Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ψάχνοντας Απεγνωσμένα για Πάρκινγκ

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 12 Ιουνίου 2026 at 19:46.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Στην γωνία έπεσε ο ένας πάνω στον άλλον και τσακ - μου την άστραψε.

    Άκουγα το αγκομαχητό του και οσμίστηκα τον ιδρώτα του. Φορούσε φανελάκι, η ζέστη ανυπόφορη. Τριχωτός με λευκά μπράτσα, μεσήλικας.

    Ακόμα σχεδόν κολλημένος πάνω του. Ντάλα μεσημέρι, τέλη Ιουλίου. Όλοι σκέφτονται αποδράσεις, ακρογιαλιές δειλινά, κι εγώ μέσα στην κοιλιά του.

    Αύριο εδώ – ίδια ώρα, μουρμούρισε και χάθηκε πίσω απ’ τη γωνία που πριν ξεμύτισα.

    Πήγα στο πιο κοντινό ψιλικατζίδικο να πάρω μπύρα. Έκατσα στην απέναντι σκιά και προσπάθησα να σκεφτώ.

    Είχα βγει να πάρω εφημερίδα, όλο το πρωί κολλημένος στο κινητό. Είπα να αλλάξω στενό να ξεμουδιάσω κάνοντας τον γύρο του τετραγώνου. Όλα καλά μέχρι εδώ. Και μετά, χαστούκι!

    Έφερα το χέρι στο πρόσωπο, μήπως είχε μείνει κάτι, κάποια αμυχή, λίγος ιδρώτας;

    Αλλά το ερώτημα που ξαφνικά με έκαψε ήταν άλλο: θα πήγαινα;

    Τα τσιμέντα έκαιγαν σαν ψησταριά, η μπύρα μου έφερε μία ηδονική χαλάρωση. Ναι, σίγουρα ήθελα να τον συναντήσω – αν γινόταν ακόμα και τώρα!

    Το βράδυ πέρασε άσχημα, έκλεψα λίγο ύπνο τα ξημερώματα. Μέχρι το μεσημέρι βασανιζόμουν μόνος μου γυμνός.

    Όλο αυτό το τεράστιο αστικό δίκτυο από μυρμήγκια και μηχανές εσωτερικής καύσης είχε πάει στην άκρη. Υπήρχε μόνο ένα νήμα που τώρα έκλωθαν οι ώρες σε εκείνη την άκρη του πεζοδρομίου – κέντρο του σύμπαντος.

    Κατέβηκα στο δρόμο δέκα λεπτά πριν. Μου είχαν λυθεί τα γόνατα. Έφτασα στη γωνία. Ψυχή. Ο τσιμεντένιος ήλιος, ο ερημωμένος δρόμος, όλα ήταν εκεί. Περίμενα μία ώρα, κοιτάζοντας που και που κάποιο αμάξι να περνάει.

    Δεν με ένοιαζε που καιγόμουν.

    Τότε ένα αμάξι σταμάτησε, δεν προσπέρασε. Ο οδηγός φορούσε φανελάκι κι έγνεψε να μπω.

    Δεν τολμούσα να μιλήσω, κοιτούσα μπροστά. Στριφογυρίζαμε στα στενά σαν να ψάχνουμε μία έξοδο στον ουρανό. Περνούσαμε οδούς και πεζοδρόμια που μου είχαν στρώσει το δρόμο της ζωής , αφήναμε και πιάναμε άπειρα αυτοκίνητα που είχα μάθει να προσπερνώ και αυτά να με προσπερνάνε. Και τώρα, στην κορύφωση της κάψας, φλέγονταν.

    Κοιτούσα μπροστά και η ματιά μου ράγισε Ένιωσα την οικειότητα να καταρρέει, όλα έλαμψαν ψεύτικα σε μία στιγμή. Σαν να ξεγεννούσα το κουφάρι μου μία απαίσια ναυτία ξεκίνησε να με βγάζει απ’ το πετσί μου. Άνοιξα απότομα την πόρτα και ξεκίνησα να ξερνάω τη χολή μου.

    Το μόνο που με ανακούφιζε ήταν ότι ήμουν πάνω από μία σχάρα υπονόμου.