Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Λέσχη Αφεντάδων

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 8 Απριλίου 2026 at 04:12.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Μάριος έκλεισε τα τριάντα του χρόνια αθόρυβα, όπως ακριβώς ζούσε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που περπατούσαν στις μύτες των ποδιών τους για να μην ενοχλήσουν, που ζητούσαν συγγνώμη ακόμα κι όταν κάποιος άλλος έπεφτε πάνω τους στον δρόμο. Στη μικρή εισαγωγική εταιρεία όπου δούλευε ως υπάλληλος γραφείου τα τελευταία πέντε χρόνια, αυτή η ευγένεια είχε μετατραπεί στην αχίλλειο πτέρνα του.
    Και ο κύριος Στέφανος, ο εργοδότης του, ήξερε ακριβώς πώς να τη στοχεύει.
    Ο Στέφανος ήταν ένας άνθρωπος πληθωρικός, με φωνή που γεμάτιζε το δωμάτιο και μια έμφυτη ικανότητα να χειραγωγεί. Είχε καταλάβει από την πρώτη μέρα πως ο Μάριος έτρεμε τις συγκρούσεις. Έτσι, η σχέση τους χτίστηκε πάνω σε μια αόρατη, αλλά ασφυκτική ιεραρχία εξουσίας.

    Η καταπίεση δεν ερχόταν με φωνές ή κατάρες, αλλά με "φιλικά" χτυπήματα στην πλάτη και συναισθηματικούς εκβιασμούς.
    "Μαριούλη, σε σένα βασίζομαι, ξέρεις πώς είναι οι άλλοι... τεμπέληδες,"* του έλεγε, φορτώνοντάς του τον φάκελο με την απογραφή της αποθήκης, δουλειά που δεν ήταν καν στις αρμοδιότητές του.

    Και ο Μάριος, νιώθοντας το βάρος μιας στρεβλής ευθύνης, έσκυβε το κεφάλι. Έμενε στο γραφείο μέχρι τις οκτώ το βράδυ, αγνοώντας τα μηνύματα των φίλων του, τρώγοντας κρύα σάντουιτς μπροστά από μια οθόνη. Ο μισθός του παρέμενε ο ίδιος. Η αναγνώριση ερχόταν μόνο ως δόλωμα για την επόμενη αγγαρεία: "Εμείς είμαστε οικογένεια εδώ, Μάριε. Βάζουμε πλάτη στα δύσκολα."
    Με τον καιρό, ο Μάριος άρχισε να χάνει τον εαυτό του. Το πρωινό ξύπνημα συνοδευόταν από έναν κόμπο στο στομάχι. Η φωνή του Στέφανου ηχούσε στο κεφάλι του ακόμα και τα Σαββατοκύριακα. Είχε πειστεί πως δεν άξιζε κάτι καλύτερο, πως αν μιλούσε, θα καταστρεφόταν.

    Ήταν Παρασκευή, λίγο πριν τις πέντε το απόγευμα. Ο Μάριος μάζευε τα πράγματά του. Εκείνο το βράδυ είχε τα γενέθλιά του και είχε επιτέλους κανονίσει να βγει για μια μπύρα με τον αδερφό του.
    Η πόρτα άνοιξε με φόρα. Ο Στέφανος μπήκε μέσα κρατώντας τρία ντοσιέ.
    "Αγόρι μου, μας έτυχε στραβή με το τελωνείο," είπε πετώντας τα ντοσιέ πάνω στο γραφείο του Μάριου, σκεπάζοντας τα κλειδιά του. *"Θέλω να τα περάσεις όλα στο σύστημα μέχρι αύριο το μεσημέρι. Ξέρω ότι είναι Σάββατο, αλλά τι να κάνουμε, πόλεμος. Σε ευχαριστώ, σε σώζεις."
    Γύρισε την πλάτη να φύγει, σίγουρος για την αποδοχή. Δεν περίμενε καν απάντηση.
    Ο Μάριος κοίταξε τα ντοσιέ. Ένιωσε εκείνον τον γνώριμο κόμπο στον λαιμό, τον πανικό να τον κυριεύει. Σκέφτηκε να πάρει τον αδερφό του και να ακυρώσει, για εκατομμυριοστή φορά. Όμως, το βλέμμα του έπεσε στην οθόνη του υπολογιστή, όπου φαινόταν η ημερομηνία. Ήταν 30 χρονών. Είχε περάσει τη δεκαετία των είκοσι σκυμμένος.

    Δεν φώναξε. Δεν πέταξε τα ντοσιέ στον αέρα όπως κάνουν στις ταινίες. Η φύση του παρέμενε χαμηλών τόνων. Όμως, η φωνή του, αν και σιγανή, είχε μια σταθερότητα που τον εξέπληξε και τον ίδιο.
    "Κύριε Στέφανε."
    Ο εργοδότης του σταμάτησε στο κατώφλι και γύρισε, με μια έκφραση απορίας.
    "Δεν μπορώ να το κάνω αυτό το Σαββατοκύριακο," είπε ο Μάριος, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, αλλά δεν πήρε το βλέμμα του από πάνω του. "Σήμερα τελειώνει το ωράριό μου. Θα τα δω τη Δευτέρα το πρωί, με τη σειρά προτεραιότητας."
    Ο Στέφανος έμεινε άναυδος. Το στόμα του άνοιξε, ετοιμάστηκε να πει κάτι για "οικογένεια" και "υποχρεώσεις", αλλά η απόλυτη ηρεμία στο πρόσωπο του Μάριου δεν του άφησε περιθώριο. Ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί του δεν ήταν το συνηθισμένο του θύμα.
    "Καλά... εντάξει. Θα βρω άλλον να το κάνει,"μουρμούρισε τελικά ο Στέφανος, φανερά ενοχλημένος, και πήρε τα ντοσιέ με μια απότομη κίνηση.
    Όταν η πόρτα έκλεισε, το γραφείο βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Μάριος πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρώς, αλλά ο κόμπος στο στομάχι είχε εξαφανιστεί. Πήρε τα κλειδιά του, έκλεισε το φως και βγήκε έξω. Ο αέρας της Παρασκευής του φάνηκε πιο καθαρός από ποτέ. Δεν είχε αλλάξει τον κόσμο, ούτε είχε βρει καινούργια δουλειά – αυτό θα το ξεκινούσε από τη Δευτέρα. Αλλά είχε βρει κάτι πολύ πιο σημαντικό: τη φωνή του.

    Ο αέρας της Παρασκευής τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά αντί να τον αναζωογονήσει, λειτούργησε σαν χαστούκι. Μόλις η πόρτα της εισόδου έκλεισε πίσω του, η αδρεναλίνη που τον είχε κρατήσει όρθιο στο κατώφλι εξατμίστηκε μέσα σε δευτερόλεπτα. Στη θέση της, εγκαταστάθηκε ένας σκοτεινός, παγωμένος πανικός.
    Το στομάχι του δέθηκε κόμπος, πιο σφιχτός από ποτέ. «Τι έκανα;» σκέφτηκε, και η ανάσα του έγινε ρηχή. «Θα με απολύσει. Πώς θα πληρώσω το νοίκι; Ποιος θα με πάρει δουλειά στα τριάντα, αν φύγω έτσι;»
    Το κινητό στην τσέπη του δονήθηκε. Ήταν ο αδερφός του: "Πού είσαι ρε εορτάζοντα; Έχω πιάσει τραπέζι!"
    Τα δάχτυλα του Μάριου έτρεμαν τόσο πολύ που δυσκολευόταν να κρατήσει τη συσκευή. Τα μάτια του θόλωσαν από δάκρυα απόγνωσης, μια βαθιά ντροπή για τη δειλία που τον ρουφούσε ξανά πίσω. Χωρίς να σκεφτεί, άρχισε να πληκτρολογεί μηχανικά:
    «Συγγνώμη ρε συ. Δεν θα τα καταφέρω τελικά. Έπεσε έκτακτη δουλειά με το τελωνείο και πρέπει να μείνω. Τα λέμε άλλη στιγμή.»

    Πάτησε αποστολή. Γύρισε την πλάτη του στον δρόμο, στη βραδιά του, στην ελευθερία που μόλις είχε γευτεί, και μπήκε ξανά στο κτίριο. Η αθόρυβη επανάστασή του δεν είχε κρατήσει ούτε τρία λεπτά.

    Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας, σχεδόν σκοντάφτοντας στα ίδια του τα πόδια. Όταν έφτασε έξω από το γραφείο του Στέφανου, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο εργοδότης του μιλούσε στο τηλέφωνο, φανερά εκνευρισμένος.
    Ο Μάριος στάθηκε στο πλατύσκαλο, με τους ώμους κυρτούς, ένα φάντασμα του εαυτού του. Περίμενε να κλείσει η γραμμή. Μόλις ο Στέφανος κατέβασε το ακουστικό και τον είδε, το βλέμμα του σκοτείνιασε.
    «Τι θες πάλι; Ξέχασες τίποτα;» τον ρώτησε ψυχρά.
    «Κύριε Στέφανε...» η φωνή του Μάριου έσπασε. Έκανε ένα βήμα μέσα στο γραφείο, σχεδόν σκύβοντας. «Σας παρακαλώ... συγγνώμη.»
    Ο Στέφανος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, σταυρώνοντας τα χέρια. Η έκπληξη στο πρόσωπό του αντικαταστάθηκε γρήγορα από ένα αμυδρό, ικανοποιημένο μειδίαμα. Είχε ανακτήσει τον έλεγχο.
    «Συγγνώμη για ποιο πράγμα ακριβώς, Μάριε; Που με άφησες ξεκρέμαστο; Που ξέχασες ποιος σε ταΐζει τόσα χρόνια;»
    «Ναι... ναι, έχετε απόλυτο δίκιο,» ψέλλισε ο Μάριος, νιώθοντας κάθε λέξη να ξύνει τον λαιμό του σαν γυαλί. «Αγχώθηκα, δεν ξέρω τι με έπιασε. Ήταν χαζομάρα μου. Δώστε μου τα ντοσιέ. Θα τα κάνω. Θα κάτσω όλο το Σαββατοκύριακο αν χρειαστεί. Σας παρακαλώ, μην το κρατήσετε αυτό... μην με διώξετε.»
    Τα μάτια του Μάριου ήταν καρφωμένα στο πάτωμα. Ήταν έτοιμος να ικετεύσει κι άλλο αν χρειαζόταν. Η αξιοπρέπειά του είχε θρυμματιστεί μπροστά στον φόβο της επιβίωσης.

    Η επιστροφή του Μάριου στο γραφείο δεν ήταν απλώς μια υποχώρηση· ήταν μια συνθηκολόγηση που μύριζε ήττα. Καθώς πλησίαζε την πόρτα του Στέφανου, ένιωθε το πάτωμα να τρέμει κάτω από τα πόδια του.
    Ο Στέφανος δεν τον υποδέχτηκε με ανακούφιση. Αντίθετα, τον άφησε να περιμένει όρθιο στο κατώφλι για τρία ολόκληρα λεπτά, ενώ ο ίδιος συνέχιζε να υπογράφει χαρτιά με επιδεικτική αργοπορία. Η σιωπή ήταν ένα εργαλείο βασανισμού.

    Όταν τελικά σήκωσε το βλέμμα του, τα μάτια του ήταν παγωμένα, γεμάτα μια περιφρόνηση που έκανε τον Μάριο να θέλει να εξαφανιστεί.
    <<Κλείσε την πόρτα,>> διέταξε ο Στέφανος, με τη φωνή του χαμηλή αλλά γεμάτη απειλή. <<Και στάσου εκεί. Μη διανοηθείς να κάτσεις.>>
    Ο Μάριος υπάκουσε μηχανικά. <<Κύριε Στέφανε, σας παρακαλώ... αυτό που έγινε πριν... ήταν ένα λάθος. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Σας ικετεύω, δώστε μου μια ευκαιρία να το διορθώσω. Ακύρωσα τα πάντα για να μείνω.>>
    Ο Στέφανος σηκώθηκε αργά από την αναπαυτική δερμάτινη καρέκλα του και περπάτησε γύρω από το γραφείο, πλησιάζοντας τον Μάριο σε απόσταση αναπνοής. Η παρουσία του ήταν πνιγηρή.
    <<Λάθος;>> επανέλαβε σαρκαστικά. <<Δεν ήταν λάθος, Μάριε. Ήταν αχαριστία. Ήταν μια προσπάθεια να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει. Ξέρεις πόσοι περιμένουν στην ουρά για τη θέση σου; Άνθρωποι με διπλάσια προσόντα από σένα, που θα φιλούσαν το πάτωμα για να έχουν αυτόν τον μισθό;>>
    <<Το ξέρω, κύριε Στέφανε. Έχετε δίκιο,>> ψέλλισε ο Μάριος, με το κεφάλι σκυμμένο τόσο χαμηλά που έβλεπε μόνο τα γυαλισμένα παπούτσια του εργοδότη του.

    Ο Στέφανος τον έπιασε από το πηγούνι, αναγκάζοντάς τον να τον κοιτάξει στα μάτια. Η κίνηση ήταν βίαιη μέσα στην ηρεμία της.
    <<Θα το διορθώσεις, λοιπόν; Ωραία. Αλλά όχι με τους δικούς σου όρους. Από σήμερα, ξεχνάς τις Παρασκευές, ξεχνάς τα ωράρια, ξεχνάς τη λέξη "όχι". Θα είσαι εδώ όποτε το θέλω εγώ, όσο το θέλω εγώ. Και για να μου αποδείξεις ότι πραγματικά το εννοείς, δεν θα φύγεις αύριο το μεσημέρι. Θα μείνεις εδώ και την Κυριακή. Θέλω την πλήρη αναφορά για όλο το έτος έτοιμη τη Δευτέρα στις επτά το πρωί.>>
    <<Αλλά... Κυριακή είναι το μόνο που—>>
    <<Θέλεις να ξαναδοκιμάσεις να μου αντιμιλήσεις;>> τον διέκοψε ο Στέφανος με μια φωνή που έσταζε δηλητήριο. <<Γιατί αν δεν σου αρέσει, η πόρτα είναι ανοιχτή. Φύγε τώρα. Αλλά αν βγεις, μην ξαναγυρίσεις. Θα σε καταστρέψω στην αγορά, Μάριε. Θα φροντίσω να μη βρεις δουλειά ούτε ως κλητήρας.>>
    Ο Μάριος ένιωσε την τελευταία ικμάδα της αξιοπρέπειάς του να εξατμίζεται. <<Όχι... όχι, σας παρακαλώ. Θα το κάνω. Θα είμαι εδώ. Κυριακή, Δευτέρα... όποτε θέλετε.>>

    Ο Στέφανος άφησε το πρόσωπό του με μια κίνηση αποστροφής, σαν να είχε αγγίξει κάτι βρώμικο.
    <<Πήγαινε τώρα στο γραφείο σου. Και μη διανοηθείς να σηκώσεις κεφάλι μέχρι να τελειώσεις. Και Μάριε...>> είπε καθώς ο Μάριος έβγαινε από την πόρτα. <<Χρόνια πολλά. Να θυμάσαι ότι το καλύτερο δώρο που σου έκανα σήμερα είναι ότι σε άφησα να κρατήσεις τη δουλειά σου. Μην το ξαναξεχάσεις.>>
    Ο Μάριος επέστρεψε στη θέση του. Το κινητό του φώτισε ξανά με ένα μήνυμα από τον αδερφό του: <<Όλα καλά; Με ανησυχείς.>>
    Εκείνος δεν απάντησε. Έβαλε το κινητό στο αθόρυβο και το έχωσε βαθιά στο συρτάρι. Άνοιξε το πρώτο ντοσιέ και άρχισε να πληκτρολογεί, ενώ τα δάκρυά του έπεφταν πάνω στα πλήκτρα, αθόρυβα, όπως ακριβώς ήταν και όλη του η ζωή.


    Η μαύρη Mercedes γλίστραγε στους βρεγμένους δρόμους της πόλης σαν αρπακτικό. Μέσα στην καμπίνα, η μυρωδιά του ακριβού δέρματος ανακατευόταν με το βαρύ άρωμα του Στέφανου. Τα δάχτυλά του έσφιγγαν το τιμόνι με μια ένταση που δεν είχε να κάνει με την οδήγηση.
    Η εικόνα του Μάριου να τρέμει, η αίσθηση του πηγουνιού του στο χέρι του και εκείνη η υγρή, γεμάτη απόγνωση ματιά του, έπαιζαν σε επανάληψη στο μυαλό του. Ο Στέφανος ένιωθε μια ηλεκτρική εκκένωση να διαπερνά το σώμα του. Η απόλυτη υποταγή του υπαλλήλου του τον είχε ερεθίσει με έναν τρόπο που καμία άλλη κατάκτηση δεν είχε καταφέρει πρόσφατα. Δεν ήταν πια μόνο η δουλειά· ήταν η ηδονή τού να βλέπεις μια ψυχή να θρυμματίζεται και να σου παραδίδεται οικειοθελώς.

    Η Λέσχη


    Σταμάτησε μπροστά σε μια βαριά, ξύλινη πόρτα χωρίς ταμπέλα σε ένα στενό του Κολωνακίου. Ο πορτιέρης έγνεψε με σεβασμό και ο Στέφανος πέρασε στο εσωτερικό. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τον καπνό των πούρων και το άρωμα παλαιωμένου ουίσκι. Χαμηλός φωτισμός, δερμάτινοι καναπέδες και άνδρες που μιλούσαν σιγανά, με τη σιγουριά εκείνων που ορίζουν τις τύχες άλλων.
    Στη γωνία, ο Μάνος, ο στενότερος φίλος του και ο μόνος που εμπιστευόταν, τον περίμενε με ένα ποτήρι κρυστάλλινο γεμάτο κεχριμπαρένιο υγρό.
    <<Είσαι αναμμένος σήμερα, Στέφανε,>> είπε ο Μάνος, παρατηρώντας την ένταση στο βλέμμα του καθώς ο Στέφανος βυθιζόταν στον καναπέ. <<Τι έγινε; Έκλεισες το deal με τους Γερμανούς ή επιτέλους έσπασες εκείνο το πλάσμα στο γραφείο σου;>>
    Ο Στέφανος ήπιε μια γουλιά, νιώθοντας το κάψιμο στο λαιμό του.
    <<Ήρθε να με ικετεύσει, Μάνο. Γονάτισε χωρίς να του το ζητήσω. Τον είχα διώξει κι επέστρεψε μόνος του, έτοιμος να δεχτεί οποιαδήποτε τιμωρία για να μη χάσει την ασφάλεια που του παρέχω.>>
    Ο Μάνος γέλασε, ένας ήχος ξερός και κυριαρχικός. Έσκυψε προς το μέρος του Στέφανου, χαμηλώνοντας τη φωνή του.

    <<Αυτό είναι το πρόβλημά σου, Στέφανε. Τον παίζεις σαν ερασιτέχνης. Τον έχεις πέντε χρόνια και ακόμα τον αφήνεις να πηγαίνει σπίτι του, να βγαίνει με τον αδερφό του, να έχει έστω και μια ψευδαίσθηση ζωής έξω από σένα.>>
    <<Τι προτείνεις;>> ρώτησε ο Στέφανος, νιώθοντας την περιέργειά του να φουντώνει.

    <<Πρέπει επιτέλους να τον κάνεις δικό σου,>> είπε ο Μάνος με νόημα, καρφώνοντας το βλέμμα του στον Στέφανο.

    <<Όχι μόνο ως υπάλληλο. Πρέπει να του αφαιρέσεις κάθε άλλο στήριγμα. Να γίνει η προέκτασή σου. Να αναπνέει γιατί του το επιτρέπεις εσύ. Μην τον αφήσεις να συνέλθει από τη σημερινή του πτώση. Τώρα που είναι σπασμένος, είναι η στιγμή να τον σφραγίσεις. Κάνε τον να καταλάβει ότι δεν ανήκει στον εαυτό του, αλλά σε σένα. Ολοκληρωτικά.>>

    Ο Στέφανος άφησε τον καπνό του πούρου να βγει αργά από το στόμα του. Το μυαλό του ήδη σχεδίαζε τη Δευτέρα. Τη Δευτέρα που ο Μάριος δεν θα ήταν απλώς ένας υπάλληλος που δουλεύει υπερωρίες, αλλά ένας άνθρωπος που θα είχε χάσει και την τελευταία του άμυνα απέναντι στον ιδιοκτήτη του.

    <<Έχεις δίκιο,>> ψιθύρισε ο Στέφανος, και ένα σκοτεινό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

    <<Είναι ώρα να μάθει ο Μάριος τι σημαίνει πραγματική εξουσία.>>

    Ο Μάνος άφησε το κρυστάλλινο ποτήρι πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι με έναν ξερό ήχο που έμοιαζε με τελεσίγραφο. Σηκώθηκε αργά, ισιώνοντας το πανάκριβο σακάκι του. Το βλέμμα του ήταν κοφτερό, χωρίς ίχνος μέθης.
    <<Πάμε τώρα,>> είπε στον Στέφανο, η φωνή του ήταν μια ήρεμη διαταγή. <<Θα σε βοηθήσω. Αν τον αφήσεις μόνο του απόψε, μέχρι το πρωί θα έχει αρχίσει να μαζεύει τα κομμάτια του. Πρέπει να τον βρούμε τώρα που η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή.>>
    Ο Στέφανος ένιωσε έναν κόμπο έξαψης να σφίγγει το λαιμό του. Δεν ρώτησε πού πηγαίνουν. Ήξερε.


    Η Mercedes σταμάτησε έξω από το κτίριο της εταιρείας. Τα φώτα του δρόμου τρεμόπαιζαν. Το γραφείο ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα μοναδικό παράθυρο στον τρίτο όροφο που εξέπεμπε ένα ψυχρό, λευκό φως.
    Οι δύο άνδρες ανέβηκαν τις σκάλες αθόρυβα. Ο Μάνος προπορευόταν, σαν κυνηγός που οδηγεί τον μαθητή του στο θήραμα. Όταν έφτασαν έξω από την πόρτα του γραφείου του Μάριου, ο Μάνος σταμάτησε και έκανε νόημα στον Στέφανο να μείνει πίσω.
    Μέσα, ο Μάριος ήταν σκυμμένος πάνω από τα χαρτιά. Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο κάτω από τη λάμπα του γραφείου, τα μάτια του κόκκινα από την κούραση. Φαινόταν τόσο μικρός, τόσο εύθραυστος μέσα στην απέραντη σιωπή του κτιρίου.

    Ο Μάνος έσπρωξε την πόρτα αργά. Ο τριγμός έκανε τον Μάριο να τινχτεί. Όταν είδε τον Στέφανο, και δίπλα του τον άγνωστο, επιβλητικό άνδρα, το αίμα έφυγε από το πρόσωπό του.
    <<Κύριε Στέφανε; Ξέχασα κάτι;>> τραύλισε, προσπαθώντας να σηκωθεί.
    <<Κάτσε κάτω, Μάριε,>> είπε ο Στέφανος, νιώθοντας την παρουσία του Μάνου δίπλα του να του δίνει μια νέα, πιο σκοτεινή δύναμη.

    Ο Μάνος περπάτησε αργά γύρω από το γραφείο του Μάριου, εξετάζοντας τα ντοσιέ, τα μολύβια, ακόμα και το κλειστό κινητό που βρισκόταν στη γωνία. Ο Μάριος τον παρακολουθούσε με τρόμο, σαν πουλί που βλέπει το φίδι να πλησιάζει.
    <<Λοιπόν, Στέφανε,>> είπε ο Μάνος χωρίς να κοιτάξει τον Μάριο. <<Εδώ έχουμε ένα πρόβλημα. Ο υπάλληλός σου έχει ακόμα... αποσπάσεις.>>
    Άπλωσε το χέρι του και πήρε το κινητό του Μάριου.
    <<Όχι, σας παρακαλώ, είναι προσωπικό...>> ξεκίνησε ο Μάριος, αλλά η φωνή του έσβησε όταν ο Μάνος του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο παγωμένη περιφρόνηση.
    <<Προσωπικό;>> ρώτησε ο Μάνος. <<Στέφανε, εξήγησέ του.>>
    Ο Στέφανος έκανε ένα βήμα μπροστά, μπαίνοντας στον προσωπικό χώρο του Μάριου.
    <<Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό εδώ μέσα, Μάριε. Σου είπα, από σήμερα ανήκεις στην εταιρεία. Στην οικογένεια. Και η οικογένεια δεν έχει μυστικά.>>
    Ο Μάνος παρέδωσε το κινητό στον Στέφανο.
    <<Κράτα το εσύ. Θα του το δίνεις μόνο όταν τελειώνει τη δουλειά του. Αν τη δουλεύει σωστά. Τώρα, δείξε μου την αναφορά.>>
    Ο Μάριος έτρεμε ολόκληρος. Ένιωθε παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο λύκους.
    <<Δεν έχω τελειώσει ακόμα, κύριε Στέφανε, είναι πολλή η ύλη...>>
    <<Τότε θα μείνουμε εδώ μαζί σου να σε δούμε να την τελειώνεις,>> είπε ο Μάνος, τραβώντας μια καρέκλα και καθίζοντας ακριβώς απέναντί του, σταυρώνοντας τα πόδια του. <<Θα σε βοηθήσουμε να συγκεντρωθείς. Στέφανε, κάτσε στο γραφείο σου. Θα επιβλέπουμε κάθε κίνηση των δαχτύλων του στο πληκτρολόγιο. Μέχρι να καταλάβει ότι η μόνη του έξοδος από αυτό το δωμάτιο είναι η απόλυτη ικανοποίηση των δικών σου επιθυμιών.>>
    Ο Μάριος χαμήλωσε το κεφάλι, νιώθοντας τα δάκρυα να τον πνίγουν, αλλά δεν τόλμησε να τα αφήσει να κυλήσουν. Άρχισε να πληκτρολογεί μηχανικά, ενώ η ανάσα του Στέφανου και το βλέμμα του Μάνου τον κάρφωναν σαν βελόνες. Η νύχτα ήταν ακόμα πολύ μακριά.


    Η σιωπή στο γραφείο είχε γίνει πια συμπαγής, ένας τοίχος που έπνιγε την ανάσα του Μάριου. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το ρυθμικό, νευρικό κλικ-κλικ των πλήκτρων και η βαριά αναπνοή του Μάνου, που καθόταν τόσο κοντά του ώστε ο Μάριος μπορούσε να μυρίσει το πανάκριβο ουίσκι και τον καπνό που είχε ποτίσει τα ρούχα του.
    Ο Στέφανος, όρθιος πίσω από τον Μάριο, άπλωσε το χέρι του και πίεσε τον ώμο του. Δεν ήταν ένα φιλικό άγγιγμα. Ήταν μια υπενθύμιση βάρους, μια δήλωση ιδιοκτησίας.

    <<Σταμάτα λίγο,>> διέταξε ο Στέφανος.
    Ο Μάριος πάγωσε. Τα δάχτυλά του έμειναν μετέωρα πάνω από το πληκτρολόγιο. Ο Στέφανος έβγαλε το κινητό του Μάριου από την τσέπη του και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο, κάτω από το φως της λάμπας.

    <<Είπες ότι ακύρωσες τον αδερφό σου, έτσι δεν είναι;>> ρώτησε ο Στέφανος με μια φωνή που έσταζε ψεύτικη στοργή. <<Ας δούμε αν είσαι ειλικρινής μαζί μου.>>

    <<Κύριε Στέφανε, σας παρακαλώ... είναι προσωπικά μηνύματα,>> ψιθύρισε ο Μάριος, νιώθοντας την απόλυτη ξεφτίλα να τον πλημμυρίζει.
    Ο Μάνος γέλασε, ένας ήχος βαθύς και κυνικός.

    <<Ακόμα μιλάει για "προσωπικά", Στέφανε. Δεν έχει καταλάβει ότι από τη στιγμή που ξαναπέρασε την πόρτα, η έννοια του "ιδιωτικού" πέθανε γι' αυτόν.>>

    Ο Στέφανος ξεκλείδωσε το τηλέφωνο –ο Μάριος δεν είχε καν κωδικό, ήταν πάντα τόσο ανοιχτό βιβλίο– και άρχισε να διαβάζει δυνατά τα μηνύματα του αδερφού του.
    << "Πού είσαι ρε εορτάζοντα; Έχω πιάσει τραπέζι!" "Όλα καλά; Με ανησυχείς." Κοίτα τι ωραία, Μάριε. Κάποιος σε περιμένει. Αλλά ξέρεις τι θα κάνουμε τώρα; Θα του στείλεις ένα τελευταίο μήνυμα. Θα του πεις ότι μετακομίζεις. Ότι η δουλειά απαιτεί την πλήρη αφοσίωσή σου και ότι δεν θα είσαι διαθέσιμος για "μπύρες" για το επόμενο διάστημα.>>
    <<Σας παρακαλώ...>> τα μάτια του Μάριου γέμισαν δάκρυα. <<Είναι ο μόνος άνθρωπος που έχω.>>

    Ο Στέφανος έσκυψε στο αυτί του, η φωνή του τώρα ήταν σκληρή σαν ατσάλι.
    <<Όχι, Μάριε. Εγώ είμαι ο μόνος που έχεις. Εγώ σου δίνω στέγη, εγώ σου δίνω φαγητό, εγώ σου δίνω λόγο ύπαρξης. Ο αδερφός σου είναι μια απόσπαση. Και οι αποσπάσεις σε κάνουν αδύναμο. Σε κάνουν να νομίζεις ότι μπορείς να μου αντιμιλάς.>>

    Ο Μάνος σηκώθηκε και περπάτησε πίσω από τον Στέφανο, τοποθετώντας τα χέρια του στις πλάτες της καρέκλας του Μάριου, εγκλωβίζοντάς τον.
    <<Κάν’ το, Μάριε,>> είπε ο Μάνος με μια απόκοσμη ηρεμία. <<Δείξε στον Στέφανο ότι τον επέλεξες. Ότι είσαι δικός του. Αν δεν το κάνεις, σημαίνει ότι η "συγγνώμη" σου ήταν ένα ψέμα. Και ξέρεις τι κάνει ο Στέφανος στους ψεύτες.>>
    Με τρεμάμενα χέρια, υπό το βλέμμα των δύο κυρίαρχων ανδρών, ο Μάριος πληκτρολόγησε τις λέξεις που του υπαγόρευσαν. Κάθε γράμμα ήταν και μια καρφιά στην καρδιά του. Όταν πάτησε το "αποστολή", ένιωσε κάτι μέσα του να πεθαίνει οριστικά.
    <<Μπράβο, αγόρι μου,>> είπε ο Στέφανος, χαϊδεύοντας του τα μαλλιά με μια κίνηση που θύμιζε αφέντη που επιβραβεύει το σκυλί του. <<Τώρα, για να μη νιώθεις μοναξιά, από απόψε θα κοιμηθείς εδώ. Στον καναπέ του γραφείου μου. Θέλω να σε βλέπω όταν ξυπνήσω το πρωί. Θέλω να ξέρω ότι η πρώτη σου σκέψη θα είναι η δουλειά που μου χρωστάς.>>

    Ο Μάνος έγνεψε ικανοποιημένος στον Στέφανο.
    <<Τώρα ξεκινάμε, φίλε μου. Τώρα είναι πραγματικά δικός σου.>>
    Ο Μάριος δεν αντέδρασε. Έμεινε να κοιτάζει την κενή οθόνη του υπολογιστή, ένας τριαντάχρονος άνδρας που μέσα σε μια νύχτα είχε μετατραπεί σε ένα άψυχο εργαλείο, περιμένοντας την επόμενη εντολή.

    Ο Μάνος, καθισμένος απέναντι από τον Μάριο, σήκωσε αργά το βλέμμα του και κάρφωσε τον Στέφανο. Του έκανε ένα ανεπαίσθητο, σχεδόν αόρατο νόημα με το κεφάλι, μια βουβή εντολή που μόνο οι δυο τους μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν. Ήταν το πράσινο φως για να περάσουν στο επόμενο στάδιο.

    Ο Στέφανος, όρθιος πίσω από την καρέκλα του Μάριου, ένιωσε μια ξαφνική, ηλεκτρική μετατόπιση μέσα του. Η οργή και η επιθυμία για έλεγχο, που μέχρι τώρα τον οδηγούσαν, άρχισαν να μεταλλάσσονται σε κάτι άλλο, πιο σκοτεινό και πιο πρωτόγονο.

    Κοίταξε κάτω, στον αυχένα του Μάριου. Το δέρμα του ήταν χλωμό, σχεδόν διάφανο κάτω από το ψυχρό φως της λάμπας, και έτρεμε ελαφρώς. Η απόλυτη αδυναμία του, η ολοκληρωτική του παράδοση, δεν ήταν πια απλώς μια νίκη για τον Στέφανο. Ήταν ένα αφροδισιακό.

    Η μυρωδιά του φόβου και της υποταγής που ανάδιδε ο Μάριος, ανακατεμένη με το άρωμα του δέρματος και του χαρτιού, άρχισε να ζαλίζει τον Στέφανο. Ένιωσε μια ζέστη να απλώνεται στο σώμα του, μια έλξη που δεν είχε καμία σχέση με τον ρομαντισμό, αλλά με την κτητικότητα.

    Ο Μάριος δεν ήταν πια ένας υπάλληλος που έπρεπε να τιμωρηθεί. Ήταν ένα αντικείμενο πόθου, ακριβώς επειδή ήταν τόσο σπασμένος. Η σκέψη ότι μπορούσε να τον διαμορφώσει όπως ήθελε, να τον κατέχει ολοκληρωτικά, όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και σωματικά, του προκαλούσε μια ηδονή που τον τρόμαζε και τον γοήτευε ταυτόχρονα.

    Ανταποκρινόμενος στο νόημα του Μάνου, ο Στέφανος έσκυψε ακόμα πιο χαμηλά. Τα χείλη του σχεδόν άγγιξαν το αυτί του Μάριου. Ένιωσε την ανάσα του Μάριου να κόβεται.

    <<Είπες ότι θα κάνεις τα πάντα, έτσι δεν είναι, Μάριε;>> ψιθύρισε ο Στέφανος, η φωνή του τώρα ήταν βελούδινη αλλά γεμάτη υποσχέσεις κινδύνου.
    <<Γιατί εγώ... εγώ έχω πολλά πράγματα στο μυαλό μου για σένα. Πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα ντοσιέ.>>
    Ο Μάριος έμεινε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος, νιώθοντας την απειλή να αλλάζει μορφή. Ο Μάνος, παρακολουθώντας τη σκηνή, χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ήξερε ότι ο Στέφανος είχε μόλις περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή.

    Ο Μάνος, καθισμένος απέναντι από τον Μάριο, σήκωσε αργά το βλέμμα του και κάρφωσε τον Στέφανο. Του έκανε ένα ανεπαίσθητο, σχεδόν αόρατο νόημα με το κεφάλι, μια βουβή εντολή που μόνο οι δυο τους μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν. Ήταν το πράσινο φως για να περάσουν στο επόμενο στάδιο.

    Ο Στέφανος, όρθιος πίσω από την καρέκλα του Μάριου, ένιωσε μια ξαφνική, ηλεκτρική μετατόπιση μέσα του. Η οργή και η επιθυμία για έλεγχο, που μέχρι τώρα τον οδηγούσαν, άρχισαν να μεταλλάσσονται σε κάτι άλλο, πιο σκοτεινό και πιο πρωτόγονο.
    Κοίταξε κάτω, στον αυχένα του Μάριου. Το δέρμα του ήταν χλωμό, σχεδόν διάφανο κάτω από το ψυχρό φως της λάμπας, και έτρεμε ελαφρώς. Η απόλυτη αδυναμία του, η ολοκληρωτική του παράδοση, δεν ήταν πια απλώς μια νίκη για τον Στέφανο. Ήταν ένα αφροδισιακό.

    Η μυρωδιά του φόβου και της υποταγής που ανάδιδε ο Μάριος, ανακατεμένη με το άρωμα του δέρματος και του χαρτιού, άρχισε να ζαλίζει τον Στέφανο. Ένιωσε μια ζέστη να απλώνεται στο σώμα του, μια έλξη που δεν είχε καμία σχέση με τον ρομαντισμό, αλλά με την κτητικότητα.

    Ο Μάριος δεν ήταν πια ένας υπάλληλος που έπρεπε να τιμωρηθεί. Ήταν ένα αντικείμενο πόθου, ακριβώς επειδή ήταν τόσο σπασμένος. Η σκέψη ότι μπορούσε να τον διαμορφώσει όπως ήθελε, να τον κατέχει ολοκληρωτικά, όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και σωματικά, του προκαλούσε μια ηδονή που τον τρόμαζε και τον γοήτευε ταυτόχρονα.

    Ανταποκρινόμενος στο νόημα του Μάνου, ο Στέφανος έσκυψε ακόμα πιο χαμηλά. Τα χείλη του σχεδόν άγγιξαν το αυτί του Μάριου. Ένιωσε την ανάσα του Μάριου να κόβεται.

    <<Είπες ότι θα κάνεις τα πάντα, έτσι δεν είναι, Μάριε;>> ψιθύρισε ο Στέφανος, η φωνή του τώρα ήταν βελούδινη αλλά γεμάτη υποσχέσεις κινδύνου. <<Γιατί εγώ... εγώ έχω πολλά πράγματα στο μυαλό μου για σένα. Πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα ντοσιέ.>>
    Ο Μάριος έμεινε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος, νιώθοντας την απειλή να αλλάζει μορφή. Ο Μάνος, παρακολουθώντας τη σκηνή, χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ήξερε ότι ο Στέφανος είχε μόλις περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή.

    Η ατμόσφαιρα μέσα στο ιδιωτικό γραφείο ήταν αποπνικτική, με τη μυρωδιά του δέρματος και του ακριβού ξύλου να βαραίνει πάνω από τις αισθήσεις του Μάριου. Ο Στέφανος τον κρατούσε από τους ώμους, με μια δύναμη που δεν άφηνε περιθώρια διαφυγής, αν και ο Μάριος δεν προσπαθούσε πλέον να ξεφύγει.

    Ο Στέφανος έστρεψε το πρόσωπο του Μάριου προς το δικό του. Τα μάτια του εργοδότη άστραφταν από μια επικίνδυνη ένταση.
    <<Θέλω να το ακούσω από το στόμα σου, Μάριε,>> ψιθύρισε ο Στέφανος. <<Συμφωνείς; Δέχεσαι να είσαι δικός μου, ολοκληρωτικά; Να μην υπάρχει πια "όχι", να μην υπάρχει πια "εγώ"; Δέχεσαι να είμαι ο κύριός σου σε όλα;>>
    Ο Μάριος ένιωσε την τελευταία αντίσταση μέσα του να καταρρέει. Η σκέψη της μοναξιάς, της απόλυσης, της καταστροφής που τον απειλούσε, τον έσπρωξε στον γκρεμό. Το μυαλό του είχε παραδώσει τα όπλα.
    <<Ναι...>> η φωνή του ήταν ένας αδύναμος ψίθυρος, αλλά η λέξη αντήχησε σαν καμπάνα μέσα στη σιωπή. <<Συμφωνώ. Είμαι δικός σας.>>

    Ένα σκοτεινό, θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Στέφανου. Άφησε τον Μάριο και έκανε δύο βήματα πίσω, απολαμβάνοντας το θέαμα του σπασμένου ανθρώπου απέναντί του.
    <<Ωραία,>> είπε ο Στέφανος με φωνή που δεν επιδεχόταν αντίρρηση. <<Τότε ξεκινάμε τώρα. Γδύσου. Κάθε κομμάτι ύφασμα που φοράς είναι αγορασμένο από τα λεφτά που σου έδινα εγώ. Δεν θέλω τίποτα πάνω σου που να σου θυμίζει τον παλιό σου εαυτό.>>
    Με τρεμάμενα χέρια, ο Μάριος άρχισε να λύνει τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Κάθε κίνηση ήταν μια πληγή στην αξιοπρέπειά του. Το κρύο του γραφείου άρχισε να τρυπάει το δέρμα του, αλλά ο φόβος και η υποταγή τον κρατούσαν ζεστό με έναν αρρωστημένο τρόπο. Όταν έμεινε εντελώς γυμνός, ένιωσε πιο εκτεθειμένος από ποτέ, ένα αντικείμενο κάτω από το βλέμμα του ιδιοκτήτη του.

    Ο Στέφανος τον κοίταξε από την κεφαλή μέχρι τα πόδια. <<Τέλεια. Τώρα, δείξε μου πόσο πολύ το εννοείς. Πήγαινε έξω, στο γραφείο. Γονατιστός. Σύρσου μέχρι τον κύριο Μάνο και ζήτα του να έρθει μέσα. Πες του ότι ο κύριός σου τον καλεί να δει το νέο του απόκτημα.>>
    Ο Μάριος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό του από την ντροπή, αλλά η βούλησή του είχε πια εξατμιστεί. Έπεσε στα γόνατα στο χαλί. Η αίσθηση του σκληρού δαπέδου κάτω από τα γυμνά του γόνατα ήταν η νέα του πραγματικότητα.
    Άνοιξε την πόρτα του εσωτερικού γραφείου και άρχισε να σέρνεται αργά προς το μέρος όπου καθόταν ο Μάνος. Ο Μάνος, που κάπνιζε ακόμα το πούρο του, τον είδε να πλησιάζει. Ένα ψυχρό, ικανοποιημένο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του.
    Ο Μάριος έφτασε στα πόδια του Μάνου, με το κεφάλι σκυμμένο, ανίκανος να τον κοιτάξει στα μάτια.
    <<Κύριε Μάνο...>> η φωνή του έτρεμε. <<Ο κύριος Στέφανος... ο κύριός μου... σας ζητάει να έρθετε μέσα. Σας περιμένει.>>
    Ο Μάνος άφησε τον καπνό να βγει αργά, κοιτάζοντας τον γυμνό, γονατισμένο άνδρα στα πόδια του. <<Μπράβο, Στέφανε,>> φώναξε προς το εσωτερικό γραφείο. <<Τον έμαθες γρήγορα.>>
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Μάνος έσβησε το πούρο του στο κρυστάλλινο σταχτοδοχείο με μια αργή, μελετημένη κίνηση. Σηκώθηκε και στάθηκε πάνω από τον γονατισμένο Μάριο, νιώθοντας την απόλυτη κυριαρχία που εξέπεμπε η εικόνα του γυμνού άνδρα στα πόδια του. Με την άκρη του γυαλιστερού του παπουτσιού, έσπρωξε ελαφρά τον ώμο του Μάριου, δείχνοντάς του τον δρόμο για το εσωτερικό γραφείο. Ο Μάριος υπάκουσε, σύρθηκε ξανά πάνω στο χαλί, περνώντας το κατώφλι της πόρτας που έκλεισε πίσω τους με έναν ξερό ήχο.
    Μέσα, ο Στέφανος καθόταν στην άκρη του γραφείου του, με τα χέρια σταυρωμένα, περιμένοντας. Το φως ήταν χαμηλό, δημιουργώντας βαθιές σκιές στο δωμάτιο. Ο Μάνος στάθηκε δίπλα στον Στέφανο, και οι δυο τους κοίταζαν τον Μάριο που παρέμενε γονατισμένος ανάμεσά τους, η ανάσα του γρήγορη, το δέρμα του ανατριχιασμένο από το κρύο και την ένταση.
    Πες μας, Μάριε, είπε ο Στέφανος με φωνή χαμηλή και βραχνή. Τώρα που δεν είσαι πια ο υπάλληλος γραφείου, τώρα που δεν είσαι ο αδερφός κανενός, τώρα που είσαι μόνο δικός μου... πώς αισθάνεσαι; Θέλω την αλήθεια σου. Χωρίς προσωπεία.
    Ο Μάριος πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. Δεν σήκωσε το κεφάλι, αλλά η φωνή του, αν και σιγανή, είχε μια παράξενη καθαρότητα.
    Αισθάνομαι... αισθάνομαι μια τρομακτική ανακούφιση, ψιθύρισε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να είμαι αυτό που έπρεπε. Να πάρω αποφάσεις, να είμαι υπεύθυνος, να αντέχω το βάρος των λαθών μου. Πάντα φοβόμουν. Φοβόμουν ότι θα αποτύχω, ότι θα μείνουν όλοι απογοητευμένοι από μένα. Αλλά εδώ... έτσι όπως είμαι τώρα... δεν χρειάζεται να αποφασίζω για τίποτα.
    Σταμάτησε για μια στιγμή, καταπίνοντας τον κόμπο στον λαιμό του.
    Είναι η πρώτη φορά που νιώθω ασφαλής, συνέχισε με μια ομολογία που σόκαρε ακόμα και τον ίδιο. Η ταπείνωση που μου επιβάλλετε είναι σαν να με λυτρώνει από τον εαυτό μου. Όταν μου λέτε τι να κάνω, όταν με διατάζετε, το κενό μέσα μου γεμίζει. Αισθάνομαι μηδαμινός, αισθάνομαι ένα τίποτα στα πόδια σας, και αυτό το τίποτα είναι πιο αληθινό από οτιδήποτε υπήρξα ποτέ. Μου αρέσει που δεν μου ανήκω πια. Μου αρέσει που είμαι δικός σας, γιατί έτσι δεν χρειάζεται να φοβάμαι τον Μάριο. Μόνο εσάς. Και ο φόβος για σας είναι πιο γλυκός από την ελευθερία που είχα πριν.
    Ο Στέφανος κοίταξε τον Μάνο, και στα μάτια του καθρεφτίστηκε ένας σκοτεινός θρίαμβος. Η ομολογία του Μάριου ήταν το τελικό κλειδί. Δεν τον είχε απλώς υποτάξει σωματικά· είχε κατακτήσει την ίδια του την ανάγκη να υποταχθεί.
    Ακούς, Μάνο; είπε ο Στέφανος, απλώνοντας το χέρι του για να χαϊδέψει το κεφάλι του Μάριου. Δεν είναι πια θέμα εργασίας. Είναι θέμα ύπαρξης. Μάριε, αφού σου αρέσει τόσο πολύ να μην αποφασίζεις, απόψε θα μάθεις τι σημαίνει να είσαι το απόλυτο όργανο της δικής μου ηδονής. Και της δικής μας.
    Ο Μάνος πλησίασε περισσότερο, η παρουσία του επιβλητική πάνω από τον γυμνό άνδρα.
    Αφού λοιπόν νιώθεις τόσο ασφαλής στη μηδαμινότητά σου, είπε ο Μάνος, δείξε μας πόσο πολύ θέλεις να την κρατήσεις. Ζήτα μας να σε χρησιμοποιήσουμε. Ζήτα το σαν να είναι το μόνο πράγμα που θα σε κρατήσει ζωντανό.

    Ο Μάριος ανέπνεε βαριά, με το μέτωπό του να ακουμπά σχεδόν στο χαλί, νιώθοντας το βάρος της σιωπής των δύο ανδρών πάνω του. Η εξομολόγηση που έκρυβε για χρόνια, αυτή που τον κρατούσε δέσμιο σε εκείνο το γραφείο πολύ περισσότερο από κάθε μισθό ή ανάγκη για ασφάλεια, βγήκε από τα χείλη του σαν λυγμός.
    Δεν ήταν μόνο η δουλειά, κύριε Στέφανε, ψιθύρισε με τη φωνή του να τρέμει από την ένταση. Δεν έμεινα επειδή φοβόμουν να μείνω άνεργος. Έμεινα επειδή είμαι ερωτευμένος μαζί σας. Χρόνια τώρα. Σας λάτρευα κρυφά σε κάθε σας κίνηση, σε κάθε σας λέξη, ακόμα κι όταν ήταν σκληρή. Σας ικετεύω... χρησιμοποιήστε με. Θέλω να σας ικανοποιήσω. Θέλω να είμαι αυτό που εσείς και ο κύριος Μάνος επιθυμείτε. Μη με διώξετε, κάντε με ό,τι θέλετε.
    Ο Στέφανος ένιωσε μια ηλεκτρική δόνηση να διαπερνά το σώμα του. Η αποκάλυψη αυτή ήταν το τελειωτικό χτύπημα, η απόλυτη επικύρωση της εξουσίας του. Κοίταξε τον Μάνο, ο οποίος έγνεψε αργά, με ένα βλέμμα που έλεγε ότι το παιχνίδι μόλις είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ο Στέφανος έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε τα βαριά, μεταλλικά κλειδιά της Mercedes. Τα άφησε να πέσουν στο χαλί, ακριβώς μπροστά στο πρόσωπο του Μάριου, με έναν ξερό ήχο.
    Αφού με αγαπάς τόσο, Μάριε, και αφού η μόνη σου επιθυμία είναι να μας ικανοποιήσεις, ήρθε η ώρα να αποδείξεις ότι τα λόγια σου έχουν αξία, είπε ο Στέφανος με μια φωνή που έσταζε κυριαρχία. Πάρε τα κλειδιά. Θα βγεις έξω τώρα, ακριβώς έτσι όπως είσαι. Γυμνός. Θα διασχίσεις τον διάδρομο, θα κατέβεις στο πάρκινγκ και θα πας στο αμάξι μου. Θέλω να φέρεις τα προφυλακτικά που έχω στο ντουλαπάκι.
    Ο Μάριος σήκωσε τα μάτια του, γεμάτα τρόμο και λατρεία ταυτόχρονα. Η σκέψη να εκτεθεί έτσι, στο απόλυτο κενό της νύχτας και του κτιρίου, τον έκανε να παραλύει, αλλά η εντολή του Στέφανου ήταν ο μόνος νόμος που αναγνώριζε πλέον.
    Μη διανοηθείς να κρυφτείς στις σκιές, συνέχισε ο Στέφανος, σκύβοντας πάνω του. Θέλω να περπατήσεις με το κεφάλι ψηλά, ξέροντας ότι κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ταπείνωσης είναι το δώρο σου σε μένα. Αν κάποιος σε δει, ας σε δει ως αυτό που είσαι: το κτήμα μου. Πήγαινε και γύρνα γρήγορα. Σε περιμένουμε.
    Ο Μάριος πήρε τα κλειδιά με τα δάχτυλά του να τρέμουν. Η επαφή με το κρύο μέταλλο ήταν η πρώτη του σύνδεση με την αποστολή του. Σηκώθηκε αργά, όντας εντελώς γυμνός και εκτεθειμένος κάτω από το ψυχρό φως του γραφείου. Χωρίς να πει λέξη, γύρισε την πλάτη του στους δύο άνδρες και βάδισε προς την πόρτα. Κάθε βήμα του στο δάπεδο αντηχούσε σαν προσευχή υποταγής.
    Βγήκε στον διάδρομο, νιώθοντας τον παγωμένο αέρα του κτιρίου να τυλίγει το γυμνό του σώμα. Η σιωπή του ορόφου ήταν τρομακτική, αλλά η σκέψη ότι ο Στέφανος τον παρακολουθούσε, έστω και νοητά, του έδινε τη δύναμη να συνεχίσει. Κατέβηκε τις σκάλες προς το πάρκινγκ, με την καρδιά του να χτυπάει στον λαιμό του, έτοιμος να προσφέρει και την τελευταία ρανίδα της αξιοπρέπειάς του στον άνθρωπο που είχε ορίσει ως θεό του.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Όταν ο Μάριος έσπρωξε την πόρτα του εσωτερικού γραφείου, η ανάσα του ήταν κομμένη και το σώμα του έτρεμε από την έκθεση στο κρύο και την αδρεναλίνη της διαδρομής. Κρατούσε το μικρό κουτάκι με τα προφυλακτικά σαν ιερό κειμήλιο, την απόδειξη της πίστης του. Όμως η εικόνα που αντίκρισε τον έκανε να παγώσει επί τόπου, με το στόμα μισάνοιχτο από το σοκ και το δέος.
    Ο Στέφανος και ο Μάνος δεν ήταν πια οι άνδρες με τα κοστούμια που είχε αφήσει πριν λίγα λεπτά. Ήταν και οι δύο εντελώς γυμνοί, όρθιοι στη μέση του δωματίου, λουσμένοι στο χαμηλό, θερμό φως του γραφείου. Η θέα των σωμάτων τους, τόσο επιβλητική και γεμάτη ωμή δύναμη, έκανε τον Μάριο να νιώσει πιο μικρός από ποτέ. Ήταν φανερά ερεθισμένοι, η επιθυμία τους για την απόλυτη κατοχή του είχε πάρει πλέον σωματική μορφή, καθιστώντας την ατμόσφαιρα τόσο βαριά που ένιωθες ότι μπορούσες να την κόψεις με μαχαίρι.
    Στα χέρια του ο Στέφανος κρατούσε ένα ζευγάρι αστραφτερές μεταλλικές χειροπέδες, που αντανακλούσαν το φως με μια παγερή υπόσχεση εγκλεισμού. Δίπλα του, ο Μάνος κρατούσε ένα κοντό, δερμάτινο μαστίγιο, χτυπώντας το ρυθμικά πάνω στην παλάμη του, παράγοντας έναν ξερό, απειλητικό ήχο που αντηχούσε στους τοίχους.
    <<Αργήσες, Μάριε,>> είπε ο Στέφανος, και η φωνή του ήταν τώρα μια βαθιά δόνηση που διαπέρασε το γυμνό κορμί του υπαλλήλου του. <<Αλλά εφέρες αυτό που σου ζήτησα. Πλησίασε.>>
    Ο Μάριος έκανε μερικά βήματα μπροστά, χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια του από τα εργαλεία της υποταγής του. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που την ένιωθε στα αυτιά του. Η λατρεία που ένιωθε για τον Στέφανο ανακατευόταν με έναν πρωτόγονο τρόμο για αυτό που ακολουθούσε, αλλά η θέλησή του να παραδοθεί ήταν πια απόλυτη.
    <<Γονάτισε πάλι,>> διέταξε ο Μάνος, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του και αφήνοντας το μαστίγιο να χαϊδέψει ελαφρά τον ώμο του Μάριου. <<Από δω και πέρα, τα λόγια τελειώνουν. Η ομολογία σου μας άνοιξε την όρεξη. Τώρα θα μάθεις ότι ο έρωτας που λες ότι νιώθεις για τον κύριο Στέφανο, έχει ένα πολύ συγκεκριμένο τίμημα. Ένα τίμημα που περιλαμβάνει πόνο, περιορισμό και την πλήρη έκσταση της ανυπαρξίας σου.>>
    Ο Μάριος έπεσε στα γόνατα, προσφέροντας το κουτάκι με τα προφυλακτικά στον Στέφανο με τα χέρια ψηλά, σαν προσφορά σε βωμό. Ο Στέφανος το πήρε και το πέταξε πάνω στον καναπέ, ενώ με την άλλη κίνηση πέρασε τη μία χειροπέδα στον καρπό του Μάριου, σφίγγοντάς την με έναν απότομο μεταλλικό ήχο.
    <<Είσαι έτοιμος να γίνεις το παιχνίδι μας, Μάριε;>> ρώτησε ο Στέφανος, τραβώντας τον κοντά του από την αλυσίδα των χειροπεδών. <<Είσαι έτοιμος να μας ανήκεις μέχρι να μην ξέρεις καν το όνομά σου;>>
    <<Ναι, κύριέ μου... σας παρακαλώ,>> ψέλλισε ο Μάριος, κλείνοντας τα μάτια και περιμένοντας την πρώτη επαφή του δέρματος με το μαστίγιο ή το άγγιγμα των αφεντών του.
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Στέφανος τράβηξε την αλυσίδα με μια απότομη κίνηση, αναγκάζοντας τον Μάριο να γείρει το κεφάλι του πίσω, μέχρι που ο αυχένας του πόνεσε. Ο ήχος από το μέταλλο της χειροπέδας που έσφιγγε τον καρπό του ήταν η μουσική της νέας του σκλαβιάς. Ο Μάριος ένιωθε τη ζέστη από τα γυμνά σώματα των δύο ανδρών να τον κυκλώνει, μια πνιγηρή αίσθηση που του προκαλούσε τρέμουλο σε όλο του το κορμί.
    Ο Μάνος πλησίασε από πίσω και άφησε το μαστίγιο να γλιστρήσει ανάμεσα στις ωμοπλάτες του Μάριου. Η επαφή του δέρματος με το κρύο υλικό του μαστιγίου έκανε τον Μάριο να ανατριχιάσει. Με μια ξαφνική κίνηση, ο Μάνος τίναξε τον καρπό του και το μαστίγιο έσκασε πάνω στα πλευρά του Μάριου. Ο πόνος ήταν οξύς, ακαριαίος, αλλά ο Μάριος αντί να διαμαρτυρηθεί, έβγαλε έναν πνιχτό ήχο που έμοιαζε με λυγμό ανακούφισης.
    Σας παρακαλώ, κύριε Στέφανε, ψιθύρισε ο Μάριος, με τα μάτια του θολά από τα δάκρυα. Χτυπήστε με όσο θέλετε. Κάντε με να πονέσω για να ξέρω ότι είμαι δικός σας. Πάντα αυτό ήθελα. Να μη με βλέπετε σαν έναν απλό υπάλληλο, αλλά σαν κάτι που μπορείτε να σπάσετε και να ξαναχτίσετε από την αρχή όπως σας αρέσει. Σας λατρεύω τόσο πολύ που ο πόνος από τα χέρια σας είναι ευλογία.
    Ο Στέφανος τον έπιασε από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι του ακόμα πιο πίσω. Το πρόσωπο του Μάριου ήταν τώρα εντελώς εκτεθειμένο, τα μάτια του γεμάτα απόλυτη παράδοση.
    Δεν θα είσαι απλώς ένα παιχνίδι, Μάριε, είπε ο Στέφανος, και η φωνή του αντήχησε με μια τρομακτική σιγουριά. Θα είσαι ο καθρέφτης των επιθυμιών μου. Κι εσύ, Μάνο, θέλω να τον μάθεις πώς να υποδέχεται κάθε μας διαταγή με ευγνωμοσύνη.
    Ο Μάνος γέλασε χαμηλόφωνα και πέρασε το λουρί του μαστιγίου γύρω από τον λαιμό του Μάριου, τραβώντας τον ελαφρά προς τα πίσω, προς το μέρος του. Ο Μάριος ένιωσε τον ερεθισμό του Μάνου να πιέζει την πλάτη του και το χέρι του Στέφανου να τον κρατάει από το λαιμό μπροστά. Ήταν εγκλωβισμένος ανάμεσα στην απόλυτη δύναμη και την απόλυτη επιθυμία.
    Θέλω να μας παρακαλέσεις τώρα, είπε ο Μάνος, σφίγγοντας το δέρμα γύρω από τον λαιμό του. Θέλω να μας πεις τι θέλεις να σου κάνουμε με αυτά τα προφυλακτικά που έφερες. Πες το δυνατά, να το ακούσουν οι τοίχοι αυτού του γραφείου που σε έβλεπαν τόσα χρόνια να κρύβεσαι και να σωπαίνεις.
    Ο Μάριος ένιωσε τη γλώσσα του να βαραίνει, αλλά η ανάγκη του να ικανοποιήσει τους αφέντες του ήταν πιο δυνατή από την ντροπή του.
    Θέλω... θέλω να με πάρετε και οι δύο, ψέλλισε. Θέλω να με χρησιμοποιήσετε όπως θέλετε. Να με γεμίσετε, να με σημαδέψετε. Θέλω να είμαι το σώμα που θα εκτονώσει κάθε σας ένταση. Σας παρακαλώ, κύριε Στέφανε... κύριε Μάνο... μην έχετε έλεος μαζί μου. Είμαι το τίποτα σας.
    Ο Στέφανος τον έσπρωξε προς τον δερμάτινο καναπέ, κρατώντας τον ακόμα από την αλυσίδα. Ο Μάριος έπεσε πάνω στο κρύο δέρμα, με τα χέρια του δεμένα πλέον πίσω από την πλάτη του, καθώς ο Στέφανος πέρασε και τη δεύτερη χειροπέδα. Ο Μάνος πλησίασε με το κουτάκι των προφυλακτικών στο χέρι, βγάζοντας ένα με μια αργή, τελετουργική κίνηση. Η νύχτα στο γραφείο είχε μόλις αρχίσει, και για τον Μάριο, ο χρόνος είχε σταματήσει για πάντα στην πιο σκοτεινή και ηδονική του στιγμή.
    Είσαι έτοιμος να νιώσεις τον πρώτο από εμάς μέσα σου; ρώτησε ο Στέφανος, καθώς ανέβαινε στον καναπέ πάνω από τον Μάριο, ενώ ο Μάνος στεκόταν δίπλα στο κεφάλι του, έτοιμος να επιβάλει τη δική του κυριαρχία.
    Ο Μάριος άνοιξε τα πόδια του διάπλατα, μια κίνηση απόλυτης προσφοράς, και έκλεισε τα μάτια, περιμένοντας την εισβολή που θα τον έκανε, για πρώτη φορά στη ζωή του, να νιώσει πως ανήκει κάπου ολοκληρωτικά.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Στέφανος άνοιξε το προφυλακτικό με τα δόντια του, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τα μάτια του Μάριου, που ήταν ορθάνοιχτα και γεμάτα μια υγρή, σχεδόν θρησκευτική προσμονή. Η κίνηση ήταν άγρια, μια επίδειξη ανυπομονησίας που έκανε τον Μάριο να ανατριχιάσει από την κορυφή ως τα νύχια. Ο Μάνος, από την άλλη πλευρά, έπιασε τον Μάριο από τα μαλλιά και τον ανάγκασε να γυρίσει το πρόσωπό του προς το δικό του μέρος, φέρνοντας την ερεθισμένη του φύση εκατοστά από τα χείλη του.
    Εδώ, Μάριε, κοίτα εμένα, διέταξε ο Μάνος με μια φωνή που δεν άφηνε περιθώρια για τίποτα άλλο εκτός από υπακοή. Ο κύριος Στέφανος θα σε πάρει από πίσω, αλλά το πρόσωπό σου, η ανάσα σου και το στόμα σου ανήκουν σε μένα. Θα μας υπηρετείς ταυτόχρονα, γιατί αυτό είναι το τίμημα του έρωτά σου. Δεν υπάρχει χώρος για ανάσα που δεν θα ελέγχουμε εμείς.
    Ο Μάριος ένιωσε το βάρος του Στέφανου να πιέζει την πλάτη του καθώς εκείνος γλίστρησε ανάμεσα στα ανοιχτά του πόδια. Η πρώτη επαφή ήταν απότομη, μια εισβολή που έκοψε την ανάσα του Μάριου και τον έκανε να βγάλει μια πνιχτή κραυγή πόνου και ηδονής. Ο Στέφανος δεν ήταν απαλός. Τον κρατούσε από τους γοφούς με τα δάχτυλά του να βυθίζονται στο δέρμα του, σημαδεύοντάς τον, ενώ άρχισε να κινείται μέσα του με έναν ρυθμό που έλεγε ξεκάθαρα ότι εκείνος ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού του σώματος.
    Την ίδια στιγμή, ο Μάνος πίεσε το κεφάλι του Μάριου προς τα εμπρός. Ο Μάριος άνοιξε το στόμα του με απόλυτη υποταγή, δεχόμενος τον Μάνο, νιώθοντας την κυριαρχία του να γεμίζει κάθε του αίσθηση. Ήταν εγκλωβισμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανάμεσα στους δύο άνδρες που θαύμαζε και φοβόταν περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο.
    Ο ήχος των χειροπεδών που χτυπούσαν πάνω στο δέρμα του καναπέ ανακατευόταν με τις βαριές ανάσες του Στέφανου και τους πνιχτούς ήχους που έβγαζε ο Μάριος. Ο πόνος από το μαστίγιο που είχε φάει πριν άρχισε να μετατρέπεται σε μια φωτιά που έκαιγε μέσα του, τροφοδοτώντας την έκστασή του. Κάθε κίνηση του Στέφου μέσα του ήταν μια υπενθύμιση ότι ο "Μάριος των τριάντα ετών" είχε πεθάνει. Αυτός που υπήρχε τώρα ήταν ένα σκεύος ηδονής, ένα κτήμα που δεν είχε πια καμία ευθύνη για τη ζωή του.
    Είσαι δικός μου, Μάριε, βρυχήθηκε ο Στέφανος πάνω από το αυτί του, καθώς η ένταση έφτανε στο αποκορύφωμα. Πες το μέσα σου, νιώσε το σε κάθε χτύπο της καρδιάς σου. Δεν θα ξαναδείς το φως της ημέρας χωρίς τη δική μου άδεια.
    Ο Μάριος, ανίκανος να μιλήσει λόγω του Μάνου, απάντησε με μια έντονη σύσπαση του σώματός του, σφίγγοντας τους μυς του γύρω από τον Στέφανο, προσφέροντας την τελευταία ρανίδα της ενέργειάς του. Το δωμάτιο γέμισε από την ωμή μυρωδιά του σεξ και της εξουσίας. Όταν ο Στέφανος και ο Μάνος τελείωσαν σχεδόν ταυτόχρονα, αφήνοντας το βάρος τους πάνω στον εξαντλημένο Μάριο, εκείνος ένιωσε μια απόλυτη, σκοτεινή γαλήνη.
    Ήταν γυμνός, δεμένος, ταπεινωμένος και πονεμένος, αλλά για πρώτη φορά στα τριάντα του χρόνια, ένιωθε ότι είχε βρει τη θέση του στον κόσμο. Στα πόδια του κυρίου Στέφανου, κάτω από την επιτήρηση του κυρίου Μάνου, ο Μάριος ήταν επιτέλους ελεύθερος από την ελευθερία του.
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Στέφανος σηκώθηκε από τον καναπέ με μια κίνηση γεμάτη αυτοπεποίθηση, αφήνοντας το βάρος του σώματός του να ξεκολλήσει από το ιδρωμένο δέρμα του Μάριου. Ο Μάνος ακολούθησε, σκουπίζοντας το πρόσωπό του με ένα λινό μαντήλι που βρήκε στο γραφείο, διατηρώντας εκείνη την παγωμένη, κυριαρχική ηρεμία που τον χαρακτήριζε. Οι δύο άνδρες άρχισαν να ντύνονται αργά, χωρίς να βιάζονται, ενώ ο Μάριος παρέμενε πεσμένος στον καναπέ, με τα χέρια ακόμα δεμένα πίσω από την πλάτη του, μια εικόνα απόλυτης συντριβής και παράδοσης.
    Το δωμάτιο μύριζε σεξ, καπνό και την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της εξουσίας που είχε μόλις επιβληθεί. Ο Στέφανος φόρεσε το πουκάμισό του, αφήνοντας τα πάνω κουμπιά ανοιχτά, και πλησίασε τον Μάριο. Τον κοίταξε για λίγο από ψηλά, σαν να επιθεωρούσε ένα αντικείμενο που μόλις είχε αποκτήσει και δοκιμάσει.
    <<Μην κουνηθείς από κει,>> είπε ο Στέφανος, και η φωνή του ήταν τώρα ψυχρή, επαγγελματική, στερημένη από την προηγούμενη έξαψη. <<Θα μείνεις εδώ να τελειώσεις τις αναφορές που σου ανέθεσα. Ο Μάνος κι εγώ θα πάμε να ξεκουραστούμε. Έχουμε μια γεμάτη μέρα αύριο.>>
    Ο Μάριος έγνεψε ελαφρά, με το πρόσωπό του μισοκρυμμένο στο δέρμα του καναπέ. Η ανακούφιση που ένιωθε πριν είχε δώσει τη θέση της σε μια βαθιά, εξαντλητική ηρεμία.
    <<Α, και κάτι ακόμα, Μάριε,>> συνέχισε ο Στέφανος, ενώ έδενε τη ζώνη του. <<Το Σάββατο το βράδυ, κατά τις έντεκα, θα έρθεις στη Λέσχη. Ξέρεις πού είναι. Θα φορέσεις το πιο ακριβό σου κοστούμι, αλλά κάτω από αυτό δεν θα φοράς τίποτα. Θα σε περιμένουμε στην είσοδο.>>
    Ο Μάνος χαμογέλασε με νόημα καθώς περνούσε το σακάκι του. <<Στη Λέσχη οι κανόνες είναι διαφορετικοί, Μάριε. Εκεί δεν θα είσαι μόνο δικός μας στις σκιές ενός γραφείου. Εκεί θα μάθεις τι σημαίνει να σε βλέπουν οι όμοιοί μας και να ξέρουν ποιος σε ορίζει. Θα είναι η επίσημη παρουσίασή σου.>>
    Ο Μάριος ένιωσε έναν κόμπο να δένεται στο στομάχι του. Η Λέσχη ήταν ένας χώρος που τον τρόμαζε, ένας χώρος γεμάτος άνδρες σαν τον Στέφανο και τον Μάνο. Η σκέψη ότι θα έπρεπε να εμφανιστεί εκεί, κουβαλώντας το μυστικό της υποταγής του κάτω από το ύφασμα του κοστουμιού του, τον έκανε να νιώθει μια νέα, πιο έντονη ταπείνωση.
    <<Θα είμαι εκεί, κύριε Στέφανε,>> ψιθύρισε ο Μάριος. <<Όπως διατάξετε.>>
    Ο Στέφανος έβγαλε το κλειδί των χειροπεδών από την τσέπη του και τις άνοιξε με έναν απότομο ήχο. Τα χέρια του Μάριου έπεσαν βαριά στα πλάγια του, με τα σημάδια από το μέταλλο να διαγράφονται κόκκινα και βαθιά στους καρπούς του.
    <<Ντύσου και πιάσε δουλειά,>> είπε ο Στέφανος, δίνοντάς του ένα ελαφρύ χαστούκι στο μάγουλο, περισσότερο για να τον επαναφέρει στην τάξη παρά για να τον πονέσει. <<Μέχρι το πρωί θέλω τα πάντα έτοιμα. Και Μάριε... μην ξεχαστείς. Το Σάββατο το βράδυ ανήκει στη Λέσχη. Μην με απογοητεύσεις ξανά, γιατί τότε δεν θα υπάρξει άλλη συγχώρεση.>>
    Οι δύο άνδρες βγήκαν από το γραφείο, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Ο Μάριος έμεινε μόνος στη σιωπή. Σηκώθηκε αργά, νιώθοντας κάθε μυ του σώματός του να διαμαρτύρεται. Κοίταξε το γυμνό του είδωλο στο τζάμι του παραθύρου, με την πόλη να απλώνεται φωτισμένη από κάτω. Ήταν τριάντα χρονών, δεν είχε πια αδερφό, δεν είχε πια προσωπική ζωή, και το Σάββατο το βράδυ θα παραδιδόταν σε μια νέα, πιο δημόσια κόλαση. Κι όμως, καθώς μάζευε τα ρούχα του από το πάτωμα, ένα αμυδρό, σχεδόν αόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Είχε επιτέλους έναν προορισμό.