Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026 at 19:18.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    01. Να η Σπάρτη

    Όταν γύρισα σπίτι το μυαλό μου ήταν σούπα. Μέρες απογραφής και τι καλά που περνάμε όλοι. Ήθελα απελπισμένα να χωθώ στο μπάνιο αλλά πρώτα έπρεπε να ταΐσω το τάγμα για να μη μου γκρεμίσουν το σπίτι. Και με τις τρεις γάτες μου να μπουρδουκλώνονται στα πόδια μου και να μου νιαουρίζουν απαιτώντας αφενός χάδια και αφετέρου να τα ταΐσω, πήγα στην κουζίνα και έβγαλα την υγρή τους.

    «Νιάου!» μου έκανε ο Dusty ρίχνοντας ένα σάλτο πάνω στον πάγκο.

    «Νιάου στα μούτρα σου!» του έκανα χαζογελώντας, χαϊδεύοντάς του τη μύτη, κάτι που τον έκανε να ρίξει ένα χαριτωμένο φτάρνισμα.

    Στο μεταξύ η Bella που τριβόταν στα πόδια μου, μου πάτησε μια απαλή δαγκωνιά για να μην ξεχνιόμαστε.

    «Τι δαγκώνεις μωρή σουραύλω;» την ψευτομάλωσα και το βλαμμένο έκανε βαρελάκι και άρχισε να μου κάνει bunnies στα σνίκερς που φορούσα. Και εκεί έριξε στον πάγκο ένα σάλτο και ο Jonesy, γιατί αλίμονο.

    Με τα δύο βλαμμένα να μου τρίβονται στα χέρια και την έτερη καπαδόκισσα στα πόδια τους κατάφερα μετά από λίγη μάχη να τους βάλω το φαγητό τους, κι εκεί ξέχασαν την ύπαρξή μου.

    Γάτες…

    Έβγαλα τα παπούτσια μου και ένιωσα τη ζέστη του πατώματος. Αν και γενικά δε μ’ αρέσει να κυκλοφορώ ξυπόλυτη, ειδικά το χειμώνα η ενδοδαπέδια είναι απόλαυση. Ας είναι καλά οι γονείς μου που φεσώθηκαν 30 χρόνια για να έχει η μονάκριβή τους σπίτι.

    Οι ίδιοι είχαν επιστρέψει στη εξωτική Αγιά και δεν το κουνούσαν από εκεί. Και καλά έκαναν εδώ που τα λέμε, τι ανάγκη είχαν; Η Λάρισα ήταν κοντά, οι παραλίες του νομού ήταν κοντά, τα κατσίκια τους τα είχαν, το χωράφι για να το παίζουν αγροκαλλιεργητές το είχαν, ζωάρα έκαναν. Θα μου πεις έφτασαν τα 65 ο πατέρας μου και τα 58 η μητέρα μου, δουλεύοντας από τα δεκαοχτώ τους, αλλά such is life.

    Πήγα στο μπάνιο και έβγαλα ρούχα και εσώρουχα και τα στρίμωξα στο πλυντήριο. Ναι, δε μπορούσα να το αναβάλω άλλο, και έτσι τσίτσιδη τελείως, έβαλα την μπανιέρα να γεμίζει—ήθελα απελπισμένα ένα ζεστό μπάνιο—και έβαλα το πλυντήριο να ξεκινήσει.

    Ούτε βόμβες αφρού ούτε τίποτα, απλά όταν γέμισε η μπανιέρα χώθηκα μέσα και αφέθηκα να χαλαρώσω στη ζεστή αγκαλιά του νερού.

    Και εκεί βούιξε το τηλέφωνο, είχα μήνυμα από το Μίλτο. Μοντέρνοι καιροί, που λένε, δεν ήταν ακριβώς γκόμενος και δεν ήταν ακριβώς φίλος, η κολλητή μου η Ελένη το έλεγε “situationship.” Τον είχα γνωρίσει από κάποιο μήνυμα που μου είχε στείλει στο insta σε μια φωτογραφία που είχα ανεβάσει. Το σχόλιό του ήταν έξυπνο, με είχε κάνει να γελάσω, δεν είχε καμία σχέση με τα πεφτουλιάρικα που βλέπεις συνήθως από αγνώστους, του είχα απαντήσει, και κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου.

    Καλό παιδί, λίγο μελαγχολικό, λίγο βλαμμένο—με την καλή έννοια—και με απίστευτο χιούμορ, με έκανε να γελάω και για μένα το γέλιο είναι το αφροδισιακό μου. Από την άλλη, ζαμάν φου και πάνω τούρλα, δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα έψαχνα σε σχέση, αλλά από την άλλη υπήρχε ερωτική έλξη και το κορίτσι θέλει και παιχνίδι.

    Και κάπως έτσι κάπου βγαίναμε, κάπου κάναμε κανένα Netflix and chill, άλλες φορές χαζολογώντας και άλλες φορές βγάζοντας τα μάτια μας ενώ το Netflix έπαιζε για τον γάμο του καραγκιόζη.

    Πήρα προσεκτικά το κινητό και διάβασα το μήνυμα. “Netflix and chill?”

    Ούσα τελείως ξεθεωμένη δεν είχα ιδιαίτερες ορέξεις, ούτε για σεξ, ούτε για να ξεκουνήσω από το σπίτι. “Not today honey-bunny,” του απάντησα. «Βαριέμαι ρε μαλάκα» ήταν η απάντηση που πήρα. «Και εδώ να έρθεις, πάλι θα βαρέσεις, αν μ’ εννοείς!» του έγραψα και μου απάντησε «LOL! Nema problema, θα είμαι φρόνιμος!»

    Ακόμα το σκεφτόμουν μέχρι που ήρθε και το δεύτερο μήνυμα. «Έχω και παστίτσιο από τη μάνα μου, πήγα από εκεί το απόγευμα και γύρισα φορτωμένος!»

    Οκ, αυτό ήταν, η απόφαση πάρθηκε σε χρόνο dt. «Τέτοια λες και με ρίχνεις!» Και μετά για να μην το πάρει αλλιώς και νομίζει ότι θα έχει και συνέχεια του έγραψα και δεύτερο μήνυμα «Αλλά το πλύσιμο στο χέρι δεν το γλιτώνεις!» στο οποίο μου απάντησε “LOL. Έρχομαι!”

    Αμπελόκηπους έμενε, μέχρι να έρθει Νέα Ερυθραία θα του έπαιρνε κάμποσο, ακόμα και με το παπί του. Άφησα το τηλέφωνο προσεκτικά δίπλα, έκλεισα τη μύτη μου και χώθηκα ολόκληρη κάτω από το νερό και έμεινα εκεί μέχρι που τα πνευμόνια μου άρχισαν να διαμαρτύρονται.

    Κάθισα ακόμα ένα δεκάλεπτο έτσι και μετά άδειασα την μπανιέρα και σηκώθηκα για να κάνω και το ντουζ. Έχοντας pixie bob κούρεμα, το μαλλί μου δε χρειαζόταν ιδιαίτερη περιποίηση. Αυτό που χρειαζόμουν ήταν ξύρισμα σε πόδια και μασχάλες αλλά μιας και το σεξαπίλ ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή το άφησα για άλλη μέρα.

    Στέγνωσα και μετά ντύθηκα απλά και κάθισα στον καναπέ παρέα με τα τρία καθάρματά μου περιμένοντας το Μίλτο να έρθει. Και εκεί χτύπησε ξανά το τηλέφωνο, αυτή τη φορά ήταν η Ελένη.

    «Σαν τα χιόνια!» της απάντησα. «Πού χάθηκες μωρή εσύ;»

    «Κι εγώ σ’ αγαπάω!» μου απάντησε με τουπέ. «Τι που χάθηκα ρε μωρή, γύρναγα στα λιβάδια και χόρευα ως άλλη Μαρία φον Τραπ.»

    (Εντωμεταξύ, ούτε που θα την γνώριζα την ταινία αν δεν ήταν το meme με τη Andrews στο λιβάδι και το “Look all the shit I give!”)

    «Εσύ τι κάνεις;»

    «Περιμένω το Μίλτο να μου φέρει παστίτσιο!» της απάντησα αδιάντροπα.

    «Μωρή δεν ντρέπεσαι να εκπορνεύεσαι για ένα κομμάτι παστίτσιο;» μου είπε βάζοντας τα γέλια.

    «Αρχικά ποιος σου είπε ότι θα του κάτσω; Σήμερα είχε απογραφή, δεν έχω τα κουράγια όχι για σεξ, ούτε για να βγάλω πιάτο να φάω το παστίτσιο, από το τάπερ θα το φάω, όπως θα το φέρει! Και έπειτα, έχεις φάει παστίτσιο από τα χεράκια της κυρά-Βασιλικής; Να ξέρεις ότι γυναίκες έχουν βγει στο πεζοδρόμιο για πολύ λιγότερα!» της δήλωσα, κάνοντάς την να βάλει και πάλι τα γέλια.

    «Αυτό που το πας;» μου είπε χαχανίζοντας ακόμα. «Τέλος πάντων, για άλλο σε πήρα, το Σάββατο έχω να πάω σε κάποιο πάρτι.»

    «Και γιατί μου το λες ρε μωρή, για να σου δώσω άδεια;»

    «Ωραία, διορθώνω τη διατύπωση: Το Σάββατο το βράδυ *έχουμε* να πάμε σε κάποιο πάρτι!» μου είπε τονίζοντας το ρήμα.

    Μάλιστα. Καλά, οκ, όχι ότι είχα να κάνω και τίποτα ιδιαίτερο το Σάββατο.

    «Ε, πες το έτσι για να το καταλάβω. Και ποιος το κάνει το πάρτι;»

    «Ένας συμφοιτητής από το MBA» μου απάντησε.

    «Κι εγώ ρε μωρή τι θα κάνω που δε θα γνωρίζω κανέναν;»

    «Αφενός γνωρίζεις εμένα, και αφετέρου θα έχεις και την ευκαιρία να ανοίξεις τους ορίζοντές σου σε πάρτι με εκλεκτό κοινό!» μου είπε τελείως ξεδιάντροπα, καθώς ήξερα από τις διηγήσεις της ότι τον πιο συμπαθητικό από τους συμφοιτητές της ήθελε να τον πνίξει στο νεροχύτη για να μη χαλάσει η ράτσα.

    «Καλά… σάμπως έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο;» της απάντησα βαριεστημένα.

    “That’s the spirit!” μου απάντησε ειρωνικά.

    Συνεχίσαμε την πάρλα για κανένα δεκάλεπτο ακόμα και εκεί το κλείσαμε γιατί ήρθε ο μάγος με τα δώρα. Ο γλυκούλης μου δεν είχε φέρει μόνο ένα μεγάλο τάπερ με σπιτικό παστίτσιο, είχε φέρει ΚΑΙ γαλακτομπούρεκο, κι αυτό από τα χεράκια της κυρα-Βασιλικής.

    “Hello, baby” μου έκανε πιάνοντάς μου το πηγούνι ως άλλη Άννα Καλουτά στο «Καλωσήρθε το δολάριο.»

    «Ο κήπος είναι ανθηρός,» του απάντησα με ατάκα από την ίδια ταινία και έβαλε τα γέλια. Και μετά παρατήρησα τα μάτια του, που δε θα έλεγες ότι με κοιτούσαν ακριβώς. Χαμήλωσα ασυναίσθητα το κεφάλι μου.

    Μάλιστα, χωρίς σουτιέν και η τριβή με το μπλουζάκι είχε κάνει τη δουλειά του.

    «Τα μάτια μου είναι εδώ, ρεμάλι!» τον ψευτομάλωσα.

    «Δείχνεις; Βλέπω!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

    «Δε δείχνω!» του απάντησα ξεροκέφαλα.

    «Και αυτό τι είναι;» μου είπε τσιμπώντας μου ανάλαφρα τη ρόγα του δεξιού μου στήθους.

    «Αν το ξανακάνεις σήμερα, το τέλος σου!» του δήλωσα με όλη μου την αγάπη.

    «Σιγά ρε Τζον Ράμπο!» μου είπε και πέρασε στα ενδότερα. «Βρε βρε, οι Cleveland Καθαρμαteers!» είπε γελαστός σκύβοντας να χαϊδέψει τα καθαρματάκια μου που του τριβόντουσαν και τα τρία, και ζμπούτσα’τς η μαμά.

    Χωρίς περιστροφές και περιττές ευγένειες, του πήρα τα τάπερ από τα χέρια και πήγα στην κουζίνα. Το τάπερ με το παστίτσιο παραήταν μεγάλο για να φάω κατευθείαν από εκεί, οπότε αναγκάστηκα να κάνω την πολιτισμένη και να το βάλω σε πιάτο. Γύρισα στο σαλόνι και ο Μίλτος είχε βολευτεί στον καναπέ, με την Bella να του κάνει πατουσάκια στην κοιλιά, τον Dusty να έχει κάτσει στο γατόδεντρο και να γλείφεται, ενώ ο Jonesy είχε θεωρήσει πιο παραγωγικό να μπουρδουκλώνεται στα πόδια της μαμάς.

    Κάθισα κι εγώ στον καναπέ και άρχισα να τρώω. «Τι θα δούμε;» τον ρώτησα μπουκωμένη.

    «Έλεγα να συνεχίσουμε το young Sheldon,» μου απάντησε. Ούσα ακόμα πιο μπουκωμένη δεν του απάντησα καν, απλά του έγνευσα καταφατικά.

    Μέχρι να τελειώσει το πρώτο επεισόδιο είχα ξεπαστρέψει το παστίτσιο. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα ακόμα και ευχαρίστως θα έτρωγα λίγο παραπάνω ακόμα αλλά έδειξα αυτοσυγκράτηση, και μπράβο μου. Και ο λόγος φυσικά δεν ήταν ότι ντρεπόμουν το Μίλτο, αλλά για να έχω να φάω και αύριο, γιατί δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού, ή έστω, της κυρα-Βασιλικής.

    «Πάτα λίγο pause,» του είπα και πήγα να αφήσω το πιάτο μέσα ή—για να είμαι ακριβής—να παρατήσω το άπλυτο πιάτο στο νεροχύτη να κάνει παρέα με ακόμα δύο άπλυτα πιάτα και ένα ποτήρι. Αναστέναξα, κάποια στιγμή θα έπρεπε να τα πλύνω πριν βγουν τίποτα βατράχια, να πούμε. Τη στιγμή εκείνη ωστόσο δεν είχα τα κουράγια.

    «Θες γαλακτομπούρεκο;» τον ρώτησα.

    «Έχω ολόκληρο ταψί στο σπίτι,» μου απάντησε.

    «Έχεις ολόκληρο ταψί και μου έβαλες μόνο τρία κομμάτια, ρε παραδόπιστε;» τον τσίγκλησα και τον άκουσα να χαχανίζει.

    «Φροντίζω τη σιλουέτα σου!» μου είπε.

    «Μια χαρά είναι η σιλουέτα μου!» του απάντησα. «Και έχω και ένα σκασμό followers στο insta για του λόγου το αληθές!» τον πείραξα με τη σειρά μου.

    «Ναι, γιατί στην φροντίζω!» μου απάντησε συνεχίζοντας το χαβαλέ.

    Βγάζεις άκρη μαζί του;

    «Θες μπύρα;» τον ρώτησα ξανά.

    «Γιατί να μη θέλω;» μου απάντησε. «Δεν θυμάμαι να κατούρησα σε κανένα πηγάδι!»

    Έβγαλα δυο κουτάκια μπύρα, τα ξέπλυνα—σιγά μη τα σέρβιρα και σε ποτήρι, για ποια με περάσατε;—και επέστρεψα επί του καναπέος.

    Και όχι τίποτε άλλο, τόσες φορές που είχαμε βγάλει τα μάτια μας στο σαλόνι, γιατί ποιος να τρέχει τώρα στην κρεβατοκάμαρα, μια χαρά ταίριαζε η…γενική, και ας ήταν με «ο» αντί για «ω» και ας ήταν «καναπές» η ονομαστική και όχι «καναπέας.»

    ( Μαλάκα μου, τι πάω και θυμάμαι από τα αρχαία του Λυκείου; )

    «Πώς ήταν η μέρα σου;» τον ρώτησα δίνοντάς του το κουτί με τη μπύρα.

    «Ακριβώς όπως η χθεσινή!» μου απάντησε ανοίγοντας το κουτάκι και πίνοντας τρεις γουλιές. «Δεν είχαμε έκπληξη!»

    «Κατάλαβα, ούτε φέτος πτυχίο» τον μάλωσα. Ήταν ήδη στο έκτο έτος στο οικονομικό τη ΕΚΠΑ, και η σχολή υποτίθεται ότι ήταν τέσσερα χρόνια. Δεν είναι ότι χρωστούσε πολλά, δύο μαθήματα ήταν που του είχαν μείνει, και φέτος είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι θα τελειώσει με δαύτα.

    «Α, όχι, φέτος τέρμα τα δίφραγκα,» μου απάντησε. «Αφού τα ξέρεις ρε μαλάκα,» συνέχισε, «και παρακολουθώ και έχω πάρει και οχτώ στη μία πρόοδο και επτάμισι στην άλλη.»

    Δε βαριέσαι, κι εγώ που είχα πάρει το πτυχίο μου στα τέσσερα, τι κατάλαβα; Πωλήτρια σε μεγάλη αλυσίδα λιανικής ήμουν. Εντάξει, κούραση και ορθοστασία αλλά δεν έχω παράπονο, ως κατάστημα πάμε καλά και πιάνουμε πάντα τους στόχους, και μιας και συνήθως εγώ τους ξεπερνάω, παίρνω αρκετά καλό bonus.

    «Ζωή;» επανέλαβε ο Μίλτος, κάτι με είχε ρωτήσει αλλά χαμένη στη σκέψεις μου δεν του απάντησα.

    «Συγνώμη, δεν πρόσεχα,» του είπα. «Τι με ρώτησες;»

    «Το ίδιο, πώς ήταν η μέρα σου,» μου απάντησε πίνοντας μια γουλιά ακόμα.

    «Κουραστική, είχαμε απογραφή σήμερα,» του απάντησα, «και μας βγήκε η Παναγία. Από τις 08:00 το πρωί στο πόδι και τελειώσαμε στις 21:00, πρέπει να έγραψα περισσότερα χιλιόμετρα και από αθλητή στίβου σήμερα!»

    «Έλα, πάρε θέση,» μου είπε. «Στο υπόσχομαι, δε θα ζητήσω τίποτα παραπάνω!» μου είπε.

    Χαμογέλασα και χωρίς να φέρω αντιρρήσεις ξάπλωσα στην άκρη του καναπέ, και ο Dusty βρήκε ευκαιρία και σκαρφάλωσε πάνω μου και άρχισε να μου κάνει πατουσάκια στο αγαπημένο του σημείο, στο στήθος μου.

    «Ορίστε, εμείς μια ρόγα τσιμπήσαμε και κόντεψες να μου φέρεις το ταψί στο κεφάλι, και ο Dusty σε έχει πάει second base και δε λες τίποτα!»

    «Γιατί ο Dusty μένει στο second base, σε αντίθεση με τους παρόντες που αν τους δώσεις θάρρος στο τέλος καταντάς Incontinentia buttocks!»

    «Είμαι μερακλής, τι να κάνω;» μου είπε χαμογελώντας και συνέχισε το μασάζ στα πόδια μου κάνοντάς με να λιώσω. Ωστόσο το λόγο του τον κράτησε, απλά αρκέστηκε στο μασάζ χωρίς να προχωρήσει σε κάτι περισσότερο ερωτικό, και είναι και ποδολάγνος και δεν το έχει και δύσκολο.

    Και εκεί άρχισε να βρέχει, δηλαδή όχι απλά βροχή, καρέκλες άρχισε να ρίχνει. Από το απόγευμα το στριφογύρναγε και στο τέλος το κατάφερε. Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω να φύγει μέσα στη βροχή, οπότε γύρω στα μεσάνυχτα πήγαμε στο κρεββάτι μου και πέσαμε να ξεραθούμε. Και σεξ μπορεί να μην ήθελα αλλά αγκαλίτσα ήθελα, και το Μιλτουλίνι μου δε μου χάλασε το χατήρι!

    Και έτσι, με τη βροχή να πέφτει, με ένα τελειόφοιτο του οικονομικού να με κρατάει αγκαλιά και με τις γάτες στα πόδια μας έπεσε ο γενικός.

    Αν και κανονικά το ξυπνητήρι το βάζω κάθε μέρα στις οκτώ, καθώς πιάνω δουλειά στις εννιά και το κατάστημα που δουλεύω είναι κοντά, για σήμερα το είχα βάλει στις 07:30, ώστε να προλάβω να φτιάξω και πρωινό στο Μίλτο. Μου είχε φέρει παστίτσιο και γαλακτομπούρεκο, μου είχε κάνει μασάζ στα πόδια, με είχε πάρει να κοιμηθούμε αγκαλίτσα, και παρά τις ορέξεις του—στα αγοράκια δεν κρύβονται—δεν έκανε το παραμικρό που θα με έφερνε σε δύσκολη θέση. Ε, δε θα τον άφηνα και χωρίς πρωινό!

    Άφησα τον ωραίο κοιμώμενο να ροχαλίζει ελαφρά και με τα γατιά μου στο κατόπι πήγα να κάνω την πρωινή μου τουαλέτα, να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου για να ξυπνήσω και για να πλύνω δοντάκια. Το κέρατό μου, είχα ξεχάσει ότι είχα βάλει πλυντήριο, θα έπρεπε να βάλω τα ρούχα στο στεγνωτήριο αλλιώς θα ήθελαν πλύσιμο και πάλι.

    Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, οπότε τι να κάνω, γέμισα το στεγνωτήριο και με λίγη καθυστέρηση πήγα να φτιάξω πρωινό. Καλά, όχι ότι ήταν τίποτα το φοβερά εξεζητημένο, καγιανά θα του έφτιαχνα, αλλά ήθελαν και αυτά την ώρα τους, και ε, να μην πιούμε και κανένα καφεδάκι να ανοίξει το μάτι ρε αδερφέ;

    Βαριόμουν να φτιάξω καφέ και έτσι παράγγειλα από e-food. Ευτυχώς η αγαπημένη μου καφετέρια ανοίγει πολύ νωρίς και είναι και σχεδόν δίπλα, οπότε υπολόγισα ότι μέχρι να τελειώσω την ομελέτα θα ερχόντουσαν και οι καφέδες.

    Και πράγματι έτσι έγινε, μόλις είχα κλείσει το μάτι όταν χτύπησε το κουδούνι. Πάτησα την ενδοσυνενόηση. Kατεβαίνω εγώ!» είπα στο ντελιβερά για να μην κάνει τον κόπο να ανέβει στο δεύτερο που έμενα.

    Κατέβηκα στα γρήγορα κάτω, ο Αμσούν—ναι, ξέρω τα ονόματα και των ντελιβεράδων—με περίμενε στην είσοδο. Με είδε και χαμογέλασε. «Καλημέρα!» μου είπε.

    «Καλημέρα!» του είπα χαμογελώντας και πήρα τους καφέδες. «Έχω πληρώσει με κάρτα!» του εξήγησα.

    «Ναι, το ξέρω!» μου απάντησε, και αφού με χαιρέτησε ευγενικά, επέστρεψε στο μηχανάκι του, φαίνεται ότι είχε και άλλα deliveries να κάνει αλλιώς θα ερχόταν με τα πόδια, η καφετέρια είναι ούτε 50 μέτρα μακριά.

    Ανέβηκα πάνω με τους καφέδες, τους άφησα στην κουζίνα και πήγα να ξυπνήσω τον Μίλτο.

    «Σήκω ρεμάλι!» του είπα ταρακουνώντας τον δυνατά, ο Μίλτος δεν ξύπναγε εύκολα.

    «Τι; Ποιος;» μου είπε προσπαθώντας να bootάρει.

    «Αυτός, 1-0!» του είπα κάνοντας χαβαλέ. «Σήκω και ρίξε νερό στα μούτρα σου, και έλα να φας, σου έχω φτιάξει πρωινό!»

    «Τι;» μου είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του, αν εξαιρέσεις το σεξ, δεν τον είχα συνηθίσει σε τόση περιποίηση.

    «Τι να σε κάνω ρε μούργο; Μου έφερες παστίτσιο, μου έφερες γαλακτομπούρεκο, μου έκανες μασάζ στα πόδια και με πήρε και αγκαλίτσα χωρίς να ζητήσεις πληρωμή σε είδος! Έτσι θα σε άφηνα;»

    «Και το πρωινό πληρωμή σε είδος είναι ρε μωρή, που λέει και η Ελένη» μου απάντησε και έβαλα τα γέλια.

    «Αυτό δεν είναι πληρωμή σε είδος, είναι φροντίδα!» του είπα χαχανίζοντας.

    «Βρήκες κι εσύ μέρα να σε πιάσει το μαμαδίστικο! Θα προτιμούσα πληρωμή σε είδος!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

    Αντί απάντησης σήκωσα τη μπλούζα μου και τον φλάσαρα κανονικά και με το νόμο και μετά άρχισα να του κουνιέμαι. «Μην παίρνεις θάρρος,» του είπα βλέποντας τα μάτια του να αστράφτουν. «Όπως σου είπα θα πλύνεις στο χέρι, αλλά για να δεις τι καλή που είμαι, σου δίνω εικόνες για να με σκέφτεσαι!» του απάντησα χαχανίζοντας και κατέβασα και πάλι τη μπλούζα μου.

    «Όρσε!» μου είπε φασκελώνοντάς με και βάζοντας τα γέλια. «Άντε, πάμε να με ταΐσεις!» είπε και σηκώθηκε.

    «Μη με απειλείς εμένα με όπλο στο παντελόνι!» τον πείραξα. «Και μη μου πεις ότι δεν είναι αυτό που νομίζω!»

    «Όχι Ζωή,» μου είπε με δραματικό ύφος. «Είναι *ακριβώς* αυτό που νομίζεις!» συνέχισε με στόμφο, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.

    Φάγαμε το πρωινό μας—δηλαδή ο Μίλτος, εγώ το πρωί μόνο καφέ—και μετά τον έτζασα με συνοπτικές διαδικασίες για να αλλάξω και να ετοιμαστώ να πάω στο κατάστημα. Στις 08:30 κατέβηκα στο υπόγειο parking και καβάλησα την Vulkan μου και ξεκίνησα για να πάω στο κατάστημα.

    (Άσχετο, αλλά η γκρίνια που είχα ακούσει πέρσι από τους δικούς μου όταν αγόρασα μηχανή δε λέγεται, αλλά η Vulkan S, δεν ξέρω, ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά, ήταν ο λόγος που έβγαλα δίπλωμα μηχανής στα «γεράματα» και τελικά πέρσι γράφοντάς τους όλους στα παλιά μου τα παπούτσια την αγόρασα, και μπράβο μου!)

    Η εβδομάδα κύλησε με ταχύτητα τετραπληγικής χελώνας με κρίση ισχιαλγίας, το Τετάρτη-Παρασκευή παίζει να διήρκησε κανένα δίμηνο, να πούμε. Αν δεν είχα ρεπό το Σάββατο δε θα πήγαινα στο πάρτι και δεν πήγαινε να κοπανιόταν η Ελένη: να σχολάσω στις 20:00 και μετά να έχω να ετοιμαστώ και από πάνω, παλιά στο Τέξας, που λέει και ο Νικηφόρος, ο αδερφός της.

    Ωστόσο μιας και είχα τα ρεπά μου, και όσο και αν δεν πέταγα τη σκούφια μου για το πάρτι, έφαγα όλο το Σαββατιάτικο απόγευμά μου να ετοιμαστώ, γιατί μια κοκεταρία την έχω, ψέματα μη λέω, θα πέσει το insta να με πλακώσει.

    Με την Ελένη είχαμε δώσει ραντεβού να περάσει να με πάρει στις 22:00, αλλά εγώ είχα τελειώσει ήδη από τις 21:00, οπότε την επόμενη ώρα την έφαγα χαζολογώντας σε Tik-Tok και YouTube.

    Όταν έφτασε με πήρε τηλέφωνο από το αυτοκίνητο, οπότε χάιδεψα τα καθαρματάκια μου, κοιτάχτηκα για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη, φτου-μου, φτου-μου, και κατέβηκα.

    «Καλώς τη μου!» μου είπε με το που μπήκε στο αυτοκίνητο, και αεοροφιληθήκαμε για να μη λερώσουμε η μία την άλλη με κραγιόν. Του λόγου της είχε φορέσει ένα strapless βαθύ μπλε φόρεμα που τόνιζε το μπούστο της, και η Ελένη είχε πλούσια τα ελέη που λένε στο χωριό.

    «Σκοπεύεις να τους βγάλεις τα μάτια έξω;» την πείραξα.

    «Ενώ εσύ ας πούμε έχεις ντυθεί καλόγρια,» μου απάντησε στα ίσια, κάνοντάς με να σκύψω μηχανικά προς το μπούστο μου, παρόλο που είχα πολύ καλή ιδέα πως φαινόμουν, επί τούτου είχα επιλέξει το φόρεμα.

    «Εμένα ρε μωρή πού με είδαν που με ξέρουν!» της απάντησα χαχανίζοντας.

    «Ε, εμένα με είχαν μάθει από την καλή, σήμερα θα με μάθουν και από την ανάποδη,» μου απάντησε ανταποδίδοντας το χαχανητό.

    Το πάρτι ήταν στο Χαϊδάρι, οπότε στη διαδρομή κάναμε και catch-up των τελευταίων ημερών, καλά, όχι ότι είχε συμβεί και τίποτα άξιο αναφοράς, αλλά τέλος πάντων. Όπως και να έχει γύρω στις έντεκα παρά ήμασταν εκεί.

    Η αλήθεια είναι ότι δε θα το έλεγες ακριβώς “nice party” ή «Να η Σπάρτη,» όπως το είχε θέσει ο Μίλτος και είχα κοντέψει να πάθω αποπληξία από τα γέλια—απίστευτα καμένο, απίστευτα έξυπνο. Μάζωξη με μουσική και finger food ήταν περισσότερο, αλλά δεν ήταν άσχημα.

    Και όχι τίποτε άλλο αλλά και οι συμφοιτητές της στο MBA δεν ήταν τόσο μαλακοπίτουρες όσο μου περιέγραφε κατά καιρούς με βαθύ λυρισμό η Ελένη, μια χαρά normal μου φάνηκαν. Εντάξει, μερικοί ήταν όντως για τον πέοντα, αλλά δε βαριέσαι, παντού υπάρχουν μαλάκες.

    Δεν είμαι ιδιαίτερα συνεσταλμένη αλλά από την άλλη δεν είμαι και ιδιαίτερα κοινωνική. Θα μιλήσω, θα απαντήσω, αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πάνε να μιλήσουν σε κάποιο άγνωστό τους. Ο Σαράντης, από την άλλη, δεν είχε κατά τα φαινόμενα τέτοιους περιορισμούς, και κάπως έτσι, εκείνο το βράδυ μπήκε στη ζωή μου.

    Ήμουν όρθια και έπινα το ποτό μου σε μια ακρούλα, όταν με πλησίασε. Πιο ψηλός από εμένα, παρά το γεγονός ότι φόραγα ψιλοτάκουνα, καστανομάλλης και με γυαλάκια, έμοιαζε περισσότερο με καθηγητή παρά για συμφοιτητή της Ελένης.

    Spoiler alert: Ήταν καθηγητής της Ελένης, και για να τον είχαν καλέσει στο πάρτι, πρέπει να ήταν είτε συμπαθητικός, είτε ο διοργανωτής του πάρτι προσπαθούσε να μάθει με πόσα Φ γράφεται η Γλυφάδα.

    «Διασκεδάζουμε;» με ρώτησε μειδιώντας.

    «Δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτηση,» του απάντησα χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο, μου άρεσε η φάτσα του, να τα λέμε αυτά.

    «Γιατί;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με ελαφρά αμυντικά.

    «Γιατί χρησιμοποίησες πρώτο πληθυντικό και οι μαντικές μου ικανότητες είναι ανύπαρκτες,» του απάντησα εξακολουθώντας να χαμογελάω.

    “My bad,” μου απάντησε συνοδευόμενο από ένα μικρό γελάκι.

    «Τώρα,» του είπα τονίζοντας τη λέξη, «διασκεδάζουμε», συνέχισα, κάνοντάς τον να γελάσει πιο δυνατά αυτή τη φορά.

    «Σαράντης!» μου είπε το όνομά του δίνοντάς μου το χέρι.

    «Χαίρω πολύ, Ζωή,» του απάντησα δίνοντάς του και το δικό μου. Η χειραψία του ήταν σταθερή και θερμή, κερδίζοντας ακόμα μερικούς πόντους στην εκτίμησή μου.

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η Ελένη. «Αχ, να σας κάνω τις συστάσεις,» πήγε να πει η Ελένη αλλά την πρόλαβα εγώ.

    «Άργησες Λενιώ μου, συστηθήκαμε μόνοι μας!» την διέκοψα, κάνοντάς την να χαμογελάσει αμήχανα.

    «Ο κύριος Αλατσιάνος είναι καθηγητής μου στο MBA. «Διαχείριση Κρίσεων,» μου εξήγησε.

    Για μερικές στιγμές επικράτησε αμήχανη σιωπή, την οποία έσπασε ο Σαράντης με τρόπο που σχεδόν με γονάτισε, μιμούμενος τον Ηλιόπουλο από τον Ατσίδα.

    «Λοιπόν δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα… είμαστε…»

    Εντάξει, δεν το περίμενα, μου ξέφυγε ένα ροχαλητό.

    Εκείνος απλά έκανε την χειρονομία ότι φυσάει την κάνη του όπλου. “Crisis averted!” συνέχισε σε deadpan ύφος.

    Η Ελένη ξεφύσησε γελώντας, λες και της έφυγε κάποιος φανταστικός ελέφαντας από την πλάτη.

    «Εντάξει, μετά την επίδειξη διαχείρισης κρίσεως, είμαι έτοιμη να προχωρήσω σε πρακτική εξάσκηση,» μας δήλωσε. «Πάω να φάω κανένα spring roll.»

    «Αυτό δεν είναι crisis management!» της είπε ο Σαράντης αλλά η Ελένη είχε γίνει και πάλι η Ελένη που ξέρω από τα δώδεκα μου.

    «Έχουν τελειώσει, οπότε θα φάω κάτι άλλο!» μας δήλωσε, και έφυγε και μας άφησε μόνους μας.

    “Money very well spent,” απάντησα deadpan, κερδίζοντας εγώ αυτή τη φορά ένα μικρό ροχαλητό από τον Σαράντη.

    «Αμ τι νόμιζες, μύγες πεταλώνουμε;» απάντησε τρολλάροντας τον εαυτό του, και κερδίζοντας ακόμα περισσότερους πόντους στην εκτίμησή μου.

    «Απαπα, φωτιά να πέσει να με κάψει!» του απάντησα.

    «Μπουρλότο!» μου έκανε μιμούμενος τη Νοταρά στο «Αχ, αυτή η γυναίκα μου,» κερδίζοντας επάξια ακόμα ένα ροχαλητό. «Αλήθεια, εσύ με τι ασχολείσαι;»

    «Πωλήτρια σε κατάστημα,» του είπα και του ανέφερα την εταιρία στην οποία εργαζόμουν. «Εκεί να δείτε crisis management skill που απαιτούνται, κύριε Καθηγητά!» του είπα πειράζοντάς τον.

    «Αν το καλοσκεφτείς,» μου απάντησε σοβαρά, «όλες οι κρίσεις είναι ίδιες.»

    «Τι εννοείς;» τον ρώτησα με απορία, εγώ έκανα χαβαλέ και εκείνος απάντησε σοβαρά.

    «Κρίση είναι μια κατάσταση που ξαφνικά γίνεται μη ανεκτή από την είσοδο ενός ή περισσότερων επιπλέον παραγόντων, αστάθμητων η μη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτό που αλλάζει από κρίση σε κρίση είναι το εύρος των συνεπειών που προκαλούν, όχι ο βασικός μηχανισμός που τις γεννάει.»

    “Huh,” είπα σκεπτική.

    «Οι κρίσεις δεν είναι εν γένει απρόβλεπτες. Απρόβλεπτες μπορεί να είναι οι περιστάσεις που τις ξεκίνησαν, αλλά όχι οι κρίσεις καθ’ αυτές. Αν η προσθήκη ενός παράγοντα δημιουργεί κρίση, αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε εξ αρχής η σωστή στρατηγική θωράκιση. Πάρε για παράδειγμα τον Covid. Ναι, η εμφάνισή του ήταν ξαφνική και απρόβλεπτη, αλλά από την άλλη, η κοινωνία δεν είχε θωρακιστεί σωστά για τη διαχείριση πανδημίας ασθένειας για την οποία δεν υπάρχει εμβόλιο!»

    «Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα,» του απάντησα.

    «Ισχύει,» μου ανταπάντησε. «Γι’ αυτό σε κάθε κρίση που μπορεί να συμβεί, δύο είναι τα βασικότερα πράγματα,» μου είπε και άρχισε να μετράει με τα δάχτυλα.

    «Το πρώτο είναι πως θα την αντιμετωπίσεις τη στιγμή που συμβαίνει, πως θα κάνεις damage control για να περιορίσεις τις συνέπειές της,» μου είπε και έγνεψα καταφατικά, δίνοντάς του το σήμα ότι θέλω να συνεχίσει.

    «Το δεύτερο είναι τα lessons learned μετά το τέλος της. Τι μάθαμε; Τι πήγε λάθος; Τι διαχειριστήκαμε σωστά και τι όχι; Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα;»

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε κάποιος συμφοιτητής της Ελένης να κάνει δημόσιες σχέσεις, οπότε θέλοντας και μη, ο συζήτησή μας διακόπηκε. Τους ζήτησα ευγενικά συγνώμη ότι θέλω να πάω να βάλω ποτό, και πήγα προς τα μέσα. Πεινούσα, οπότε γέμισα το χάρτινο πιατάκι μου με μεζέδες, και κάθισα σε μια καρέκλα τρώγοντας και παρατηρώντας τον κόσμο.

    Δεν βρήκα ευκαιρία να μιλήσω με τον Σαράντη, καθώς αυτός που μας έκοψε δεν ήταν ο μόνος που ήθελε να κάνει P.R. Λίγο πριν της μία τον είδα να ετοιμάζεται να φύγει και δεν το κρύβω, η καρδιά μου έκανε μια κωλοτούμπα όταν τον είδα να ψάχνει με το βλέμμα του και κατάλαβα ότι έψαχνε να βρει εμένα.

    «Πρέπει να φύγω,» μου είπε. «Έχω πρωινό ξύπνημα καθώς είναι η μέρα μου με τη μικρή,» μου είπε.

    «Ορίστε;» τον ρώτησα ελαφρά αιφνιδιασμένη.

    «Είναι το Σαββατοκύριακο με την κόρη μου,» ξεκίνησε, και εκεί κατάλαβα ότι είναι διαζευγμένος. «Πριν έρθω εδώ την άφησα στους παππούδες της, έτσι κι αλλιώς έφυγα αφού κοιμήθηκε, αλλά θέλω να περάσω πρωί να την πάρω καθώς το τερατάκι μου ξυπνάει νωρίς-νωρίς,» μου είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε στην αναφορά της κορούλας του.

    Του έδωσα το χέρι μου. «Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα,» του έκανα.

    «Κι εγώ,» μου απάντησε ανταποδίδοντάς μου τη χειραψία. «Θα ήθελες να μου δώσεις το κινητό σου;» με ρώτησε χωρίς περιττές φιοριτούρες.

    «Πες μου το δικό σου,» του είπα, ανοίγοντάς το δικό μου. Μου το είπε, το έγραψα, και αμέσως του έκανα κλήση. «Αγγελή είναι το επίθετό μου,» του είπα, κερδίζοντας ακόμα πιο λαμπερό χαμόγελο. Το δικό του το ήξερα, οπότε τον πέρασα στις επαφές.

    «Λοιπόν, σε καληνυχτίζω… και τα λέμε!» μου απάντησε, και προς στιγμή ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα μου κλείσει συνωμοτικά το μάτι.

    Δεν το έκανε! Κλαψ-λυγμ!

    «Καληνύχτα!» του είπα χαρίζοντάς του το πιο γλυκό μου χαμόγελο, και μεταξύ μας, το εννοούσα.

    Κοίτα να δεις που ήταν ωραία στη Σπάρτη τελικά!
     
    Last edited: 11 Απριλίου 2026 at 12:52
  2. antreas Armatas

    antreas Armatas Regular Member

    Καλησπέρα και χρόνια πολλά.
    Μας έλειψαν οι ιστορίες σου.
     
  3. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    02. Daddy cool

    Γύρω στις δύο το διαλύσαμε καθώς, όπως είπα, περισσότερο μάζωξη with your plus one ήταν παρά πάρτι. Παρόλο που είχα πάει χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες—ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό—είχα περάσει καλύτερα απ’ όσο υπολόγιζα και είχα κάνει και μια ενδιαφέρουσα γνωριμία.

    «Μωρή πότε πρόλαβες και τον τύλιξες τον Αλατσιάνο;» με ρώτησε χαχανίζοντας η Ελένη όταν της είπα ότι μου ζήτησε το τηλέφωνο.

    «Τι να πω, κανείς άντρας δεν μπορεί να αντισταθεί στην εκθαμβωτική μου γοητεία,» της απάντησα κάνοντας χαβαλέ για να κερδίσω ένα φάσκελο όλο δικό μου.

    «Δεν τον τύλιγες το προηγούμενο εξάμηνο που μας είχε πάει αίμα;» με ρώτησε με ψεύτικη απελπισία. «Διαχείριση κρίσεων όνομα και πράγμα, η πρώτη κρίση που είχαμε να διαχειριστούμε είναι να μην το ρίξουμε στα σκληρά!»

    «Σκληρός καργιόλης ε; Και δεν του φαινόταν!»

    «Όχι μωρέ, καλός είναι,» απάντησε η Ελένη. «Εντάξει, μας πήγε λίγο αίμα αλλά μας έκανε άντρες!» συνέχισε χαχανίζοντας.

    «Αγορίνα μου,» της είπα, «σταμάτα να τρως κοτόπουλα, παρά έχεις κάνει μεγάλα μεμέ!» της απάντησα deadpan κάνοντάς την να της ξεφύγει ένα ροχαλητό.

    «Γυναικομαστία!» μου απάντησε σοβαρή-σοβαρή, κάνοντας με να χαχανίσω με τη σειρά μου.

    Με τους δρόμους άδειους δε μας πήρε πάνω από μισή ώρα για να φτάσουμε Νέα Ερυθραία, όπου μέναμε και οι δύο. Βασικά εκείνη έμενε λίγο πιο πάνω, στο παλιό Καστρί, και είχαμε γνωριστεί στην πρώτη γυμνασίου, όταν μετακομίσαμε από τη Νίκαια που μέναμε μέχρι τότε με τους δικούς μου στη Νέα Ερυθραία. Κολλήσαμε αμέσως η μία με την άλλη και δεκαπέντε χρόνια αργότερα εξακολουθούσαμε να είμαστε αυτοκόλλητες.

    Καληνυχτιστήκαμε, και μιας και πλέον δεν κινδύνευε το κραγιόν, φιληθήκαμε λες και θα μπαρκάραμε να πούμε, και η μία θα πήγαινε Ανατολή και η άλλη Δύση. Ανέβηκα στο διαμέρισμά μου, όπου αφού πέρασα ανάκριση τρίτου βαθμού από τους feline overlords, ξεβάφτηκα, έπεσα στο κρεββάτι παρέα με τα τριχωτά μου καθάρματα, και κάπου εκεί έπεσε ο γενικός.

    Και όταν λέμε έπεσε ο γενικός το εννοούμε! Ξύπνησα γύρω στις μία λες και ήμουν λες και είχα ξυπνήσει από χειμερία νάρκη, μου πήρε λίγη ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού βρίσκομαι. Και αν δεν ήταν τα τριχωτά μου καθάρματα, που έκαναν το σπίτι ροντέο μπας και με ξυπνήσουν και τους ταΐσω, ικανή με είχα να το είχα πάει σερί μέχρι το απόγευμα, που λέει ο λόγος, πραγματικά ήμουν ψόφια.

    Συσσωρευμένη κούραση, τι να πεις; Δεν μπορώ να πω ότι είχα ξεκουραστεί χθες, καθώς είχα σούπερ μάρκετ και μετά γενική, και το απόγευμα είχα και το ρεκτιφιέ, που λέει ο Μίλτος.

    Αυτή τη φορά ντράπηκα να παραγγείλω από το e-food, οπότε κατέβηκα στην καφετέρια και πήρα καφέ με τα χεράκια μου. Γύρισα σπίτι και άρχισα να διαβάζω το “My Dark Vanessa” το οποίο μου είχε προταθεί μετά το “Consent” της Springora—Vanessa και αυτή—το οποίο με είχε αρρωστήσει, και δεν ξέρω αν σας το έχω πει, αλλά λατρεύω τα βιβλία που μπορούν να μου γαμήσουν τη διάθεση με εποικοδομητικό τρόπο.

    Η αλήθεια είναι ότι δεν με τραβούσαν ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι, οπότε δε μπορούσα να μπω στα παπούτσια, είτε της Springora, είτε της ομώνυμης ηρωίδας του MDV. Μπορούσα ωστόσο να καταλάβω γιατί τους είχε γαμηθεί η ζωή, και όχι τίποτε άλλο αλλά η ιστορία της Springora ήταν και πραγματική.

    Πάνω που είχα απορροφηθεί βούιξε το τηλέφωνό μου, ήταν μήνυμα από τον Σαράντη: «Καλημέρα, θες το βράδυ να πάμε για ποτό; Τίποτα τραβηγμένο, γύρω στις οκτώ, και το αργότερο τα μεσάνυχτα θα είμαστε σπίτια μας.»

    Κατευθείαν στο ψαχνό!

    Θα μου πεις, τι περίμενες να κάνει; Τραγουδάκια και αφιερώσεις στο Facebook λες και είμαστε δεκαπεντάχρονα; Προφανώς του άρεσα και μου ζήτησε να πάμε για ένα ποτό, θα μπορούσε κάλλιστα να μου το είχε ζητήσει χθες.

    Η αλήθεια είναι ότι κι εμένα μου άρεσε, και αν και αυτή η ευθύτητα μου ήρθε κάπως—αν και μεταξύ μας δεν ήξερα τι περίμενα—πήρα την απόφασή μου χωρίς πολλά-πολλά.

    «Καλημέρα και σε σένα. Για πού λες;»

    Δεν απάντησε γραπτώς, αυτή τη φορά με πήρε τηλέφωνο.

    «Καλημέρα!» μου είπε και από πίσω ακούγονταν παιδικές φωνές.

    «Καλημέρα!» του απάντησα χαμογελώντας. «Να υποθέσω ότι είστε με το κορίτσι σε παιδικό πάρτι;»

    «Μπα, ένα πάρτι το μήνα είναι το όριό μου,» μου απάντησε κάνοντας χαβαλέ. «Την έχω φέρει σε παιδότοπο με την φίλη της, και αυτή τη στιγμή λυσσάνε στο τραμπολίνο!»

    «Και μπράβο τους!» του απάντησα και το χαμόγελό μου έγινε ακόμα πιο πλατύ.

    «Βασικά σε πήρα τηλέφωνο γιατί βαριέμαι να τα γράφω. Λοιπόν, είσαι;»

    «Είμαι!» του απάντησα. «Αλλά δε μου απάντησες, για πού λες;»

    «Σου είναι μακριά η Πολιτεία;»

    Έβαλα τα γέλια. «Ούτε καν, Νέα Ερυθραία μένω!» του απάντησα. «Για που λες;»

    “Challet,” μου απάντησε. «Το ξέρεις;»

    «Όχι, αλλά το ξέρει ο φίλος μου το google maps,» του απάντησα.

    «Μια χαρά, να πούμε γύρω στις οκτώ;»

    «Να πούμε,» του απάντησα ακόμα πιο χαμογελαστή.

    “It’s a date, then!” μου δήλωσε, και θα ορκιζόμουν ότι ακούστηκε σα να μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι. «Λοιπόν, στις οκτώ!»

    «Στις οκτώ!» επανέλαβα και κλείσαμε το τηλέφωνο. Και μετά το άνοιξα και πάλι για να πάρω την Ελένη και να της διηγηθώ τα καθέκαστα.

    Because of course I did!

    Αφού κλείσαμε με το Λενιώ, με ευχές για «καλό βόλι, καλά κρασιά, καλό μπάρκο και καλά σαράντα (pun intended)» προσπάθησα να επιστρέψω στη σκοτεινή Vanessa αλλά η όρεξή μου για διάβασμα είχε πάει περίπατο. Με είχε καταλάβει αυτή η ευχάριστη προσμονή του ραντεβού με κάποιον που σ’ αρέσει, και το οποίο είχα πραγματικά πολύ καιρό να το νιώσω.

    Αν εξαιρέσεις τον Μίλτο ήμουν μόνη μου πάνω από χρόνο, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ από τότε που έκανα για πρώτη φορά σχέση με κάποιο αγόρι, εκεί στα δεκαπέντε. Δεν είμαι ιδιαίτερα του δράματος, και τους χωρισμούς τους ξεπερνούσα σχετικά εύκολα, ακόμα και αυτόν με τον Φώτη που τα είχαμε για τρία χρόνια.

    Η Ελένη που είναι φοβερά πιο ευαίσθητη και μη μου άπτου, γομάρι με ανεβάζει, γομάρι με κατεβάζει. Δεν είναι ότι δεν πληγώνομαι ή ότι δεν στεναχωριέμαι, ειδικά με το Φώτη με είχε τσούξει όσο ποτέ. Από την άλλη δεν έχει πολύ νόημα να κλαις πάνω από τη σπασμένη στάμνα, που λέει και η μαμά, και κάποια στιγμή τα μέσα μου επαναστατούσαν, «ως πότε θα τον κλαις το μακαρίτη;»

    Ακόμα και μετά από τρία χρόνια σχέσης, ένα-δυο μήνες αργότερα ήμουν έτοιμη για φρέσκα, που έλεγε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, της οποίας έφερα και το όνομα.

    Αν και με είχε βολέψει το situationship με το Μίλτο, η αλήθεια είναι ότι παρά το γεγονός ότι ήμουν πολύ ξεκάθαρη εξ αρχής μαζί του, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω ο ίδιος την είχε δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα.

    Καλά θα πάει αυτό, σκέφτηκα μέσα μου.

    Από την άλλη, του είχα καταστήσει σαφές ότι αυτό που είχαμε, όπως και να λεγόταν και για όσο διαρκούσε, ήταν το μέγιστο που θα μπορούσε να πάρει από μένα, και δεν είναι και κανένα παιδάκι, 24 χρονών γάιδαρος είναι, από ένα σημείο και μετά πρέπει ο καθένας να κάνει τα κουμάντα του.

    Και η αλήθεια είναι πως με όλα του τα κουσούρια ο Μίλτος μου έβγαζε κάτι το προστατευτικό. Μπορεί να ήταν ζαμάν φου και πάνω τούρλα αλλά είναι καλό παιδί μωρέ, και δεν ήθελα να πληγωθεί.

    Ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα του μεταμοντερνισμού, αυτό έχω να πω. «Τον καιρό εκείνο τον παλιό, και οι δυο κλεισμένες στο σχολειό,» που λέει και το τραγούδι, δεν υπήρχαν situationships και “it’s complicated” και τα ρέστα, είτε κάποιος σου έκανε και έκανες σχέση μαζί του, είτε δεν σου έκανε και πήγαινες για άλλα.

    O tempora, o mores, καλά το λένε. Κάθε εποχή κουβαλάει τις δικές τις προκαταλήψεις και τα δικά της προβλήματα, και μπορεί, όπως έλεγε και ο Σαράντης, όλες οι κρίσεις να είναι οι ίδιες, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα όταν τη βλέπεις να σου έρχεται ποδοβολώντας σαν ρινόκερος.

    Και όχι τίποτε άλλο αλλά μια πείνα άρχισε να την κάνει, οπότε ως γνήσιο γομάρι, που λέει και η Ελένη, έκλεισα το κουτάκι των προβληματισμών και άνοιξα το κινητό μου να παραγγείλω, γιατί είχε πάει δύο και βαριόμουν και να μαγειρέψω. Και πάνω που το σκεφτόμουν, μου ήρθε ιδέα. Σήκωσα το τηλέφωνο.

    «Τι θες πάλι ρε βάσανο;» μου απάντησε η Ελένη.

    «Ντύσου, πλύσου, κάνε χωρίστρα κι έρχομαι!» της είπα χωρίς πολλά-πολλά.

    «Θα μας γαμήσεις κιόλας;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

    «Αν δεν είσαι έτοιμη σε είκοσι λεπτά που θα είμαι από κάτω από το σπίτι σου θα γίνω λεσβία μόνο για σένα!» της υποσχέθηκα, κάνοντάς τη να βάλει ακόμα πιο δυνατά γέλια.

    «Πού θα με πας μωρή μουρλέγκω;» με ρώτησε.

    «Για μεξικάνικο,» της είπα. «Λοιπόν, τους ζυγούς λύσατε!»

    «Μπα που λύσσα να σε φάει!» μου ευχήθηκε με όλη της την αγάπη και μετά από ένα σκασμό ματς-μουτς, λες και θα τα ξαναλέγαμε σε τρεις αιώνες, κλείσαμε το τηλέφωνο για να πάει να ετοιμαστεί.

    Στο μεταξύ κι εγώ με φόρμα ήμουν, οπότε ντύθηκα στο πι και φι. Κατέβηκα στο πάρκινγκ, ανέβηκα στη μηχανή και μερικά λεπτά ήμουν κάτω από το σπίτι της. Την πήρα τηλέφωνο, «Έτοιμη είμαι, κατεβαίνω!» μου είπε, και πράγματι δυο λεπτά αργότερα κατέβηκε συνάμενη-κουνάμενη με το τσαντάκι της στο ένα χέρι, και το κράνος στο άλλο.

    Γιατί φυσικά και την είχα βάλει να αγοράσει κράνος όταν πήρα τη μηχανή. «Άλλος γαμάει και άλλος πληρώνει!» μου είχε γκρινιάξει, αλλά το πήρε το κράνος, αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς.

    Τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;

    Μην έχει παράπονο, μέχρι και custom υποστήριξη πλάτης είχα πάρει για την αφεντιά της, και δε λέμε για τη σχετικά τη φτηνή τη μαμίσια, ένα νεφρό και τον πρωτότοκο μου είχε στοιχήσει η custom made μαλακία.

    Γενικά, ενώ αρχικά το είχα υπολογίσει γύρω στα δέκα χιλιάρικα, με τούτα και με κείνα μου είχε βγει τελικά γύρω στα δεκαπέντε, και εκεί να δείτε γκρίνια οι δικοί μου, καθώς με αυτά τα χρήματα θα μπορούσα να είχα πάρει καινούργιο αυτοκίνητο.

    Δεν ήθελα καινούργιο αυτοκίνητο, το παλιό Swift των δικών μου, μοντέλο του 2010, μια χαρά την έκανε τη δουλειά του όταν χρειαζόμουν αυτοκίνητο. Στα εικοσιπέντε μου είχα αποφασίσει να γίνω μηχανόβια, και το 2025, στα εικοσιέξι μου, είχα κάνει το όνειρο πραγματικότητα.

    Και μπορεί να μου γκρίνιαζε, «που πάμε μωρή χειμωνιάτικα με τη μηχανή;» αλλά περισσότερο ήταν τραβάτε με να κλαίω, παρά πραγματική γκρίνια. Είναι άλλο πράγμα να νιώθεις τον αέρα να σε χτυπάει, να νιώθεις την κίνηση πραγματικά με όλο σου το σώμα.

    Η μηχανή είναι άλογο ρε παιδί μου, πώς να το πω; Μπορεί να συγκριθεί το άλογο με την άμαξα;

    Όπως και να έχει, δέκα λεπτά αργότερα ήμασταν στο μεξικάνικο. Βασικά δεν είναι ακριβώς μεξικάνικο, περισσότερο sports-bar είναι, αλλά φτιάχνει καταπληκτική μαργαρίτα και είναι και στο κέντρο της Νέας Ερυθραίας, και μπορεί με το αυτοκίνητο να είναι άσκηση υπομονής, αλλά με τη μηχανή δε δίνεις δεκάρα.

    Πρώτα μας έφεραν την κανάτα με τη μαργαρίτα, και δυο γουλιές—και κάμποσες βλαστήμιες λόγω του brain freeze—αργότερα, αρχίσαμε να καταστρώνουμε το πλάνο της βραδιάς.

    «Να σου γαμήσω!» βλαστήμησε ξανά η Ελένη. Εμένα πάλι μου είχε έρθει σχεδόν σκοτοδίνη, αυτό το γαμήδι το brain freeze είναι χειρότερο και από το να βρει το μικρό σου δαχτυλάκι στο έπιπλο.

    Όσον αφορά το σχέδιο «μάχης,» περιορίστηκε στο τι θα φορέσω το βράδυ. Καθηγητής της ήταν, δεν είχαν και πολλά-πολλά πάρε δώσε μεταξύ τους. Εδώ που τα λέμε παίζει πολύ σοβαρά μιλώντας μαζί του χθες για καμιά ώρα να είχα μάθει περισσότερα πράγματα για δαύτον από την Ελένη που τον είχε καθηγητή το προηγούμενο εξάμηνο.

    Και μετά, μοιραία η συζήτηση πήγε στο Μίλτο.

    «Δε θα το πάρει καλά,» μου είπε, χαίρω πολύ Ζωή Αγγελή.

    “Yup,” απάντησα μονολεκτικά.

    «Εντάξει, δεν του είχες τάξει και γάμο, έτσι;» προσπάθησε να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα.

    «Αυτή τη στιγμή θα προτιμούσα να είναι το gay φιλαράκι μου,» της απάντησα ξεφυσώντας.

    «Αυτά να τα σκεφτόσουν όταν του κούναγες το κωλαράκι σου, ρε μωρή!» μου είπε χαχανίζοντας.

    «Όταν του κουνάω το κωλαράκι μου δε θέλω να είναι το gay φιλαράκι μου!»

    «Στους gay αρέσουν τα κωλαράκια!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

    «Δεν είναι για χόρταση αυτό ρε μωρή,» της απάντησα.

    «Μη μου τα λες εμένα αυτά, το δικό μου είναι αγνό και παρθένο.»

    «Γκούχου-γκούχου,» της είπα, καθώς το παραπάνω δεν ήταν απολύτως ακριβές, τον είχε δώσει μια φορά, και εκεί είχε αποφασίσει ότι μία ήταν αρκετή.

    «Με μια φορά δε γίνεσαι πούστης!» μου απάντησε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

    «Το ξέρω! Εγώ το έχω δώσει πάνω από 10 φορές και ακόμα straight είμαι,» της απάντησα deadpan κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια με τη σειρά της.

    «Γκουχ-γκουχ,» μου απάντησε με τη σειρά της, γιατί το δέκα ως νούμερο το λες και μικρό, στην Ελένη της είχα πει ότι του Φώτη του άρεσε πολύ, και με δαύτον ήμασταν μαζί τρία ολόκληρα χρόνια.

    «Που λέει ο λόγος ρε μωρή!» της απάντησα κουνώντας αδιάφορα το χέρι μου, αλλά κάπου εκεί ήρθε το φαγητό και η συζήτηση του κώλου έλαβε τέλος.

    Στην υπόλοιπη διάρκεια του φαγητού και μέχρι που τη γύρισα σπίτι της και γύρισα να ετοιμαστώ κι εγώ για τη βραδινή μου έξοδο, δεν συζητήσαμε ούτε για τον Σαράντη, ούτε για το Μίλτο. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν, και ένας από τους λόγους που η Ελένη με έλεγε γομάρι ήταν ότι σπάνια ανησυχούσα για πράγματα που ήταν εκτός του δικού μου ελέγχου.

    Όχι ότι δε με ένοιαζε, απλά δεν έβρισκα το νόημα να κάθομαι να αγχώνομαι για το κάθε «τι θα γινόταν αν,» εφόσον αυτό δεν ήταν του χεριού μου. Δηλαδή και να αγχωνόμουν τι θα κέρδιζα πέρα από το άγχος;

    Γνώριζα για παράδειγμα ότι ο κλάδος της λιανικής είναι ευμετάβλητος και από τη μια στιγμή στην άλλη μπορείς να κάτσεις στον άξονα και να μείνεις χωρίς δουλειά.

    Αυτό που μπορούσα να κάνω, να είμαι καλή στη δουλειά μου, το έκανα και ανταμειβόμουν και γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε—πέραν του ακαδημαϊκού, δηλαδή—να κάθομαι να αγχώνομαι για το αν η αγορά ή οι συνθήκες άλλαζαν; Αν το μαγαζί βάραγε φούντο, θα μ’ έπαιρνε και μένα η μπάλα, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να κάθομαι να σκάω λες και ήμουν ο ιδιοκτήτης.

    Στο μεταξύ έκατσα επιτέλους να ψάξω πληροφορίες για το Challet. Μου φάνηκε αρκετά κυριλέ. Στην αρχή έλεγα να φορέσω απλά σακάκι καθώς ήθελα να πάω με τη μηχανή, αλλά τελικά ο καιρός με βοήθησε να κάνω την τελική επιλογή, έστω και από την ανάποδη. Άρχισε και πάλι να βρέχει, και για να μην το έχω άγχος αποφάσισα να πάω με το αυτοκίνητο, το οποίο σημαίνει ότι θα μπορούσα να φορέσω και πάλι φόρεμα.

    Τελικά αποφάσισα ένα μαύρο midi που τόνιζε τόσο όσο το μπούστο μου, το οποίο θα συνόδευα με σχετικά χοντρό καλσόν και μποτάκια. Πέρα από το κραγιόν αυτή τη φορά δε βάφτηκα ιδιαίτερα, και γύρω στις εφτά και μισή είχα τελειώσει. Έφυγα σπίτι στις οκτώ παρά καθώς η Πολιτεία είναι κοντά, και έτσι κατάφερα οκτώ νταν να είμαι έξω από το Challet.

    Έπαιξα λίγο νευρικά με τα δάχτυλά μου στο τιμόνι προσπαθώντας να αποφασίσω αν θα τον έπαιρνα τηλέφωνο ότι έφτασα ή θα έμπαινα μέσα ελπίζοντας να είναι ήδη εκεί. Nope, είπα μέσα μου, και βγήκα αποφασιστικά από το αυτοκίνητο.

    «Έχετε κάνει κράτηση;» με ρώτησαν στην είσοδο.

    «Όχι, απλά έχω ραντεβού εδώ, δεν γνωρίζω αν έχει γίνει κράτηση,» τους απάντησα ειλικρινά, και προχώρησα προς τα μέσα ελπίζοντας να μην κάθομαι να περιμένω.

    Ο Σαράντης πάντως, και μπράβο του, ήταν ήδη εκεί. Χαμογέλασα με ανακούφιση και προχώρησα προς το τραπέζι που καθόταν, ενώ εκείνος σηκώθηκε για να με περιμένει.

    «Καλώς την!» μου είπε ζεστά, και τράβηξε προς τα έξω την καρέκλα, δείχνοντάς μου που ήθελε να κάτσω.

    «Καλώς σε βρήκα,» του απάντησα ανταποδίδοντας το χαμόγελο και κάθισα στην καρέκλα που μου έδειξε, ενώ εκείνος με τη σειρά του κάθισε δίπλα.

    «Το βρήκες εύκολα;»

    «Να είναι καλά το google maps,» του απάντησα. «Ήμουν και τυχερή, βρήκα να παρκάρω ακριβώς απ’ έξω!» συνέχισα.

    «Ναι, εγώ δεν στάθηκα τόσο τυχερός,» και μου εξήγησε ότι είχε παρκάρει λίγο παρακάτω, όχι τραγικά μακριά αλλά όχι και δίπλα.

    «Συνήθως δε με νοιάζει, αλλά σήμερα δεν ήταν για μηχανή!»

    «Οδηγάς μηχανή;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

    «Γεροντοέρωτας!» του απάντησα, κάνοντάς τον να χαχανίσει, chuckle που λένε στο χωριό. «Αποφάσισα πρόπερσι να γίνω μηχανόβια και πέρσι τα κατάφερα!»

    “I can relate to that,” μου είπε, «αν και οι δική μου σχέση με τις μηχανές ξεκίνησε στα νιάτα μου!» και μετά αναστέναξε λες και του πέσαν τα καράβια έξω. «Αν και από τότε που έγινα μπαμπάς τις έκοψα.» Το χαμόγελό του ήταν μελαγχολικό αλλά όχι πικρό. “The things we do for love…” μου είπε, κουνώντας ταυτόχρονα ελαφρά το κεφάλι του.

    «Πώς τη λένε την κορούλα σου;» τον ρώτησα.

    «Μελίνα!» μου απάντησε και το πρόσωπό του φωτίστηκε και πάλι.

    «Καλά το λένε πως μέχρι να κρατήσεις το παιδί σου στην αγκαλιά σου, δεν έχεις ιδέα τι θα πει αγάπη!» του απάντησα με τη σειρά μου.

    «Αυτό ξαναπές το!» μου έκανε γνέφοντας καταφατικά.

    «Καλά το λένε πως μέχρι να κρατήσεις το παιδί σου στην αγκαλιά σου, δεν έχεις ιδέα τι θα πει αγάπη,» του επανέλαβα ακριβώς στον ίδιο τόνο, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε η σερβιτόρα για να πάρει παραγγελία. «Θέλετε να σας φέρω κατάλογο;»

    Ο Σαράντης γύρισε προς το μέρος μου. «Θέλεις κατάλογο, εγώ ξέρω τι θα πάρω!»

    «Όχι,» του απάντησα με σιγουριά και μετά γύρισα προς την κοπέλα. «Έχετε μηλίτη;»

    “Strongbow,” μου απάντησε αμέσως. «Ωραία, ένα Strongbow για μένα!» μου είπε.

    «Μηλίτης! Χα, έχω να πιο από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία,» είπε ο Σαράντης και γύρισε προς την κοπέλα. «Ένα μηλίτη και για μένα, σας παρακαλώ,» της είπε.

    «Αγγλία σπούδασες;» τον ρώτησα, όταν έφυγε η σερβιτόρα.

    «Βασικά στην Αγγλία έκανα μεταπτυχιακό και διδακτορικό,» μου απάντησε, «στο ΕΚΠΑ, πήρα το πτυχίο μου, Διοίκηση Επιχειρήσεων. «Εσύ;»

    «Εγώ στην Πάντειο, κοινωνιολογία,» του απάντησα. «Και μετά από μακριά και όχι ακριβώς αγαπημένοι,» συνέχισα τρολλάροντας τον εαυτό μου.

    «Γιατί το διάλεξες;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα,» του απάντησα ξεφυσώντας. «Στην αρχή μου άρεσε αλλά μετά ήρθαν οι μέλισσες.»

    «Το βαρέθηκες;» επέμεινε.

    «Όχι ακριβώς,» του απάντησα. «Δεν ξέρω πως να το πω αλλιώς, αλλά αν εμβαθύνεις στην κοινωνιολογία και δε βγεις ελαφρά μισάνθρωπος, ισχυρίζομαι ότι δεν έχει εμβαθύνει όσο νόμιζες. Ε, δεν ήθελα να εμβαθύνω περισσότερο,» του απάντησα ξερά μεν, ειλικρινά δε και μετά γύρισα την κουβέντα και πάλι προς εκείνον. «Αλήθεια, τι σπουδάζει κάποιος για να γίνει καθηγητής σε διαχείριση κρίσεων;»

    «Εξαρτάται από το είδος των κρίσεων. Από αλλού ξεκινάς αν είναι φυσικές καταστροφές και πολιτική προστασία, από αλλού αν είναι υγειονομικές και από αλλού αν είναι οικονομικές,» μου απάντησε και έγνευσα καταφατικά.

    «Για παράδειγμα το δικό μου πτυχίο, όπως σου είπα, ήταν στη Διοίκηση επιχειρήσεων. Το μεταπτυχιακό μου ήταν επιχειρησιακή στρατηγική, και το διδακτορικό μου διαχείριση αντίκτυπου μακροοικονομικών κρίσεων.»

    «Και μετά;» τον ρώτησα.

    «Επιστροφή στα μαμά πατρίδα, ένα χρόνο στα ελληνικά στρατά, κάμποσα χρόνια ως σύμβουλος στην McKinsey και μετά ΕΚΠΑ,» μου απάντησε.

    «Καλέ πόσο είσαι;» τον ρώτησα με γνήσια απορία, δεν τον έκανα πάνω από τριανταπέντε, και μετά δαγκώθηκα για την αδιακρισία μου, ενώ ο ίδιος απλά χαμογέλασε.

    «Αν κρίνω από το ύφος σου, μάλλον μεγαλύτερος απ’ όσο με κάνεις!» μου απάντησε παιχνιδιάρικα.

    «Αν είσαι πάνω από τριανταπέντε θα φάω τις κοτσίδες μου!» του δήλωσα με σιγουριά, και εδώ που τα λέμε βοηθούσε το γεγονός ότι δεν είχα κοτσίδες, να τα λέμε αυτά!

    Ο Σαράντης γέλασε και πάλι, και τι έκανε ο αθεόφοβος; Άνοιξε το τσαντάκι του και μου έδωσε ένα λαστιχάκι μαλλιών, προφανώς της κόρης του. «Για να κάνεις κοτσίδες, και καλή σου όρεξη!» μου εξήγησε, κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα δυνατό και καθόλου ρομαντικό ροχαλητό.

    Γελώντας ακόμα, και παραδεχόμενη την ήττα μου κατά κράτος, πήρα το λαστιχάκι από τα χέρια του, και με λίγο ζόρι κατάφερα με τα πολλά να κάνω μια κοτσίδα.

    «Ορίστε!» του είπα σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος του.

    «Εσύ είπες ότι θα φας τις κοτσίδες σου, όχι εγώ!» μου έκανε, και εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το είχε ο χριστιανός. Αν, δηλαδή, ήταν χριστιανός.

    «Δες το ως υπεργολαβία,» του απάντησα, κάνοντάς τον να βάλει δυνατά γέλια.

    «Εντάξει, στη χαρίζω για σήμερα,» μου απάντησε. «Αλλά μην ξαναβάλεις στοίχημα τις κοτσίδες σου γιατί την επόμενη θα έρθω με την ψιλή!»

    «Απαπα, καλύτερα να φάω τις κοτσίδες μου!» του έκανα, κερδίζοντας ακόμα πιο δυνατό γέλιο.

    «Με τούτα και με κείνα δε μου είπες πόσο είσαι!»

    «Το έχω καβατζάρει το όνομά μου,» μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι. «Σαρανταδύο,»

    «Το ’84 είσαι;»

    «Όχι, το ’83 για μεγάλες τιμές του τρία!» συνέχισε το χαβαλέ.

    «Μη μου κάνεις εμένα δημιουργική λογιστική!» τον απείλησα.

    «Θα φας τις κοτσίδες σου;» με ρώτησε γελώντας.

    Touche!

    Εκείνη τη στιγμή, και πάνω που πίστευα ότι μας είχαν ξεχάσει, ήρθαν και οι μηλίτες μας.

    «Τι διάολο, τώρα έκοψαν τα μήλα;» ρώτησε ο Σαράντης λες και διάβαζε τη σκέψη μου.

    «Το καλό πράγμα,» που λένε, του είπα και πήρα το ποτήρι του και το γέμισα, και μετά γέμισα και το δικό μου.

    «Σ’ ευχαριστώ!» μου έκανε χαμογελώντας! “Cheers!” συνέχισε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

    Δεν είχαμε προλάβει να αφήσουμε τα ποτήρια μας κάτω όταν χτύπησε το τηλέφωνό του, και ακούγοντας το ringtone του έβαλα και πάλι τα γέλια,

    “I’m crazy like a fool. What about it, Daddy cool? Daddy, Daddy Cool, Daddy, Daddy cool.”

    «Η κόρη μου» μου είπε συνωμοτικά και απάντησε στο τηλέφωνο.

    Τον άφησα να μιλήσει με την ησυχία του και τον παρατηρούσα όσο μιλούσε στην κόρη του. Ο Σαράντης είχε γελαστό πρόσωπο και μάτια, αλλά ρε παιδί μου, ο τρόπος που μιλούσε στην κόρη του μ’ έκανε να λιώνω μ’ ένα τρόπο που δεν είχα ποτέ μου φανταστεί.

    Αν με είχε γοητεύσει μια φορά με το χιούμορ του και τον easy going τρόπο του, το πώς μιλούσε στην κόρη του με έκανε να νιώθω ότι θα χυθώ σε Zoe shaped pool of goo.

    Συμμαζέψου ρε μωρή, μάλωσα τον εαυτό μου, και ήπια άλλη μια γουλιά από το ποτήρι μου προσπαθώντας να συμμαζέψω την ταραχή μου.

    Από την άλλη η πηγή της εσωτερικής μου ταραχής τέλειωσε το τηλέφωνο με την κόρη του στέλνοντάς της φιλάκια στο τηλέφωνο, και ορκιζόμενος ότι την αγαπάει μέχρι την άκρη του ουράνιου τόξου, και ακόμα παραπέρα, και ακόμα παραπέρα.

    Και πάρτη κάτω τη δικιά σου.

    “Daddy, daddy cool! Daddy, daddy cool” του έκανα τραγουδιστά, κερδίζοντας το γέλιο του.

    «Αν είναι να κάνεις κάτι, το κάνεις σωστά!»

    «Σωστός!» του απάντησα χαμογελώντας.

    «Εσύ;» με ρώτησε.

    «Εγώ δεν είμαι μπαμπάς,» του απάντησα deadpan, «υπάρχουν σοβαρές τεχνικές δυσκολίες!»

    Χαμογέλασε αλλά δεν απάντησε, αποφασίζοντας να μην τσιμπήσει το δόλωμα.

    «Έχω τρεις γάτες, μετράει;» τον ρώτησα.

    «Τρεις βρε θηρίο;» μου έκανε.

    «Βασικά για μία σκόπευα στην αρχή αλλά όταν πήγα να τα πάρω, ήταν τα τρία που είχαν μείνει στην κυρία που τα είχε, και δε μου έκανε καρδιά να τα χωρίσω μεταξύ τους, οπότε τα υιοθέτησα χονδρική!» του είπα κάνοντάς τον να χαμογελάσει και πάλι. «Η Bella μου, είναι calico, ο Dusty είναι grey tabby, και ο Jonesy orange tabby.»

    Μη μπορώντας να κρατηθώ άνοιξα το τηλέφωνό μου και του έδειξα ένα βίντεο που έπαιζα με τα βλαμμένα μου με το laser και προσπαθούσαν να μου γκρεμίσουν το σπίτι.

    «Εσύ έχεις κανένα κατοικίδιο;» τον ρώτησα ουδέτερα, αλλά από μέσα η ψυχούλα μου το ήξερε. Αν δεν του άρεσαν α κατοικίδια, ήταν no-go ακόμα και αν ήταν ο καλύτερος κατά τα άλλα άντρας στον κόσμο.

    «Όχι,» μου απάντησε. «Δεν είμαι για κατοικίδια εγώ, αλλά όχι γιατί δεν τ’ αγαπάω.»

    «Αλλά;»

    «Λείπω πολλές ώρες από το σπίτι Ζωή και τα κατοικίδια δεν είναι παιχνίδια,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια, και φυσικά έγνεψα καταφατικά. «Αν και προσωπικά είμαι dog person, είχα σκεφτεί κατά καιρούς να πάρω καμιά γάτα που είναι πιο ανεξάρτητη, αλλά ακόμα και έτσι, μου ήταν κάπως να πάρω ένα ζωντανό που θα με βλέπει μία το πρωί και μία το βράδυ.»

    «Έτσι είναι,» του έκανα, με την καρδιά μου να έχει επιστρέψει στη θέση της γιατί με την απάντησή του είχε κερδίσει κι άλλους πόντους.

    «Η πρώην σύζυγος και ο σύντροφός της έχουν ένα beagle, οπότε τουλάχιστον το Μελινάκι μου έχει μια extra συντροφιά στο σπίτι τους.»

    «Πόσα χρόνια έχετε χωρίσει, αν επιτρέπεται;»

    «Δύο,» μου απάντησε. «Ήταν και ο λόγος που παραιτήθηκα από τη McKinsey και ας ήταν αργά για να σώσω το γάμο μας.»

    Χαμογέλασε και αυτή τη φορά το χαμόγελό του έκρυβε μέσα πίκρα.

    «Το δις εξαμαρτείν, Ζωή. Ακόμα δεν είμαι για pet, αλλά όταν έχω την κόρη μου έχω φτιάξει το πρόγραμμά μου ώστε ο χρόνος μου να είναι δικός της κατά το μέγιστο δυνατό.»

    «Δεν… δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι στη θέση σου,» του είπα ειλικρινά αντί για ψεύτικα λόγια παρηγοριάς. «Εννοώ… η μεγαλύτερη σχέση που έχω κάνει μέχρι τώρα ήταν τρία χρόνια.»

    Σταμάτησα και τον κοίταξα στα μάτια. Δεν απάντησε με λόγια, απάντησε με τα μάτια του και ήταν σα να μου έλεγε «συνέχισε.»

    Έπαιξα νευρικά με τα μαλλιά μου. «Αν και με το Φώτη χωρίσαμε για τελείως διαφορετικούς λόγους,» ξεκίνησα, «η αλήθεια είναι ότι με επηρέασε περισσότερο απ’ όσο νόμιζα ότι επέτρεπα στον εαυτό μου.»

    «Θεωρία και πράξη, ε;» μου είπε χαμογελώντας μου συγκαταβατικά.

    «Ισχύει,» του απάντησα. «Η Ελένη γομάρι με ανεβάζει, γομάρι με κατεβάζει,» συνέχισα με ένα πνιχτό γελάκι. «Εντάξει, δεν έκατσα να κλαίω το μακαρίτη μέχρι να στερέψω από τα δάκρυα,» του είπα με επίτηδες δραματικό ύφος, κάνοντάς τον να του ξεφύγει ένα γελάκι, «αλλά για δυο μήνες ήμουν σα ζόμπι.»

    «Και;»

    «Τελικά επαναστάτησε ο ίδιος μου ο εαυτός και έγινα και πάλι το γομάρι που η Ελένη γνώρισε και αγάπησε από τα δώδεκα της.»

    Έγνεψε.

    «Οπότε…» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου, «απλά… απλά δε μπορώ να φανταστώ πως είναι στη θέση σου. Όχι γιατί είμαι γομάρι, αλλά γιατί… γιατί δε χρειαζόταν να φορέσω κάποιο προσωπείο, έστω και γι’ αυτούς τους δύο μήνες που δε μιλιόμουν.»

    «Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι,» μου είπε συμφωνώντας. «Μπορεί να μην το έδειξα όπως θα έπρεπε, αλλά την αγαπούσα την Ειρήνη, ακόμα την αγαπάω,» συνέχισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και εκείνη μ’ αγαπούσε αλλά άδειασε και δεν ήμουν εκεί να τη γεμίσω.»

    Έτριψε για λίγο το πρόσωπό του. «Τέλος πάντων, nana korobi ya oki» μου είπε και πιάνοντας ότι δεν το κατάλαβα μου το εξήγησε. «Επτά φορές να πέσεις, οκτώ φορές να σηκωθείς.»
     
  4. mystique

    mystique Life shrinks or expands according to one's courage Premium Member Contributor

    Παραδόπιστοι   

    (Now that was a surprise!)
     
  5. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    03. All along the Watchtower

    Η ατμόσφαιρα ξαφνικά είχε βαρύνει αλλά όχι με άσχημο τρόπο. Δε συνηθίζω να ανοίγομαι, για παράδειγμα ούτε με το Μίλτο, που γνωριζόμαστε πάνω από ένα εξάμηνο, δεν έχω μιλήσει τόσο για το παρελθόν μου. Εννοώ ότι ξέρει ότι υπήρξε κάποιος Φώτης στη ζωή μου αλλά τίποτα βαθύτερο. Στην πραγματικότητα όσα πραγματικά ξέρει τα περισσότερα αφορούν τα ερωτικά μου γούστα, τα οποία αναγκαστικά και μη βγήκαν στην επιφάνεια, αλλά τίποτα πιο ουσιαστικό.

    Επίσης, αλήθεια είναι ότι ο ίδιος είχε προσπαθήσει να ανοιχτεί αλλά όσες φορές το έκανα άλλαζα την κουβέντα με τρόπο. Μαζί του δεν ήθελα πολυπλοκότητες, ήθελα χαζοκουβέντα, χαζοδιασκέδαση και σεξ, τίποτα περισσότερο. Είπαμε, μοντέρνοι καιροί.

    Δεν ξέρω, ίσως τελικά ο Φώτης να με είχε επηρεάσει ακόμα πιο βαθιά. Εννοώ και οι επόμενες σχέσεις μου, ακόμα και αυτές που στη θεωρία είχαν προοπτικές, ήταν σχετικά ρηχές. Δεν είχα αρκετό δείγμα για να καταλάβω αν φυσούσα το γιαούρτι ούσα καμένη από το χυλό, ή απλά οι επόμενοι δεν είχαν αυτό το «κάτι,» ό,τι στο διάβολο και αν ήταν αυτό.

    Από τις σκέψεις μου με έβγαλε ο Σαράντης.

    “A penny for your though!”

    “A penny?” του έκανα βρίσκοντας την ευκαιρία να αλαφρύνω την ατμόσφαιρα. «ΤΣΙΙΙΙΙΙΙΦΟΥΤΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!» συνέχισα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

    «Οικονόμος!» με διόρθωσε με ένα πνιχτό γελάκι.

    “Cheapy-cheapy ya ya da da” του είπα τραγουδιστά.

    Αυτά παθαίνει κανείς όταν χρησιμοποιεί memes χωρίς να αναγνωρίζει το context.

    «Σκοπεύεις να με γλεντήσεις από το πρώτο ραντεβού, Ζωή;» με ρώτησε χαχανίζοντας και τον κοίταξα με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. «Δεν έχεις ιδέα τι τραγούδησες, ε;» συνέχισε γελώντας ακόμα.

    Ομολογώ πως δεν είχα.

    “Lady Marmalade ή, αλλιώς, voulez-vous coucher avec moi ce soir” μου εξήγησε και πήρα χρώμα που λένε.

    Δηλαδή τι χρώμα, σασί πήρα!

    «Θα σας ειδοποιήσουμε,» συνέχισε το τρολλάρισμα, και όχι τίποτε άλλο, το κέρατό μου μέσα, αλλά είχε και το σωστό context.

    «Το φεγγάρι, κάνει βόλτα, στης αγάπης μου την πόρτα» του είπα τραγουδιστά αντιγράφοντας τον Εξαρχάκο από το «γκαρσονιέρα για δέκα»

    (Άσχετο, αλλά αυτό και το The Kopanoi είναι οι αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες, το δεύτερο προσφορά του Μίλτου που με είχε φάει να δούμε το κατά δήλωσή του «το πιο cult αριστούργημα του ελληνικού κινηματογράφου.» Και μετά είδαμε και το γκαρσονιέρα για δέκα, και είχα χάσει που είχα χάσει τα πνευμόνια μου με τους κόπανους, πάνε και τα νεφρά…)

    Ο Σαράντης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βροντερό γέλιο. «Είσαι θεός, ήλιος καλοκαιρινός!» μου απάντησε όταν βρήκε τις ανάσες τους, και να σου και το διπλό axel και το τριπλό toe loop μέσα στο στέρνο μου.

    «Αμ τι νόμιζες, μύγες πεταλώνουμε;» του απάντησα με τον ίδιο τρόπο που μου είχε απαντήσει στο πάρτι. Μέχρι και την παντομίμα ότι φυσάω την κάννη έκανα.

    Γιατί όπως έλεγε και κάποιος συμφοιτητής μου όταν μου είχε ζητήσει σημειώσεις επειδή εκείνος βαριόταν να κρατήσει «τα αγαθά copy κτώνται.»

    «Απαπα, φωτιά να πέσει να με κάψει!»,» μου απάντησε, ακριβώς όπως είχα κάνει κι εγώ, στο οποίο φυσικά απάντησα «ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ!»

    «Να σου πω, πεινάς;» με ρώτησε. Η αλήθεια είναι ότι στο μεξικάνικο είχαμε φάει σαν κάφροι και δεν πεινούσα ιδιαίτερα, αλλά ο Σαράντης προφανώς πεινούσε, και δεν ήθελα να του το χαλάσω.

    «Λιγάκι, τι έχεις κατά νου;»

    «Θέλεις να μοιραστούμε ένα club sandwich? Τα φτιάχνουν αριστούργημα εδώ και είναι και χορταστικά!»

    «Αμέ, γιατί όχι;» του είπα χαμογελαστή. «Αλλά αν κρίνω από το πόσο έκαναν να μας φέρουν τα cider… Θα πεινάσουμε, Νίνα!» του έκανα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

    (Να σου πάλι και ο Μίλτος, απρόσκλητος. Από αυτόν είχα γνωρίσει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που μέχρι πρότινος τον απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι, ανακαλύπτοντας στα γεράματα τι έχανα τόσα χρόνια!)

    «Δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ είμαι πεινασμένος ήδη!» μου απάντησε και συνέχισε. «Δε βαριέσαι, μια ζωή την έχουμε, pun intended!» μου έκανε κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι, και πάρε και άλλες δυο κωλοτούμπες να έχεις.

    «Πώς περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο; Δηλαδή όσον σου απομένει;» τον ρώτησα επιστρέφοντας και πάλι στο αζμπέτε.

    «Για πρώην μηχανόβιος,» ξεκίνησε, «είμαι αρκετά σπιτόγατος. Καλά, δεν είμαι και η Στέλλα Βιολάντη,» συνέχισε αλλά έπιασε ότι δεν έπιασα την αναφορά και άλλαξε διατύπωση. «Εννοώ δεν το παίζω και εσώκλειστος, αλλά γενικά θα προτιμήσω να πιώ το ποτό μου στην ησυχία του σπιτιού μου, διαβάζοντας κανένα βιβλίο ή χαζολογώντας στα internets, παρά έξω.»

    “I can relate to that,” του απάντησα χαμογελαστή, κι εγώ γενικά προτιμώ το σπίτι και τις γάτες μου από το να τρέχω αριστερά και δεξιά.

    Όχι ότι το καταφέρνω, έχουμε και μια Ελένη να με σούρνει, και ίσως γι’ αυτό να είχα βολευτεί με το Μίλτο, και του λόγου του δεν είναι πολύ του έξω.

    «Μια από τα ίδια κι εγώ, και όταν βαριέμαι το διάβασμα να είναι καλά το Netflix,» του είπα. «Σωτήριο!»

    «Σωτήριο δε θα πει τίποτα!» μου είπε. «Αν και δε θέλω να τρώει την ώρα της η Μελίνα μπροστά στην τηλεόραση, και δόξα τω Θεώ σε αυτό συμφωνούμε με την Ειρήνη, χρειάζεται και από αυτό.»

    «Εσύ δε βλέπεις;» τον ρώτησα.

    «Μπα, δεν είμαι της τηλεόραση. Προτιμώ κινηματογράφο, να σου πω την αλήθεια,» μου είπε χαϊδεύοντας το ποτήρι του. «Γενικά,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια, «τέτοιες δραστηριότητες τις προτιμώ με παρέα.»

    Οκ, το πιάσαμε το υπονοούμενο, και μπράβο μας!

    «Ισχύει,» τον διαβεβαίωσα. «Η μισή χαρά στο να βλέπεις μια ταινία ή μια σειρά είναι να έχεις και κάποιον να σχολιάζεις.»

    «Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» μου είπε τονίζοντας κάθε συλλαβή. «Εσύ;» με ρώτησε.

    «Μια από τα ίδια κι εγώ,» του απάντησα. «Κι εγώ είμαι άνθρωπος που προτιμάει το χώρο του, αλλά έχω και μια Ελένη που ακούει σπίτι και βγάζει αναφυλαξία, οπότε καταλαβαίνεις!»

    «Έκαστος εφ ω ετάχθη!» μου είπε χαμογελώντας, και βιάστηκα να συμφωνήσω, αν και το να βγαίνω με την Ελένη—και παρά την όποια γκρίνια μου—δεν είναι ακριβώς υποχρέωση. Έχει τον τρόπο της, και μεταξύ μας, γνωρίζει κάθε μου κουμπί, οπότε ξέρει που να πατήσει, το κάθαρμα!

    «Για πάμε στο αμαρτωλό σου παρελθόν!» του είπα με στόμφο και του ξέφυγε και πάλι κάτι ανάμεσα σε ροχαλητό και ρουθούνισμα. «Ποια ήταν η πρώτη σου μηχανή;»

    Τα μάτια του άστραψαν. «Είχα ξεκινήσει στα 16 με παπάκι, αλλά η πρώτη μου πραγματική μηχανή ήταν η CBR-125 που αγόρασα στα 18 μου. Αλλά ο πραγματικός μου έρωτας ήταν η V-Max, το μοντέλο του 2009. Από φανατικός της Honda έγινα φανατικός της Yamaha.»

    «Kawasaki έχω εγώ,» του απάντησα χαμογελώντας. «Την Vulcan-S, το περσινό μοντέλο,» του εξήγησα. «Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, Σαράντη, μέχρι τότε ούτε που με απασχολούσαν οι μηχανές.»

    “I feel you,” μου απάντησε χαμογελαστός. «Θα τη λάτρευες τη V-Max,» μου είπε χαμογελώντας νοσταλγικά. «Όταν την πούλησα πριν πέντε χρόνια…» ξεκίνησε να λέει με φωνή που έτρεμε και σταμάτησε.

    Χωρίς να το σκεφτώ καν του έπιασα το χέρι και του το έσφιξα στο δικό μου. Μπορεί να μη μπορούσα να μπω στα παπούτσια του, αλλά μπορώ να καταλάβω πως θα ένιωθα αν αναγκαζόμουν να πουλήσω τη Vulcan μου.

    Το συνειδητό μου έκανε catch-up ένα δευτερόλεπτο αργότερα και προς στιγμή πάγωσα.

    Ο Σαράντης ωστόσο ούτε έδειξε να αιφνιδιάζεται και ούτε έκανε να τραβήξει το χέρι του. Απλά με κοίταξε στα μάτια και μου έγνεψε, σαν να επιβεβαίωνε αυτό που είχα καταλάβει ότι ένιωσε εκείνη τη στιγμή.

    Και ήταν αυτή η μικρή, ήσυχη αποδοχή που γαλήνεψε μέσα σε μια στιγμή τη φουρτούνα που πήγε να γεννηθεί μέσα μου.

    “The things we do for love,” του είπα, και του χάιδεψα—συνειδητά αυτή τη φορά—το χέρι, πριν το τραβήξω διακριτικά.

    «Έχω ορκιστεί στον εαυτό μου ότι το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν ενηλικιωθεί η Μελίνα είναι να πάω να βρω μια V-Max.»

    Με κοίταξε στα μάτια.

    «Και θα το κάνω, Ζωή, ακόμα και αν χρειαστεί να γυρίσω τον κόσμο ανάποδα, για να το καταφέρω.»

    Χαμογέλασε και πάλι, και αυτή τη φορά το χαμόγελό του δεν ήταν ούτε νοσταλγικό, ούτε πικρό, ούτε αβέβαιο. Δεν ξέρω πως να το πω, αλλά είχε μια σιγουριά μέσα του που έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει σαν ξεκούρδιστη.

    «Είναι όρκος που έδωσα στον ίδιο μου τον εαυτό,» συμπλήρωσε, χωρίς να έχει σταματήσει ούτε μια στιγμή να με κοιτάζει στα μάτια.

    «Σε πιστεύω!» του απάντησα απλά, κοιτάζοντάς τον κι εγώ σταθερά στα μάτια.

    Και οι ματιές μας δεν πάλευαν, επικοινωνούσαν. Επικοινωνούσα όλα όσα όλες οι λέξεις του κόσμου δεν μπορούσαν να πουν.

    Τη σιωπή την έσπασα πρώτη εγώ.

    «Έχεις αδέρφια;»

    «Ναι,» μου απάντησε. «Μια μεγαλύτερη αδερφή και ένα μικρότερο αδερφό. Η Ηρώ είναι δύο χρόνια μεγαλύτερή μου και ο Βασίλης τρία χρόνια μικρότερος. Εσύ;»

    «Εγώ όχι, είμαι μοναχοπαίδι,» του είπα. «Έχω κάμποσα ξαδέρφια, αλλά δεν είμαστε πολλοί δεμένοι.

    «Γιατί έτσι;»

    Τα σόγια της μητέρας μου και του πατέρα μου είναι όλα τον κάμπο. Χαμογέλασα. «Με την εξαίρεση της γιαγιάς μου, το σόι της μητέρας μου δεν τον ήθελε τον πατέρα μου… και κλέφτηκαν!» του είπα χαζογελώντας.

    «ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ!» μου είπε ενθουσιασμένος.

    «Ναι! Γιατί νομίζεις ότι με έβγαλαν Ζωή;» του είπα χαχανίζοντας. «Η κυρά-Ζωή τους έκανε πλάτες, και βοήθησε στο να κλεφτούνε!»

    «Και;» με ρώτησε με αγωνία.

    «Βρέθηκαν προ τετελεσμένου, οπότε και τα σκυλιά δεμένα που λένε και στο χωριό.»

    «Να κάτι που δεν περίμενα ποτέ να ακούσω!»

    «Αμέ!» του είπα με φωνή γεμάτη περηφάνεια για τους δικούς μου. «Δεν ήταν εύκολα στην αρχή, αλλά—όσο και αν ακούγεται κλισέ—είχαν ο ένας τον άλλον.»

    Και μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς ήταν το ασυγχώρητο αμάρτημα του Σαράντη στο γάμο του και δαγκώθηκα, οπότε βιάστηκα να συνεχίσω.

    «Σε σχέση με τα αδέρφια τους, εμένα με έκαναν σχετικά μεγάλοι, με τον μικρότερο ξάδερφό μου έχουμε πάνω από δέκα χρόνια διαφορά,» συνέχισα. «Οπότε ναι, υπάρχουν, τους βλέπω σε κανένα Πάσχα, αν ανέβω στο χωριό, αλλά ως εκεί.»

    «Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου σα μοναχοπαίδι,» μου είπε ξύνοντας αμήχανα το πηγούνι του. «Με την αδερφή μου τρωγόμασταν σαν τα κοκόρια όταν ήμασταν παιδιά,» συνέχισε χαμογελώντας, «και ο Βασίλης, στον οποίο είχαμε και οι δύο τρομερή αδυναμία, ήταν ανέκαθεν ο ειρηνοποιός.»

    «Με τι ασχολούνται;»

    «Γιατροί και οι δυο,» μου είπε. «Η Ηρώ είναι παιδίατρος και ο Βασίλης ορθοπεδικός.»

    «Αν παίζατε ξύλο με την Ηρώ, φαντάζομαι θα είχε και τη σχετική εμπειρία!»

    «Χαχαχα, όχι-όχι,» μου είπε γελώντας. «Αφενός δεν πλακωνόμασταν μεταξύ μας, και αφετέρου αν ποτέ πλακωνόμασταν θα τις έτρωγα, η Ηρώ έκανε και τάε-κβο-ντο, φιόγκο θα μ’ έδενε!»

    «Καημενούλη μου,» του είπα χαχανίζοντας. «Εσύ δεν είχες κανένα χόμπι;»

    «Αμέ, έπαιζα σκάκι!»

    “Neeeeerd!” του είπα χαχανίζοντας.

    «Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;» με ρώτησε και απάντησε χωρίς να περιμένει. «Ότι κι εκεί η Ηρώ με έκανε του αλατιού!» είπε κι έβαλε τα γέλια, και έβαλα κι εγώ τα γέλια μαζί του.

    «Και κερατάς και δαρμένος δηλαδή!»

    «Δε λες τίποτα Ζωή! Τόσο ξύλο από τη μεγάλη αδερφή, σε όλους τους τομείς, ούτε τερμίτης!»

    «Δες το θετικά,» του είπα. «Φαντάζομαι ότι η Ηρώ είναι η παιδίατρος της Μελίνας, σωστά;»

    «Εννοείται!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Δεν ξέχασε το τάε-κβο-ντο που έμαθε στα νιάτα της!»

    «Ε, αν τολμάς φέρ’της αντιρρήσεις!» του είπα και εκεί έβαλε ακόμα πιο δυνατά γέλια.

    Εντωμεταξύ με τούτα και με κείνα, είχαν αδειάσει και τα μπουκάλια μας. «Πάμε ένα δεύτερο γύρο;» με ρώτησε.

    «Θα μας τον φέρουν σήμερα;» ρώτησα deadpan.

    “Vivere pericolosamente!” μου είπε και έκανε νόημα στη σερβιτόρα.

    «Τι είπες για τη μάνα μου;» τον ρώτησα με προσποιητό θυμό και του ξέφυγε ακόμα ένα ροχαλητό.

    «Ζην επικινδύνως» μου εξήγησε γελώντας ακόμα. “It’s a risk we have to take,” συνέχισε.

    «Μια χαρά, και ξέρω κι ένα καθηγητή που διδάσκει crisis management!» του είπα, και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που του έκλεισα το μάτι.

    «Και μπράβο μου!» μου απάντησε με προσποιητό στόμφο.

    «Αλλά τις τρώει από την Ηρώ,» του είπα βγάζοντας τη γλώσσα μου.

    «DO NOT SUMMON ΤΗΕ NAME OF THE DEMON IN VAIN!» μου είπε σαν πρωταγωνιστής low budged horror film που περίμενε να ανοίξουν οι πύλες της κολάσεως και να ξεχυθούν από μέσα τους οι δαίμονες, και παρ’τη κάτω τη δικιά σου, από τα γέλια αυτή τη φορά.

    «Δύο cider ακόμα,» είπε στη σερβιτόρα όταν ήρθε.

    Τελικά πρώτα ήρθαν τα δύο cider και μετά το ομολογουμένως εντυπωσιακό club sandwich.

    Τελικά πεινούσα αλλά δεν το ήξερα!

    «Φάε βρε σαν άνθρωπος!» μου είπε καθώς τσιμπολογούσα προσεκτικά, και προς επίδειξη πήρε το ένα τρίγωνο στο χέρι και το δάγκωσε σα να μην υπήρχε αύριο.

    Για το club sandwich, πάντως, δεν υπήρξε. Το λιανίσαμε.

    «Μου επιτρέπεις;» μου είπε σε μια στιγμή, και τον κοίταξα με απορία. Αντί απάντησης, πήρε μια χαρτοπετσέτα και με σκούπισε ελαφρά στα χείλη, φαίνεται πως παρά ήμουν ενθουσιώδης με το φαγητό.

    Αντί να κοκκινήσω το έριξα στην επίθεση. «Πού να με δεις να τρώω παϊδάκια!» του είπα και έβαλε τα γέλια.

    «Ροντβάιλερ;» με ρώτησε.

    «Το σκυλί των Μπάσκερβιλ,» του απάντησα—και δεν το κρύβω, ήθελα να του δείξω ότι έχω κι εγώ κάποιο background, έστω και αν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό του.

    Αντί απάντησης μου είπε ανέκδοτο. «Είναι που λες ο Σέρλοκ Χολμς και ο Γουάτσον και έχουν πάει για camping,» ξεκίνησε να λέει, και του έγνεψα να συνεχίσει. «Κάποια στιγμή μέσα στη μαύρη νύχτα, ο Σέρλοκ σκουντάει τον Γουάτσον. ‘Γουάτσον, ξύπνα. Κοίτα πάνω και πες μου τι βλέπεις.’ Ο Γουάτσον του απαντάει ‘Χιλιάδες αστέρια.’ Ο Σέρλοκ επιμένει: ‘Και τι συμπέρασμα βγάζεις;’ Ο Γούατσον απαντάει ‘Αστρονομικά, συμπεραίνω ότι υπάρχουν εκατομμύρια γαλαξίες στο σύμπαν και συνεπώς άπειρο πλήθος αστέρων και πλανητών. Αστρολογικά, ο σκορπιός πρέπει να βρίσκεται στο Λέοντα. Ωρολογιακά, πρέπει να είναι περίπου τρεις και τέταρτο τα ξημερώματα. Μετεωρολογικά, μάλλον θα κάνει καλό καιρό αύριο, θεολογικά, συμπεραίνω ότι ο θεός είναι παντοδύναμος και ότι αποτελούμε ένα απειροελάχιστο και ασήμαντο κομμάτι του σύμπαντος.’»

    Σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει την επόμενη ατάκα και θέλει να δει αντιδράσεις.

    «‘Σου διαφεύγει το προφανές, Γουάτσον’ του είπε. ‘Το οποίο είναι;’ Ρώτησε ο Γουάτσον. ‘Μας έκλεψαν τη σκηνή!’»

    Το πνιχτό μουγκρητό που μου ξέφυγε, τον δικαίωσε. Εντάξει, είναι έξυπνο αστείο, αλλά όχι για να σε πιάσει βήχας από το γέλιο, όπως με έπιασε εκείνη τη στιγμή.

    «Μη μου μείνεις!» μου είπε χαμογελώντας ακόμα, όταν κατάφερα με τα πολλά να ηρεμίσω.

    «Να φάω τις κοτσίδες μου!» του ορκίστηκα με πάθος ιεροκήρυκα, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο του, το οποίο ομολογώ με έκανε να λιώνω και δεν χόρταινα να το ακούω. Γιατί δεν ήταν επιτηδευμένο. Ήταν αυθόρμητο, ατσούμπαλο, συνοδευόμενο από καθόλου ρομαντικά ρουθουνίσματα και ροχαλητά.

    And nothing beats authenticity.

    «Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ανέκδοτο κρύβει πολύ περισσότερο βάθος,» μου είπε αυτή τη φορά στα σοβαρά.

    Δεν του απάντησα, απλά κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Είναι αλήθεια, επιλεκτική στραβομάρα το λέω εγώ: καταπιάνεσαι με τη λεπτομέρεια και τελικά χάνεις τη μεγάλη εικόνα.

    «Όστις αναμάρτητος,» του είπα απλά.

    «Και τώρα μου θύμησες ένα άλλο ανέκδοτο!» μου είπε και τα μάτια του άστραψαν. «Έχουν λοιπόν μαζευτεί για να λιθοβολήσουν τη Μαγδαληνή και ο Ιησούς λέει το γνωστό ‘Όστις αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.’ Παγώνουν όλοι, αλλά μια γριούλα σκύβει και κάνει να πάρει μια πέτρα. Οπότε ο Ιησούς νευριασμένος φωνάζει ‘Ρε μάνα, σου έχω πει μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου;’

    Εντάξει, για άνθρωπος που μου είπε «Μην του μείνω,» προσπαθεί επάξια να καταφέρει ακριβώς το αντίθετο.

    «Χριστούλης» μου είπε κοπανώντας με στην πλάτη. “Pun intended,” πρόσθεσε, κάνοντάς με στο τέλος να μοιάζω με φθισική.

    «Θες να με πεθάνεις;» του είπα όταν βρήκαμε με τα πολλά τις ανάσες μου.

    «Μ’ αρέσει ν’ ακούω το γέλιο σου,» μου απάντησε απλά, κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    Αυτό. Τίποτα παραπάνω. Σας το ορκίζομαι, αν έσκυβε να με φιλήσει, ίσα που θα τον σβέρκωνα και θα του ρουφούσα την ψυχή από το στόμα. Και ο κερατάς απλά συνέχισε να με κοιτάζει με παιχνιδιάρικο βλέμμα κάνοντάς με να βραχυκυκλώσω τελείως. Και δεν φτάνει που βραχυκύκλωσα, κοκκίνησα και από πάνω σαν δεκαπεντάχρονη κοπελίτσα που της υπέγραψε αυτόγραφο το ίνδαλμά της.

    Κάτι έπρεπε να πω αλλά το μυαλό μου είχε πάρει άνευ αποδοχών. Το κέρατό μου μέσα το τράγιο. Μίλα μωρή! Πες κάτι!

    Από τη δύσκολη στιγμή με έβγαλε το τηλέφωνο που χτύπησε εκείνη τη στιγμή και βιάστηκα να το απαντήσω.

    «Η μητέρα μου,» του είπα χαμηλόφωνα και πάτησα το πράσινο στην οθόνη. Εντωμεταξύ είχα να τους πάρω και κάμποσες μέρες οπότε τ’ άκουσα και από πάνω, στο βαθμό που κάποια στιγμή της είπα «Μαμά, είμαι έξω με παρέα αυτή τη στιγμή, πάρε με αύριο να με κράξεις με την ησυχία σου!», κάτι που έκανε τον Σαράντη να χαχανίσει.

    Έκλεισα το τηλέφωνο και τον κοίταξα δήθεν τσαμπουκαλεμένη. «Διασκεδάζουμε;»

    «Οι μισοί παρόντες, το διασκεδάζουμε,» μου απάντησε συνεχίζοντας το δούλεμα. «Οι άλλοι μισοί δείχνουν να έχουν πάθει αποπληξία!»

    “Ugh, I hate you!” του έκανα με προσποιητή απελπισία πριν το σκεφτώ καλά-καλά. “Ok, I don’t hate you… but I hate you!” επέμεινα.

    «Κάτσε, τό ‘χω,» μου είπε και άνοιξε το τηλέφωνό του

    «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα με απορία, φαινόταν να είναι μια συνέντευξη, αθλητικά.

    «Απλά άκουσέ το,» μου είπε.

    Εντάξει, για πότε βρέθηκα να χτυπιέμαι από τα γέλια ούτε που το κατάλαβα.

    «ΤΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΟΣ;» τον ρώτησα όταν ηρέμισα από τα γέλια.

    «Αντιπρόεδρος Εδεσσαϊκού,» μου είπε. «Μην το πάρεις στραβά, αλλά μου τον θύμισες λίγο,» συνέχισε το δούλεμα χωρίς έλεος.

    Την τελευταία φορά που είχα κάνει raspberry σε κάποιον πρέπει να ήμουν κάτω από δέκα.

    «ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» του έκανα με όλη την αρμόζουσα μεγαλοπρέπεια. Ο Σαράντης πάγωσε για μια στιγμή και μετά ήταν εκείνος ο οποίος κόντεψε να μου μείνει από τα γέλια, πραγματικά κάποια στιγμή αγχώθηκα ότι το παράκανα!

    «Χριστούλης! Χριστούλης!» του είπα χτυπώντας τον στην πλάτη, και πάνω που έδειχνε να ηρεμεί, τον ξαναέπιαναν τα γέλια. Σοβαρά το λέω, νομίζω ότι γίναμε θέαμα.

    Καλά, στα ανύπαρκτα παπάρια μου κιόλας, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που με τα χίλια ζόρια συγκρατούσα τον εαυτό μου και δεν τον άρπαξα να του δείξω πόσα απίδια χωράει ο σάκος.

    Τέτοιο κεραυνοβόλημα δεν είχα φάει ποτέ στη ζωή μου, μη σώσει να μου μείνει follower στο insta αν λέω ψέματα.

    «Αχ! Αχ» είπε με φωνή που βγήκε σχεδόν τσιριχτή. «Σε καλό να μας βγει! Είσαι ΘΕΑ! ΘΕΑ!»

    «Είμαι!» του απάντησα με στόμφο. Και μετά χαμογελώντας συμπλήρωσα σχεδόν ντροπαλά “and I don’t hate you!”

    «Κάτι κατάλαβα,» μου είπε, ανταποδίδοντας το χαμόγελο.

    ΦΙΛΗΣΕ ΜΕ ΡΕ ΠΑΠΑΡΑ, ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ;

    Και η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Τον είδα να γέρνει προς το μέρος μου και τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους, και αν κατάλαβα λάθος θα γινόμουν «άνοιξε πέτρα να κλειστώ ήλιος να μη με βλέπει,» δε θα υπήρχε τρύπα να κρυφτώ.

    Τα χείλη του ακούμπησαν απαλά πάνω στα δικά μου, και για μερικές στιγμές ένιωσα να μυρμηγκιάζω ολόκληρη. Ήταν απαλό, τρυφερό και απίστευτα ερωτικό. Ένιωσα το χέρι του πίσω από το σβέρκο μου να με κρατάει και ούτε κι εγώ δεν κατάλαβα πως δε χύθηκα στο πάτωμα.

    Τραβήχτηκε απαλά και τότε μόνο κατάφεραν τα μάτια μου να ανοίξουν. Πρέπει να τον κοιτούσα σαν την ονειροπαρμένη αλλά δε σχολίασε. Απλά μου χαμογέλασε και πήρε το χέρι μου και το έβαλε στο δικό του.

    «Καλά κατάλαβες!» του είπα και η φωνή μου ήταν πιο βραχνή απ’ όσο σκόπευα, αλλά η καρδιά μου στο στήθος μου βάραγε ταμπούρλο, οπότε και που βρήκα τις λέξεις να μιλήσω, και ευχαριστώ να λέω.

    Και εκεί θυμήθηκα το Μίλτο και δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω στο Σαράντη, ρισκάροντας όλα όσα πήγαιναν να ξεκινήσουν. Πείτε με περίεργη αλλά οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους και όσο και αν δεν χρωστούσα τίποτα στο Μίλτο, δεν ήθελα… ό,τι και αν ήταν αυτό με το Σαράντη, όπου και αν πήγαινε, να ξεκινούσε με lie by omission που λένε στο χωριό.

    «Σαράντη, θέλω να σου πω κάτι για μένα,» του είπα, και το βλέμμα μου χαμήλωσε από μόνο του.

    «Σοβαρό ακούγεται,» μου είπε και παρά το ότι ο τόνος ήταν ανάλαφρος, φάνηκε σαν να το εννοεί.

    «Είναι και δεν είναι,» του είπα και με τα χίλια ζόρια κατόρθωσα να σηκώσω το βλέμμα μου πάνω του. «Δεν… δεν είμαι ακριβώς μόνη μου,» του μπουμπούνισα.

    Έκανε λίγο πίσω αλλά δεν τράβηξε το χέρι του από το δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια και κατάφερα να κρατήσω το βλέμμα μου σταθερό.

    «Τι εννοείς;» μου είπε.

    «Αρχικά να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι σε σχέση,» του είπα, και τον ένιωσα να χαλαρώνει ελαφρώς.

    «Τότε;»

    «Δεν είναι ακριβώς σχέση… κάτι μεταξύ friends with benefits and situationship,» του εξήγησα.

    «Το πρώτο το ξέρω,» μου απάντησε. «Το άλλο τι είναι, νέο φρούτο;»

    “O tempora o mores” προσπάθησα να αστειευτώ. «Κάτι βολικό, προσωρινό και χωρίς συναισθηματικές απαιτήσεις,» συνέχισα.

    Το οποίο ναι μεν ήταν αλήθεια, αλλά αυτό αφορούσε εμένα, ο Μίλτος μάλλον θα πάθαινε ντουβρουτζά.

    «Σ’ ευχαριστώ που μου το είπες,» είπε και μου έσφιξε το χέρι ακόμα πιο δυνατά, και ομολογώ ότι βραχυκύκλωσα και πάλι.

    Εκείνος, πάλι, απλά μου χάιδεψε το πρόσωπο απαλά. «Είμαστε το άθροισμα του παρελθόντος μας, Ζωή. Ο καθένας μας κουβαλάει τα δικά του βάρη, κι εγώ δεν έχω λίγα στην καμπούρα μου.»

    Δεν απάντησα. Έγειρα προς το μέρος του και τα μάτια μου έκλεισαν και πάλι και τα χείλη μας αντάμωσαν και πάλι.

    Πήρε το ποτήρι του και το τσούγγρισε με το δικό μου.

    «Στο μέλλον!» μου είπε.

    «Στο μέλλον!» του απάντησα χαμογελώντας.

    «Ιδέα!» μου είπε. «Έχεις κανονίσει τίποτα για την Τετάρτη;»

    «Όχι,» του απάντησα.

    «Θες να πάμε κινηματογράφο;»

    «Θέλω!» του απάντησα.

    «Μη βιάζεσαι να δεχτείς… Η ταινία που θα ήθελα να δούμε, είναι μάλλον βαριά,» με προειδοποίησε.

    «Ωχ!» του είπα και έβαλε τα γέλια.

    «Εντάξει, δεν είναι και πειραματικός γιαπωνέζικος κινηματογράφος, αλλά δεν είναι εύκολη. Εννοώ δεν είναι κάποια ανάλαφρη κωμωδία.»

    «Ηλία, ρίχ’το» του είπα κάνοντάς τον να χαμογελάσει και πάλι.

    «Η Νυρεμβέργη,» μου είπε. «Αφορά τη δίκη της Νυρεμβέργης.»

    “It’s a date, then,” του απάντησα χαμογελώντας κι εκείνος μου ανταπέδωσε με ένα βλέμμα που έδειχνε ότι το απολάμβανε. Μετά σοβάρεψα.

    «Ξέρεις… η άνοδος του ναζισμού μου θυμίζει αυτά που έλεγες για τις κρίσεις. Εκ των υστέρων οι αιτίες φαίνονται τόσο προφανείς, που απορείς πώς ήταν δυνατόν να μην τις βλέπουν.»

    Αναστέναξα.

    «Πάντα αναρωτιόμουν πώς οι Γερμανοί δεν έβλεπαν πού οδηγούσε όλο αυτό ή, ακόμα χειρότερα, πώς μπορούσαν να κλείνουν τα μάτια τους.» Έβγαλα έναν δεύτερο, πιο βαρύ αυτή τη φορά, αναστεναγμό. «Όσο δεν παίρνουμε μαθήματα από την ιστορία, είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.»

    Δεν απάντησε, απλά μου έγνεψε καταφατικά αφήνοντάς με να ολοκληρώσω.

    «Αυτός είναι και ο λόγος της… αποστροφής μου προς το αντικείμενο,» του είπα χαϊδεύοντάς του αφηρημένα το χέρι. «Δεν ξέρω μωρέ Σαράντη, δεν ξέρω πώς γίνεται να εμβαθύνεις και να μη σου βγαίνει σε κυνισμό και μισανθρωπία.»

    Δεν απάντησε κάτι, και έτσι συνέχισα. «Διάβασα τις προάλλες το ‘Consent’ της Vanessa Springora, το γνωρίζεις;» τον ρώτησα.

    «Όχι,» μου είπε. «Τι αφορά;»

    «Είναι η αληθινή ιστορία της σχέσης της με τον διάσημο στην εποχή του συγγραφέα Gabriel Matzneff.»

    «Δεν… δεν τον ξέρω,» μου είπε διστακτικά.

    «Καλύτερα,» του απάντησα. «Το καθίκι αυτό ήταν παιδόφιλος και η Springora έπεσε στα δίχτυα του στα δεκατρία της.»

    Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

    «Ξέρεις πόσοι το ήξεραν και όχι απλά δεν έκαναν τίποτα, τον υπερασπίστηκαν και από πάνω…» του είπα και το άφησα να αιωρείται. «Γι’ αυτό σου λέω… μερικές φορές απλά δεν γίνεται να εμβαθύνεις χωρίς αυτό να σ’ επηρεάσει.»

    “It is what it is,” μου απάντησε απλά. «Και ακόμα και αν αρνήθηκες να εμβαθύνεις περισσότερο, δεν σταμάτησε ούτε να σε απασχολεί, ούτε σταμάτησες να μιλάς γι’ αυτό, σα να μην υπήρχε.»

    «Ο Dr. King είχε πει “In the end, we will remember not the words of our enemies, but the silence of our friends,”» του είπα συνεχίζοντας να του χαϊδεύω αφηρημένα το χέρι.

    “Fools, said I, you do not know? Silence like the cancer grows,” μου απήγγειλε. «Αν και απ’ όσο έχω διαβάσει, το τραγούδι ήταν το αποτύπωμα της υπαρξιακής μοναξιάς που ένιωσε κάποια στιγμή ο Simon, θαρρώ ότι ταιριάζει στην περίσταση.»

    «Αν υπήρχε soundtrack που να ταίριαζε με αυτό που ένιωθα, θα ήταν το “All along the Watchtower,” του απάντησα. “‘There must be some way out of here,’ said the Joker to the Thief. There’s too much confusion; I can’t get no relief…”

    Αυτό που έκανε δεν το περίμενα, με την ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΕΝΝΟΙΑ.

    «Αγκαλίτσα;»

    Τον κοίταξα για μερικές στιγμές καθώς βραχυκυκλώθηκα τελείως, αλλά εκεί πήρε πρωτοβουλία το ασυνείδητο, γιατί το συνειδητό είχε χαιρετήσει προς στιγμή. Έγειρα προς το μέρος του και απλά με έσφιξε πάνω του.

    Και ξέρετε τι; Μερικές φορές η σιωπή δεν είναι κατάρα, είναι χρυσός.
     
    Last edited: 13 Απριλίου 2026 at 17:52