Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Θάνατος και Ανάσταση

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 8 Μαϊου 2026 at 12:50.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Σιχαίνομαι την κρουαζιέρα – όχι ότι είχα ποτέ την πολυτέλεια αυτή…

    Απλώς ήμουν το «παιχνίδι» του Καπετάνιου. Ο μεγάλος μου αδελφός ήταν ναυτικός, μπασμένος στα κόλπα. Σε ένα μπάρκο τα έχασε όλα στα χαρτιά και είχε την φαεινή ιδέα να με πουλήσει στην εταιρεία…

    Αδελφέ μου του λέω, όταν μου εξήγησε ότι κακό μεγάλο τον είχε βρει, θα βοηθήσω. Με έβαλε να το ορκιστώ η μητέρα μας, λίγο πριν φύγει. Σε υπεραγαπούσε, ο πρωτότοκος βλέπεις και το καμάρι της. Κι όταν το καμάρι της με υπόταξε, αυτό ήταν σχεδόν ένα δώρο από εκείνη σε εκείνον!

    Σιχαίνομαι τον κυματισμό και τη βαρεμάρα του ωκεανού. Απίστευτα μονότονος.

    Μέρα με τη μέρα αρρώσταινα από τη ναυτία, αλλά ένιωθα και τη στύση του Καπετάνιου πιο αδύναμη.

    Ήμουν το «παιχνίδι» του, μα, τελικά, έγινα απλώς μία πόρνη-σύζυγος που δεν ερέθιζε. Ζούσα μία νορμάλ, λοιπόν, συμβίωση παντρεμένων.

    Από την άλλη, την πιότερη ώρα ήμουν κλειδωμένος στην τουαλέτα της καμπίνας –τουλάχιστον δεν χρειαζόταν να τρέξω να βγάλω το πρωινό – αν και με τον καιρό συνηθίζει κανείς.

    Η βαρεμάρα στον ωκεανό είναι αβάσταχτη. Μόνο σφιχτή τήρηση του ωραρίου μπορεί να σώσει το πλήρωμα. Βέβαια υπάρχουν οι εκατοντάδες τουρίστες που τρώνε και πίνουν σαν τα γουρούνια. Το να πιαστεί κάποιο μέλος του πληρώματος από τον αρχικαμαρότο να φλερτάρει με δαύτους, αυτό θα ήταν και το τέλος του.

    Ο Καπετάνιος θέλοντας να κρατήσει τις ισορροπίες (να μην πηδιούνται όλοι με όλους), δηλαδή να κρατάει τα χαλινάρια στο κατώτερο πλήρωμα με είχε τάξει στον λοστρόμο – ο λαός πρέπει να τρέφεται με ξερολούκουμα…

    Ο τελευταίος ήταν αυτό που θα λέγαμε το αντίπαλο δέος στο καλά οργανωμένο δίκτυο ανθρώπων του αρχικαμαρότου.

    Ο λοστρόμος ήταν μεγάλο μούτρο, αλλά ο αρχικαμαρότος ήταν ο μοχθηρός τύπος. Του πρώτου τα χέρια ήταν από σμυριδόχαρτο και του δεύτερου άγγιζαν με το γάντι.

    Βρισκόμουν μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης.

    Ενώ οι διαπραγματεύσεις του Καπετάνιου με τον λοστρόμο είχαν κολλήσει στα ποσοστά υπερωρίας και σάρκας που θα καρπωνόταν η μία και η άλλη πλευρά, εγώ περνούσα την ώρα μου στην τουαλέτα τελειοποιώντας τις βλεφαρίδες μου.

    Έξω στην καμπίνα ο λοστρόμος δεν σταματούσε να ξεφυσά και να βρίζει. Ο Καπετάνιος είτε για να ενδυναμώσει τη διαπραγματευτική του θέση είτε για να ηρεμήσουν τα πράγματα, με φώναζε από καιρού εις καιρόν να κάνω κάποιο θέλημα, να δείξω τα κάλλη μου... Τότε σηκωνόταν βαρύςκι ασήκωτος ο λοστρόμος και μου γράπωνε στήθος, χέρι, μπράτσο ή ό,τι άλλο έβρισκε ... και καθώς προσπαθούσα να προστατευτώ σφούγγιζε το κορμάκι μου μέχρι να στεγνώσει... Κάποιες φορές έβαζε όλη του τη δύναμη για να το κάνει. Απάνθρωπο, μονολογούσε ο Καπετάνιος.

    Στο τέλος με πέταγε με ένα βρόντο κάτω τσακισμένο και σε γοερούς λυγμούς. Ήταν η ώρα να κλείσει ένας ακόμα γύρος διαπραγματεύσεων.

    Όσο καιρό κρατούσε η διαπραγμάτευση είχα ρίγη και συνεχούς εμετούς, με τη σκιά του λοστρόμου να εισχωρεί στο αίμα μου. Το να παραδοθώ σε έναν τέτοιο κακούργο ήταν αδιανόητα ερεθιστικό, κάτι σαν να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι και όλοι να σε ρωτάνε: πώς ήταν-πώς ήτανε; Δεν ξέρω, πρέπει να το ζήσω πρώτα!

    Ένα πρωί, μόλις είχα τελειώσει τη μάσκαρα, μπήκε ο αρχικαμαρότος στην καμπίνα να με βρει. Ξεκλείδωσε την τουαλέτα και μου είπε γλύκα γλυκά να κάνω άκρη γιατί ήθελε να κάνει την ανάγκη του και μετά να του κάνω καφέ.

    Σύμφωνα με το αυστηρό πρωτόκολλο, γδύθηκα, δίπλωσα πολύ προσεχτικά το κάθε ρούχο, έπεσα στα πόδια του και τον παρακάλεσα η τιμωρία να είναι αυστηρή. Κατόπιν γλίστρησα απαλά από κάτω του να γίνω η τουαλέτα του.

    Ο Αρχικαμαρότος σε ένα κρουαζιερόπλοιο είναι κάτι σαν ανώτατος αξιωματικός του Κράτους, έχει στις προσταγές του εκατοντάδες δουλάκια να σερβίρουν και να γλείφουν για αυτόν.

    Φυσικά μπροστά του ουδέν κρυπτόν…Τα καταπίνεις όλα.

    Βγήκα δεύτερος στο σαλόνι και έτρεξα προς το κουζινάκι. Ο ίδιος ήταν φοβερά καυλωμένος – το κατάλαβα μόλις ρούφηξε την πρώτη γουλιά καφέ.

    Του εξομολογήθηκα για τα ρίγη και τους εμετούς μου στη σκιά του λοστρόμου (εδώ κολλάει η αυστηρή τιμωρία που ζήτησα) και του είπα σε ποιο σημείο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση μου.

    βρωμάει το στόμα σου σαν χέστρα, είπε γελώντας.

    Μετά έπεσε σιωπή. Φορούσε λευκό πουκάμισο κοντομάνικο. Λύγισα ελαφρά και τοποθέτησα και τις δύο παλάμες μου πάνω στο δεξί του μπράτσο, ένιωσα τη φωτιά του πάγου στο δέρμα του.

    Μετά ζάρωσα στα μαξιλάρια. Ξέρω ότι ακόμα και η πιο ωμή καύλα περνάει από λωρίδα στο ναυτικό…

    Πέντε μήνες εν πλω, έχω εξοικειωθεί με τα ήθη και τα έθιμα.

    Μία Κυριακή πρωί, λίγο πριν προσεγγίσουμε τα Κανάρια, κλείσθηκε επιτέλους η περίφημη συμφωνία. Ο Καπετάνιος ήταν στη γέφυρα όταν ένας καμαρότος μπήκε βιαστικά στην καμπίνα, ξεκλείδωσε τα βραχιόλια μου και με έσπρωξε βίαια έξω.

    Δεν είχα καν προλάβει να βαφτώ. Κατεβήκαμε άπειρες σκάλες και διασχίσαμε άπειρους ημιφωτισμένους διαδρόμους. Σε όλη την παραζάλη της διαδρομής, σταματούσαμε για στιγμές, εκεί σε μία σπιθαμή, να με γρονθοκοπήσει. Περίμενε, του έλεγα ξέπνοος, μην τρέχεις. Ύψωνα το σαγόνι μου, του έδειχνα την κοιλία λες και χόρευα τσιφτετέλι. Ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν φτάναμε…

    Κάποια στιγμή σκοτείνιασε, με είχε ρίξει στο καναβάτσο, λόγω αυτοματισμού στις κινήσεις του εκείνος προχώρησε και χάθηκε μπροστά, με άφησε πίσω, τον έχασα, έστριψα λάθος και μετά ξανά, βρήκα μία δίοδο, τότε κατάλαβα ότι έτρεχα να ξεφύγω.

    Σταμάτησα. Γύρισα πίσω απελπισμένος να παραδοθώ. Τίποτα, βρισκόμουν στα έγκατα του κήτους.

    Ψαχούλευα στα τυφλά, στο σκοτάδι αναπηδούσαν εκατοντάδες κορμιά και χωματερές από όργανα βασανισμού, τουρίστες βαμμένοι σαν εξωτικά πουλιά και καμαρότοι σαν σμάρι από μέλισσες, εξαϋλωμένοι-καυλωμένοι από τη σατανική ζέστη και το τράνταγμα των μηχανών.

    Με βρήκαν λιπόθυμο σε μία τρύπα στο μηχανοστάσιο. Είχαμε μπει στο λιμάνι. Ησυχία τάξη και ασφάλεια.

    Η απόπειρα απαγωγής μου είχε αποτύχει. Οι συνωμότες θα έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικά.

    Αργά το βράδυ στην καμπίνα, μπροστά στον Καπετάνιο και τα ανώτερα μέλη του πληρώματος, υποστήριξα ότι δεν υπήρχε κανένα σχέδιο δραπέτευσης. Απλώς ήθελα να ανήκω στον αρχικαμαρότο. Ο Καπετάνιος φουρκίστηκε, οι κραυγές του λοστρόμου ακούγονταν αποτρόπαιες από τον διάδρομο. Φωνή λαού…

    Βρισκόμασταν μπροστά σε εμφύλια σύγκρουση!

    Έπρεπε να θυσιαστώ για το καλό όλων τους… άκρα του τάφου σιωπή.

    Οι δύο υποπλοίαρχοι με έδεσαν σφιχτά ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι με τα φρέσκα αχνιστά λευκοσέντονα. Ο ένας με χάιδεψε τρυφερά μέχρι να έρθει ο μάγειρας να με ξεκοιλιάσει.

    Ο μάγειρας έδειχνε κακόκεφος. Η στύση μου είχε υποχωρήσει και ένιωθα ελαφρύς. Άφησε απαλά τη λεπίδα να διατρέξει το μάγουλο μέχρι την κοιλιά, με ενδιάμεση στάση στην καρδιά.

    Όσο αντέξει, είπε με πίκρα ο Καπετάνιος.

    Μετά από λίγο ο μάγειρας αποχώρησε.

    Πρώτος μπήκε ο λοστρόμος να με δει με τα μάτια του – τον κρατούσαν σφιχτά δύο.

    Μετά ο αρχικαμαρότος και τέλος ο ντόπιος ατζέντης της πλοιοκτήτριας εταιρίας, αν και αυτό δεν το θυμάμαι.

    Κατόπιν φυγαδεύτηκα στη στεριά. Έχανα πολύ αίμα.

    Μία σκιά από πάνω μου έκρυψε κάτι λίγο από αυτούς τους υπέρλαμπρους προβολείς χειρουργείου. Σήκωσα το βλέμμα και είδα δύο ρώγες ανάρια να μου χαμογελούν.

    Είμαι η χαρούμενη δούλη, θα πεις.