Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μικρές Εστίες Πολιτισμού

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 13 Ιουνίου 2026 at 12:14.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Πώς υπάρχει το καφενείο των Μουσικών, έτσι υπάρχει και το καφενεδάκι των Βασανιστών. Βέβαια, το πρώτο είναι πασίγνωστό ενώ το δεύτερο παραμένει για ευνόητους λόγους άγνωστο, επίσης χωμένο σε μία στοά του Κέντρου.

    Το άνοιξε ο πατέρας μου μέσα του Εβδομήντα, όταν απολύθηκε μαζί με τους τελευταίους από το long island. Το θέμα ήταν ότι ο πατέρας μου μπορεί να είχε χάσει την ελευθερία του αλλά είχε βρει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, κι αυτόν στα χέρια του βασανιστή του. Και ήταν ο τελευταίος που πρότεινε στον εραστή του να ανοίξει ένα καφενεδάκι, που θα συναντιέται η παλιά παρέα στους δύσκολους καιρούς της μεταπολίτευσης.

    Εκεί, μάλιστα, ένας ασφαλίτης τού προξένεψε την Μαρία, τη μητέρα μου, να μην δίνονται αφορμές για κουτσομπολιό. Λέγεται ότι αρχικά ο πατέρας μου αρνήθηκε την παντρειά και ότι του ασκήθηκε ισχυρή πειθώ για να ανέβει τα σκαλοπάτια της εκκλησίας.

    Εγώ μεγάλωσα σερβίροντας καφέδες και παίζοντας στα γόνατα πρώην και νυν κρατικών λειτουργών. Ο πατέρας μου ήταν ιδιαίτερα περήφανος για το τέκνο που θα παρέδιδε στο Σώμα. Θυμάμαι εκείνον τον μακροχέρη παππού που όποτε τον σερβίριζα τσιμπούσε με ζήλο τα μπούτια μου, παλιός Βενιζελικός, με θητεία στην Ειδική Ασφάλεια, όταν ακόμα αυτή στεγαζόταν στην 3ηςΣεπτεμβρίου.

    Ωστόσο, οι σκιές δεν άργησαν να φανούν, μιας κι όσο αναπτυσσόμουν δεν έδειχνα σαφείς ενδείξεις ομοερωτισμού. Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε: Όλοι ήξεραν ότι κυνηγούσα τα μισοφόρια σε Μοναστηράκι και στα πέριξ του Θησείου. Και όπως συμβαίνει πάντα, ο ενδιαφερόμενος, ο πατέρας μου, το έμαθε τελευταίος.

    Έτσι, μία ωραία πρωία πλύθηκα, έβαλα τα καλά μου και οδηγήθηκα μπροστά στο γραφείο του κ. Ανακριτή – χωρίς αναμονή στο διάδρομο. Εκείνος εμφανίστηκε μετά από λίγο, κοντόσωμος και στιβαρός. Έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι και μου χαμογέλασε. Κάτι που σήμαινε ότι εδώ τώρα που είμαστε δεν παίζουμε (ήταν το αγαπημένο του να με τυραννάει με την καύτρα του).

    Καλός άνθρωπος ο πατέρας σου, αλλά δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πάθη του, το σύνδρομο του ηττημένου, είπε σχεδόν στοχαστικά ο κ. Ανακριτής και ρούφηξε ένα σκέτο με ολίγη (Το ξέρω γιατί εγώ τον σερβίρω στο καφενείο). Τώρα σε έστειλε εδώ προς γνώση και συμμόρφωση που λένε, αλλά οι καιροί παιδάκι μου έχουν αλλάξει, συμπλήρωσε.

    Ο κ. Ανακριτής μου φαινόταν κακόκεφος, φυσικό είναι σκέφτηκα, απέναντι του έχει ένα νεαρό που πρέπει σώνει και καλά να του παραδώσει ιδιαίτερα μαθήματα!

    Οι ερωτήσεις ήταν πολλές και διάφορες, επαναλαμβανόμενες και ειπωμένες αδιάφορα. Απαντούσα όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσα, άλλωστε, αυτούς τους ανθρώπους τους θεωρούσα οικογένεια.

    Έξω μεσημέριαζε. Τώρα στεκόταν όρθιος στο πλάι του γραφείου. Τελείωνε άλλο ένα τσιγάρο και τράβηξα λίγο το κουμπί του πουκάμισού μου στο στήθος. Έμεινε μια στιγμή το μπράτσο του μετέωρο αλλά προτίμησε το τασάκι.

    Εν κατακλείδι, ο κ. Ανακριτής με συμβούλεψε να μην στεναχωρώ τον πατέρα μου γιατί έχει περάσει πολλά. Πήγε μέχρι την πόρτα και φώναξε τον Θάνο, καθώς επέστρεφε με χάιδεψε στα μαλλιά.

    Ο Θάνος ήταν το νέο αίμα στο Σώμα. Αυτός ορίστηκε να γίνει ο «δεσμοφύλακάς» μου, μήπως και ρίχναμε λίγο στάχτη στα μάτια τού πατέρα σου, όπως είπε πονηρά ο κ. Ανακριτής.

    Ο Θάνος μπήκε φουριόζος μέσα και μ’ άρπαξε κάπως άτσαλα – υπερβάλλων ζήλο, τον λένε οι παλιοί. Με πήρε αγκαζέ και κατεβήκαμε τροχάδην στα κρατητήρια.

    Δεν φοβόμουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα «πειθαρχούσα», αυτό το παιχνίδι το παίζω, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από τότε που έγινα καφετζής.

    Ξεκλείδωσε το κελί και μπήκαμε. Αμέσως με χτύπησε η μπόχα και με έκανε να τρεκλίσω. Άπλωσα το χέρι μου προς το μπράτσο του Θάνου. Αυτός αγέρωχος, ψηλός και γαλανομάτης, ίδιος γκεσταπίτης, μου το ξέκοψε. Κοίταξα γύρω μου, η παράσταση θα αφορούσε όλους κι όλους δύο θεατές-μαστροπούς.

    Μετά τα προκαταρτικά άρχισαν οι μυς του να μαλακώνουν κάπως. Του έδωσα κι εγώ να καταλάβει ότι ξέρω να το χειρίζομαι. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της τελετής βαφτίσματος σηκώθηκε ένας από τους δύο θεατές και σαν νονός με «άλειψε» με το σάλιο του.

    Στο τέλος ντύθηκα κακήν κακώς και ο Θάνος με συνόδεψε έξω μέχρι το πεζοδρόμιο.

    Λίγο πριν πάμε στις δουλειές μας, έσκυψε να με ρωτήσει πότε θα ξαναβρεθούμε.

    Σύντομα, του απάντησα.