Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026 at 19:18.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    01. Να η Σπάρτη

    Όταν γύρισα σπίτι το μυαλό μου ήταν σούπα. Μέρες απογραφής και τι καλά που περνάμε όλοι. Ήθελα απελπισμένα να χωθώ στο μπάνιο αλλά πρώτα έπρεπε να ταΐσω το τάγμα για να μη μου γκρεμίσουν το σπίτι. Και με τις τρεις γάτες μου να μπουρδουκλώνονται στα πόδια μου και να μου νιαουρίζουν απαιτώντας αφενός χάδια και αφετέρου να τα ταΐσω, πήγα στην κουζίνα και έβγαλα την υγρή τους.

    «Νιάου!» μου έκανε ο Dusty ρίχνοντας ένα σάλτο πάνω στον πάγκο.

    «Νιάου στα μούτρα σου!» του έκανα χαζογελώντας, χαϊδεύοντάς του τη μύτη, κάτι που τον έκανε να ρίξει ένα χαριτωμένο φτάρνισμα.

    Στο μεταξύ η Bella που τριβόταν στα πόδια μου, μου πάτησε μια απαλή δαγκωνιά για να μην ξεχνιόμαστε.

    «Τι δαγκώνεις μωρή σουραύλω;» την ψευτομάλωσα και το βλαμμένο έκανε βαρελάκι και άρχισε να μου κάνει bunnies στα σνίκερς που φορούσα. Και εκεί έριξε στον πάγκο ένα σάλτο και ο Jonesy, γιατί αλίμονο.

    Με τα δύο βλαμμένα να μου τρίβονται στα χέρια και την έτερη καπαδόκισσα στα πόδια τους κατάφερα μετά από λίγη μάχη να τους βάλω το φαγητό τους, κι εκεί ξέχασαν την ύπαρξή μου.

    Γάτες…

    Έβγαλα τα παπούτσια μου και ένιωσα τη ζέστη του πατώματος. Αν και γενικά δε μ’ αρέσει να κυκλοφορώ ξυπόλυτη, ειδικά το χειμώνα η ενδοδαπέδια είναι απόλαυση. Ας είναι καλά οι γονείς μου που φεσώθηκαν 30 χρόνια για να έχει η μονάκριβή τους σπίτι.

    Οι ίδιοι είχαν επιστρέψει στη εξωτική Αγιά και δεν το κουνούσαν από εκεί. Και καλά έκαναν εδώ που τα λέμε, τι ανάγκη είχαν; Η Λάρισα ήταν κοντά, οι παραλίες του νομού ήταν κοντά, τα κατσίκια τους τα είχαν, το χωράφι για να το παίζουν αγροκαλλιεργητές το είχαν, ζωάρα έκαναν. Θα μου πεις έφτασαν τα 65 ο πατέρας μου και τα 58 η μητέρα μου, δουλεύοντας από τα δεκαοχτώ τους, αλλά such is life.

    Πήγα στο μπάνιο και έβγαλα ρούχα και εσώρουχα και τα στρίμωξα στο πλυντήριο. Ναι, δε μπορούσα να το αναβάλω άλλο, και έτσι τσίτσιδη τελείως, έβαλα τη μπανιέρα να γεμίζει-ήθελα απελπισμένα ένα ζεστό μπάνιο- και έβαλα το πλυντήριο να ξεκινήσει.

    Ούτε βόμβες αφρού ούτε τίποτα, απλά όταν γέμισε η μπανιέρα χώθηκα μέσα και αφέθηκα να χαλαρώσω στη ζεστή αγκαλιά του νερού.

    Και εκεί βούιξε το τηλέφωνο, είχα μήνυμα από το Μίλτο. Μοντέρνοι καιροί, που λένε, δεν ήταν ακριβώς γκόμενος και δεν ήταν ακριβώς φίλος, η κολλητή μου η Ελένη το έλεγε “situationship.” Τον είχα γνωρίσει από κάποιο μήνυμα που μου είχε στείλει στο insta σε μια φωτογραφία που είχα ανεβάσει. Το σχόλιό του ήταν έξυπνο, με είχε κάνει να γελάσω, δεν είχε καμία σχέση με τα πεφτουλιάρικα που βλέπεις συνήθως από αγνώστους, του είχα απαντήσει, και κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου.

    Καλό παιδί, λίγο μελαγχολικό, λίγο βλαμμένο-με την καλή έννοια- και με απίστευτο χιούμορ, με έκανε να γελάω και για μένα το γέλιο είναι το αφροδισιακό μου. Από την άλλη, ζαμάν φου και πάνω τούρλα, δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα έψαχνα σε σχέση, αλλά από την άλλη υπήρχε ερωτική έλξη και το κορίτσι θέλει και παιχνίδι.

    Και κάπως έτσι κάπου βγαίναμε, κάπου κάναμε κανένα Netflix and chill, άλλες φορές χαζολογώντας και άλλες φορές βγάζοντας τα μάτια μας ενώ το Netflix έπαιζε για τον γάμο του καραγκιόζη.

    Πήρα προσεκτικά το κινητό και διάβασα το μήνυμα. “Netflix and chill?”

    Ούσα τελείως ξεθεωμένη δεν είχα ιδιαίτερες ορέξεις, ούτε για σεξ, ούτε για να ξεκουνήσω από το σπίτι. “Not today honey-bunny,” του απάντησα. «Βαριέμαι ρε μαλάκα» ήταν η απάντηση που πήρα. «Και εδώ να έρθεις, πάλι θα βαρέσεις, αν μ’ εννοείς!» του έγραψα και μου απάντησε «LOL! Nema problema, θα είμαι φρόνιμος!»

    Ακόμα το σκεφτόμουν μέχρι που ήρθε και το δεύτερο μήνυμα. «Έχω και παστίτσιο από τη μάνα μου, πήγα από εκεί το απόγευμα και γύρισα φορτωμένος!»

    Οκ, αυτό ήταν, η απόφαση πάρθηκε σε χρόνο dt. «Τέτοια λες και με ρίχνεις!» Και μετά για να μην το πάρει αλλιώς και νομίζει ότι θα έχει και συνέχεια του έγραψα και δεύτερο μήνυμα «Αλλά το πλύσιμο στο χέρι δεν το γλιτώνεις!» στο οποίο μου απάντησε “LOL. Έρχομαι!”

    Αμπελόκηπους έμενε, μέχρι να έρθει Νέα Ερυθραία θα του έπαιρνε κάμποσο, ακόμα και με το παπί του. Άφησα το τηλέφωνο προσεκτικά δίπλα, έκλεισα τη μύτη μου και χώθηκα ολόκληρη κάτω από το νερό και έμεινα εκεί μέχρι που τα πνευμόνια μου άρχισαν να διαμαρτύρονται.

    Κάθισα ακόμα ένα δεκάλεπτο έτσι και μετά άδειασα την μπανιέρα και σηκώθηκα για να κάνω και το ντουζ. Έχοντας pixie bob κούρεμα, το μαλλί μου δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη περιποίηση. Αυτό που χρειαζόμουν ήταν ξύρισμα σε πόδια και μασχάλες αλλά μιας και το σεξαπίλ ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή το άφησα για άλλη μέρα.

    Στέγνωσα και μετά ντύθηκα απλά και κάθισα στον καναπέ παρέα με τα τρία καθάρματά μου περιμένοντας το Μίλτο να έρθει. Και εκεί χτύπησε ξανά το τηλέφωνο, αυτή τη φορά ήταν η Ελένη.

    «Σαν τα χιόνια!» της απάντησα. «Πού χάθηκες μωρή εσύ;»

    «Κι εγώ σ’ αγαπάω!» μου απάντησε με τουπέ. «Τι που χάθηκα ρε μωρή, γύρναγα στα λιβάδια και χόρευα ως άλλη Μαρία φον Τραπ.»

    (Εντωμεταξύ, ούτε που θα την γνώριζα την ταινία αν δεν ήταν το meme με τη Andrews στο λιβάδι και το “Look all the shit I give!”)

    «Εσύ τι κάνεις;»

    «Περιμένω το Μίλτο να μου φέρει παστίτσιο!» της απάντησα αδιάντροπα.

    «Μωρή δεν ντρέπεσαι να εκπορνεύεσαι για ένα κομμάτι παστίτσιο;» μου είπε βάζοντας τα γέλια.

    «Αρχικά ποιος σου είπε ότι θα του κάτσω; Σήμερα είχε απογραφή, δεν έχω τα κουράγια όχι για σεξ, ούτε για να βγάλω πιάτο να φάω το παστίτσιο, από το τάπερ θα το φάω, όπως θα το φέρει! Και έπειτα, έχεις φάει παστίτσιο από τα χεράκια της κυρά-Βασιλικής; Να ξέρεις ότι γυναίκες έχουν βγει στο πεζοδρόμιο για πολύ λιγότερα!» της δήλωσα, κάνοντάς την να βάλει και πάλι τα γέλια.

    «Αυτό που το πας;» μου είπε χαχανίζοντας ακόμα. «Τέλος πάντων, για άλλο σε πήρα, το Σάββατο έχω να πάω σε κάποιο πάρτι.»

    «Και γιατί μου το λες ρε μωρή, για να σου δώσω άδεια;»

    «Ωραία, διορθώνω τη διατύπωση: Το Σάββατο το βράδυ *έχουμε* να πάμε σε κάποιο πάρτι!» μου είπε τονίζοντας το ρήμα.

    Μάλιστα. Καλά, οκ, όχι ότι είχα να κάνω και τίποτα ιδιαίτερο το Σάββατο.

    «Ε, πες το έτσι για να το καταλάβω. Και ποιος το κάνει το πάρτι;»

    «Ένας συμφοιτητής από το MBA» μου απάντησε.

    «Κι εγώ ρε μωρή τι θα κάνω που δε θα γνωρίζω κανέναν;»

    «Αφενός γνωρίζεις εμένα, και αφετέρου θα έχεις και την ευκαιρία να ανοίξεις τους ορίζοντές σου σε πάρτι με εκλεκτό κοινό!» μου είπε τελείως ξεδιάντροπα, καθώς ήξερα από τις διηγήσεις της ότι τον πιο συμπαθητικό από τους συμφοιτητές της ήθελε να τον πνίξει στο νεροχύτη για να μη χαλάσει η ράτσα.

    «Καλά… σάμπως έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο;» της απάντησα βαριεστημένα.

    “That’s the spirit!” μου απάντησε ειρωνικά.

    Συνεχίσαμε την πάρλα για κανένα δεκάλεπτο ακόμα και εκεί το κλείσαμε γιατί ήρθε ο μάγος με τα δώρα. Ο γλυκούλης μου δεν είχε φέρει μόνο ένα μεγάλο τάπερ με σπιτικό παστίτσιο, είχε φέρει ΚΑΙ γαλακτομπούρεκο, κι αυτό από τα χεράκια της κυρα-Βασιλικής.

    “Hello, baby” μου έκανε πιάνοντάς μου το πηγούνι ως άλλη Άννα Καλουτά στο «Καλωσήρθε το δολάριο.»

    «Ο κήπος είναι ανθηρός,» του απάντησα με ατάκα από την ίδια ταινία και έβαλε τα γέλια. Και μετά παρατήρησα τα μάτια του, που δε θα έλεγες ότι με κοιτούσαν ακριβώς. Χαμήλωσα ασυναίσθητα το κεφάλι μου.

    Μάλιστα, χωρίς σουτιέν και η τριβή με το μπλουζάκι είχε κάνει τη δουλειά του.

    «Τα μάτια μου είναι εδώ, ρεμάλι!» τον ψευτομάλωσα.

    «Δείχνεις; Βλέπω!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

    «Δε δείχνω!» του απάντησα ξεροκέφαλα.

    «Και αυτό τι είναι;» μου είπε τσιμπώντας μου ανάλαφρα τη ρόγα του δεξιού μου στήθους.

    «Αν το ξανακάνεις σήμερα, το τέλος σου!» του δήλωσα με όλη μου την αγάπη.

    «Σιγά ρε Τζον Ράμπο!» μου είπε και πέρασε στα ενδότερα. «Βρε βρε, οι Cleveland Καθαρμαteers!» είπε γελαστός σκύβοντας να χαϊδέψει τα καθαρματάκια μου που του τριβόντουσαν και τα τρία, και ζμπούτσα’τς η μαμά.

    Χωρίς περιστροφές και περιττές ευγένειες, του πήρα τα τάπερ από τα χέρια και πήγα στην κουζίνα. Το τάπερ με το παστίτσιο παραήταν μεγάλο για να φάω κατευθείαν από εκεί, οπότε αναγκάστηκα να κάνω την πολιτισμένη και να το βάλω σε πιάτο. Γύρισα στο σαλόνι και ο Μίλτος είχε βολευτεί στον καναπέ, με την Bella να του κάνει πατουσάκια στην κοιλιά, τον Dusty να έχει κάτσει στο γατόδεντρο και να γλείφεται, ενώ ο Jonesy είχε θεωρήσει πιο παραγωγικό να μπουρδουκλώνεται στα πόδια της μαμάς.

    Κάθισα κι εγώ στον καναπέ και άρχισα να τρώω. «Τι θα δούμε;» τον ρώτησα μπουκωμένη.

    «Έλεγα να συνεχίσουμε το young Sheldon,» μου απάντησε. Ούσα ακόμα πιο μπουκωμένη δεν του απάντησα καν, απλά του έγνευσα καταφατικά.

    Μέχρι να τελειώσει το πρώτο επεισόδιο είχα ξεπαστρέψει το παστίτσιο. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα ακόμα και ευχαρίστως θα έτρωγα λίγο παραπάνω ακόμα αλλά έδειξα αυτοσυγκράτηση, και μπράβο μου. Και ο λόγος φυσικά δεν ήταν ότι ντρεπόμουν το Μίλτο, αλλά για να έχω να φάω και αύριο, γιατί δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού, ή έστω, της κυρα-Βασιλικής.

    «Πάτα λίγο pause,» του είπα και πήγα να αφήσω το πιάτο μέσα ή—για να είμαι ακριβής—να παρατήσω το άπλυτο πιάτο στο νεροχύτη να κάνει παρέα με ακόμα δύο άπλυτα πιάτα και ένα ποτήρι. Αναστέναξα, κάποια στιγμή θα έπρεπε να τα πλύνω πριν βγουν τίποτα βατράχια, να πούμε. Τη στιγμή εκείνη ωστόσο δεν είχα τα κουράγια.

    «Θες γαλακτομπούρεκο;» τον ρώτησα.

    «Έχω ολόκληρο ταψί στο σπίτι,» μου απάντησε.

    «Έχεις ολόκληρο ταψί και μου έβαλες μόνο τρία κομμάτια, ρε παραδόπιστε;» τον τσίγκλησα και τον άκουσα να χαχανίζει.

    «Φροντίζω τη σιλουέτα σου!» μου είπε.

    «Μια χαρά είναι η σιλουέτα μου!» του απάντησα. «Και έχω και ένα σκασμό followers στο insta για του λόγου το αληθές!» τον πείραξα με τη σειρά μου.

    «Ναι, γιατί στην φροντίζω!» μου απάντησε συνεχίζοντας το χαβαλέ.

    Βγάζεις άκρη μαζί του;

    «Θες μπύρα;» τον ρώτησα ξανά.

    «Γιατί να μη θέλω;» μου απάντησε. «Δεν θυμάμαι να κατούρησα σε κανένα πηγάδι!»

    Έβγαλα δυο κουτάκια μπύρα, τα ξέπλυνα—σιγά μη τα σέρβιρα και σε ποτήρι, για ποια με περάσατε;—και επέστρεψα επί του καναπέος.

    Και όχι τίποτε άλλο, τόσες φορές που είχαμε βγάλει τα μάτια μας στο σαλόνι, γιατί ποιος να τρέχει τώρα στην κρεβατοκάμαρα, μια χαρά ταίριαζε η…γενική, και ας ήταν με «ο» αντί για «ω» και ας ήταν «καναπές» η ονομαστική και όχι «καναπέας.»

    ( Μαλάκα μου, τι πάω και θυμάμαι από τα αρχαία του Λυκείου; )

    «Πώς ήταν η μέρα σου;» τον ρώτησα δίνοντάς του το κουτί με τη μπύρα.

    «Ακριβώς όπως η χθεσινή!» μου απάντησε ανοίγοντας το κουτάκι και πίνοντας τρεις γουλιές. «Δεν είχαμε έκπληξη!»

    «Κατάλαβα, ούτε φέτος πτυχίο» τον μάλωσα. Ήταν ήδη στο έκτο έτος στο οικονομικό τη ΕΚΠΑ, και η σχολή υποτίθεται ότι ήταν τέσσερα χρόνια. Δεν είναι ότι χρωστούσε πολλά, δύο μαθήματα ήταν που του είχαν μείνει, και φέτος είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι θα τελειώσει με δαύτα.

    «Α, όχι, φέτος τέρμα τα δίφραγκα,» μου απάντησε. «Αφού τα ξέρεις ρε μαλάκα,» συνέχισε, «και παρακολουθώ και έχω πάρει και οχτώ στη μία πρόοδο και επτάμισι στην άλλη.»

    Δε βαριέσαι, κι εγώ που είχα πάρει το πτυχίο μου στα τέσσερα, τι κατάλαβα; Πωλήτρια σε μεγάλη αλυσίδα λιανικής ήμουν. Εντάξει, κούραση και ορθοστασία αλλά δεν έχω παράπονο, ως κατάστημα πάμε καλά και πιάνουμε πάντα τους στόχους, και μιας και συνήθως εγώ τους ξεπερνάω, παίρνω αρκετά καλό bonus.

    «Ζωή;» επανέλαβε ο Μίλτος, κάτι με είχε ρωτήσει αλλά χαμένη στη σκέψεις μου δεν του απάντησα.

    «Συγνώμη, δεν πρόσεχα,» του είπα. «Τι με ρώτησες;»

    «Το ίδιο, πώς ήταν η μέρα σου,» μου απάντησε πίνοντας μια γουλιά ακόμα.

    «Κουραστική, είχαμε απογραφή σήμερα,» του απάντησα, «και μας βγήκε η Παναγία. Από τις 08:00 το πρωί στο πόδι και τελειώσαμε στις 21:00, πρέπει να έγραψα περισσότερα χιλιόμετρα και από αθλητή στίβου σήμερα!»

    «Έλα, πάρε θέση,» μου είπε. «Στο υπόσχομαι, δε θα ζητήσω τίποτα παραπάνω!» μου είπε.

    Χαμογέλασα και χωρίς να φέρω αντιρρήσεις ξάπλωσα στην άκρη του καναπέ, και ο Dusty βρήκε ευκαιρία και σκαρφάλωσε πάνω μου και άρχισε να μου κάνει πατουσάκια στο αγαπημένο του σημείο, στο στήθος μου.

    «Ορίστε, εμείς μια ρόγα τσιμπήσαμε και κόντεψες να μου φέρεις το ταψί στο κεφάλι, και ο Dusty σε έχει πάει second base και δε λες τίποτα!»

    «Γιατί ο Dusty μένει στο second base, σε αντίθεση με τους παρόντες που αν τους δώσεις θάρρος στο τέλος καταντάς Incontinentia buttocks!»

    «Είμαι μερακλής, τι να κάνω;» μου είπε χαμογελώντας και συνέχισε το μασάζ στα πόδια μου κάνοντάς με να λιώσω. Ωστόσο το λόγο του τον κράτησε, απλά αρκέστηκε στο μασάζ χωρίς να προχωρήσει σε κάτι περισσότερο ερωτικό, και είναι και ποδολάγνος και δεν το έχει και δύσκολο.

    Και εκεί άρχισε να βρέχει, δηλαδή όχι απλά βροχή, καρέκλες άρχισε να ρίχνει. Από το απόγευμα το στριφογύρναγε και στο τέλος το κατάφερε. Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω να φύγει μέσα στη βροχή, οπότε γύρω στα μεσάνυχτα πήγαμε στο κρεββάτι μου και πέσαμε να ξεραθούμε. Και σεξ μπορεί να μην ήθελα αλλά αγκαλίτσα ήθελα, και το Μιλτουλίνι μου δε μου χάλασε το χατήρι!

    Και έτσι, με τη βροχή να πέφτει, με ένα τελειόφοιτο του οικονομικού να με κρατάει αγκαλιά και με τις γάτες στα πόδια μας έπεσε ο γενικός.

    Αν και κανονικά το ξυπνητήρι το βάζω κάθε μέρα στις οκτώ, καθώς πιάνω δουλειά στις εννιά και το κατάστημα που δουλεύω είναι κοντά, για σήμερα το είχα βάλει στις 07:30, ώστε να προλάβω να φτιάξω και πρωινό στο Μίλτο. Μου είχε φέρει παστίτσιο και γαλακτομπούρεκο, μου είχε κάνει μασάζ στα πόδια, με είχε πάρει να κοιμηθούμε αγκαλίτσα, και παρά τις ορέξεις του—στα αγοράκια δεν κρύβονται—δεν έκανε το παραμικρό που θα με έφερνε σε δύσκολη θέση. Ε, δε θα τον άφηνα και χωρίς πρωινό!

    Άφησα τον ωραίο κοιμώμενο να ροχαλίζει ελαφρά και με τα γατιά μου στο κατόπι πήγα να κάνω την πρωινή μου τουαλέτα, να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου για να ξυπνήσω και για να πλύνω δοντάκια. Το κέρατό μου, είχα ξεχάσει ότι είχα βάλει πλυντήριο, θα έπρεπε να βάλω τα ρούχα στο στεγνωτήριο αλλιώς θα ήθελαν πλύσιμο και πάλι.

    Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, οπότε τι να κάνω, γέμισα το στεγνωτήριο και με λίγη καθυστέρηση πήγα να φτιάξω πρωινό. Καλά, όχι ότι ήταν τίποτα το φοβερά εξεζητημένο, καγιανά θα του έφτιαχνα, αλλά ήθελαν και αυτά την ώρα τους, και ε, να μην πιούμε και κανένα καφεδάκι να ανοίξει το μάτι ρε αδερφέ;

    Βαριόμουν να φτιάξω καφέ και έτσι παράγγειλα από e-food. Ευτυχώς η αγαπημένη μου καφετέρια ανοίγει πολύ νωρίς και είναι και σχεδόν δίπλα, οπότε υπολόγισα ότι μέχρι να τελειώσω την ομελέτα θα ερχόντουσαν και οι καφέδες.

    Και πράγματι έτσι έγινε, μόλις είχα κλείσει το μάτι όταν χτύπησε το κουδούνι. Σήμερα την παραγγελία την είχε φέρει ο Αμσούν, ναι, ξέρω τα ονόματα και των ντελιβεράδων. Πάτησα την ενδοσυνενόηση. «Αμσούν, κατεβαίνω εγώ!» του είπα για να μην κάνει τον κόπο να ανέβει στο δεύτερο που έμενα.

    Κατέβηκα στα γρήγορα κάτω, ο Αμσούν με περίμενε στην είσοδο. Με είδε και χαμογέλασε. «Καλημέρα!» μου είπε.

    «Καλημέρα!» του είπα χαμογελώντας και πήρα τους καφέδες. «Έχω πληρώσει με κάρτα!» του εξήγησα.

    «Ναι, το ξέρω!» μου απάντησε, και αφού με χαιρέτησε ευγενικά, επέστρεψε στο μηχανάκι του, φαίνεται ότι είχε και άλλα deliveries να κάνει αλλιώς θα ερχόταν με τα πόδια, η καφετέρια είναι ούτε 50 μέτρα μακριά.

    Ανέβηκα πάνω με τους καφέδες, τους άφησα στην κουζίνα και πήγα να ξυπνήσω τον Μίλτο.

    «Σήκω ρεμάλι!» του είπα ταρακουνώντας τον δυνατά, ο Μίλτος δεν ξύπναγε εύκολα.

    «Τι; Ποιος;» μου είπε προσπαθώντας να bootάρει.

    «Αυτός, 1-0!» του είπα κάνοντας χαβαλέ. «Σήκω και ρίξε νερό στα μούτρα σου, και έλα να φας, σου έχω φτιάξει πρωινό!»

    «Τι;» μου είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του, αν εξαιρέσεις το σεξ, δεν τον είχα συνηθίσει σε τόση περιποίηση.

    «Τι να σε κάνω ρε μούργο; Μου έφερες παστίτσιο, μου έφερες γαλακτομπούρεκο, μου έκανες μασάζ στα πόδια και με πήρε και αγκαλίτσα χωρίς να ζητήσεις πληρωμή σε είδος! Έτσι θα σε άφηνα;»

    «Και το πρωινό πληρωμή σε είδος είναι ρε μωρή, που λέει και η Ελένη» μου απάντησε και έβαλα τα γέλια.

    «Αυτό δεν είναι πληρωμή σε είδος, είναι φροντίδα!» του είπα χαχανίζοντας.

    «Βρήκες κι εσύ μέρα να σε πιάσει το μαμαδίστικο! Θα προτιμούσα πληρωμή σε είδος!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

    Αντί απάντησης σήκωσα τη μπλούζα μου και τον φλάσαρα κανονικά και με το νόμο και μετά άρχισα να του κουνιέμαι. «Μην παίρνεις θάρρος,» του είπα βλέποντας τα μάτια του να αστράφτουν. «Όπως σου είπα θα πλύνεις στο χέρι, αλλά για να δεις τι καλή που είμαι, σου δίνω εικόνες για να με σκέφτεσαι!» του απάντησα χαχανίζοντας και κατέβασα και πάλι τη μπλούζα μου.

    «Όρσε!» μου είπε φασκελώνοντάς με και βάζοντας τα γέλια. «Άντε, πάμε να με ταΐσεις!» είπε και σηκώθηκε.

    «Μη με απειλείς εμένα με όπλο στο παντελόνι!» τον πείραξα. «Και μη μου πεις ότι δεν είναι αυτό που νομίζω!»

    «Όχι Ζωή,» μου είπε με δραματικό ύφος. «Είναι *ακριβώς* αυτό που νομίζεις!» συνέχισε με στόμφο, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.

    Φάγαμε το πρωινό μας—δηλαδή ο Μίλτος, εγώ το πρωί μόνο καφέ—και μετά τον έτζασα με συνοπτικές διαδικασίες για να αλλάξω και να ετοιμαστώ να πάω στο κατάστημα. Στις 08:30 κατέβηκα στο υπόγειο parking και καβάλησα την Vulkan μου και ξεκίνησα για να πάω στο κατάστημα.

    (Άσχετο, αλλά η γκρίνια που είχα ακούσει πέρσι από τους δικούς μου όταν αγόρασα μηχανή δε λέγεται, αλλά η Vulkan S, δεν ξέρω, ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά, ήταν ο λόγος που έβγαλα δίπλωμα μηχανής στα «γεράματα» και τελικά πέρσι γράφοντάς τους όλους στα παλιά μου τα παπούτσια την αγόρασα, και μπράβο μου!)

    Η εβδομάδα κύλησε με ταχύτητα τετραπληγικής χελώνας με κρίση ισχιαλγίας, το Τετάρτη-Παρασκευή παίζει να διήρκησε κανένα δίμηνο, να πούμε. Αν δεν είχα ρεπό το Σάββατο δε θα πήγαινα στο πάρτι και δεν πήγαινε να κοπανιόταν η Ελένη: να σχολάσω στις 20:00 και μετά να έχω να ετοιμαστώ και από πάνω, παλιά στο Τέξας, που λέει και ο Νικηφόρος, ο αδερφός της.

    Ωστόσο μιας και είχα τα ρεπά μου, και όσο και αν δεν πέταγα τη σκούφια μου για το πάρτι, έφαγα όλο το Σαββατιάτικο απόγευμά μου να ετοιμαστώ, γιατί μια κοκεταρία την έχω, ψέματα μη λέω, θα πέσει το insta να με πλακώσει.

    Με την Ελένη είχαμε δώσει ραντεβού να περάσει να με πάρει στις 22:00, αλλά εγώ είχα τελειώσει ήδη από τις 21:00, οπότε την επόμενη ώρα την έφαγα χαζολογώντας σε Tik-Tok και YouTube.

    Όταν έφτασε με πήρε τηλέφωνο από το αυτοκίνητο, οπότε χάιδεψα τα καθαρματάκια μου, κοιτάχτηκα για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη, φτου-μου, φτου-μου, και κατέβηκα.

    «Καλώς τη μου!» μου είπε με το που μπήκε στο αυτοκίνητο, και αεοροφιληθήκαμε για να μη λερώσουμε η μία την άλλη με κραγιόν. Του λόγου της είχε φορέσει ένα strapless βαθύ μπλε φόρεμα που τόνιζε το μπούστο της, και η Ελένη είχε πλούσια τα ελέη που λένε στο χωριό.

    «Σκοπεύεις να τους βγάλεις τα μάτια έξω;» την πείραξα.

    «Ενώ εσύ ας πούμε έχεις ντυθεί καλόγρια,» μου απάντησε στα ίσια, κάνοντάς με να σκύψω μηχανικά προς το μπούστο μου, παρόλο που είχα πολύ καλή ιδέα πως φαινόμουν, επί τούτου είχα επιλέξει το φόρεμα.

    «Εμένα ρε μωρή πού με είδαν που με ξέρουν!» της απάντησα χαχανίζοντας.

    «Ε, εμένα με είχαν μάθει από την καλή, σήμερα θα με μάθουν και από την ανάποδη,» μου απάντησε ανταποδίδοντας το χαχανητό.

    Το πάρτι ήταν στο Χαϊδάρι, οπότε στη διαδρομή κάναμε και catch-up των τελευταίων ημερών, καλά, όχι ότι είχε συμβεί και τίποτα άξιο αναφοράς, αλλά τέλος πάντων. Όπως και να έχει γύρω στις έντεκα παρά ήμασταν εκεί.

    Η αλήθεια είναι ότι δε θα το έλεγες ακριβώς “nice party” ή «Να η Σπάρτη,» όπως το είχε θέσει ο Μίλτος και είχα κοντέψει να πάθω αποπληξία από τα γέλια—απίστευτα καμένο, απίστευτα έξυπνο. Μάζωξη με μουσική και finger food ήταν περισσότερο, αλλά δεν ήταν άσχημα.

    Και όχι τίποτε άλλο αλλά και οι συμφοιτητές της στο MBA δεν ήταν τόσο μαλακοπίτουρες όσο μου περιέγραφε κατά καιρούς με βαθύ λυρισμό η Ελένη, μια χαρά normal μου φάνηκαν. Εντάξει, μερικοί ήταν όντως για τον πέοντα, αλλά δε βαριέσαι, παντού υπάρχουν μαλάκες.

    Δεν είμαι ιδιαίτερα συνεσταλμένη αλλά από την άλλη δεν είμαι και ιδιαίτερα κοινωνική. Θα μιλήσω, θα απαντήσω, αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πάνε να μιλήσουν σε κάποιο άγνωστό τους. Ο Σαράντης, από την άλλη, δεν είχε κατά τα φαινόμενα τέτοιους περιορισμούς, και κάπως έτσι, εκείνο το βράδυ μπήκε στη ζωή μου.

    Ήμουν όρθια και έπινα το ποτό μου σε μια ακρούλα, όταν με πλησίασε. Πιο ψηλός από εμένα, παρά το γεγονός ότι φόραγα ψιλοτάκουνα, καστανομάλλης και με γυαλάκια, έμοιαζε περισσότερο με καθηγητή παρά για συμφοιτητή της Ελένης.

    Spoiler alert: Ήταν καθηγητής της Ελένης, και για να τον είχαν καλέσει στο πάρτι, πρέπει να ήταν είτε συμπαθητικός, είτε ο διοργανωτής του πάρτι προσπαθούσε να μάθει με πόσα Φ γράφεται η Γλυφάδα.

    «Διασκεδάζουμε;» με ρώτησε μειδιώντας.

    «Δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτηση,» του απάντησα χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο, μου άρεσε η φάτσα του, να τα λέμε αυτά.

    «Γιατί;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με ελαφρά αμυντικά.

    «Γιατί χρησιμοποίησες πρώτο πληθυντικό και οι μαντικές μου ικανότητες είναι ανύπαρκτες,» του απάντησα εξακολουθώντας να χαμογελάω.

    “My bad,” μου απάντησε συνοδευόμενο από ένα μικρό γελάκι.

    «Τώρα,» του είπα τονίζοντας τη λέξη, «διασκεδάζουμε», συνέχισα, κάνοντάς τον να γελάσει πιο δυνατά αυτή τη φορά.

    «Σαράντης!» μου είπε το όνομά του δίνοντάς μου το χέρι.

    «Χαίρω πολύ, Ζωή,» του απάντησα δίνοντάς του και το δικό μου. Η χειραψία του ήταν σταθερή και θερμή, κερδίζοντας ακόμα μερικούς πόντους στην εκτίμησή μου.

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η Ελένη. «Αχ, να σας κάνω τις συστάσεις,» πήγε να πει η Ελένη αλλά την πρόλαβα εγώ.

    «Άργησες Λενιώ μου, συστηθήκαμε μόνοι μας!» την διέκοψα, κάνοντάς την να χαμογελάσει αμήχανα.

    «Ο κύριος Αλατσιάνος είναι καθηγητής μου στο MBA. «Διαχείριση Κρίσεων,» μου εξήγησε.

    Για μερικές στιγμές επικράτησε αμήχανη σιωπή, την οποία έσπασε ο Σαράντης με τρόπο που σχεδόν με γονάτισε, μιμούμενος τον Ηλιόπουλο από τον Ατσίδα.

    «Λοιπόν δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα… είμαστε…»

    Εντάξει, δεν το περίμενα, μου ξέφυγε ένα ροχαλητό.

    Εκείνος απλά έκανε την χειρονομία ότι φυσάει την κάνη του όπλου. “Crisis averted!” συνέχισε σε deadpan ύφος.

    Η Ελένη ξεφύσησε γελώντας, λες και της έφυγε κάποιος φανταστικός ελέφαντας από την πλάτη.

    «Εντάξει, μετά την επίδειξη διαχείρισης κρίσεως, είμαι έτοιμη να προχωρήσω σε πρακτική εξάσκηση,» μας δήλωσε. «Πάω να φάω κανένα spring roll.»

    «Αυτό δεν είναι crisis management!» της είπε ο Σαράντης αλλά η Ελένη είχε γίνει και πάλι η Ελένη που ξέρω από τα δώδεκα μου.

    «Έχουν τελειώσει, οπότε θα φάω κάτι άλλο!» μας δήλωσε, και έφυγε και μας άφησε μόνους μας.

    “Money very well spent,” απάντησα deadpan, κερδίζοντας εγώ αυτή τη φορά ένα μικρό ροχαλητό από τον Σαράντη.

    «Αμ τι νόμιζες, μύγες πεταλώνουμε;» απάντησε τρολλάροντας τον εαυτό του, και κερδίζοντας ακόμα περισσότερους πόντους στην εκτίμησή μου.

    «Απαπα, φωτιά να πέσει να με κάψει!» του απάντησα.

    «Μπουρλότο!» μου έκανε μιμούμενος τη Νοταρά στο «Αχ, αυτή η γυναίκα μου,» κερδίζοντας επάξια ακόμα ένα ροχαλητό. «Αλήθεια, εσύ με τι ασχολείσαι;»

    «Πωλήτρια σε κατάστημα,» του είπα και του ανέφερα την εταιρία στην οποία εργαζόμουν. «Εκεί να δείτε crisis management skill που απαιτούνται, κύριε Καθηγητά!» του είπα πειράζοντάς τον.

    «Αν το καλοσκεφτείς,» μου απάντησε σοβαρά, «όλες οι κρίσεις είναι ίδιες.»

    «Τι εννοείς;» τον ρώτησα με απορία, εγώ έκανα χαβαλέ και εκείνος απάντησε σοβαρά.

    «Κρίση είναι μια κατάσταση που ξαφνικά γίνεται μη ανεκτή από την είσοδο ενός ή περισσότερων επιπλέον παραγόντων, αστάθμητων η μη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτό που αλλάζει από κρίση σε κρίση είναι το εύρος των συνεπειών που προκαλούν, όχι ο βασικός μηχανισμός που της γεννάει.»

    “Huh,” είπα σκεπτική.

    «Οι κρίσεις δεν είναι εν γένει απρόβλεπτες. Απρόβλεπτες μπορεί να είναι οι περιστάσεις που τις ξεκίνησαν, αλλά όχι οι κρίσεις καθ’ αυτές. Αν η προσθήκη ενός παράγοντα δημιουργεί κρίση, αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε εξ αρχής η σωστή στρατηγική θωράκιση. Πάρε για παράδειγμα τον Covid. Ναι, η εμφάνισή του ήταν ξαφνική και απρόβλεπτη, αλλά από την άλλη, η κοινωνία δεν είχε θωρακιστεί σωστά για τη διαχείριση πανδημίας ασθένειας για την οποία δεν υπάρχει εμβόλιο!»

    «Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα,» του απάντησα.

    «Ισχύει,» μου ανταπάντησε. «Γι’ αυτό σε κάθε κρίση που μπορεί να συμβεί, δύο είναι τα βασικότερα πράγματα,» μου είπε και άρχισε να μετράει με τα δάχτυλα.

    «Το πρώτο είναι πως θα την αντιμετωπίσεις τη στιγμή που συμβαίνει, πως θα κάνεις damage control για να περιορίσεις τις συνέπειές της,» μου είπε και έγνεψα καταφατικά, δίνοντάς του το σήμα ότι θέλω να συνεχίσει.

    «Το δεύτερο είναι τα lessons learned μετά το τέλος της. Τι μάθαμε; Τι πήγε λάθος; Τι διαχειριστήκαμε σωστά και τι όχι; Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα;»

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε κάποιος συμφοιτητής της Ελένης να κάνει δημόσιες σχέσεις, οπότε θέλοντας και μη, ο συζήτησή μας διακόπηκε. Τους ζήτησα ευγενικά συγνώμη ότι θέλω να πάω να βάλω ποτό, και πήγα προς τα μέσα. Πεινούσα, οπότε γέμισα το χάρτινο πιατάκι μου με μεζέδες, και κάθισα σε μια καρέκλα τρώγοντας και παρατηρώντας τον κόσμο.

    Δεν βρήκα ευκαιρία να μιλήσω με τον Σαράντη, καθώς αυτός που μας έκοψε δεν ήταν ο μόνος που ήθελε να κάνει P.R. Λίγο πριν της μία τον είδα να ετοιμάζεται να φύγει και δεν το κρύβω, η καρδιά μου έκανε μια κωλοτούμπα όταν τον είδα να ψάχνει με το βλέμμα του και κατάλαβα ότι έψαχνε να βρει εμένα.

    «Πρέπει να φύγω,» μου είπε. «Έχω πρωινό ξύπνημα καθώς είναι η μέρα μου με τη μικρή,» μου είπε.

    «Ορίστε;» τον ρώτησα ελαφρά αιφνιδιασμένη.

    «Είναι το Σαββατοκύριακο με την κόρη μου,» ξεκίνησε, και εκεί κατάλαβα ότι είναι διαζευγμένος. «Πριν έρθω εδώ την άφησα στους παππούδες της, έτσι κι αλλιώς έφυγα αφού κοιμήθηκε, αλλά θέλω να περάσω πρωί να την πάρω καθώς το τερατάκι μου ξυπνάει νωρίς-νωρίς,» μου είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε στην αναφορά της κορούλας του.

    Του έδωσα το χέρι μου. «Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα,» του έκανα.

    «Κι εγώ,» μου απάντησε ανταποδίδοντάς μου τη χειραψία. «Θα ήθελες να μου δώσεις το κινητό σου;» με ρώτησε χωρίς περιττές φιοριτούρες.

    «Πες μου το δικό σου,» του είπα, ανοίγοντάς το δικό μου. Μου το είπε, το έγραψα, και αμέσως του έκανα κλήση. «Αγγελή είναι το επίθετό μου,» του είπα, κερδίζοντας ακόμα πιο λαμπερό χαμόγελο. Το δικό του το ήξερα, οπότε τον πέρασα στις επαφές.

    «Λοιπόν, σε καληνυχτίζω… και τα λέμε!» μου απάντησε, και προς στιγμή ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα μου κλείσει συνωμοτικά το μάτι.

    Δεν το έκανε! Κλαψ-λυγμ!

    «Καληνύχτα!» του είπα χαρίζοντάς του το πιο γλυκό μου χαμόγελο, και μεταξύ μας, το εννοούσα.

    Κοίτα να δεις που ήταν ωραία στη Σπάρτη τελικά!