Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ποίηση της παρακμής. Η μοντερνιστική τομή.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Dolmance, στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.

  1. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

    Νηλεές ήμαρ
     





    Κι έφευγαν οι άθλιοι

    λογισμοί

    οι γκρεμοτσακισμένοι

    σέρνοντας τις φτερούγες τους

    πάνω στο σεντόνι

    ντροπιασμένοι



    μουρμουρίζοντας ωστόσο

    πίσω από συριγμό βαρύθυμο

    την επιστροφή



    και ότι κανείς δεν έζησε πολύ

    αφότου εξόρισε στο Αχανές

    τα ατίμητα

    δώρα του πόνου



    κι ότι κανείς δεν πρόφτασε να πει

    εκείνο το άσμα που όλοι κάποτε αρχίζουν

    κι όλοι αφήνουν μισακό

    για την άρπυια εκείνη μέρα

    την αποφράδα

    το νηλεές ήμαρ



    που κι αν ακόμα δεν σε διαπερνούν σαν ρίγος

    σύνεση κι ευγένεια

    ή το κεφάλι αστόχαστα

    αποστρέφεις με απέχθεια

    θα σε ραντίσει ο τελευταίος ήλιος

    με άψυχο φως

    και αυτό μαζί σου παίρνεις......D.P.
     
  2. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

    Η καρδιά μάς σώζει με την αλήθεια...

     


    Ελιγμοί εσωτερικής δράσης
    Ο νους
    μάς τιμωρεί με τις πραγματικότητες
    Η καρδιά
    μάς σώζει με την αλήθεια
    αν δεν εμπιστεύεσαι να αγγίξεις έναν άνθρωπο, πώς τολμάς να τον κρίνεις για τη σιωπή του;
    αν δεν έχεις ψυχή για να ψηλαφήσεις το ανάγλυφο του άλλου, πώς τον αρνείσαι;
    αν δεν ξοδεύεις ούτε μια στιγμή για να υποδεχτείς τα συναισθήματα του άλλου, πώς επαίρεσαι για την ευαισθησία σου;
    αν δεν έχεις την ελάχιστη τόλμη να υπερβείς ούτε για ένα απόγευμα το εγώ σου, πώς απαιτείς το κυκλώπειο θάρρος από τον άλλο να σε αγαπήσει;
    Στην αρχή κάθε δρόμου που ξεκινά από σένα, μονάχα εσένα μπορείς να εμπιστευτείς.
    Αν στο τέλος του δρόμου που ανταμώνεσαι με τον άλλο, εξακολουθείς να κουβαλάς ολόκληρο τον εαυτό σου, τότε θα ανταμώσεις πάλι εσένα…....D.P.
     
  3. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     




    ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ


    …και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη
    αγνοώντας το βλέμμα της Γοργόνας
    στα δεξιά της ψυχής του
    αγνοώντας το νεύμα της Κίρκης
    αριστερά της ζωής του
    κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη
    οπλισμένος
    και ξαφνικά
    πίσω από το είδωλό του
    εμφανίστηκε
    εκείνος
    που κάποτε στο αίνιγμα της Σφίγγας
    είχε απαντήσει
    ο άνθρωπος
    ο άνθρωπος

    και κατέβασε το όπλο
    και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε…D.P.
     
  4. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     


    Αλκεδαμά(χ)

    τόποι φωτός
    οι ασημένιες ενοχές
    πλεξούδες από μάρμαρο
    στο νοτισμένο χώμα των πατέρων

    αποτυπώματα
    πέλματα γυμνών θεών
    που δεν σταυρώθηκαν ποτέ
    δεν έστερξαν τον άνθρωπο
    δεν οικειώθηκαν την ανάγκη του

    τόποι ομίχλης σάρκινης
    σταλαγματιές ρόδινου αίματος
    σύννεφα λιπαρά
    αγέλαστες ημέρες

    πώς να'βγει ο Διδάσκαλος
    συντροφιά με το όνειρο
    και την ελπίδα
    για ν'αγκαλιάσει τους ανθρώπους

    ως και ο Ιούδας
    έχει από μέρες εξαφανισμένος
    αναζητά τον αγρό του κεραμέως
    να επενδύσει το χειμώνα της ψυχής του

    να σπείρει θλίψη

    για να θερίσει απουσία...D.P.
     
  5. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     



    ‘Πρόκειται’…


    Αυτή θα είναι πάντοτε

    η μεγάλη ώρα

    όταν λοιπόν

    αυτό που μειονεκτεί

    ορθώνεται αλυχτώντας

    για να κλονίσει

    αρμούς και λόγους

    έθη και τρόπους

    ειναιικούς και αρχαίους

    κι αυτό που υπέρκειται

    έχει θολές ανταύγειες

    ρηγματώσεις

    και ποδάρια πήλινα



    και τι παράξενο

    σε τούτη την άβυσσο του στιγμικού

    και υποκειμενικού ‘πρόκειται’

    μονάχα η αλήθεια εισέρχεται

    ολόκληρη

    και ακέραια βγαίνει

    και ντυμένη

    εαυτικό φως

    και άρνηση γενναία

    ν’ αναλωθεί

    απ’το ‘ποτέ δεν πρόκειται’…D.P.
     
  6. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     


    Λαγνεία


    Μικρό μου ρόδο
    πάλευες πάντοτε μόνο
    μέσα στη φωτιά
    και είχες ανάμεσα στα πέταλά σου
    ένα που δεν το άγγιζε η φθορά
    κι είχες
    ανάμεσα στις πτυχές της όψης σου
    μια που είχε ραντιστεί αθανασία
    να πιω ζητούσες
    απ’τη δροσιά σου
    να πιω
    με καλούσες…
    και δεν είχα το πρόσωπο
    για να προβάλεις πάνω του
    τις μεταμορφώσεις του φωτός
    κι εκείνη η βαθιά χαράδρα
    στο μέτωπό σου
    στεκόταν πάντα
    μεγάλη
    αλλά όχι πιο μεγάλη
    απ’τη λαγνεία
    να σε πιω…D.P.
     
  7. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     


    Κάτοπτρο


    Εκείνος
    με τον κρεμασμένο χρόνο
    στο κάτω χείλος
    που σφίγγει τις γροθιές του
    απ’τον αφόρητο πόνο
    στο στήθος

    κι αυτός
    λίγο πιο κει
    με τον ουρανό
    κάτω απ’τις μασχάλες
    με ανεξήγητη θλίψη
    αρθρώνει έναν έναν
    τους συνδέσμους του είναι του

    Έλα να δεις
    είπε η θεά με τον ποδήρη χιτώνα
    και οδήγησε τον αρσενικό εαυτό της
    στην άκρη του αιώνιου

    ο πρώτος εκεί
    στο χωμάτινο αλώνι
    νεκρός που ήταν πάντα ζωντανός

    κι ο άνθρωπος εκεί
    που δεν ακούει
    δεν βλέπει
    με δυσκολία ανασαίνει
    χωρίς αλήθεια ή ψέμα
    αλλά με το βλέμμα να φυτρώνει
    σιγά σιγά
    στους βολβούς
    ζωντανός ακόμα
    σ’έναν πρωτόλειο θάνατο

    δες τους λοιπόν!
    είπε η θεά με τον ανάλφρο τόνο

    αυτός
    με τα σμιχτά φρύδια
    και την βαριά ανάσα

    κι αυτός
    με το λερωμένο σπέρμα
    και τα τσακισμένα δάχτυλα

    και το κάτοπτρο ανάμεσά τους

    να ολοκληρώνεται η σφαγή των άστρων
    πάνω απ’τα κεφάλια τους
    κι εκείνοι
    να απολαμβάνουν
    την άγνοια
    σα να είναι η ομορφότερη
    απ’τις σκεπτομορφές τους

    θα συνομιλήσουν κάποτε
    είπε η θεά
    και τότε εμείς θα αποσυρθούμε
    και τότε
    το αίμα που θα τρέξει στα όνειρά μας
    κάποιοι θα το πουν
    πύρινη βροχή


    το σημείο θα γίνει ευθεία γραμμή
    και αυτή σε τρίγωνο θα κλείσει
    κάποτε
    όταν θα βρουν στα ρήματα
    όχι στα ουσιαστικά
    και στα επίθετα
    τους μυστικούς δρόμους
    του βλέμματος


    ανασαίνοντας δύσκολα
    το πλάσμα
    στάθηκε στα πόδια του
    η λάμψη από το κάτοπτρο τον ξένισε
    άνοιξε τα μάτια του στο στερέωμα
    και αντίκρισε την αιώνια μάχη
    να στάζει κόκκινες αυγές

    ένιωσε
    τον αδελφό του να σπαράζει
    πίσω απ’τον καθρέφτη
    και έκανε το πρώτο δειλό βήμα
    να τον προσεγγίσει…D.P.
     
  8. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Της αλλοφροσύνης Θέτις


    Η Θέτιδα παρέα με τον πόνο της γυρνά


    ανάμεσα στα μέλη, στα χέρια, στα κορμιά.

    Τα πόδια του Αχιλλέα, το σώμα του παιδιού,

    ψάχνει να βρει την άκρη ενός χαμένου ουρανού.


    Αυτό αγγίζει, αυτό χαϊδεύει,

    γονατισμένη ανάμεσα τους, αλλόφρονα παλεύει.


    «Μάνα!» φωνάζει η σκόνη, «Μάνα!» ο χαμός,

    της αθανασίας ο αβάσταχτος καημός.

    Ποια μάνα θέλει το παιδί της σκοτωμένο;

    Σ’ ένα κάρο από σμάραγδο, το όνειρο δεμένο.


    Στη νοτιοδυτική της άκρη περιστρέφεται,

    ορφανό, ασώματο κεφάλι τώρα δέχεται.

    «Θυμάσαι που μικρό στα χέρια με κρατούσες;»

    «Κι όταν αντρώθηκες, εσύ με συγκρατούσες...»

    Και δεύτερο κεφάλι, και πληγωμένα μάτια,

    ο Αχιλλέας γίνεται χίλια δυο κομμάτια.


    «Μάνα κι εμάς! Κι εμάς!» φωνάζουν οι νεκροί,

    το κάρο της γεμίζει, μια οδύνη φοβερή.

    Με δύναμη θεότητας το ζυγό φορά,

    σέρνει το βουνό της, στην ίδια τη φορά.



    Χέρια και πόδια, σημάδια και ουλές,

    του παρελθόντος οι κραυγές, του τώρα οι σιωπές.

    Η Θέτις καταρρέει κάτω απ' το βάρος το μεγάλο..



    «Δε θα έπρεπε μάνα καμία στον κόσμο αυτό,

    να θέλει το παιδί της για πάντα αθάνατο».

    Ηλίας
     
  9. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Η Μέλισσα


    Η Μέλισσα ευτυχεί.

    Με του τρυφερού το βήμα, την ανάσα η Εστία στη Μέλισσα προσφέρει.

    Μόρια υγρά, μυρίζουν γιασεμί...



    To δέρμα της, ξεριζώνει και σε νερό βουτά. Χρώμα το νερό λευκό.

    Με τα χέρια της, τους τοίχους του σπιτιού...



    Το δέρμα δίχως το άσπρο που λερώνει, του κόκκινου κουμπί.



    Η Μέλισσα ασφαλής.

    Τα μόρια του ανέμου και σπλάχνα της Εστίας,

    στεριά και μικρό σπιτάκι στη Μελισσούλα πλάθουν.



    Το τσεκούρι παίρνει και τα πόδια της όμορφα τελειώνει.

    Κούνια, κρεβατάκια, ένα μικρό γραφείο.

    Τα φωτεινά της μάτια... Λάμπες που φωτίζουν το σπιτάκι.

    Τα μαλλιά της, κλωστές και νήμα.



    Από την κλείδα της μαχαίρι.

    Την κοιλιά της ανοίγει και τα μωρά στο σπίτι φέρνει.

    Νέκταρ τα υγρά της...

    -Και αν πεινάσουμε μητέρα;



    Την καρδιά της με μαχαίρι ψιλοκόβει.



    Τα παιδιά της φεύγουν, πάνε μακριά.

    Η ψυχή της, δίχως ύλη στο σπιτάκι μένει.



    Αν ποτέ γυρίσουν... να τα αγκαλιάσει τρυφερά…

    Ηλίας

     
  10. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     





    Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
    Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
    Ένα με το αίμα μου
    Το στερέωμα με τρυγούσε
    Και δεν το αρνιόμουν
    Δεν το φοβόμουν
    ήθελα να γίνω αόρατος
    και μαζί ορατός…
    Το αδιανόητο με κατοικούσε
    Γινόμουν ξενιστής του
    Γινόμουν δέσμιος
    Και φύλακάς του
    Έπρεπε να μάθω
    Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
    Ως και τ’όνομά μου
    Στη δική Του αρχαία γλώσσα
    Έπρεπε να μάθω
    Ν’ακούω την ύπαρξή μου
    Μέσα απ’τη δική Του μουσική…
    Το Υπέροχο με άλωνε
    Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
    Του παραδίνονταν
    Γινόμουν η εταίρα του
    Η πόρνη του
    Με εκφύλιζε
    Με εξαγόραζε
    Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
    Από την αυγή της ζωής μου
    Το Κοσμικό Διανόημα
    Το Δέντρο
    Ο Όφις και ο Κήπος
    Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
    Με διαπερνούσε
    Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
    Απλωνόταν μέσα μου
    Δήωνε τις αντιστάσεις μου
    Φυλάκιζε τις ενοχές μου
    Με απελευθέρωνε…
    Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
    Αδελφέ μου
    Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
    Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του
    Ανασαίνω το πρώτο Φως
    Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
    Της Δημιουργίας
    Στα χείλη μου…
    Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
    Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
    Αν τολμήσω να εκπνεύσω…
    Θα γεννηθώ ξανά
    και δεν θα σε γνωρίζω...D.P.
     
  11. DARK-PYRAMID

    DARK-PYRAMID Regular Member

     





    Νήδυμος ύπνος



    Νεκρική φρουρά

    ολόγυρα

    το μικρό σεντόνι

    αποσιώπησε τον ερχομό σου

    άλλη μια νύχτα


    με κρύβουν από σένα

    μ’εξαπατούν

    με μια ιέρεια Κυριακή

    που ξέρω καλά

    πως δεν υπάρχει

    και θέλουν να καρφώσουν

    το φωτεινό σου βλέμμα

    πάνω στο σταυρό

    της μοναξιάς μου


    όλα εργάζονται

    τη σωτηρία μου

    ως κι ο αιχμάλωτος

    πορτοκαλί ουρανός

    που στάζει τον φυγεύθυνο εαυτό μου

    σε μικρές σταγόνες αλητείας

    για να μπορώ να λιποτακτώ

    ελεύθερα

    και αναίμακτα


    όλα εργάζονται

    αυτό το νήδυμο ύπνο

    που μαυλίζει

    που ναρκώνει

    που σκοτώνει

    αργά και σταθερά

    σίγουρα πράγματα

    εξακριβωμένα


    αλλά κανείς δεν ξέρει

    το αντάρτικο που έχουν στήσει

    όλες μου οι αισθήσεις

    και τη γιορτή που ξεκινά

    στο μυαλό, στην καρδιά

    και στην ψυχή

    κάθε που νυχτώνει

    και μέσα στο βασίλειο

    των σκιών εγώ ολόφωτος

    στήνω χορό

    και σε περιμένω…D.P.
     
  12. Yiyi

    Yiyi .

    Οι έρωτες του Ντίνου Χριστιανόπουλου κινούνται ανάμεσα στα πεντακάθαρα μοτίβα S/M και το χυμα που έχουν οι κάβλες πηγαία και πρωτόγονα.

    1

    έχτισα τον παράδεισό μου

    με τα υλικά της κόλασής μου

    2

    απόψε η νύχτα στόλισε το πάρκο

    με τα πιο διαλεχτά καθάρματά της

    3

    κάθε βράδυ η καμπάνα των σκελιών τους

    με φωνάζει στον εσπερινό του πάρκου

    4

    εσύ ‘σαι τριαντάφυλλο

    κι εγώ θα σε μαδήσω

    τριαντάφυλλο δεν είμαι

    κι όμως με μαδάς

    5

    για σένα μια ακόμη δοκιμή

    για μένα μια δοκιμασία ακόμα

    «Το κορμί και το σαράκι»
    ----------------------------------------------------------------------------

    Ύμνος στη μπότα

    Μπότες, κειμήλια τῶν φετιχιστών,
    μπότες, λατρεία τῶν μαζοχιστών,
    αὐτοὶ ποὺ σᾶς φοροῦν ξέρουν καλὰ τί ὀφείλει σ᾽ ἐσᾶς ὁ ἀντρισμός τους·
    ἀκόμη κι ἕνα μαλακισμένο, ἅμα φοράει μπότες ὀμορφαίνει·
    μονάχα οἱ ποιητὲς δὲν πρέπει νὰ φοροῦνε μπότες,
    γιατὶ οἱ μπότες θέλουν ὀμορφιά,
    θέλουν δύναμη, θέλουν σκληράδα,
    θέλουν νὰ εἷναι ἀρσίζης αὐτὸς ποὺ τὶς φοράει,
    θέλουν τὴν ἡλικία τῶν εἴκοσι μὲ τριάντα,
    θέλουν προπάντων ὅλους ἐμᾶς,
    ποὺ εἴτε νοερὰ (οἱ περισσότεροι) εἴτε καὶ
    φανερὰ (μερικοὶ τολμηροὶ) σκύβουμε καὶ λατρεύουμε αὐτὰ τὰ βάρβαρα
    ἰνδάλματα μιᾶς μυστικῆς θρησκείας τῶν τσαλαπατημένων.


    Γονυκλισία
    Ἡ ἱστορία ἀρχίζει μὲ μία φράση σου:
    «Πέσε μὲ τὰ μοῦτρα στὴ δουλειά».
    Γονατίζω μπροστά σου μὲ θλίψη,
    ἀγκαλιάζω τὰ πόδια σου τρυφερά,
    βουτάω ὁλόκληρος στὰ σκέλια σου με λαχτάρα.
    Ἐσὺ στέκεις ἀκίνητος,
    πιὸ ὄμορφος, ὅπως σὲ βλέπω ἀπὸ χαμηλά,
    πιὸ ἤρεμος ποὺ ὁ ἔρωτας γίνεται ἀπ᾽ τὴ μέση καὶ κάτω,
    μιὰ δύναμη ἀπροσδιόριστη ὑποδαυλίζει τὸν ἀντρισμό σου.
    Μὲ κοιτᾶς ἀπὸ πάνω καλοδιάθετος,
    μὲ λύπη γιὰ τὴν κατάντια μου,
    μὲ στοργὴ γιὰ τὸ κουσούρι μου,
    μὲ φανερὴ εὐχαρίστηση καθὼς ξαλαφρώνεις—
    σ᾽ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ χάιδεψες τὰ μαλλιά.
    (Ἀκόμη μιὰ ἐπικίνδυνη νύχτα
    τελειώνει μὲ κατάνυξη.
    Ἀκόμη μιὰ φωτιὰ ἀντὶ νὰ μὲ κάψει, μὲ ζέστανε).

    Στην ταβέρνα
    Μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ μου παρακολουθῶ ἕναν νεαρὸ στὴν ἀπέναντι παρέα. Ὡραῖο λαϊκὸ παιδί, ζώνη μὲ ἀσημόκαρφα, μπότες μὲ σπιρούνια. Σὲ μιὰ στιγμή, βάζει τὸ ἕνα πόδι ἐπάνω στ᾽ ἄλλο, παίρνει ἕνα χαρτομάντιλο κι ἀρχίζει νὰ σκουπίζει ἀπ᾽ τὶς μπότες του τὶς σκόνες. Πῶς ἄντεξα, Θεέ μου, καὶ δὲ χύμηξα νὰ τοῦ τὶς καθαρίσω μὲ τὴ γλῶσσα μου! Ὅμως κρατήθηκα: τὸ ποίημα εἶχε ἀρχίσει κιὀλας νὰ σκιρτάει μέσα μου.

    Γελιέστε
    Ἕνας ὡραῖος ἄντρακλας μοῦ ἔφερε ἕνα τετράδιο μὲ στίχους τραγουδιῶν του. Σὲ κάποιο ἀπ᾽ αὐτὰ, ἀπευθυνόταν σ᾽ ἕναν ποιητὴ ὁμοφυλόφιλο καὶ τοῦ ᾽λεγε πὼς εὐχαρίστως θὰ τοῦ ξέσκιζε τὸν κῶλο, ἄν ἔτσι τὸν βοηθοῦσε νὰ γράψει ἕνα ποίημα. Πῆρα μολύβι καὶ σημείωσα ἀπὸ κάτω: «Γελιέστε ἄν νομίζετε πὼς ἔτσι γράφονται τὰ ποίηματα. Τὸ ποίημα δὲ βγαίνει ἀπ᾽ τὸ ξέκισμα τοῦ κώλου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ξέκισμα τῆς ψυχῆς».

    ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Το ίδιο όμως παρακμιακός είναι ο έρωτας της Πολυδούρη για έναν εξιδανικευμένο άρρωστο και θλιμμένο ποιητή, που ενώ την αγαπούσε (ή έτσι ήθελε να νομίζει εκείνη), παράλληλα αγαπούσε τις πουτάνες (και συνέχισε να παρακαλει μια να τον ακολουθήσει στην Πρέβεζα, όταν εκείνη αρνήθηκε, ήταν απαρηγόρητος).

    15 Μαΐου Κυριακή βράδυ
    Είμαι ένα δροσιστικό στον πόνο του και τίποτε πλέον, έτσι μου λένε τα λόγια του… τα μάτια του… οι στίχοι του.
    Η σκέψη μου δεν έφυγε ούτε στιγμή από σιμά του. Τον ακολουθούσε στο δρόμο του, στις ομιλίες του με τη συντροφιά, στο φαγητό του… στα γέλια του…
    Κι’ ευχαριστημένη στη σκέψη αυτή, γελαστή στρέφω τα μάτια στο παράθυρο ν’ αντικρύσω τον αποσπερίτη, το αγαπημένο αστέρι που διώχνει τις σκοτεινιές της ψυχής μου σαν κρυφή ελπίδα - Με θυμάται; -

    16 Μαΐου 2 μετά το μεσονύχτι
    Είχε μεσολαβήσει μια μέρα που δεν ιδωθήκαμε κι’ έτσι σήμερα με τι λαχτάρα βρέθηκε ο ένας κοντά στον άλλον! τι θέρμη που έχουν τ’ ατέλειωτα φιλιά του. αρχίζω να πιστεύω πως μ’ αγαπάει.

    19 Μαΐου
    Εζήτησα να αγαπήσω κι’ αγάπησα τι άλλο θέλω πλέον;
    Εγώ είμαι το καταφύγιο της κάθε πονεμένης ψυχής… είμαι η βουβή σπηλιά που αποκρίνεται με την ηχώ στους στεναγμούς του κουρασμένου διαβάτη…
    ε Τάκη;

    (Μαρία Πολυδούρη,Ημερολόγιο)