Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Mr Greg

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 15 Μαρτίου 2026.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Είχα έρθει σ αυτή τη γειτονιά εδώ και τρία χρόνια. Με τον φίλο μου τον Βλαντ είχαμε πάρει αυτό το παλιό σπίτι. Κάναμε συμφωνία με τον ιδιοκτήτη να το ανακαινίσουμε και για πέντε χρόνια να μη πληρώνουμε ενοίκιο. Είμαι πενήντα πέντε έτων, έχω μεγαλώσει στη Ρωσία αλλά τα τελευταία είκοσι χρόνια ζω στην Ελλάδα. Ασχολούμαι με επισκευές αυτοκινήτων. Ο φίλος μου ο Βλαντ είναι μερικά χρόνια νεότερος, εργάζεται σε ένα εργοστάσιο. Είναι χωρισμένος με δυο παιδιά. Τους στέλνει λεφτά πίσω στη πατρίδα.

    Πιο πάνω έχει ένα σπίτι. Όταν είχαμε έρθει ήταν άδειο. Μετά από αρκετούς μήνες ήρθε ένας νεαρός και μένει. Μάθαμε πως οι γονείς του δεν ζουν πια και πως ο ίδιος έχει μεγαλώσει στη γειτονιά. Τον βλέπω τον νεαρό, κοντά στα τριάντα, φαίνεται ήσυχος, συνεσταλμένος.

    Ήταν βράδυ του Αυγούστου από αυτά που σκάει ο τζίτζικας. Είχα αράξει στην αυλή. Έπινα λίγο κρασάκι Ακούστηκε ένας ήχος, ελαφρύς και τσιριχτός και μετά ένα βογγητό. Μετά ξανά και ξανά το ίδιο. Κοιταχτήκαμε με τον Βλαντ.
    «Κάποιος πρέπει να περνάει καλά» μου είπε
    «Νομίζω ότι κάποιος μαστιγώνεται» του απάντησα. Έκανε να ακούσει καλύτερα, γέλασε το αφήσαμε. Ο Βλαντ πήγε για ύπνο. Βγήκα να πετάξω τα σκουπίδια, κοίταξα προς τα πάνω, από εκεί που ακούγονταν τα βογγητά. Είδα έναν άντρα, κοντά στην ηλικία μου, να βγαίνει από το σπίτι του νεαρού. Φαινόνταν χαρούμενος. Κάπου τον ξέρω.

    Πέρασαν μερικές μέρες. Ο νεαρός όποτε πέρναγε από μπροστά μου χαμήλωνε το βλέμμα του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου άρεσε πολύ. Εκείνο το βράδυ θα πήγαινα σε ένα μίτινγκ ενός βδσμ φόρουμ που συμμετείχα.
    Γνώρισα αρκετά αξιόλογα άτομα και μερικές πανέμορφες υποτακτικές. Τότε τα μάτια μου διασταυρώθηκαν με αυτόν τον μυστήριο άνδρα, που είχα δει εκείνο το βράδυ. Δεν με σταμάταγε τίποτα τώρα, πήγα να του μιλήσω. Πιάσαμε τη κουβέντα, του έδειξα που μένω και χωρίς να το προσπαθήσω και πολύ.

    «Ναι εκείνο το βράδυ τον μαστίγωσα» μου παραδέχθηκε.
    «Είναι μαζοχιστής ή υποτακτικός;» τον ρώτησα.
    «Υποτακτικός και με λίγη δουλειά γίνεται σκλάβος»
    Μου άρεσε ότι άκουγα. Του ζήτησα να μου πει και άλλα. Με πληροφόρησε ότι βγήκε από μία σχέση 24/7, πως είναι ο τύπος που είναι σκλάβος και φέρεται έτσι όχι μόνο για την καύλα.
    «Αν τον αναλάβεις θα περάσεις καλά»
    «Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα θα ήθελα να τον δοκιμάσω» του απάντησα.
    «Να τον δέρνεις» μου είπε πριν με χαιρετήσει. Εκείνο το βράδυ έφυγα με χαρά για το σπίτι.

    Την άλλη μέρα έπλενα το αμάξι. Τον είδα να πλησιάζει.
    «Δεν είναι σωστό να περνάς μπροστά από έναν Κύριο και να μην χαιρετάς» του είπα και γέμισε με τύψεις. Τον είδα να κοκκινίζει. Τα μάγουλα του. Έσκυψε το βλέμμα του χαμηλά.
    «Μήπως θα πρέπει να σε μαστιγώσω για να λες μια καλημέρα;» του είπα και τώρα ήξερα ότι τον είχα ισοπεδώσει.
    «Δεν...Δεν..» ψέλλιζε
    «Σκάσε, πάμε μέσα» του είπα και πήγα προς το σπίτι, άκουγα τα βήματα που με ακολουθούσε. Περάσαμε τη πόρτα, κλεισαμε. Ο Βλαντ ήταν εκεί.

    «Βγάλε τα ρούχα σου να σε δούμε πως είσαι» του είπε ο Βλαντ
    «Όχι.. όχι δε θέλω» απάντησε και του άστραψα ένα γερό χαστούκι. Ο βλαντ έφερε δύο μεγάλες χοντρές δερμάτινες λουρίδες.
    «Γδύσου να σε μαστιγώσουμε, έχουμε και δουλειές» του είπε ξερά και ο νεαρός έβαλε τα κλάματα. Έβγαλε τα ρούχα του και κοντοστάθηκε.
    Πήρα τη λουρίδα και άρχισα να τον χτυπάω στο κώλο. Ζήτησα από τον φίλο μου να του δέσει τα χέρια και τον μαστιγώσαμε παρέα. Ούρλιαζε, ικέτευε δεν δείξαμε κανένα έλεος. Όταν σταματήσαμε ο νεαρός έκλαγε είχε κοκκινίσιε όλο του το κορμί.

    «Ντύσου, σε λίγες μέρες θα ξαναέρθεις!
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Έφυγε ο νεαρός για το σπίτι του. Τον κοίταζα που περπάταγε. Κοίταξε μερικές φορές προς τα πίσω. Μίλησα με τον Βλαντ. Ήταν ταραγμένος, ενθουσιασμένος.

    «Γκρεγκ δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά έτσι» μου είπε. Του χαμογέλασα.

    «Λες να ξαναέρθει;» με ρώτησε. Πήρα το ζωνάρι από το πάτωμα. Το μάζεψα.

    «Ναι, αλλά τώρα χρειάζεται τον χρόνο του.»

    «Λες να τρόμαξε;»

    «Σίγουρα. Αλλά η σύγκρουση που έχει μέσα του, ανάμεσα σε αυτό που είναι πραγματικά και αυτό που ζει είναι ισχυρή.»

    «Το ήθελε έτσι;» Ο φίλος μου ήταν ανασφαλής. Δεν το είχε ξανακάνει.

    «Δεν τον ανάγκασα να έρθει, τον προσκάλεσα και με ακολούθησε. Αλλά θα πάω να του μιλήσω»

    Άφησα τον Βλαντ εκεί. Πήγα προς το σπίτι του. Χτύπησα το κουδούνι. Ο νεαρός δεν απάντησε αμέσως. Χτύπησα ξανά.

    «Παρακαλώ» ακούστηκε στο θυροτηλέφωνο.

    «Κατέβα λίγο να μιλήσουμε» του είπα

    «Κύριε Εσείς;» γέλασα. Ο νεαρός κατέβηκε. Άνοιξε ίσα ίσα τη πόρτα. Κατέβηκε γυμνός. Μπήκα εγώ μέσα. Χωρίς να του το ζητήσω καν γονάτισε κι έβαλε το κεφάλι του στο πάτωμα. Αυτό το παληκάρι δεν ήταν καθόλου μπερδεμένο, απλά θέλει εκπαίδευση.

    «Ήθελα να επιβεβαιώσω, πως ότι έγινε, έγινε με την άδεια σου. Γιατί το ήθελες»

    »Μάλιστα Αφέντη» απάντησε και τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα.

    «Τι έπαθες;» τον ρώτησα.

    «Νοιάζεστε πραγματικά» τον κοίταξα για λίγο. Πάγωσε το βλέμμα μου. Ήθελα να τον πάρω εκεί όπως ήταν στα γόνατα. Συγκρατήθηκα.

    «Εντάξει» του είπα κι έφυγα. Γύρισα στο σπίτι. Ο Βλαντ είχε κάνει μπάνιο. Τον είδα που είχε καυλώσει.

    «Του μίλησες;» μου είπε.

    «Ναι. Εμφανίστηκε μόνος του γυμνός και γονατιστός.»

    «Έπρεπε να έρθω μαζί σου, θέλω να τον γαμήσω»

    «Ηρέμησε θα το κάνεις συνέχεια αυτό»



    Το αφήσαμε πίσω μας αυτό. Πέρασαν μερικές μέρες. Ο νεαρός περνούσε μας χαιρετούσε και περίμενε. Πάντα περίμενε κάτι που δεν του το λέγαμε. Πέρασαν μερικές μέρες ακόμα. Τον έβλεπα που σχεδόν έτρεμε. Καθόμουν στο παγκάκι. Ήρθε κοντά μου.



    «Σας παρακαλώ» μου είπε. Τον κοίταξα. Έλιωνε. Φορούσε ένα λευκό μπλουζάκι κι ένα λευκό σορτσάκι.

    «Πήγαινε σπίτι σου. Βγάλε το βρακί σου και κλείσε το σπίτι. Μετά έλα σε εμάς» του είπα και του έδειξα να φύγει. Χαμογέλασε. Αλλά δεν ήξερε τι τον περίμενε. Ούτε εγώ ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να το καθυστερώ άλλο. Πήγα στο σπίτι. Ο Βλαντ είδε που του μίλησα.

    «Του ζήτησα να έρθει, θέλω να ξεκινήσουμε»

    «Θα αντέξει;»

    «Όχι, αλλά θα τον εκπαιδεύσουμε»



    Δεν πέρασαν περισσότερα από δεκαπέντε λεπτά. Ο νεαρός ήρθε. Του άνοιξα τη πόρτα. Έδειχνε χαμένος.

    «Γδύσου» του είπε ο Βλαντ. Ο νεαρός υπάκουσε αμέσως. Έβγαλε τα ρούχα του. Το σώμα του είχε ακόμα μερικές ζωνιές. Ήταν όμορφος όμως. Λευκό δέρμα. Αδύνατος. Άτριχος. Το κορμί του σφιχτό, αλλά το δέρμα του μαλακό.

    Ο Βλαντ τον άρπαξε από το μαλλί και τον πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι. Τον έριξε μπρούμυτα, πήρε ένα μαστίγιο κι άρχισε να τον χτυπάει υπερβολικά δυνατά. Ο νεαρός βόγγαγε, άρχισε να κλαίει από τον πόνο. Δεν ζητούσε έλεος όμως. Μονάχα κλαψούριζε. Η εικόνα του. Το μαστίγιο να του τσακίζει το κορμί με είχε συνεπάρει. Πήγα κοντά του. Του χάιδεψα το κεφάλι. Τα μάγουλά του μούσκεμα από τα δάκρυα.

    «Βλαντ χτύπα τον πιο δυνατά» είπα με βαριά δυνατή φωνή. Ο νεαρός ένιωσε χαμένος. Νόμιζε πως δεν θα άντεχε άλλο. Ο Βλαντ έβαζε πραγματικά πολύ δύναμη. Έβγαλε τη μπλούζα του για να έχει πιο άνετες κινήσεις. Ο φίλος μου ζούσε τη δική του νιρβάνα. Στόχευε ψηλά τη πλάτη του μικρού μας. Σταμάτησε όπως διέταξα. Γύρισα τον νεαρό ανάσκελα. Η πλάτη του τον έκαιγε.

    «Άνοιξε το στόμα σου» του είπα και καθοδήγησα τον Βλαντ να βάλει το καυλί του στο στόμα του. Ο Βλαντ ήταν άπειρος με αυτά. Πρώτη φορά με άνδρα, αλλά αυτό εδώ δεν το λες άνδρα το λες αντικείμενο, εμένα μου αρέσει να το λέω σκουπίδι.



    Το σκουπίδι άνοιξε το στόμα του όσο πιο πολύ μπορούσε και το πήρε μέσα του. Ο φίλος μου τον πίεζε δυνατά. Έβλεπα το καυλί να χτυπάει στη βάση του λαιμού του νεαρού.

    «Πιο δυνατά Βλαντ, για αυτό το έχουμε. Να το γαμάς όσο θες όποτε θες το σκουπίδι» Ο νεαρός έβαλε τα κλάματα από τη ντροπή του όταν τον είπα σκουπίδι. Δάκρυα και σπέρμα παντού. Πήγα να βάλω μια βότκα. Τους άφησα μόνους. Άκουσα που τον χαστούκιζε. Πήγα μετά από λίγο. Το σκουπίδι ήταν μπρούμυτα και Βλαντ το γαμούσε σκληρά. Το είχε καβαλήσει και του έδινε να καταλάβει. Αυτός ο νεαρός είχε προοπτικές, πολλές. Πήρα το μαστίγιο μου, ένα δερμάτινο μιας λουρίδας. Είχα σκοπό να τον τσακίσω απόψε. Ήταν η σειρά μου!
     
  3. sfougokolarios

    sfougokolarios Regular Member

    Ki εμένα μου αρεσει να με λένε "σκουπίδι", έτσι νιώθω άλλωστε. Σαν σκουπίδι. @slave32 μας έχεις εγκαταλείψει...
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Πλησίασα στο κρεβάτι με αργά, σταθερά βήματα. Ο Βλαντ παραμέρισε, ανασαίνοντας βαριά, με το σώμα του να γυαλίζει από τον ιδρώτα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω μου, περιμένοντας να δει πώς θα χειριζόμουν το «κτήμα» μας.

    Το σκουπίδι ήταν εκεί, παραδομένο, με την πλάτη του να έχει γίνει ένας κατακόκκινος χάρτης από τα χτυπήματα του Βλαντ. Ύψωσα το χέρι μου. Η δερμάτινη λωρίδα σφύριξε στον αέρα πριν προσγειωθεί με έναν ξερό, μεταλλικό ήχο ακριβώς πάνω στις προηγούμενες πληγές.

    Ο νεαρός τινάχτηκε. Έβγαλε μια κραυγή που πνίγηκε στο μαξιλάρι, αλλά τα δάχτυλά του γραπώθηκαν στα σεντόνια. Δεν προσπάθησε να ξεφύγει.

    «Κοίτα τον, Βλαντ», είπα σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, ενώ το μαστίγιο έβρισκε ξανά τον στόχο του. «Δεν είναι άνθρωπος πια. Είναι ένα δοχείο για τον πόνο μας. Ένα εργαλείο για την ηδονή σου.»

    Τον άρπαξα από τα μαλλιά και του τράβηξα το κεφάλι προς τα πίσω, αναγκάζοντάς τον να με κοιτάξει. Τα μάτια του ήταν θολά, υγρά, χαμένα μέσα σε μια δίνη υποταγής.

    «Πες το», τον διέταξα. «Πες τι είσαι.»

    «Είμαι... είμαι το σκουπίδι σας, Αφέντη...» ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, ενώ ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του.

    «Πιο δυνατά!»

    «Είμαι το σκουπίδι σας!» ούρλιαξε αυτή τη φορά, και η φωνή του έσπασε.

    Άφησα το μαστίγιο στην άκρη και έκανα νόημα στον Βλαντ. Εκείνος πλησίασε ξανά, με το βλέμμα του γεμάτο από μια άγρια ικανοποίηση. Η εκπαίδευση είχε μόλις αρχίσει. Αυτή η νύχτα δεν θα τελείωνε σύντομα. Θα τον σπάγαμε κομμάτι-κομμάτι, μέχρι να μην μείνει τίποτα άλλο μέσα του εκτός από την ανάγκη να μας υπηρετεί.

    Γύρισα και έβαλα άλλο ένα ποτήρι βότκα, ακούγοντας πίσω μου τον ήχο της σάρκας που συγκρούεται με τη σάρκα και τους λυγμούς που σιγά σιγά μετατρέπονταν σε κάτι άλλο, κάτι πιο βαθύ και σκοτεινό.

    «Βλαντ», φώναξα χωρίς να γυρίσω, «μην τον λυπηθείς. Απόψε του ανήκει μόνο ο πόνος.»
    Το επόμενο πρωί, ο νεαρός μας σέρβιρε το πρωινό με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα σημάδια από το χθεσινό μαστίγωμα φαινόντουσαν κάτω από το λευκό του μπλουζάκι, που είχε κολλήσει πάνω στις πληγές του. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς άφηνε τους καφέδες στο τραπέζι.

    «Λοιπόν, πώς αισθάνεσαι σήμερα;» τον ρώτησε ο Βλαντ, κοιτάζοντάς τον με ένα ειρωνικό χαμόγελο.

    Ο νεαρός σταμάτησε και τα μάτια του γέμισαν αμέσως δάκρυα. Δεν ήταν από φόβο, ήταν από μια περίεργη ευγνωμοσύνη που μόνο κάποιος στην κατάστασή του μπορεί να νιώσει. Γονάτισε ανάμεσά μας, ακουμπώντας τα χέρια του στα πόδια μου.

    «Σας ευχαριστώ...» ψιθύρισε. «Κύριε Γκρεγκ, σας παρακαλώ. Μη με διώξετε. Θέλω να είμαι σκλάβος σας. Θέλω να μου κάνετε ό,τι θέλετε, αρκεί να ανήκω κάπου. Είμαι δικός σας.»

    Τον κοίταξα για λίγο σιωπηλός. Η υποταγή του ήταν απόλυτη και ειλικρινής. Η ανάγκη του να τον ορίζουμε εμείς τον είχε κυριεύσει.

    «Θέλεις να είσαι σκλάβος;» του είπα και η φωνή μου ακούστηκε βαριά. «Τότε θα μάθεις ότι το σώμα σου δεν σου ανήκει πια.»

    Τον άρπαξα από το σβέρκο και τον ανέβασα πάνω στο τραπέζι, παραμερίζοντας τα πιάτα με μια απότομη κίνηση. Του κατέβασα το σορτσάκι. Ο Βλαντ σηκώθηκε και στάθηκε από πάνω του, απολαμβάνοντας το θέαμα.

    Τον πήδηξα σκληρά, εκεί πάνω στο τραπέζι του πρωινού, χωρίς προκαταρκτικά, χωρίς καθυστερήσεις. Ήθελα να νιώσει την ισχύ μου, να καταλάβει ότι από εδώ και πέρα αυτή θα είναι η καθημερινότητά του. Ο νεαρός έβγαζε πνιγμένους ήχους, το κεφάλι του χτυπούσε πάνω στο ξύλο, αλλά δεν προσπάθησε να αντισταθεί ούτε μια στιγμή. Αντίθετα, πίεζε το σώμα του πάνω μου, ζητώντας κι άλλο.

    Ο Βλαντ του έπιασε τα χέρια και τα κράτησε σφιχτά πίσω από την πλάτη του.

    «Αυτό ήθελες, ε;» του ψιθύρισε ο Βλαντ. «Να σε έχουμε για να ξεσπάμε πάνω σου;»

    «Ναι... ναι Αφέντη!» ούρλιαξε ο νεαρός μέσα σε λυγμούς.

    Όταν τελείωσα, τον άφησα να ανασαίνει βαριά πάνω στο τραπέζι, μέσα στα σπέρματα και τον ιδρώτα.

    «Μάζεψέ τα τώρα», του είπα ψυχρά καθώς άναβα τσιγάρο. «Και μετά πήγαινε να περιμένεις γυμνός στη γωνία του δωματίου μέχρι να σε φωνάξουμε ξανά. Η εκπαίδευσή σου ξεκίνησε.»

    Μας κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο λατρεία, παρά τον πόνο, και άρχισε να καθαρίζει το τραπέζι όπως του ζήτησα.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Τον φέραμε στο σαλόνι. Ο χώρος ήταν άδειος στο κέντρο, ιδανικός για αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ο Βλαντ κάθισε στην πολυθρόνα με ένα ποτήρι στο χέρι, έτοιμος να παρακολουθήσει το «μάθημα».

    «Λοιπόν, σκουπίδι, άκου προσεκτικά», του είπα και στάθηκα μπροστά του. «Από εδώ και πέρα, δεν θα κινείσαι όπως θέλεις. Κάθε σου κίνηση, κάθε σου στάση, θα δείχνει τι είσαι.»

    1. Το Βασικό Γονάτισμα «Πρώτα απ' όλα, το γονάτισμα. Κατέβα κάτω.» Ο νεαρός έπεσε στα γόνατα αδέξια. «Όχι έτσι», τον διέταξα και του έδωσα μια ελαφριά σπρωξιά στον ώμο για να χάσει την ισορροπία του. «Τα γόνατα πρέπει να είναι σε απόσταση, στο άνοιγμα των ώμων σου. Οι πατούσες σου να είναι ενωμένες πίσω, με τα δάχτυλα να ακουμπούν το πάτωμα. Η πλάτη σου ίσια σαν λαμπάδα. Θέλω να νιώθεις το βάρος σου στις φτέρνες σου.»

    Τον ανάγκασα να μείνει έτσι για μερικά λεπτά. Το σώμα του άρχισε να τρέμει από την προσπάθεια να κρατήσει την ισορροπία του.

    2. Η Στάση των Χεριών «Τα χέρια σου», συνέχισα, «δεν θα κρέμονται ποτέ. Ή θα είναι δεμένα πίσω από την πλάτη σου, ή θα ακουμπούν στους μηρούς σου με τις παλάμες προς τα πάνω, έτοιμα να δεχτούν ό,τι σου δώσουμε. Δείξε μου.» Έβαλε τις παλάμες του στους μηρούς του. Του τις χτύπησα ελαφρά. «Πιο ψηλά. Θέλω να φαίνεσαι ανοιχτός και παραδομένος.»

    3. Το Κεφάλι και το Βλέμμα «Και το κυριότερο: Το κεφάλι. Ποτέ δεν κοιτάς τον Αφέντη στα μάτια αν δεν σου το ζητήσω. Το κεφάλι είναι πάντα σκυμμένο, το πηγούνι να ακουμπά σχεδόν στο στήθος. Είσαι ένα τίποτα μπροστά μας. Κατάλαβες;»

    «Μάλιστα... Αφέντη», ψιθύρισε.

    «Δεν σε άκουσα!» φώναξε ο Βλαντ από την πολυθρόνα. «Μάλιστα Αφέντη!» φώναξε πιο δυνατά, με τη φωνή του να σπάει.

    4. Η Στάση "Πάγκος" «Τώρα, δείξε μου πώς θα γίνεις έπιπλο», του είπα. «Στα τέσσερα. Αλλά θέλω τον θώρακα να ακουμπάει το πάτωμα και τον πισινό σου ψηλά. Τα χέρια τεντωμένα μπροστά. Αυτή είναι η στάση που θα παίρνεις όταν ο Βλαντ ή εγώ θέλουμε να σε χρησιμοποιήσουμε για να ακουμπήσουμε κάτι... ή για να σε γαμήσουμε.»

    Πήρε τη στάση. Ήταν όμορφος έτσι, παραδομένος, με τις ζωνιές στην πλάτη του να τονίζουν την υποταγή του. Ο Βλαντ σηκώθηκε και ήρθε από πάνω του. «Φαίνεται σταθερός, Γκρεγκ», είπε ο Βλαντ και ακούμπησε το πόδι του στην πλάτη του νεαρού, πιέζοντάς τον προς τα κάτω. «Θα αντέξει πολλές ώρες έτσι.»

    «Θα αντέξει γιατί αυτό είναι το μόνο που του απέμεινε», απάντησα. «Μείνε εκεί, σκουπίδι. Μην κουνηθείς ούτε χιλιοστό μέχρι να σου πω εγώ. Αν δω το κορμί σου να σαλεύει, το μαστίγιο θα ξαναβγεί από τη θήκη του.»

    Τον αφήσαμε εκεί, στο κέντρο του δωματίου, να λειτουργεί ως διακοσμητικό, ενώ εμείς συνεχίζαμε να μιλάμε σαν να μην υπήρχε άνθρωπος στον χώρο. Ήταν το πρώτο μάθημα: Η απόλυτη ακινησία και η απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης.
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Πέρασαν τέσσερις ώρες. Ο νεαρός ήταν ακόμα στην ίδια στάση, αλλά το κορμί του είχε αρχίσει να τον προδίδει. Τα γόνατά του είχαν γίνει κατακόκκινα και έβγαζαν μια έντονη κάψα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Τον έβλεπα που ίδρωνε και τα πόδια του έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Κάποια στιγμή άρχισε να σφίγγεται, να κλείνει τους μηρούς του και να βγάζει κάτι μικρούς, πνιχτούς ήχους.

    Ο Βλαντ τον πλησίασε και του έριξε μια κλοτσιά στον μηρό.

    «Σου είπα να μείνεις ακίνητος, ρε! Τι σπαρταράς έτσι;»

    «Αφέντη... σας παρακαλώ...» ψιθύρισε ο νεαρός, με τα δάκρυα να τρέχουν πια κανονικά. «Δεν αντέχω... θέλω... θέλω να κατουρήσω...»

    Πήγα κοντά του και του τράβηξα τα μαλλιά για να με κοιτάξει.

    «Πρώτον, δεν μιλάς αν δεν σε ρωτήσουμε. Δεύτερον, εδώ μέσα δεν έχει "θέλω". Εδώ μέσα έχει μόνο ό,τι σου επιτρέπουμε εμείς. Κατάλαβες, σκουπίδι;»

    «Ναι... Αφέντη... συγγνώμη...»

    «Για να πας στην τουαλέτα, πρέπει να ζητήσεις άδεια με τον σωστό τρόπο», του είπα ψυχρά. «Θα πεις: "Σκουπίδι ικετεύει τους Αφέντες του για την άδεια να ανακουφιστεί". Πες το!»

    Ο νεαρός κατάπιε το σάλιο του, προσπαθώντας να κρατηθεί για να μη λερώσει το πάτωμα. Η ανάγκη του τον έκαιγε περισσότερο από τα γόνατά του.

    «Σκουπίδι... ικετεύει... τους Αφέντες του... για την άδεια να ανακουφιστεί...»

    «Δεν σε άκουσα, πιο δυνατά!» του φώναξε ο Βλαντ και του πάτησε το ένα γόνατο με την μπότα, πιέζοντάς το πάνω στο φλεγόμενο δέρμα.

    «Σκουπίδι ικετεύει τους Αφέντες του για την άδεια να ανακουφιστεί! Σας παρακαλώ!» ούρλιαξε από τον πόνο και την απόγνωση.

    Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα, απολαμβάνοντας την ταπείνωσή του.

    «Βλαντ, άφησέ τον να πάει», είπα τελικά. «Αλλά θα πάει στα τέσσερα μέχρι την τουαλέτα. Και θα κατουρήσει γονατιστός, σαν το σκυλί που είναι. Αν στάξει έστω και μια σταγόνα έξω, θα γλείψει όλο το πάτωμα του μπάνιου.»

    Ο νεαρός ξεκίνησε να σέρνεται στα τέσσερα, με τα γόνατά του να σέρνονται πάνω στο ξύλο, βγάζοντας βογγητά πόνου.

    «Γρήγορα!» του φώναξα. «Και μετά γύρνα αμέσως εδώ. Η εκπαίδευση δεν τελείωσε. Τώρα θα μάθεις πώς να μας υπηρετείς ενώ εμείς τρώμε.»
     
  7. slave32

    slave32 Contributor

    Ο νεαρός επέστρεψε σέρνοντας τα γόνατά του, που πλέον είχαν αρχίσει να βγάζουν υγρά από την τριβή με το ξύλο. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, αλλά το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο στο πάτωμα, όπως τον είχαμε δασκαλέψει.

    Κάτσαμε στο τραπέζι. Είχαμε παραγγείλει φαγητό και το είχαμε απλώσει μπροστά μας. Η μυρωδιά του κρέατος γέμισε τον χώρο. Ο νεαρός κατάπιε το σάλιο του, τον άκουσα.

    «Πεινάς, σκουπίδι;» τον ρώτησε ο Βλαντ, κόβοντας ένα κομμάτι μπριζόλα.

    «Όχι... Αφέντη...» ψιθύρισε, ξέροντας ότι αν έλεγε ναι, θα έτρωγε ξύλο.

    «Σωστά. Τα σκουπίδια δεν πεινάνε, τα σκουπίδια περιμένουν τις φλούδες», είπα εγώ και του έδειξα το μπουκάλι με το κρασί. «Γέμισε τα ποτήρια μας. Αλλά θα το κάνεις από το πάτωμα. Αν σηκώσεις τα γόνατά σου, θα σε δέσω στο κάγκελο της σκάλας για το υπόλοιπο της ημέρας.»

    Προσπάθησε να φτάσει το μπουκάλι πάνω από το τραπέζι ενώ ήταν γονατιστός. Τα χέρια του έτρεμαν από την κούραση και τον πόνο. Καθώς έσκυβε, το σορτσάκι του τραβήχτηκε και φάνηκαν οι μελανιές που του είχαμε αφήσει. Ο Βλαντ, χωρίς να τον προειδοποιήσει, του έριξε μια δυνατή σφαλιάρα στον πισινό.

    Ο νεαρός τινάχτηκε, το κρασί παραλίγο να χυθεί, αλλά συγκρατήθηκε. Έσφιξε τα δόντια του και δεν έβγαλε κιχ.

    «Μπράβο», του είπα ψυχρά. «Αρχίζεις να μαθαίνεις.»

    Του τράβηξα το πιάτο με τα κόκαλα και τα λίπη που είχαμε αφήσει στην άκρη. Το πέταξα στο πάτωμα, μπροστά στα γόνατά του.

    «Φάε. Χωρίς χέρια. Σαν το σκυλί που είσαι. Αν χρησιμοποιήσεις έστω και ένα δάχτυλο, θα σου το τσακίσω.»

    Ο νεαρός δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. Έσκυψε το κεφάλι του στο πάτωμα και άρχισε να τρώει τις αηδίες που του πετάξαμε. Ο Βλαντ έβαλε τα γέλια και άπλωσε το πόδι του, πατώντας το σβέρκο του νεαρού για να τον πιέσει περισσότερο προς τα κάτω.

    «Δες τον, Γκρεγκ. Του αρέσει. Είναι γεννημένος για να είναι στα πόδια μας.»

    Όταν τελείωσε, τον ανάγκασα να μας γλείψει τις μπότες για να καθαρίσει το στόμα του από τα λίπη.

    «Τώρα», του είπα σηκώνοντάς τον από τα μαλλιά, «θα πας στο δωμάτιο. Θα βγάλεις και το σορτσάκι. Θέλω να σε βρω δεμένο πισθάγκωνα στο κρεβάτι. Ο Βλαντ θέλει να συνεχίσει αυτό που άφησε το πρωί, κι εγώ θέλω να δοκιμάσω το καινούργιο μου μαστίγιο πάνω στο λευκό σου δέρμα. Δρόμο!»

    Έφυγε τρέχοντας στα τέσσερα, με το σώμα του να τρέμει από την προσμονή και τον τρόμο μαζί.

    «Γκρεγκ, απόψε θα τον σπάσουμε τελείως», μου είπε ο Βλαντ γεμίζοντας πάλι το ποτήρι του.

    «Αυτό είναι το σχέδιο», απάντησα. «Από αύριο, δεν θα θυμάται ούτε το όνομά του. Θα είναι μόνο το "σκουπίδι" μας.»