλή απόσταση από το πρόσωπό της, προσπαθώντας να της κάνει σινιάλο να σταματήσει ή να ηρεμήσει, ψέλλισε δύο τρία ακόμα συγγνώμη και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

    Η Ντόνα έσυρε σιγά σιγά τα πόδια της από κάτω της και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια. Δεύτερη φορά που σηκωνόταν από το δρόμο στην ίδια μέρα, «πρέπει να ήταν κάποιο ρεκόρ» σκέφτηκε.

    “Babes τι έγινε!” ακούστηκε η βαριά φωνή του Sean πίσω της.

    «Να εδώ, ήρθα για ένα λουκάνικο και ένα παιντ και αντί για αυτά ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΜΟΥ!» ούρλιαξε προς την κατεύθυνση που είχε δει τον Τιμ να φεύγει.

    «Them pastors?» ρώτησε ο Σον με το ένα φρύδι σηκωμένο «proper plague» συνέχισε χωρίς καν να περιμένει απάντηση και ανέμισε το χέρι του κοντά στο λαιμό του που έσπρωξε πίσω μαλλιά που δεν υπήρχαν.

    «Sean…»

    «Yes love»

    «Some mornins’, yer ju-so diabolically black and gay, tis too delicious fer words»

    «I know darlin tis’ a gift» απάντησε και ανασήκωσε τον ένα ώμο χαμογελώντας.

    Η Ντόνα τον κοίταξε και χαμογέλασε. Πόσες ώρες είχε να χαμογελάσει έτσι ήρεμα?

    «Same procedure?» της είπε και έσκυψε σε μία πολύ βαθιά και επίσημη υπόκλιση.

    «Same procedure as every year (7)» απάντησε η Ντόνα με μία εξίσου βαθιά και πολύ λιγότερο σταθερή υπόκλιση πριν πιαστούν αγκαλιά και χαθούν ανάμεσα στο πλήθος της αγοράς. Στο κέντρο της, το ρολόι έδειξε 16.00.

    - 17:00

    Πίσω από την αγορά, και λίγο πιο μακριά από το θόρυβο του πλήθους, η Ντόνα μπήκε στο διαμέρισμα του Σον που εδώ και καιρό της είχε δώσει μία μικρή γωνία στην αποθήκη που είχε τον παλιό του καναπέ και ένα μικρό γραφείο. Όλο το σπίτι μύριζε μούχλα, αλλά το συγκεκριμένο δωμάτιο είχε εκτός από την οσμή και ορατή μούχλα σε πολλά σημεία του τοίχου και στο ταβάνι.

    Πέταξε τα παπούτσια της με δύναμη στην άκρη της μικρής αποθήκης και έβγαλε γρήγορα το μπουφάν. Άρπαξε μία πετσέτα που ήταν πεταγμένη στο πάτωμα, ακόμα νωπή στο άγγιγμα, και ένα μπουκάλι τζιν που ήταν ακριβώς δίπλα στην πετσέτα και ανέβηκε τις σκάλες γρήγορα για να μπει στο μπάνιο. Το σώμα της είχε τόσο ανάγκη το ζεστό νερό που μπορούσε να νιώσει κάθε της κόκκαλο να ρουφάει τη ζέστη. Τράβηξε με δύναμη την κουρτίνα του μπάνιου και το ένα της χέρι έπιασε το μπουκάλι με το τζιν, και το άλλο ένα παλιό ξυραφάκι.

    «Ντόνα δεν μπορείς να βγεις για δουλειά σαν το γέτι» είπε ενώ έφερνε το ξυραφάκι κοντά στο εσωτερικό από το δεξί της μπούτι. Το σιχαινόταν το ξύρισμα. Πάντα κοβόταν και γέμιζε με χαρακιές, και είχε ήδη αρκετές, σε όλο της το σώμα. Όπως και άλλα σημάδια. Κάποια στρογγυλά,
    και βαθιά. Κάποια να σχηματίζουν λωρίδες και να απλώνονται σε πολλά εκατοστά του σώματός της.

    «Και πάντα με τρώει!» αναφώνησε ενώ περνούσε τα δάχτυλά της πάνω από
    τα μουνόχειλά της για να καταλάβει εαν ήθελε και αυτή η περιοχή ξύρισμα.

    «Ach κανονικά θα έπρεπε να τις αφήσω να μακρύνουν και να χρεώνω παραπάνω για αυτό! Πόσες γυναίκες έχω δει να τις διαφημίζουν στις σελίδες τους!» μουρμούριζε μόνη της ενώ προσπαθούσε να περάσει με προσοχή το ξυράφι πάνω από όλες τις καμπύλες. Ένα κομμάτι μέσα της γέλασε. Ήταν κάπως παράξενο από όλες τις υπηρεσίες που πρόσφερε να
    ήταν *αυτό το απλό πράγμα* που την ταλαιπωρούσε τόσο πολύ.

    Όταν τελείωσε, και το ξύρισμα και τη μουρμούρα, έπλυνε απαλά το πρόσωπό της και κράτησε λίγο τα χέρια της πάνω στα μάτια της. Της άρεσε πολύ το νερό, ειδικά το ζεστό, άνοιξε τα μάτια της κάτω από τις παλάμες τις και αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατόν οι βλεφαρίδες της να ήταν
    ακόμα κολλημένες στα μάτια της ‘μα με συρραπτικό της έβαλε?!’ σκέφτηκε
    και γέλασε δυνατά. Κάπου είχε πεταμένο το καθρεφτάκι της αλλά δεν είχε καμία όρεξη να το ψάξει αυτή τη στιγμή.

    Άκουσε το στομάχι της να γουργουρίζει και ο θόρυβος την έβγαλε βιαστικά από τον μπάνιο και την οδήγησε ακόμα τυλιγμένη με την πετσέτα και ενώ ακροβατούσε στα ακροδάχτυλά της, στην κουζίνα. Έβγαλε τα λαζάνια από την κατάψυξη και τα πέταξε στο μικροκυμάτων. Δύο πράγματα
    είχαν μείνει. Φαί και λίγο ύπνος πριν το πρώτο της ραντεβού. Πόσα είχε απόψε? Δεν θυμόταν. Άλλωστε δεν είχε σημασία.

    *

    Στην άλλη άκρη της πόλης, ψηλά σε έναν πράσινο και όμορφο λόφο ο Τιμ άνοιγε απαλά την πόρτα του σπιτιού του. Το σπίτι άνηκε στην οικογένειά του για πολλά χρόνια και ήταν πλέον αρκετά παλιό ώστε να θέλει συντήρηση ακόμα και σε απλά πράγματα όπως τα ξύλα της πόρτας.

    Ακούμπησε απαλά στο πάτωμα τις δύο καφέ σακούλες με ψώνια που κρατούσε
    αγκαλιά και έβγαλε με προσοχή τα παπούτσια του στο μαρμάρινο κομμάτι
    της εισόδου πριν τα τοποθετήσει στη θερμαινόμενη σχάρα. Αναρωτήθηκε αν
    ο τσαγκάρης είχε επιδιορθώσει τις μπότες του και υποσχέθηκε στον εαυτό
    του να τον επισκεφτεί το επόμενο πρωί. Ήταν πολύ σημαντικό να έχει τις μπότες του διαθέσιμες, ειδικά με τη βροχή που έριχνε τελευταία.

    Σήκωσε ξανά τα ψώνια αγκαλιά και πέρασε από την εσωτερική πόρτα στο κυρίως κομμάτι του διαδρόμου όπου και σταμάτησε στιγμιαία για να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Το πρωί το πρόσωπό του του είχε φανεί ιδιαίτερα χλωμό, ακόμα και για τα δικά του δεδομένα. Είχε επίσης αρχίσει να παρατηρεί δύο μικρά σημεία, ένα πάνω από κάθε λοβό όπου μπορούσε να ορκιστεί ότι τα μαλλιά του άρχιζαν να αραιώνουν. Ήταν άλλωστε σίγουρος ότι είχε δει τουλάχιστον δύο συναδέλφους να τον
    κοιτάζουν σε εκείνα τα σημεία. Κούνησε το κεφάλι του. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα η σκέψη ότι μεγαλώνει τόσο, ή έτσι, ή απότομα. Ποτέ δεν ήταν αρκετά σίγουρος πιο απόλα τον ενοχλούσε περισσότερο.

    Σήμερα είχε σκοπό να κάνει πίτα με μπριζόλα και κρεμμύδι και ήταν πολύ
    ενθουσιασμένος. Βέβαια υπήρχε και το ζήτημα της έλλειψης του αγαπημένου του κρασιού, αλλά σίγουρα θα έβρισκε ένα καλό υποκατάστατο στο μικρό κελάρι του.

    «...Αυτή η γυναίκα...!» αναφώνησε. Εξαιτίας της άλλωστε είχε αναγκαστεί να φύγει τόσο γρήγορα από την αγορά, από την ταραχή που του είχε προκαλέσει.

    ‘Appalling’ σκέφτηκε, χωρίς να είναι ιδιαίτερα σίγουρος αν αναφερόταν στη συμπεριφορά της ή στην γενικότερη κατάσταση που παρουσίαζε η γυναίκα. Αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να ζουν έτσι οι άνθρωποι και συνέχισε να βάζει τα ψώνια του στο ψυγείο. Είχε πάρει δύο υπέροχα κομμάτια σολομό και είχε σκοπό να τα κάνει στο φούρνο για το επόμενο
    βράδυ.

    Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Σίγουρα για το επόμενο βράδυ, αυτό
    το βράδυ άλλωστε είχε βάρδια και θα έβγαινε με την ομάδα των street pastors σε μία από τις πιο κεντρικές περιοχές του Μάντσεστερ, άρα δεν θα προλάβαινε να φάει βραδινό στο σπίτι. Δεν είχε ξαναπάει σε εκείνη την περιοχή, ήξερε όμως ότι εκεί γινόταν πολύ συχνά χρήση ναρκωτικών από όσα διάβαζε στις εφημερίδες. Κάποιος από το γραφείο αν θυμόταν καλά κάποτε είχε περάσει από εκεί και του είχε πει πολύ τρομακτικά
    πράγματα. Από τα λίγα που είχε ακούσει είχε καταλάβει ότι πρέπει να ήταν και περιοχή με πολλές γυναίκες που εκδίδονταν.

    Η μύτη του συσπάστηκε σχεδόν από μόνη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει
    πως μπορούσαν να ζουν αυτοί οι άνθρωποι έτσι, αλλά ήλπιζε, όχι... ήξερε, ότι το έργο που έκαναν με την εκκλησία ήταν καλό, και
    απαραίτητο, και είχαν πραγματικά την ευκαιρία να σώσουν τις ψυχές αυτών των ανθρώπων! Μπορεί να ήταν καινούργιος στην ομάδα αλλά ήταν αλήθεια αυτό που του είχαν πει, και το είχε ήδη νιώσει, μετά τις βάρδιές τους! Ήταν τέτοια η ικανοποίηση που ένιωθε που και τις δύο
    φορές είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του!

    Το δεξί του χέρι έβγαλε με τη σειρά από το συρτάρι την πάπρικα, λίγο σαφράν, και φρέσκο κάρδαμο, που το ακούμπησε στο πάγκο αφού πρώτα το έφερε πολύ κοντά στη μύτη του για να πάρει μία μεγάλη ανάσα από πάνω του. Το λάτρευε το φρέσκο κάρδαμο, και σίγουρα ήταν ώρα να ξεκινήσει την πίτα αν ήθελε να φάει πριν από το δύσκολο βράδυ που τον περίμενε.
    ‘Δύσκολο, αλλά πραγματικά άξιο έργο’ σκέφτηκε, και έβαλε το τηγάνι του στη φωτιά.

    - 10:00

    Το κεντρικό Μάντσεστερ πάντα έσφυζε από ζωή. Ακόμα και σε εργάσιμες μέρες ο κόσμος πλημμύριζε το Πικαντίλι ή το Gay Village αλλά ειδικάωσήμερα, Παρασκευή και αργία, τα εστιατόρια, οι παμπ, τα μπαρ
    ξεχείλιζαν! Μέρες σαν αυτή, όλοι ξεκινούσαν το ποτό από νωρίς. Οι
    πρώτες μπύρες άρχιζαν να σερβίρονται ακόμα και στις 11 το πρωί, έτσι μέχρι τις 6 το απόγευμα οι περισσότεροι ήδη τρέκλιζαν ή προσπαθούσαν να μαζέψουν τις δυνάμεις τους σκυμμένοι πάνω από ένα μικρό κουτάκι με fish and chips ενώ έγερναν σε κάποιο τοίχο. Κάποιες γυναικοπαρέες ήταν μαζεμένες σε διάφορες γωνίες με τα παπούτσια τους στο ένα χέρι ενώ περπατούσαν με τα ακροδάχτυλα πάνω από μικρούς λόφους από άδεια κουτάκια μπύρας, ενώ κάποιες άλλες φώναζαν έξω από τα κλαμπ σε μία
    απόπειρα να περάσουν πρώτες μέσα.

    *

    Η Ντόνα πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε μέσα της όσο πιο πολύ αέρα μπορούσε και μαζί του τις μυρωδιές από τσιγάρα, μπύρα και καμένο λάδι, πριν αφήσει την ανάσα να βγει ξανά απαλά από το στόμα της. Τη λάτρευε τη νύχτα. Και ίσως ήταν η μοναδική ώρα που δεν ένιωθε τόσο έντονα αυτή την κατά τα άλλα πολύ συνηθισμένη απέχθεια που ένιωθε για τους
    Άγγλους. Ήταν παράξενο, αλλά πάντα έμοιαζαν πολύ πιο ανθρώπινοι μετά
    τις πρώτες 5 ή 6 μπύρες. «Ή 10» σκέφτηκε και γέλασε δυνατά.

    Κοίταξε προς τα κάτω, το φόρεμά της και τα παπούτσια της. Είχε κοιμηθεί λίγο παραπάνω απόσο υπολόγιζε και βγήκε από το σπίτι τρέχοντας και φορώντας ό,τι βρήκε μπροστά της. Αλλά το ασημί της
    φόρεμα την βόλευε πολύ, και ειδικά απόψε ήταν ό,τι χρειαζόταν. Αρκετά
    μακρύ για να μην χρειαστεί να φορέσει εσώρουχα, και αρκετά άνετο για να μπορέσει και να χορέψει και να κάνει τη δουλειά της. Κούνησε τα δάχτυλά της μέσα στα ίδια μαύρα παπούτσια που φορούσε και το πρωί και η ανάμνηση των παγωμένων δακτύλων την έκανε να χαμογελάσει. Τύλιξε λίγο πιο καλά το μωβ μπουφάν της πάνω της και ξεκίνησε για την πίσω πόρτα του Satan’s Hollow ‘αλλά πρώτα!’ σκέφτηκε τραγουδιστά, και
    έβγαλε το ίδιο πλαστικό σακουλάκι που κρατούσε το πρωί που όμως τώρα
    ήταν γεμάτο από ροζ και θαλασσι, και τα μικρά άσπρα που τόσο της άρεσαν. Έκανε δύο γύρους με το δάχτυλό της και έπιασε δύο χάπια εντελώς τυχαία και τα πέταξε με δύναμη στο στόμα της. Στιγμιαία
    κοίταξε γύρω της, άντρες και γυναίκες αγκαλιά, κάποιοι ζευγάρια, κάποιοι να φλερτάρουν, κάποιοι ίσως λίγο λιγότερα διακριτικά από άλλους. Ήταν μια υπέροχη νύχτα, γεμάτη από τόση ζωή. Ο καιρός τους είχε κάνει τη χάρη να μην τους παγώνει τα κόκαλα παρόλο που δεν ήταν
    ακόμα καλά καλά άνοιξη, και αυτό έδωσε στη Ντόνα μία ωραία ιδέα, μία καινούργια ιδέα. Αναρωτήθηκε αν και οι άλλοι θα ήταν διατεθειμένοι να...’Ίσως...Γιατί όχι?’ σκέφτηκε και η μικρή σιδερένια πόρτα του
    Satan’s Hollow έκλεισε πίσω της.

    *
    Τα μάτια του Τιμ δεν μπορούσαν να σταματήσουν να κοιτάζουν τον κόσμο, ήταν τέτοια η κατάσταση που παρουσίαζαν που
    σκέφτηκε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να συνηθίσει αυτές τις εικόνες.

    Άντρες και γυναίκες ξαπλωμένοι στο πάτωμα, κάποιοι σχεδόν αναίσθητοι,
    και σχεδόν γυμνοί, να προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Δενβμπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν να γελάνε με αυτά που έκαναν. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι το αστείο υπάρχει σε αυτή την εξαθλίωση.

    Σε κάποιες γωνίες, εκεί που κάποιος είχε μόλις κάνει εμετό, ένας άλλοςβπάταγε ξυπόλητος ή έβαζε το κεφάλι του για να ακουμπήσει στο πάτωμα. Ο Τιμ ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται.

    Σίγουρα θα ήταν καλύτερα να έχει φορέσει τις μπότες του για αυτή τη βάρδια. Θα ένιωθε πιο ασφαλής αν τα πόδια του ήταν προστατευμένα πίσω από το χοντρό τους δέρμα παρά αυτά τα λεπτά σουεντ παπούτσια πουβφορούσε. Πολλές φορές είχε ρωτήσει την ομάδα πως αντιμετώπιζαν οι υπόλοιποι αυτές τις εικόνες. Όλοι ειχαν πει ότι τα πρώτα τους βράδια έξω οι εμπειρίες ήταν πολύ τραυματικές και τους είχαν αφήσει βαθιά
    σοκαρισμένους. Στο πίσω μέρος του μυαλού του σκέφτηκε ότι του θύμιζε
    εμπόλεμη ζώνη, ο τρόπος που προσπαθούσαν να μπουν στις παμπ και να
    σπρώχνουν ο ένας τον άλλο για να πάρουν μία ακόμα μπύρα ή ένα ακόμα σφηνάκι. Το μυαλό του έπαιζαν σχεδόν ασταμάτητα οι λέξεις ‘κατάντια’ και ‘εξευτελισμός’. Ήταν πραγματικά θλιβερό. Ναι αυτό ήταν, μία
    θλιβερή και χαμένη ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, δεν
    θα μπορούσε ποτέ ούτε να σχηματίσει τη λέξη στο μυαλό του αλλά η αλήθεια ήταν ότι όλα αυτά, όλοι αυτοί... του προκαλούσαν αηδία. Αλλά έπρεπε, ήταν καθήκον του, να τους αγαπάει και να τους συγχωρέσει. Ανασήκωσε τα φρύδια του. Αηδία.

    *

    Το `Satan’s Hollow’ έτρεμε ολόκληρο από τη μουσική και τα ποδοβολητά του κόσμου που κατέκλυε τη κεντρική αίθουσα. Οι τριγμοί, ξεκινούσαν από τα τεράστια κεντρικά ηχεία στη μέση της αίθουσας, και απλώνονταν στο πάτωμα, τους τοίχους, σκαρφάλωναν τις σωληνώσεις ως τον πρώτο όροφο και αργά, έφταναν στα δοκάρια του κρεβατιού που τα χέρια της
    Ντόνα κρατούσαν με όλη τους τη δύναμη.

    Τρία αντρικά σώματα ήταν γύρω της. Ένας πίσω της, ένας από κάτω της, και ένας μπροστά της ακριβώς ανάμεσα στα χέρια της. ‘Ένας για κάθε τρύπα’ είχε πει νωρίτερα στο Σον γελώντας. Ο Σον δεν είχε γελάσει, είχε αναστανάξει κάπως βαθιά και την είχε πάρει αγκαλιά. Ήξερε, ήξερε ότι ο Σον ανησυχούσε. Έσκυψε το κεφάλι της απότομα προσπαθώντας να
    ξεφύγει από τη σκέψη της και το τράβηξε προς τα δεξιά αναγκάζοντας κάπως άτσαλα τον άντρα που ήταν ανάμεσα στα χέρια της να βγει από το στόμα της. Κάτι της είπε, αλλά δεν είχε σημασία. Σηκώθηκε από το κρεββάτι και προχώρησε προς το παράθυρο ανάμεσα στις διαμαρτυρίες και τις φωνές των τριών αντρών. Γιατί είχε τόση ζέστη? Γιατί κάτι δεν ήταν ακριβώς όπως το ήθελε απόψε?

    ‘Επιασε τη φανέλα του ενός που ήταν πεταμένη σε μία καρέκλα δίπλα της
    και άρχισε να σκουπίζει το σώμα της από τα διάφορα ζουμιά, τα δικά του, και των άλλων. Κάτι δεν ήταν ακριβώς σωστά απόψε. Γιατί μπορούσε ακόμα να ακούει το μυαλό της να της ουρλιάζει? Δεν ήταν καλό αυτό...’Καθόλου καλό’... Έξω από το δωμάτιο, ένα πολύχρωμο ποτάμι από
    ανθρώπους κυλούσε προς κάθε κατεύθυνση, αλλά στην άκρη του δρόμου σε μία μικρή λίμνη από σκοτάδι μπορούσε να δει τη σιλουέτα της πυλωτής της πίσω πόρτας του Satan’s Hollow.

    «ΝΑΙ! Αυτό είναι!» αναφώνησε.

    «Εσύ, ναι εσύ ο ψηλός, πάρε αυτό, ναι πάρτο μην το κοιτάς δεν θα σε φάει» είπε και του έσπρωξε στα χέρια ένα πλαστικό δονητή, τόσο μεγάλο που έκανε τα μάτια του να ανοίξουν διάπλατα «και εσείς οι δύο, εσύ αυτό, και εσύ αυτό» είπε δίνοντάς τους ένα κομμάτι σκοινί και ένα μικρό μαστίγιο.

    «Πάμε!» φώναξε ενώ έβαζε το φόρεμά της. Οι τριγμοί από τη μεγάλη αίθουσα ήταν ο μόνος ήχος που ταξίδευε στο δωμάτιο. Κανείς από τους τρεις άντρες δεν είχε κουνηθεί ιδιαίτερα και ακόμα κοιτάζονταν μεταξύ τους και τα αντικείμενα που τους είχε δώσει.

    «Οοοο my gooooood» φώναξε και ανεβοκατέβασε τα χέρια της εκνευρισμένη «όποιος θέλει να γαμήσει ας έρθει, όποιος δεν θέλει να έρθει, ας πάει
    να γαμηθεί» είπε και έφυγε από το δωμάτιο αρπάζοντας το μπουφάν της,
    όχι για το κρύο, αλλά για το μικρό πλαστικό σακουλάκι που είχε στη τσέπη του.

    Ο ένας πολύ γρήγορα και οι άλλοι λίγο πιο διστακτικά, την ακολούθησαν στην μικρή γυριστή σκάλα και το δωμάτιο έμεινε άδειο με ένα ποτάμι κόσμο να κυλάει και να περιστρέφεται ακριβώς στον ορίζοντα γεγονότων του.

    *

    Ο Τιμ κλείδωσε νευρικά το αμάξι του. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα η ιδέα ότι έπρεπε να το φέρει σε αυτή τη βάρδια. Αλλά είχε υποσχεθεί να κουβαλήσει εκείνος τα νερά και τα μεγάλα παγούρια με τον καφέ και το
    τσάι. Ήταν η τρίτη φορά που τσέκαρε όλες τις πόρτες ενώ γυρνούσε γύρω γύρω τρίβοντας το μέτωπό του.

    Κοίταξε το ρολόι του. Είχε φτάσει αρκετά νωρίτερα. Παρόλο που είχε υπολογίσει ότι θα είχε κίνηση λόγω της ημέρας, η κίνηση φαινόταν να περιορίζεται στα πεζοδρόμια παρά στο δρόμο. Αναρωτήθηκε αν προσπαθούσε να μείνει απασχολημένος για να μην κοιτάζει το κόσμο που του έφερνε αυτή την αηδία. Αναστέναξε.

    Το δυνατό γέλιο της αντροπαρέας που πέρασε από δίπλα του τον έκανε να
    αναπηδήσει ενώ ταυτόχρονα ένα από τα πιτσιρίκια της παρέας εκτόξευσε
    ένα κουτάκι μπύρα ακριβώς πάνω στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του.

    «Όχι όχι όχι όχι» αναφώνησε ο Τιμ και χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε ξανά
    στο αυτοκίνητό του. Μπορεί να ήταν στο σημείο που είχαν συμφωνήσει αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει μόνο του εκεί. Σίγουρα θα έβρισκε ένα καλύτερο σημείο και ας ήταν λίγο πιο μακριά.

    *

    - Το πρόσωπο της Ντόνα ακουμπούσε το κρύο πάτωμα. Το δεξί μάγουλό της
    τριβόταν στην άγρια επιφάνεια της ασφάλτου και μπροστά της οι φλόγες
    έμοιαζαν να σηκώνονται μέχρι τον ουρανό, έναν ουρανό που είχε όμως κατέβει πολύ πολύ κοντά στους ανθρώπους.

    ~ Το πρόσωπο της Ντόνα ακουμπούσε το κρύο πάτωμα. Το αριστερό μάγουλό
    της τριβόταν στην άγρια επιφάνεια της ασφάλτου και μπροστά της ένα παράξενο πολύχρωμο ποτάμι από ανθρώπους έρρεε προς κάθε κατεύθυνση, απαλό, μακρινό, ακριβώς στο όριο της αντίληψής της.

    - Ο άντρας που βρισκόταν πίσω της την χτύπησε με δύναμη, αλλά ήταν ήδη
    υπερβολικά ζαλισμένη για να δώσει σημασία. Άλλωστε το χειρότερο είχε
    ήδη συμβεί. Και αφού το χειρότερο είχε ήδη συμβεί, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

    ~ Ο άντρας που βρισκόταν πίσω της την χτύπησε με δύναμη, αλλά ήταν ήδη
    υπερβολικά βυθισμένη σε αυτή τη ζεστή και γνώριμη αίσθηση που, στις κρυφές συζητήσεις με τον εαυτό της, αποκαλούσε ισορροπία. Άλλωστε, αυτό, το είχε διαλέξει, χωρίς φόβο, άλλωστε ο φόβος έμενε πλέον αλλού.

    - Ο άντρας προχώρησε, και με δύο βήματα ήρθε μπροστά της, και γονάτισε δίπλα στο πρόσωπό της. Δεν θυμόταν το πρόσωπό του, θυμόταν όμως τη στολή του και για κάποιο περίεργο λόγο θυμόταν τον τρόπο που το μικρό του δάχτυλο τρεμόπαιζε καθώς το χέρι του πάλευε να κρατήσει το όπλο του όρθιο.

    ~ Ο άντρας, ο δεύτερος άντρας, γονατισμένος δίπλα στο πρόσωπό της
    προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να ξαναμπει στο στόμα της. Δεν είχε
    σημασία το πρόσωπό του, και σίγουρα δεν θυμόταν τα ρούχα ή κάποια άλλη λεπτομέρεια για τον ίδιο.

    - «Well, this is a feisty little Fenian» είπε ο ψηλός στρατιώτης «give over, everyone else has» της είπε και γέλασε δυνατά. Με όση δύναμη είχε, τον έφτυσε στο πρόσωπο.

    ~ «Είσαι σίγουρα εντάξει» είπε ο άντρας που κάπως ακούνητος στεκόταν δίπλα της με το μαστίγιο στο χέρι του χωρίς όμως να το χρησιμοποιεί, σε μία κατάσταση απόλυτης στάσης. Όσο πιο σιγά μπορούσε, του ψυθίρισε ‘σσσςςςςςςςς’.

    - Ήταν κοντά. Το ένιωθε. Ο θάνατος ήταν κοντά. Αλλά δεν ήταν πρόβλημα αυτό, άλλωστε θα πήγαινε σε καλή παρέα. Υπήρχαν χειρότερα πράγματα από
    το θάνατο. Το δικό της θάνατο. Πολύ χειρότερα. Τα περισσότερα από αυτά
    είχαν ήδη συμβεί. ‘Ανοιξε τα χείλια της να μιλήσει, αλλά ένιωσε έναν πόνο σε όλο της το πρόσωπο που της διαπέρασε το κορμί και έγινε αναγούλα τόσο βαθιά που δίπλωσε στα δύο. Ήταν έτοιμη, ήταν κοντά. Ο στρατιώτης την σήκωσε από το πάτωμα και ο κόσμος άρχισε να περιστρέφεται και να εξαφανίζεται μέσα σε μακρινά ουρλιαχτά.

    ~ Ήταν κοντά. Το ένιωθε. Ο οργασμός ήταν κοντά. Και τον είχε ανάγκη απόψε, κάτι που ήταν πραγματικά διαφορετικό από προηγούμενα βράδια. Άλλα βράδια ήταν μία απλή συναλλαγή, απόψε το ήθελε αυτό για εκείνη. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βυθίστηκε λίγο παραπάνω στην εσωτερική ζέστη «δέσε με» είπε απαλά σε έναν, κάποιον, όποιον από αυτούς. Ένιωσε το
    σκοινί γύρω από τους καρπούς της, προβλέψιμο αλλά θα έκανε τη δουλειά
    του. Ήταν έτοιμη, ήταν κοντά. Κάπου απο μακριά, ουρλιαχτά ένιωσε να την πλησιάζουν, ο κόσμος άρχισε να περιστρέφεται και ένιωσε κάποιος να
    την σηκώνει από το πάτωμα.

    *

    Άνοιξε τα μάτια της. Με δυσκολία. Μεγάλη δυσκολία. Πόσο βαθιά στη ζέστη είχε χαθεί αυτή τη φορά?

    ... «ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, ΘΑ ΦΩΝΑΞΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ»...

    Έκλεισε τα μάτια της. Εύκολα, πιο εύκολα. Είχε πάλι μία απαίσια γεύση στο στόμα. Κρύωνε ή ζεσταινόταν, δεν ήταν ακριβώς σίγουρη?

    ... «Είσαι καλά?! ΜΙΛΗΣΕ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΆ! ΜΕ ΛΕΝΕ ΤΙΜ, ΕΙΜΑΙ Ο ΤΙΜ, Ο ΘΕΕ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ»...

    Άνοιξε τα μάτια της. Καλύτερα αυτή τη φορά. Ένιωθε την πραγματικότητα
    πιο πηχτή γύρω της. Μα τι ήθελε αυτός ο κοκκαλιάρης και γιατί είχε την αίσθηση ότι την είχε εκνευρίσει ξανά αυτή η κάτασπρη φάτσα?

    ... «ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΘΑ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΗΣΩ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΘΑ
    ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ, ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΣΟΥ ΚΑΙ
    ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΣ Ω ΘΕΕ ΜΟΥ»...

    Έκλεισε τα μάτια της. Δεν ένιωθε τα πόδια της, αλλά ένιωθε να μετακινείται. Μα τι περίεργο ήταν αυτό το συναίσθημα? Δεν ήταν έτοιμη να αφήσει εντελώς τη ζέστη και την ηρεμία της ισορροπίας της αλλά όλη αυτή η αναταραχή και η αναμπουμπούλα είχε αρχίσει να ταράζει και την ίδια.

    Με την άκρη του ματιού της είδε τα δάχτυλα των ποδιών της να ίπτανται
    στο ίδιο ύψος περίπου με τα μάτια της.

    «Χαχα κοίτα να δεις που τελικά όντως πέθανα» ψέλισε ενώ με τα χέρια της έσπρωχνε με δύναμη το σώμα του Τιμ μακριά από το δικό της.

    «ΜΑ ΜΗ ΜΕ ΣΠΡΩΧΝΕΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΏ ΝΑ...»

    «ΜΑ ΑΦΗΣΕ ΜΕ!» ούρλιαξε τώρα η Ντόνα και έπεσε με δύναμη στο γρασίδι. Τα μάτια της ήταν πλέον ορθάνοιχτα, και είχε επιστρέψει ολόκληρη, ξανά, σε αυτό τον κόσμο.

    Το χέρι της ψιλάφησε το παγκάκι που βρισκόταν μερικά βήματα μακριά της
    και έσυρε το κορμί της πάνω του. ‘Ετριψε τα μάτια της και τότε αναγνώρισε το πρόσωπο του Τιμ. Άφησε μία μεγάλη ανάσα να βγει σχεδόν βασανιστικά από τα χείλια της και έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω.
    ‘Πω που μπλέξαμε με τον παπά’ ψέλλισε και με πολύ απαλές κινήσεις ξέθαψε ένα τσιγάρο από το μπουφάν της και το έφερε αργά στο στόμα της.

    Στην απόσταση ακούστηκε το ρολόι από μία μακρινή εκκλησία, ήταν ακριβώς μεσάνυχτα, και το πάρκο ήταν απόλυτα σκοτεινό και σιωπηλό, εκτός από τις κραυγές και τα ουρλιαχτά του Τιμ που ανάγκαζαν τις παχιές γλώσσες από την ανάσα του να χορεύουν στο κρύο κάτω από τη χλωμή λάμπα.
     
  8. _voltage_

    _voltage_ Ιδιόκτητη. Premium Member Contributor

    3.

    [Ν=Ντόνα, Τ=Τιμ]

    Ν: «O’ my gooood, γιατί κάνεις τόσο θόρυβο?!»

    Τ: «Θόρυβο!? Τι εννοείς κάνω θόρυβο?! Δεν κατάλαβες τι έγινε?! Όχι όχι, μάλλον δεν κατάλαβες, λογικά είσαι σε σοκ»

    Ν: «Είμαι εγώ σε σοκ?! Ο μόνος που είναι σε σοκ εδώ είσαι εσύ!»

    Τ: «Ήταν πάνω σου τρείς άντρες, με.... διάφορα μέρη τους σε διάφορα
    μέρη σου! Και τα μάτια σου δεν άνοιγαν και δεν κουνιόσουν, και δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τι έγινε μόλις τώρα! ΉΣΟΥΝ ΔΕΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ!»

    Η Ντόνα αναστέναξε.

    Ν: «You are in proper hysterics you are…» είπε και προσπαθούσε να βρει την τσέπη της με το δεξί της χέρι, αλλά η παλάμη απλά πλανιόταν στον αέρα πριν πέσει με δύναμη στο πλάι της.

    Τ: «Μα σε βίαζαν!!!»

    Ν: «Σε διαβεβαιώνω ότι δεν γινόταν κανένα τέτοιο πράγμα»

    Τ: «Μα πως μπορείς να το ξέρεις, ήσουν εντελώς αναίσθητη, σχεδόν μπλε, και σε είδα! Σε είδα εγώ με τα ίδια μου τα μάτια, και η αναπνοή σου...Νόμιζα ότι είχες πεθάνει»

    Ν: «Αν είχα πεθάνει σίγουρα δεν θα με ένοιαζε αν με βίαζαν πάντως...»

    Τ: «Αισχρό! Αυτό που είπες ήταν αισχρό!»

    Ν: «Ω λυπάμαι. Σε τάραξε η γλώσσα μου? Πρέπει να ήταν φοβερά τραυματικό... Πιστεύεις θα καταφέρεις να συνέλθεις μετά από τέτοιο τραύμα?»

    Τ: «ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΣΤΕΙΑ! ΤΕΤΟΙΑ ΑΣΤΕΙΑ! ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ»


    «Ach fine!» είπε η Ντόνα και έκανε γκριμάτσες με τα μάτια και το στόμα
    της «απλά προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι δεν έγινε τίποτα» είπε και επιτέλους κατάφερε να ανάψει το τσιγάρο που τόση ώρα μισοκρεμόταν από το στόμα της.

    «Αλλά σταμάτα να φωνάζεις!!» φώναξε και εκείνη και άφησε τον καπνό να φύγει από το στόμα της όσο πιο αργά μπορούσε.

    Τα χέρια του Τιμ, που πλέον έτρεμαν χωρίς καν να προσπαθεί να τα κρύψει, κάλυψαν το πρόσωπό του και ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα.

    Η Ντόνα τον κοιτούσε από αυτή τη μικρή απόσταση που τους χώριζε, καθισμένη στο βρεγμένο παγκάκι. Ήταν όντως ταραγμένος. Ίσως δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο τόσο ταραγμένο και βαθιά σοκαρισμένο με κάτι τόσο απλό. Κάπου μέσα της, σε ένα μέρος που συνήθως κοιμόταν, κάτι ξύπνησε, κάτι που θύμιζε στεναχώρια. Κούνησε το κεφάλι της. ‘Όχι, δεν θα το κάνουμε αυτό’ σκέφτηκε, ‘αυτό, απλά – δεν – θα – το -κανουμε’.

    «Πήγαινε σπίτι σου παπά, και κοιμήσου ήσυχος. Έκανες την καλή σου πράξη για σήμερα, και θα ενημερώσω προσωπικά τον θεό για αυτό όταν του δώσω τη συστατική μου επιστολή για να μπεις στον παράδεισο. Πήγαινε σπίτι. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ για σένα».

    Τ: «Αν δεν σε βίαζαν...Τι ήταν αυτό που είδα»

    Ν: «Πήγαινε σπίτι παπά»

    Τ: «Δεν είμαι παπάς!»

    Ν: «Πήγαινε σπίτι. Τελευταία προειδοποίηση.»

    Τ: «Τι ήταν...»

    Ν: «Σεξ ήταν. Δεν έχεις ξαναδεί?»

    Τ: «Δεν ήταν σεξ αυτό»

    Ν: «Α ναι, και είσαι ειδικός?»

    Τ: «Το σεξ είναι με δύο άτομα ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΕΜΕΝΟΙ ΧΕΙΡΟΠΟΔΑΡΑ»

    Ν: «Α ναι?»

    Τ: «Ναι»

    Ν: «Ενδιαφέρον»

    Τ: «Και στο πάτωμα! Σαν τα...»

    Ν: «Σαν τα τι?»

    Τ: «Σαν τα ζώα!»

    Ν: «Αυτό ήταν όλο, έχτισες όλη αυτή την ατμόσφαιρα *και κάνεις τόση φασαρία* για να με αποκαλέσεις ζώο?» αναστέναξε και τράβηξε μία μεγάλη τζούρα από το τσιγάρο που πλέον είχε μείνει μόνο γόπα.

    Τ: «Τι κρατούσε αυτός ο πολύ ψηλός στο χέρι του?»

    Ν: «Σε ποιο από τα δύο?»

    Τ: «...»

    Ν: «Ένας δονητής ήταν, όχι κάτι σπουδαίο»

    Τ: «Ήσουν δεμένη! Ήσουν δεμένη χειροπόδαρα!»

    Ν: «Ναι. Και?»

    Τ: «Και αυτός με το μαστίγιο?»

    Ν: «Ναι?»

    Τ: «Ήταν όντως μαστίγιο?»

    Ν: «Προφανώς»

    Τ: «Ποιοι ήταν αυτοί?»

    Ν: «Πελάτες τους λέμε. Πελάτης νο1, πελάτης νο2 και πεεεεελάτης νο3!»

    Το πρόσωπο του Τιμ συσπάστηκε ολόκληρο.

    Τ: «Άρα είσαι....»

    Ν: «Business woman!» αναφώνησε η Ντόνα και του έκλεισε το μάτι ειρωνικά. Αυτή η κίνηση την έκανε να ζαλιστεί λίγο. Αλήθεια πόσα χάπια είχε πάρει απόψε?

    Τ: «Και άρα παίρνεις λεφτά, για ... αυτό...?»

    Ν: «Ναι» απάντησε κοφτά «οικονομολόγος δεν είμαι αλλά απότι έχω ακούσει τα λεφτά είναι γενικά ο εθιμοτυπικός τρόπος συναλλαγής» έφερε τα χέρια της στους κροτάφους της. Θα πουλούσε το δεξί της νεφρό για μία ασπιρίνη.

    Τ: «Και κάνεις.... αυτό?! Για λεφτά?! Απλά για λεφτά...?! ΝΑ ΠΟΥΛΑΣ ΕΤΣΙ ΤΟ... ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ»

    Ν: «Απλά...?» είπε και γέλασε. Κούνησε το κεφάλι της και έβγαλε ένα ακόμα τσιγάρο που άναψε πολύ πιο γρήγορα από το τελευταίο. «Είπες ‘απλά’?» τον ρώτησε και μίκρυνε τα μάτια της με εκείνο τον τρόπο που έκανε κάθε φορά που κάτι την έφερνε κοντά στα όριά της. Αν ήταν άγριο
    ζώο σίγουρα αυτό θα ήταν το χαρακτηριστικό της πριν να επιτεθεί στο
    θήραμά της, είχε σκεφτεί πολλές φορές κάποιες γελώντας, κάποιες με μια
    βαθιά στεναχώρια. ‘Στεναχώρια?’ σκέφτηκε ‘Όχι όχι... δεν θα το κάνουμε
    αυτό’.

    Τ: «Ναι φυσικά και είπα ‘απλά για λεφτά’ γιατί υπάρχουν ένα κάρο άλλα πράγματα που μπορείς να κάνεις για λεφτά ΑΝΤΊ για αυτό... δεν... δεν ντρέπεσαι... δεν σιχαίνεσαι?! ΔΕΝ ΦΟΒΑΣΑΙ?!»

    N: «Αυτό ακριβώς είναι το αγαπημένο μου σημείο!»

    Τ: «Τι εννοείς?! Ποιό σημείο?!»

    Ν: «Εκείνο το σημείο που ο κάθε καραγκιόζης, συνήθως λευκόοοοοοος,
    συνήθως πλοοοοοοοούσιος ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΓΓΛΟΣ, μου λέει με λεπτομέρεια
    ακριβώς ποια κομμάτια της ύπαρξής μου ταλαιπωρούν τις προσωπικές του
    ευαισθησίες και αισθητικές και προσπαθεί να μου εξηγήσει τι άλλο μπορώ να γίνω ΕΚΤΟΣ από αυτό που θέλω να είμαι ώστε να μπορεί εκείνος να κοιμάται πιο ήσυχα τα βράδια γνωρίζοντας ότι η ψυχή μου δεν έχει πάρει τον πικρό δρόμο της κολάσεως. Δεν υπάρχει θεός παπά, υπάρχει μόνο
    κόλαση. Και η κόλαση δεν ήταν αυτό που είδες απόψε. Δεν έχεις ιδέα. Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα»

    Τ: «Κάνεις λάθος! Πολλές κοπέλες σαν εσένα έχουν...»

    Ν: «Α τώρα γίναμε και πολλές?! Οι ‘κοπέλες σαν εμένα’?! Και πάλι εσείς είστε περισσότεροι...»

    Τ: «Ποιοι! Ποιοί είμαστε οι εμείς?! Σε ποιους αναφέρεσαι?!»

    Ν: «Ακου» του είπε και χαμογέλασε «Αν θέλεις να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση και αφού βάλθηκες να μου χαλάσεις τη δουλειά και γενικά τη φάση απόψε, θα παίξουμε ένα παιχνίδι. Τι λες? Εσύ θα μου πεις ποια νομίζεις ότι είμαι εγώ, και εγώ θα σου πω ποιος νομίζω ότι είσαι εσύ.»

    Τ: «Δεν ξέρω σε τι παιχνίδια αναφέρεσαι! Εγώ το μόνο που προσπαθώ να κάνω είναι να...»

    Ν: «Ναι? Πες μου, έλα, μη φοβάσαι, πες το»

    Τ: «...Δεν θέλεις να είσαι ελεύθερη από όλα αυτά? Τα ναρκωτικά, τη βρώμα του δρόμου... τη νύχτα! Τη λάσπη! Δύο φορές σε μία μέρα που σε συνάντησα ήσουν καλυμμένη στη λάσπη, και τη μία ΣΧΕΔΟΝ ΕΝΤΕΛΩΣ ΓΥΜΝΗ»

    Ν: «Μου αρέσει η νύχτα...και μου αρέσει να είμαι γυμνή αν θέλεις να ξέρεις» είπε ήρεμα «αλλά ο Θεός σου δεν είναι που είναι ειδικός σε θέματα ελευθερίας και ελεύθερης βούλησης? Ή παραείναι ελευθερία τόση ελευθερία? Πόση ελευθερία είναι αρκετή για να μην κινδυνεψει το βρετανικό σου ‘stiff upper lip’ (8)»

    Τ: «Στρεβλώνεις αυτά που-»

    Ν: «Το παιχνίδι μου παπά, αλλιώς δεν θα μιλήσουμε άλλο. Είσαι μέσα ή όχι?»

    Ο Τιμ έξυσε νευρικά τον αυχένα του. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει
    καλά καλά και η καρδιά του δεν έλεγε να ηρεμήσει. Ξαφνικά, το τσιγάρο που κρεμόταν από το στόμα της Ντόνα του φάνηκε πολύ καλή ιδέα. ‘Τι παράξενη σκέψη’ σκέφτηκε, δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή του και δεν είχε ποτέ ξανά σκεφτεί να καπνίσει.

    Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του άκουσε τη φωνή της γιαγιάς του να
    του λέει ότι με τον διάβολο, δεν κάνει να συνομιλούμε. Κι’όμως, κάθε κύτταρο στο σώμα του του ούρλιαζε ότι έπρεπε να μάθει. Τα πάντα, οπωσδήποτε, οτιδήποτε, το παραμικρό που θα τον βοηθούσε να κατανοήσει πως μία τόσο όμορφη γυναίκα, ή ίσως πιο σωστά μία γυναίκα που θα
    μπορούσε να είναι τόσο όμορφη, στεκόταν τόσο αγέρωχη, τόσο ήρεμη και συγκροτημένη μπροστά του ενώ πριν μερικά λεπτά την τράβηξε κάτω από
    τρία αντρικά σώματα που στα μάτια του πάλευαν να την κάνουν κομμάτια.
    Η ίδια γυναίκα που χρειάστηκε να την πιέσει να κάνει εμετό για να βγάλει τα τόσα χάπια που είχε πάρει από μέσα της.

    Τ: «Είμαι μέσα»

    Ν: «Δεν θέλεις πρώτα να ξέρεις τι θα κερδίσει όποιος κερδίσει, και τι θα χάσει όποιος χάσει?»

    Τ: «Έπρεπε να ρωτήσω πρώτα ε?»

    Η Ντόνα χαμογέλασε, σχεδόν ειλικρινά, σχεδόν χωρίς ειρωνία και σχεδόν χωρίς να θέλει να νιώσει τα δόντια της να μπίγονται στο λαιμό του. Σχεδόν.

    Ν: «Ακούω λοιπόν. Πες μου»

    Τ: «Τι να σου πω?»

    Ν: «Αch παπά ελπίζω να είσαι πιο γρήγορος σε άλλα θέματα γιατί καλή η
    βασιλεία των ουρανών αλλά εαν συνεχίσεις σε αυτή τη κατάσταση λογικά
    θα φτάσεις αφού κλεισουν οι πόρτες»

    Τ: «Για τελευταία φορά, δεν είμαι...»

    Ν: «Ναι ναι, δεν είσαι παπάς, και εγώ δεν είμαι Πάπας. Πρώτα θα μου πεις ποια νομίζεις ότι είμαι εγώ, και τι νομίζεις ότι είναι οι κοπέλες σαν εμένα. Και μετά θα κάνω εγώ το ίδιο για σένα. Ο κερδισμένος, θα κερδίσει τον παράδεισο, και ο χαμένος θα υποστεί την κόλαση, έτσι δεν
    πάει και στο Καλό Βιβλίο σας?».

    Τα μάτια του Τιμ γούρλωσαν «Ξεκίνα. Ή φύγε» του είπε κοφτά.

    Τ: «Ε... είσαι από την Ιρλανδία...»

    Ν: «Mind-blowing» του είπε ειρωνικά ενώ γούρλωσε τα μάτια της με μία γκριμάτσα που προσποιούνταν το σοκ «are ye sum sort’o’ psychic??»

    Τ: «Είναι απόλυτα ανάγκη να είσαι τόσο σαρκαστική όλη την ώρα?!»

    Ν: «Δεν νομίζω ότι με ξέρεις τόση ώρα αλλά για συνέχισε να δούμε που θα το πας»

    Τ: «Εντάξει εντάξει! Είσαι από την Ιρλανδία»

    Ν: «Ποια Ιρλανδία?»

    Τ: «Τι εννοείς? Μία δεν είναι?»

    Η Ντόνα κούνησε το κεφάλι της. Και ένιωσε την άκρη των δοντιών της να
    κόβει όλα τα προηγούμενα ‘σχεδόν’ που είχε νιώσει στη μέση. Το πρόσωπο του Τιμ την κοιτούσε με προσμονή. Με δύο μεγάλα μαύρα μάτια να την κοιτάζουν μερικές παλάμες πιο ψηλά από ένα στέρνο που ακόμα ανεβοκατέβαινε με ένταση. Δεν είχε δει πολλούς αθώους ανθρώπους σε
    αυτή τη ζωή, και όσους είχε δει τους είχε ξεχάσει. Αναρωτήθηκε αν έτσι έμοιαζαν ή αν εκείνη είχε ανάγκη να μοιάζουν έτσι. Έξυσε το κεφάλι της νευρικά και ένας μικρός σπασμός κατέβηκε από το σαγόνι της, στον ώμο της και από εκεί στη σπονδυλική της στήλη.

    Ν: «Συνέχισε παπά. Για τώρα, συνέχισε»

    Τ: «Ναι, εντάξει. Ναι. Από την Ιρλανδία, από φτωχή οικογένεια, οι γονείς σου, ή ένας γονιός? Δεν είχαν αρκετά λεφτά να σε προσέξουν... ή να σε φροντίσουν... Όχι ότι δεν ήθελαν! Ήθελαν! Αλλά δεν μπορούσαν?
    Λόγω των... των συνθηκών! Ε και φαντάζομαι δεν πήγες σε καλά σχολεία,
    ή μπορεί να μην πήγες σχολείο, και δεν είναι κακό! Αλήθεια δεν είναι αλλά να μετά δεν μπορούσες να βρεις καλή δουλειά, και μπορεί και να έμπλεξες με κάποιον! Πολλές κοπέλες μπλέκουν με κάποιον αλλά μετά μπορούν να βρουν βοήθεια και να»

    Ν: «Και να γυρνάνε χαρωπά μπέργκερ για να πηγαίνουν οι μεθυσμένοι Άγγλοι μετά από το pub crawl (9) και να τους πετάνε πατάτες και μπουκάλια στα μούτρα για 5 λίρες την ώρα, και έζησαν αυτοί καλά και
    εμείς καλύτερααα!» είπε και γέλασε δυνατά. Αν την κρατούσαν τα πόδια
    της θα σηκωνόταν να κάνει μία μεγάλη υπόκληση σαν αυτές που έκαναν με
    τον Σον, αλλά ξαφνικά ένιωσε κουρασμένη, πολύ κουρασμένη. Σαν η ψυχή της να είχε ήδη μεταβεί σε εκείνο το σημείο που θα έπρεπε να μεταβεί το μυαλό της πριν μπορέσει να πάει εκεί και η γλώσσα της.

    Τ: «Έχασα... έτσι δεν είναι?» ευχόταν να έχει χάσει, το ευχόταν με όλη του τη ψυχή. Γιατί? Ακόμα έτρεμε. Δεν ήταν όμως από όσα είχε δει και ακούσει πριν, δεν ήταν καν από την ταραχή του που έπρεπε να πιέσει τα δάχτυλά της μέσα στο λαιμό μιας γυναίκας που νόμιζε ότι πέθαινε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Στάθηκε λίγο πιο κοντά στο φως. Και την παρατήρησε.

    Το δεξί της πόδι ήταν πάνω στο αριστερό, σταυροπόδι, και το δεξί της χέρι κρατούσε το τσιγάρο ψηλά, με δύο τεντωμένα δάχτυλα να δείχνουν τον ουρανό. Το κεφάλι της είχε μία ελαφριά κλίση προς τα αριστερά και το αριστερό της χέρι ήταν διπλωμένο κάτω από τον δεξί αγκώνα της. Η μόνη ένταση που υπήρχε πάνω της ήταν αυτή που είχαν αφήσει τα χάπια,
    και καμία άλλη. Παρόλο που δεν ήταν παραπάνω από 50 κιλά, έμοιαζε σαν
    βράχος που ήταν στο ίδιο μέρος στο ίδιο παγκάκι, για χρόνια, για αιώνες. Έτριψε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να καταλάβει.

    Ν: «Παπά έχω καλά νέα και κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, τα κακά νέα, είναι ότι πρέπει να σου πω πως είναι τα πράγματα»

    Ο Τιμ κράτησε την ανάσα του καθώς η Ντόνα σηκώθηκε και τον έπιασε απαλά από τα μπράτσα, πριν τον μετακινήσει και τον βάλει να κάτσει στο παγκάκι. Του χάιδεψε απαλά το κεφάλι και έσφιξε τα χείλια της.

    Ν: «Αυτή που περιέγραψες, αυτές (!) που περιέγραψες, δεν υπάρχουν. Δεν είμαι αυτή, και αυτές, δεν είναι αυτές. Αυτό που περιέγραψες είναι αυτό που εσύ έχεις ανάγκη να είμαστε ώστε η δική σου ζωή να
    εξακολουθήσει να βγάζει νόημα. Καταλαβαίνεις?

    Και αυτό, αυτή η ακριβώς η πράξη, αυτό ακριβώς το αίτημα, το να είμαι αυτή που νομίζεις ότι είμαι, ξέρεις τι σε κάνει? Πελάτη! Οι πελάτες μου μου λένε ποια θέλουν να είμαι, και πληρώνουν για αυτό το προνόμιο. Στον ελεύθερό μου χρόνο πάτερ είμαι αυτή που θέλω εγώ να είμαι, για όλα τα υπόλοιπα, χρεώνω»

    Μία κοφτή κραυγή πήγε να βγει από το στόμα του Τιμ αλλά η Ντόνα έσκυψε
    και έβαλε το κούτελό της στα χείλια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και γονάτισε μπροστά του στο γρασίδι. Τα γυμνά της πόδια είχαν γίνει ένα με το χώμα από κάτω τους.

    Ν: «Άκουσέ με, πρέπει να καταλάβεις, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβεις. Δεν σου χρωστάω κάποια εξήγηση για την ύπαρξή μου. Δεν σου χρωστάω, ούτε εσένα, ούτε και σε κανέναν άλλο καμία εξήγηση για το
    οτιδήποτε. Ο μόνος λόγος που η ζωή μου, η βρώμα μου, η λάσπη μου είναι μυστήριο στα μάτια σου, είναι απλά επειδή δεν ξέρεις πως είναι ο κόσμος παπά και αυτό, δεν μπορώ να το φτιάξω για εσένα. Δεν είναι δική μου ευθύνη. Δεν είμαι ο δημιουργός σου, και δεν είσαι το πλάσμα μου. Και εγώ δεν είμαι το δικό σου.

    Είπες πριν, ότι κάνω όσα κάνω ‘απλά για τα λεφτά’, ότι πουλάω το σώμα μου ‘απλά για τα λεφτά’ αλλά δεν είπες τίποτα για αυτά που πουλάς εσύ!»

    Τ: «Όλες μας οι υπηρεσίες είναι δωρεάν και ο χρόνος μας είναι καθαρά εθελοντικός δεν μπορείς να λες ότι»

    Ν: «Σσςςςςςς» είπε ήρεμα και του έκανε σήμα με το χέρι της να σταματήσει. «Άρα εσύ είσαι σε χειρότερη θέση από εμένα, εσύ δεν ξέρεις καν ότι πουλάς ή τι πουλάς!»

    Τ: «Πες μου! Εξήγησέ μου!» φώναξε ο Τιμ και την έπιασε από τους καρπούς πολύ πιο απότομα από όσο είχε σκοπό. Τα μάτια της Ντόνα δεν ανοιγόκλεισαν καν.

    Ν: «Δεν ξέρεις? Δεν σου είπαν? Δεν κατάλαβες? Ότι αυτό που πουλάς είναι μία συνδρομή? Σε ένα τρόπο ζωής? Στο δικό σου τρόπο ζωής! Και μαζί με αυτό μία υπόσχεση ότι αυτή η νέα ζωή θα είναι όμορφη και απαλή και γυαλιστερή και δεν θα υπάρχει αμαρτία και λάσπη και αρρώστια και θάνατος και γύμνια και υγρό πάτωμα και το μόνο που πρέπει να κάνεις
    για να σώσεις την πολύτιμη ψυχή σου είναι η πολύ απλή πράξη του να αφήσεις το χέρι του δίπλα σου, γιατί ο καθένας θα σώσει μόνο τη δική του ψυχή, την δική του μοναδική ψυχή, και ο δίπλα του, ο απέναντι του, ο αδερφός του, ο γείτονάς του, well, θα πρέπει απλά να κάνουν όλοι το
    ίδιο και όλα αυτά τα χέρια, αντί να κρατούν το ένα το άλλο θα πρέπει να μείνουν άδεια, να κρέμονται στο πλάι του σώματός τους γιατί μόνο έτσι, άδεια, θα μπορέσουν να ανοίξουν τις πύλες του παραδείσου. Γιατί
    αυτές οι πύλες, δεν έχουν αρκετό σκοινί για να μας τραβήξουν όλους μαζί προς τα πάνω. Μόνο έναν έναν.

    Αυτό πουλάς παπά. Την ευκαιρία να σωθείς, αρκεί να αφήσεις τα χέρια των άλλων. Εγώ πουλάω το μουνί μου, το κώλο μου, το στόμα μου και λίγο δέρμα. Και όσο για σκοινί, σε διαβεβαιώνω ότι πάντα είχα αρκετό. Για όλους»

    Τ: «Μα ήθελα απλά να...Να σε βοηθήσω? Να...»

    Ν: «Να με σώσεις?» η Ντόνα γέλασε, και το γέλιο της ταρακούνησε τα χέρια του Τιμ που ακόμα κράταγαν με δύναμη τους καρπούς της. Τα μάτια του την κοίταζαν γυαλίζοντας. Δεν θα σταματούσε πριν καταλάβει, δεν θα την άφηνε να φύγει πριν μπορέσει να χωρέσει στο μυαλό του...’Τι’...?’ αναρωτήθηκε.

    Τ: «Σίγουρα δεν είναι κακό να είναι κάποιος ελεύθερος από»

    Ν: «Από τι! Τι ξέρεις εσύ για την ελευθερία μου λες?»

    Τ: «Μα όλοι οι άνθρωποι ξέρουν ότι»

    Ν: «Σε πληροφορώ ότι τίποτα απολύτως δεν ξέρουν αυτοί οι αφηρημένοι και ‘γενικοί’ άνθρωποι για την ελευθερία!»

    Τ: «Δεν μπορείς να λες ότι τα ναρκωτικά, και αυτό το... αυτό το σεξ που λες ότι κάνεις»

    Ν: «Oh my goooood» αναφώνησε ξανά η Ντόνα «Ειλικρινά δεν καταλαβαίνεις
    έτσι?! Παπά τι νομίζεις ότι είναι η ελευθερία? Πες μου, πες μου τι *ακριβώς* νομίζεις ότι είναι!» παρόλο που οι καρποί της ήταν στα χέρια του Τιμ, για κάποιο λόγο ο Τιμ ένιωθε πως αντί να την κρατάει εκείνος, τον κρατούσε εκείνη. Χαλάρωσε τα χέρια του και γύρισε τις παλάμες τις
    προς τα πάνω.

    Τ: «Η ελευθερία είναι να είσαι... να μπορείς...ε, να, να κάνεις πράγματα, εντάξει όχι όλα τα πράγματα αλλά»

    Ν: «Μα βλέπεις?! Βλέπεις?! Όλα λάθος τα έχεις καταλάβει. Η ελευθερία, η πραγματική ελευθερία είναι να κάνεις *όλα* τα πράγματα που θέλεις. Η ελευθερία είναι απόλυτο μέγεθος παπά, δεν μπορεί να σου δίνεται από τρεμάμενα χέρια που σου πετάνε μικρά κομμάτια της από φόβο μην τα δαγκώσεις. Η ελευθερία είναι ένα κτήνος τόσο τρομακτικό που οι
    άνθρωποι κρύβονται από το πρόσωπό του και όταν κλείνουν τα μάτια προσεύχονται να μην τους βρει ή να μην παραφυλάει κάτω από το κρεβάτι τους. Ή είσαι ελεύθερος να κάνεις *ο,τι* ναι - *ό,τι* θέλεις – και μην με κοιτάζεις έτσι, ή δεν είσαι. Δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσα με ακούς? Και αν νόμιζες ότι υπάρχει τότε θα πρέπει να το ξανασκεφτείς»

    Τ: «Δεν καταλαβαίνω πως το να παίρνεις ναρκωτικά και να κυλιέσαι στο πάτωμα με ξένους από πάνω σου που σε χτυπάνε με μαστίγια και σου ζουλάνε το πρόσωπο στο πάτωμα είναι κάποια διακήρυξη ελευθερίας»

    Ν: «Oh don’t ya now?!» αναφώνησε ξανά η Ντόνα «βέβαια... βέβαια... αλλωστε η μόνη ελευθερία και κατ επέκταση η μόνη βία που επιτρέπεται να υποστώ είναι αυτή που εγκρίνει το κράτος ΣΟΥ και εμένα ο στόχος μου πρέπει να είναι να με κρατάω σε καλή φυσική κατάσταση και να έχω τα
    λογικά μου ώστε να μπορεί να με αρμέγει ο κάθε ένας και κάθε άλλος γκόμενος, σύζυγος, αφεντικό, εργοδότης, βουλευτής, και εγώ πρέπει χαρωπά να είμαι έτοιμη να με χρησιμοποιήσουν με όοοοποιο τρόπο θέλει το κράτος, και νομίζεις ότι αυτό είναι καλό?! Αυτό είναι ζωή?! Ή ελευθερία?! Αυτό μπορώ να το κάνω και τώρα, με τους δικούς μου όρους
    και με τις δικές μου τιμές!»

    Έστριψε απαλά τα χέρια της και έβγαλε τους καρπούς της από τα χέρια του Τιμ. Πήρε μία ακόμα βαθιά ανάσα. Και έσφιξε τα χέρια του στα δικά της. Έκλεισε τα μάτια της. Ανάσα.

    Ν: «Το 1976 όταν το καθεστώς Ειδικής Κατηγορίας αφαιρέθηκε, οι Ιρλανδοί κρατούμενοι ενημερώθηκαν πως θεωρούνταν πλέον κοινοί εγκληματίες. Στα H-Blocks του HM Prison Maze και στη γυναικεία πτέρυγα του HM Prison Armagh, η διαμαρτυρία δεν ξεκίνησε με φωνές, αλλά με άρνηση. Η απάντησή τους ήταν να βγάλουν τα ρούχα της φυλακής και να
    τυλιχτούν σε κουβέρτες. Το τραχύ γκρι...τόσο γκρί... ύφασμα έγινε η στολή τους, η δήλωσή τους, η γραμμή που χάραξαν στην άμμο.

    Στο Άρμα, οι γυναίκες εξέφρασαν αυτή την ανυπακοή με ακόμα πιο σκληρό τρόπο. Ύστερα από εξευτελιστικές σωματικές έρευνες και απάνθρωπη μεταχείριση, πήραν την απόφαση να κλιμακώσουν τον αγώνα τους. Με το μόνο τρόπο που είχαν. Με το μόνο πράγμα που ήταν δικό τους. Με το σώμα τους. Το 1980 σταμάτησαν να πλένονται. Αρνήθηκαν να καθαρίσουν τα
    κελιά τους. Στα στενά τους δωμάτια, οι τοίχοι καλύφθηκαν με αίματα, ούρα και σκατά και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και το ανθρώπινο τους σώμα εγινε το νέο πεδίο σύγκρουσης.

    Ανάμεσά τους ήταν η Máire Drumm, η Mairéad Farrell και η Bernadette McAliskey, όλες γυναίκες που πίστευαν πως ήταν πολιτικές κρατούμενες, και όχι απλά ‘κατάδικοι’ (10).

    Μία από αυτές, δεν χρειάζεται να ξέρεις ποια, ήταν η θεία μου. Όταν γύρισε, το μυαλό της δεν ήταν πια το ίδιο. Πως θα μπορούσε άλλωστε. Πρώτα θυσίασε το σώμα της. Και αναπόφευκτα ακολούθησε το μυαλό της. Ή μπορεί να ήταν και το ανάποδο. Δεν ξέρω.

    ‘Ομως όλοι έβλεπαν έναν άνθρωπο που έχει σπάσει σε άπειρα κομμάτια. Έναν άνθρωπο που δεν μπορεί ξανά να λειτουργήσει μέσα σε όλο αυτό που
    του συνέβη. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όλοι, κάθε ένας από αυτούς... τελικά δεν κατάλαβαν. Η θεία μου δεν γύρισε πίσω σπασμένη, δεν γύρισε πίσω χαλασμένη. Γύρισε πίσω ειλικρινά και βαθιά και παντοτινά ελεύθερη. Και αυτό που κομμάτιασε το μυαλό της, δεν ήταν το τραύμα της φυλακής, ή η κακοποίηση, ή η διαμαρτυρία, αλλά η αφόρητη λαμπρότητα
    της ελευθερίας που είχε ανακαλύψει.

    Μπορείς να το καταλάβεις? Μπορεί να το χωρέσει το κεφάλι σου, γιατί σίγουρα πήρε στο δικό μου χρόνια, ότι αυτή η γυναίκα, αυτές οι γυναίκες, μέσα στη φυλακή, χρησιμοποίησαν το ίδιο τους το σώμα, και ό,τι αυτό μπορεί να παράξει, για να αντισταθεί, για να προστατέψει ένα
    και μόνο πράγμα! Την ταυτότητά της!

    Μία άλλη, ένα άλλο όνομα, ήταν η αδερφή μου, που δολοφονήθηκε μπροστά στα μάτια μου, τόσο κοντά, που μετά, για ώρες, έβγαζα μικρά κομμάτια από το δέρμα της από τα μαλλιά μου. Έχεις βγάλει ποτέ το δέρμα ενός άλλου ανθρώπου από πάνω σου παπά?

    Και μία άλλη που της πήραν το παιδί, και μία άλλη που της σκότωσαν το παιδί και μία άλλη και μία άλλη και μία ατελείωτη σειρά από αυτές τις γυναίκες και άλλες γυναίκες που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου, είτε σαν πρόσωπα είτε σαν ιστορίες και πριν πάρεις το όποιο ποπ περιοδικό να σου πει ότι η ζωή μου είναι αποτέλεσμα κάποιου αθεράπευτου
    τραύματος και ατελείωτης κακουχίας πρέπει να σου πω ότι οι γονείς μου
    με πήγαν στα καλύτερα σχολεία, στους καλύτερους γιατρούς, και όλοι με
    αγαπούσαν και τους αγαπούσα και εγώ. Και ακόμα, ακόμα... αγαπιόμαστε.

    Και αυτό που έσπασε παπά, αυτό που έσπασε από όλους αυτούς τους μικρούς Μπελάδες (11), δεν ήμουν εγώ. Δεν ήταν το μέσα μου. Ήταν όλα τα άλλα γύρω μου. Το πρόβλημα μου, δεν είναι ότι δεν βλέπω τη ζωή που κάνω εγώ. Το πρόβλημα είναι ότι βλέπω, πολύ καθαρά, εκτυφλωτικά
    καθαρά, τη ζωή που κάνεις εσύ, και ο άλλος εσύ, και ο δίπλα εσύ. Και εύχομαι με όλη μου την καρδιά να είχα το θάρρος να ξεριζώσω τα μάτια μου και να τα πετάξω στον υπόνομο αλλά. Αλλά δεν μπορώ... Λένε ‘μακάρι να μπορούσες να φορέσεις τα παπούτσια μου’... Ο καθένας θα μπορούσε να φορέσει τα παπούτσια μου και να μην καταλάβει τίποτα όσα χιλιόμετρα
    και αν περνούσε σε αυτά. Το πραγματικά αφόρητο θα ήταν να μπορέσει κάποιος να φορέσει τα μάτια μου. Η ελευθερία είναι απόλυτη παπά. Είναι απόλυτη και αδίστακτη»

    Του άφησε τα χέρια, σηκώθηκε τρεκλίζοντας, και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο.

    «Μπελάδες. Λες και κάποιος έχασε τα κλειδιά του και δεν μπορούσε να
    μπει στο σπίτι. Tis but a wee bit’o’ trouble love, notin but a pickle» έφτυσε και ψέλλισε κάτι ακατανόητο στα Ιρλανδικά.

    «Δεν ήταν μπελάδες. Ήταν πόλεμος. Αληθινός πόλεμος που πέθαναν και
    υπέφεραν αληθινοί άνθρωποι. Αλλά είμαστε όλοι περαστικοί εδώ παπά. Και
    όλοι έχουμε ένα κοινό, ίσως το μοναδικό κοινό.

    ‘Έχουμε ένα όχημα (vessel) μέσα στο οποίο ταξιδεύουμε. Και με κάποιο τρόπο πρέπει να διαλέξουμε τη διαδρομή. Είπες πριν... Αν θέλω να είμαι ελεύθερη αλλά είμαι ελεύθερη, απλά είμαι ελεύθερη με ένα τρόπο που δεν καταλαβαίνεις. Και ξέρω ότι δεν καταλαβαίνεις και λυπάμαι για αυτό. Αλλά ταυτόχρονα, τουλάχιστον δεν έχει χρειαστεί να πληρώσεις και το
    τίμημα αυτής της ελευθερίας...και ίσως...δεν ξέρω»

    Η Ντόνα τον κοίταξε και πέταξε το τσιγάρο με μία βιαστική κίνηση χωρίς
    να τελειώσει την πρότασή της. Έσκυψε ξανά προς το μέρος του και έπιασε
    με δύναμη τα γόνατά του για να στερεωθεί, πριν βάλει τα χέρια του στα μάγουλά της.

    Ν: «Αυτό το δοχείο, αυτό το όχημα, δεν είναι εδώ για να ακολουθήσει την δική σου διαδρομή. Δεν είναι εδώ για να σερβίρει μπύρες, ή μπέργκερ, ή να είναι σε ένα γραφείο που πάει και έρχεται 9 με 5, και
    να έχει φίλες και φίλους που ξεκινάνε κάθε πρόταση με το ‘οοουυυυυ’ και να κλείνει διακοπές κάθε φορά που έχει φθηνά εισιτήρια για την Ισπανία.

    Πρέπει, είναι απόλυτα απαραίτητο για να μπορέσω να μείνω σε αυτό το κόσμο όσο είναι να μείνω, να ζήσω με ειλικρίνεια, και να ζήσω καθαρά. Δεν μπορώ να περάσω ούτε ένα δευτερόλεπτο να μην είμαι εγώ, αυτό που είμαι, αυτή που είμαι. Δεν θέλω να μπω σε κανένα δωμάτιο που δεν θέλω
    να βρίσκομαι, δεν θέλω να προσέξω πως μιλάω, πως ντύνομαι, ποιον γαμάω
    και πως. Αυτό το όχημα, το απόλυτα δικό μου όχημα, είναι εδώ για το σεξ, για το ξύλο, για τα ναρκωτικά, για τη λάσπη και το δρόμο και το πεζοδρόμιο και το θάνατο. Και είναι εντάξει με αυτό. Και αυτό θέλει.
    Και αυτό είναι. Και το έχει επιλέξει ελεύθερα»

    Ο Τιμ ένιωθε να ζαλίζεται. Τις ήξερε τις ιστορίες. Αλλά δεν είχε συνδέσει, ή δεν είχε σκεφτεί? Τι δεν είχε σκεφτεί. Δεν ήξερε. Τι είχε σκεφτεί? Ούτε αυτό το ήξερε. Θυμόταν να νιώθει άσχημα για κάτι,
    αφηρημένο, αόρατο, κάτι που είχε δει στη τηλεόραση φευγαλέα. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και ένιωθε τα μηνίγγια του να πηγαίνουν να σπάσουν. Κάπως μέσα του ένιωθε αναγούλα.

    Τ: «Νόμιζα ότι... Ότι υποφέρεις...Ότι όλο αυτό, το να ζεις έτσι... Το να ζουν οι άνθρωποι έτσι...Δεν ξέρω...»

    Ν: «Μα φυσικά και υποφέρω!! Κάθε μέρα, κάθε ώρα! Και είναι τιμή μου και είναι προνόμιο να μπορώ να υποφέρω. Είναι τιμή μου και προνόμιο να διαλέξω να υποφέρω, και να διαλέξω πως να υποφέρω! Και είναι τιμή μου να διαλέγω να θυμάμαι! Ή να μην θυμάμαι, ανάλογα...Παπά πες μου... πες
    μου αλήθεια... Κοίτα γύρω σου, κοίτα για ένα λεπτό γύρω σου, αλλά κοίτα πραγματικά και πες μου, τι είναι πιο *φυσιολογικό* να συμβαίνουν όλα αυτά και να υποφέρεις ή να συμβαίνουν όλα αυτά και απλά να γυρίσεις πλευρό και να σκεφτείς τι κρασί θα πιεις με το φαΐ σου?»

    Τα μάτια του Τιμ στιγμιαία γούρλωσαν. Και στιγμιαία ένιωσε κάτι που έμοιαζε με ντροπή.

    Τ: «Και ο κίνδυνος?»

    Ν: «Ο κίνδυνος του να είσαι ζωντανός?! Μα το να είσαι ζωντανός φυσικά! Αυτός είναι ο μόνος κίνδυνος. Άλλωστε κανείς δεν ξέφυγε ζωντανός από αυτή τη ζωή παπά!» είπε και τα μάτια της συσπάστηκαν από μία έκφραση χαράς.

    Τ: «Δεν ξέρω... δεν ξέρω τι να νιώσω? Νιώθω μία στεναχώρια αλλά δεν
    είναι η σωστή έκφραση, δεν ξέρω τι...Σαν να πέφτω σε ένα κενό?» ένιωσε το στομάχι του να γυρίζει και πριν προλάβει να το καταλάβει έριξε το κεφάλι του στο πλάι και έκανε εμετό, ακριβώς δίπλα στο πόδια της Ντόνα.

    Το σώμα του τινάχτηκε, την έσπρωξε από μπροστά του και έπεσε στο γρασίδι ο ίδιος, πιάνοντας με δύναμη το χώμα κάτω από τις παλάμες του.

    Η Ντόνα κρατήθηκε από το παγκάκι, σηκώθηκε και γέλασε δυνατά πριν
    βγάλει από τα μαλλιά της το κοκαλάκι με τα δεκάδες καθρεφτάκια και γελώντας ακόμα σκούπισε τα χείλια του Τιμ που με σπασμωδικές κινήσεις και τα πάντα γουρλωμένα μάτια του προσπάθησε να τη σταματήσει.

    Ν: «Έλα σοβαρέψου» του είπε και γέλασε ξανά «δεν είναι τίποτα, απλά λίγος εμετός»

    Τ: «Δεν ξέρω γιατί... Δεν ξέρω τι...»

    Ν: «Έλα να κάνουμε κάτι να νιώσεις καλύτερα»

    Τ: «Τι εννοείς? Τι θα κάνουμε?»

    Ν: «Μα θα προσευχηθούμε φυσικά!»

    Τα μάτια του Τιμ γούρλωσαν. Με τα χέρια της τώρα πάνω στα γόνατά του και το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσά τους, άρχισε να ψιθυρίζει ρυθμικά:

    «Drive boy, dive boy
    Dirty numb angel boy
    In the doorway boy
    She was a lipstick boy
    She was a beautiful boy
    And tears boy
    And all in your inner space boy
    You had
    Hand girls boy
    And steel boy
    You had chemicals boy
    I've grown so close to you
    Boy and you just groan boy
    She said come over, come over

    She smiled at you boy
    Drive boy, dive boy
    Dirty numb angel boy
    In the doorway boy
    She was a lipstick boy
    She was a beautiful boy
    And tears boy
    And all in your inner space boy
    You had
    Hand girls’ boy
    And steel boy (12)

    Αμήν»

    Τ: «Μα τι ήταν αυτό?» ρώτησε ο Τιμ που όση ώρα η Ντόνα ψιθυριζε το τραγούδι δεν είχε τολμήσει να κουνήσει τον παραμικρό μυ.

    Ν: «Ach παπά, πρέπει να φτιάξεις το μουσικό σου γούστο αλλιώς θα περάσετε μία πολύ βαρετή αιωνιότητα εκεί πάνω»

    H Nτόνα χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Έφερε τις παλάμες
    του κοντά της και φίλησε το εσωτερικό τους, ακριβώς στο κέντρο, πρώτα
    τη μία και μετά την άλλη. Σηκώθηκε αργά και τίναξε τη φούστα της ενώ περίμενε να τελειώσει μία σκέψη. Κοίταξε τον Τιμ. Τα μάτια του ήταν ακόμα γουρλωμένα και το στόμα του λίγο ανοιχτό. Το στέρνο του
    ανεβοκατέβαινε λίγο πιο αργά. Γύρισε την πλάτη της και άρχισε να περπατάει προς το δρόμο.

    Τ: «Μα το παιχνίδι!» αναφώνησε ο Τιμ «Δεν τελειώσαμε το παιχνίδι! Δεν θα μου πεις ποιος είμαι εγώ?»

    Ν: «Μα δεν ξέρω ποιος είσαι παπά» απάντησε με δύναμη η Ντόνα χωρίς να
    να γυρίσει προς το μέρος του «Δεν ξέρω ποιος είσαι...Εσύ, ξέρεις?»

    Τ: «Το όνομά σου! Δεν μου είπες το όνομά σου!»

    H Ντόνα δεν απάντησε.

    Τ: «Και τι θα κάνω τώρα?!» φώναξε ο Τιμ καθώς το σώμα του πεταγόταν από το παγκάκι.

    H Nτόνα σταμάτησε απότομα, μπροστά της ήταν το παγκάκι στο οποίο ξεκουράζονταν το άγαλμα του Άλαν Τούρινγκ, που στο δεξί του χέρι κρατάει ένα μήλο. ‘Σωστά!΄σκέφτηκε ήταν άλλωστε στο Sackville Gardens (13). Ένα μήλο, αυτό του είχαν δώσει οι δημιουργοί του, να τον συντροφεύει σε όλη την αιωνιότητα, αλλά τουλάχιστον το ένα του χέρι, δεν ήταν άδειο. Αναστέναξε, και με όλη της τη δύναμη έπιασε το κεφάλι του αγάλματος και το φίλησε στο πιο ψηλό σημείο του. Με τόση δύναμη, με τόση ένταση που ο ήχος έφτασε μέχρι τα αυτιά του Τιμ.

    Ν: «Ταξίδεψε παπά! Ταξίδεψε!» σήκωσε τα χέρια της ψηλά με τις παλάμες
    ανοιχτές προς τον ουρανό, και με όλη της τη δύναμη άρχισε να φωνάζει ‘Drive boy, dive boy, dirty numb angel boy, in the doorway boy, she was a lipstick boy, she was a beautiful boy, and tears boy, and all in
    your inner space boy, you had, hand girls boy, and steel boy, you had chemicals boy, i've grown so close to you, boy and you just groan boy, she said come over, come over’ συνέχισε να περπατάει τραγουδώντας
    μέχρι που το σκοτάδι του υπόγειου πάρκινγκ την κατάπιε.

    Ο Τιμ πήρε μία βαθιά ανάσα. Χωρίς να το καταλάβει, το κεφάλι του είχε σηκωθεί ψηλά, προς τον ουρανό, και του πήρε μερικά λεπτά πριν συνειδητοποιήσει ότι έβλεπε βαθιά μέσα στον ορίζοντα να αναδύεται το πρώτο φως της μέρας. Κοίταξε προς το σημείο που είχε χαθεί η Ντόνα. Κούνησε το κεφάλι του, και μουρμουρίζοντας τη μελωδία άρχισε να
    περπατάει. Χωρίς να ξέρει πως, χωρίς να ξέρει γιατί, είχε ήδη αποφασίσει ότι το πρώτο του ταξίδι θα ήταν να βρει αυτό το τραγούδι.

    «Ταξίδεψε παπά!» είπε στον εαυτό του γελώντας και χάθηκε πίσω από τα
    ψηλά δέντρα του πάρκου.
     
  9. _voltage_

    _voltage_ Ιδιόκτητη. Premium Member Contributor

    ΣτΣ:

    (1 – Satan’s Hollow: Κλάμπ στο Μάντσεστερ)

    (2 – Bank Holiday: Μέρα αργίας στην Αγγλία)

    (3 - Coilíneach (ιρλανδικά): άτομο με αποικιοκρατική νοοτροπία / άτομο
    με αποικιοκρατική στάση)

    (4 – sausage roll)

    (5 – Ach: επιφώνημα που χρησιμοποιείται στην Ιρλανδία για να εκφράσει
    παραίτηση, ελαφριά απογοήτευση ή υποβάθμιση μιας κατάστασης, παρόμοιο
    με το «αχ», «ωχ» ή «έλα μωρέ»)

    (6 – street pastors: εκπαιδευμένος χριστιανός (συνήθως προτεστάντης)
    εθελοντής που περιπολεί σε περιοχές νυχτερινής ζωής για να προσφέρει
    πρακτική βοήθεια, υποστήριξη και μια καθησυχαστική παρουσία σε
    ανθρώπους σε δημόσιους χώρους, ιδιαίτερα τη νύχτα)

    (7 – διάσημος διάλογος από την ταινία μικρού μήκους ‘Dinner for one’ (1963))

    ( 8 – Stiff upper lip: η διατήρηση ψυχραιμίας και αυτοσυγκράτησης,
    ιδιαίτερα σε δύσκολες ή δυσάρεστες καταστάσεις, χωρίς να δείχνει
    κανείς τα συναισθήματά του – έκφραση που συχνά χρησιμοποιούν οι Άγγλοι
    / που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν την Αγγλική ιδιοσυγκρασία)

    (9 – pub crawl: έκφραση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει
    δραστηριότητα κατά την οποία μια ομάδα ανθρώπων επισκέπτεται διαδοχικά
    πολλά μπαρ ή παμπ σε μια βραδιά, πίνοντας συνήθως ένα ποτό σε κάθε
    μέρος)

    (10 –

    Το «καθεστώς Ειδικής Κατηγορίας»: η αναγνώριση κρατουμένων ως
    πολιτικών αιχμαλώτων, και όταν αφαιρέθηκε οι κρατούμενοι
    αντιμετωπίζονταν πλέον σαν συνήθεις ποινικοί κρατούμενοι, χωρίς ειδικά
    προνόμια ή αναγνώριση της πολιτικής τους ταυτότητας.

    Διαμαρτυρία “No-Wash”: μια μορφή αντίστασης των γυναικών κρατουμένων
    στην HM Armagh, κατά την οποία αρνήθηκαν να πλένονται ή να καθαρίζουν
    τα κελιά τους, χρησιμοποιώντας τη σωματική τους κατάσταση ως μέσο
    διεκδίκησης πολιτικής ταυτότητας και αξιοπρέπειας)

    (11-Troubles: μια περίοδος ένοπλης και πολιτικής σύγκρουσης στη Βόρεια
    Ιρλανδία (τέλη 1960s–1998), που αφορούσε διαμάχες μεταξύ
    εθνικιστικών/καθολικών και συντηρητικών/προτεσταντικών κοινοτήτων, με
    την εμπλοκή παραστρατιωτικών ομάδων και των βρετανικών δυνάμεων,
    προκαλώντας χιλιάδες θανάτους και τραυματισμούς.)

    (12 – Underworld: Born Slippy)

    (13 – Sackville Gardens: Πάρκο στο Μάντσεστερ που στεγάζει το άγαλμα
    του Άλαν Τούρινγκ)