Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Τρίτη Θητεία Πονάει πιο Πολύ

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 9 Ιουνίου 2026 at 19:36.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Το ραδιοταξί «Ήθος» ήταν ιδέα του Τάκη. Είχε το γκαράζ στην Αχαρνών και την Τασούλα στα τηλέφωνα. Μάζεψε τον Σπύρο και τον Σάκη και ξεκίνησαν τις πριβέ τσάρκες.

    Η Τασούλα με έβαλε στην ομάδα. Είχε παλαιστή άνδρα, σκληρό σαν βρεγμένο σακί τσιμέντο. Η φάση μεταξύ μας ήταν να με βάζει κάτω με λαβές και να διασκεδάζει την Τασούλα. Υπέφερα αληθινά, αλλά αυτό ήταν η διασκέδαση.

    Στο γκαράζ θα έπλενα και θα καθάριζα τα αμάξια. Αρχικά ο Τάκης ήταν αρκετά διστακτικός, όλοι ήξεραν ότι ήμουν του παλαιστή. Η Τασούλα ήταν αγχωμένη με τα τηλέφωνα και μόνο οι δύο οδηγοί, Σπύρος και Σάκης, έδειχναν αδιάφοροι. Ο πρώτος, με κοιλιά, χοντροκομμένος στους τρόπους και μονίμως να μυρίζει ιδρώτα, ήταν μαστροπός. Ο δεύτερος, ο Σάκης, ένας διαγραμμένος δικηγόρος, κοντός σαν νυφίτσα, κυκλοφορούσε με κουστούμι λιγδιασμένο.

    Η αποστολή μου κάθε μέρα, νωρίς το μεσημέρι, επικεντρωνόταν σε μία τούρκικη τουαλέτα. Εκεί έπρεπε να τους ετοιμάσω γαμπρούς: πλύσιμο, ξύρισμα, ατσαλάκωτα πουκάμισα, βρακιά, κλπ. Μαζί, Σπύρος, Σάκης κι εγώ. Ήταν το πρώτο γαμήση της μέρας στα όρθια. Έτσι, χαλάρωναν και μπορούσα κάπως να τους συμμαζέψω.

    Μετά πηγαίναμε στην καμπίνα του Τάκη για επιθεώρηση. Εγώ τσιτσίδι και αυτοί του κουτιού. Εκείνος, ο Τάκης, δυσκολευόταν να απλώσει χέρι πάνω μου. Ο Σπύρος, ανοικονόμητος και κιμπάρης διαρκώς το άπλωνε, και φρόντιζε να πονάει. Ήταν ένα είδος σαδιστικής απόλαυσης που όλοι τους ζητούσαν, κάτι σαν ασπιρίνη, μια μικρή ντόπα πριν βγουν στη ζούγκλα της ασφάλτου. Φανερά ο εξευτελισμός μου μπροστά σε όλους ικανοποιούσε και τον Τάκη, που κοιτούσε ανέκφραστος. Όσο χτυπούσε, σχεδόν απρόσεχτα, τόσο τον παρακαλούσα να προσέξει μην τσαλακωθεί κι έκανα να προστατευτώ. Σε λίγο η οσμή του ιδρωμένου κορμιού του γέμιζε το δωμάτιο. Παραδόξως αυτό με χαλάρωνε και αφηνόμουν.

    Όταν επιτέλους έπιαναν δουλειά τα πράγματα στο γκαράζ ηρεμούσανε. Ακουγόταν μόνο η αγριοφωνάρα της Τασούλας που στα διαλείμματα των συνδιαλέξεων ωρυόταν να της πάω καφέ.

    Ο Τάκης, ένας καλοζωισμένος σαραντάρης που όπως οι παλιοί άνδρες έδειχνε είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, με άφηνε να τριγυρίζω στις σκιές και στα τσιμέντα τσακισμένος. Δεν έδινε σημασία, δεν του καιγόταν καρφί – αν και την απαιτούσε τη δουλικότητα.

    Διαρκώς μπαινοέβγαινα στη μουχλιασμένη σιωπή του γκαράζ. Σίγουρα φοβόταν τον παλαιστή. Δεν είχε άδικο. Όλα τα χρήματα πήγαιναν στην Τασούλα, γι’ αυτό και ο παλαιστής είχε υποχωρήσει – με είχε προσωρινά παραδώσει.

    Ένα μήνα μετά η δουλειά είχε στρώσει, οι πουτάνες δεν μαζεύονταν, τα ραντεβού απανωτά. Η πιάτσα μας εμπιστευόταν. Ο Τάκης πήρε άλλα δύο αυτοκίνητα, άλλους δύο οδηγούς. Ο Σπύρος ήταν αυτός που έκανε το κουμάντο με δαύτους. Η εργασία μου διπλασιάστηκε – ευτυχώς όχι και οι σφαλιάρες. Οι τελευταίες ήταν προνόμιο του Σπύρου.

    Στο ρεπό με πήγαινε σπίτι του. Ο σαδισμός του ήταν ανεξάντλητος. Κάθε φορά που κατάφερα να φύγω από εκείνο το υπόγειο ένιωθα σαν να έχω κάνει παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ, να έχω πετάξει. Η σχέση μας είχε πάρει ένα απότομο βάθος και κυλιόμασταν στο βυθό, με την επιστροφή στην επιφάνεια να θέλει χρόνο – διαφορετικά τα τινάζεις.

    Όμως ήξερα ότι κανείς δεν θα μου έδινε αυτόν τον χρόνο, ήδη είχα γίνει σαν εκείνα τ’ αποτσίγαρα που κρέμονται από ξεχασιά στα χείλι. Κούτσαινα άσχημα, είχα εσωτερικούς τραυματισμούς, εξαρθρώσεις και συχνές επισκέψεις στα επείγοντα.

    Πλέον η δουλειά δεν έβγαινε. Ο Τάκης το ήξερε, ο Σπύρος το επιζητούσε και ο Σάκης διαρκώς πρότεινε σχέδια προς περαιτέρω εκμετάλλευσης του κορμιού μου.

    Και η Τασούλα κατάλαβε ότι τα λεφτά θα μειώνονταν και ότι είχε έρθει η ώρα σημαντικών αποφάσεων.

    Ο Σπύρος με διεκδικούσε με πάθος. Η μεγάλη του κοιλιά χόρευε καρσιλαμά.

    Ο Τάκης μύριζε ματωμένο κέρδος σαν τον καρχαρία.

    Η Τασούλα, ως επίσημη ιδιοκτήτρια, απαιτούσε πολεμικές αποζημιώσεις, αλλιώς θα μιλούσε η δύναμη του ισχυρότερου (του παλαιστή).

    Ο Σάκης προσπαθούσε να βρει μία φόρμουλα να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι.

    Από πλευράς μου είπα ότι είμαι σχεδόν σακάτης – δεν είπα τίποτα για τους εφιαλτικούς πόνους που με συνόδευαν σαν ερινύες.

    Ο Σάκης έκραξε «σχεδόν». Ο Τάκης κούνησε το κεφάλι του. Η Τασούλα είπε με σαρκασμό να με βγάλουν στη ζητιανιά. Και ο Σπύρος έγλειψε τα μουστάκια του.