Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ο θάνατος του ανθρώπου (όπως δεν τον ξέρουμε)

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 16 Ιουνίου 2026 at 12:38.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Η Λουκία τέντωσε ενστικτωδώς τις γάμπες και τ’ ακροδάχτυλα των ποδιών της.

    Ψηλάφισε την πλούσια ήβη της κι αναστέναξε, περισσότερο λυπημένα παρά λάγνα.

    Μεγαλωμένη στο Χαλάνδρι, οι γονείς της προβληματίστηκαν αν θα την έστελναν σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο. Τελικά χώρισαν στον χρόνο της στη μέση. Λίγο απ’ το ένα λίγο απ’ το άλλο. Η Λουκία θα διέπρεπε και στα δύο.

    Το καλοκαίρι που θα πήγαινε στην τελευταία τάξη του Δημοτικού, είδε μια Κυριακή στην εκκλησία του χωριού τους αγίους στο εικονοστάσι να το ρίχνουν στο χορό.

    Ο πατέρας της ακούγοντάς τη να το διηγείται έκπληκτη, απέδωσε τη φαντασία της κόρης του σε ερωτικό σκίρτημα ανάμεικτο με πνευματική πίστη.

    Μετά ήρθαν οι σπουδές, άλλο δίλημμα: Λονδίνο ή Παρίσι;

    Η μητέρα της, λάτρης των Υπαρξιστών, δεν δεχόταν κουβέντα. Πού θα έβρισκε καλύτερη ευκαιρία να μείνει στην πόλη του φωτός.

    Τα παραστρατήματα της Λουκίας ήταν μηδαμινά. Στο γυμνάσιο την είχε κάποια δαγκώσει στα χείλια λίγο πριν ένα διαγώνισμα και στο Παρίσι είχε μία άχαρη σχέση με κάποιον Γερμανό ρομαντικό.

    Στην Αθήνα επέστρεψε για να εργαστεί, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι αυτή η «εστιατοριούπολη» δεν την περιλάμβανε σε κανένα μενού. Βέβαια, είχε νοικιάσει ένα δυάρι στο Παγκράτι για να απογαλακτιστεί.

    Τελικά, αυτό που πραγματικά ποθούσε ήταν να πηδηχτεί σαν το σκυλί.

    Παρότι είχε σπουδάσει Οικονομικά, τα οικονομικά της ήταν χάλια. Όσο οι γονείς της ζύγιζαν την κατάσταση η τουαλέτα στο δυάρι δεν έλεγε να ξεβουλώσει (είχε από τους Γάλλους αποκτήσει την κακή συνήθεια να ρίχνει τα χαρτιά στην λεκάνη).

    Ο υδραυλικός που ήρθε την πρώτη φορά ήταν ένας εξηντάρης, βαρύς και αγέλαστος. Μόλις οι δύο τους στριμώχτηκαν μεταξύ νιπτήρα, μπιντέ και λεκάνης για να εξακριβωθεί το πρόβλημα, άλλα προέκυψαν. Ο υδραυλικός ήταν σίγουρος ότι η μικρή τρίφτηκε πάνω του. η Λουκία πρώτα ένιωσε την πίεση στο στήθος της κι έβγαλε μία φωνή που την έκανε να ακουστεί σαν αναστενάρισσα.

    Το κρεβάτι της ήταν μονίμως άστρωτο. Δεν έβλεπε τον λόγο – ειδικά τώρα. Τελικά ο υδραυλικός έφυγε χωρίς να λύσει κανένα ζήτημα. Το κορμί της Λουκίας είχε λιώσει και παγώσει ξανά σαν βανίλια παγωτό. Αφήνοντας μία ψυχή σαν να είχε κοπεί το ρεύμα.

    Ήταν στα χάλια της, όλο το βράδυ άυπνη. Ξημερώματα προσπάθησε να βρει το τηλέφωνο εκείνης της συμμαθήτριας που την είχε δαγκώσει – μάταιος κόπος.

    Δώδεκα το μεσημέρι ήρθε ο δεύτερος υδραυλικός, που μέσα στην παραζάλη της είχε την προηγούμενη καλέσει – μόλις που είχε φύγει ο προηγούμενος. Του άνοιξε με μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μάτια, στον τέταρτο καφέ και σκεπασμένη μόνο με μία ρόμπα.

    Αυτή τη φορά το κόλπο δεν έπιασε. Ο υδραυλικός της είπε ότι δεν χρειαζόταν να τον ακολουθήσει στο μπάνιο.

    Ήταν ένα παλικαράκι μπασμένο, με εκείνα τα παντελόνια που όταν σκύβουν βγαίνει όλος ο κώλος του έξω.

    Λίγη ώρα λεπτά όλα ήταν έτοιμα. Όλα εκτός από την πληρωμή. Η Λουκία του είπε ευθαρσώς ότι δεν είχε τόσα χρήματα όσα ζητούσε και τον ρώτησε αν θέλει καφέ.

    Ο υδραυλικός δεν έδειξε ούτε εκνευρισμό ούτε χαρά. Κάθισε στο σαλονάκι και σε λίγο η Λουκία έφερε τα καφεδάκια με καρυδάκι.

    Είμαι η Λουκία του είπε. Αυτός ήταν ο Λουκάς! Για πρώτη φορά απλώθηκε μια οικειότητα.

    Στην δεύτερη ρουφηξιά ή Λουκία ξεκίνησε δειλά δειλά να αφηγείται περιστατικά από τη σύντομη ζωή της. Κάθε λίγο τίναζε το μαλλί της πίσω και έσιαζε τη ρόμπα της.

    Απέναντι της ο Λουκάς την άκουγε με ήρεμα και χωρίς λαγνεία.

    Κάποια στιγμή νύχτωσε. Η σχετικότητα του χρόνου!

    Αυτό μου έχει συμβεί μία φορά όταν ήμουν παιδί με τον παππού μου, να περάσει έτσι η ώρα, είπε ο Λουκάς.

    Η Λουκία τελούσε σε σύγχυση, είχε την εντύπωση ότι είχε πει κάποια πράγματα αλλά όχι για ώρες. Η αυπνία και οι ορμόνες την είχαν κάνει σμπαράλια.

    Σηκώθηκε μαζί του σαν υπνοβάτης. Ένωσαν τα χέρια τους και προχώρησαν στα ενδότερα.

    Κάτι προσπαθούσε να θυμηθεί, να του απαντήσει. Όχι, δεν άρεσε στις γυναίκες ο πόνος, δεν ήταν φτιαγμένες για αυτό, όπως έλεγε ο Λουκάς.

    Η Λουκία ήταν περίφημη σφιχτομούνα και ο εραστής της έκανε το πήδημα της ζωής του. Εκείνος σε λίγο σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Της έγνεψε να έρθει να δει κάτω. Εκείνη χορτασμένη αλλά φανερά ακροπατώντας μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, σύρθηκε να κοιτάξει. Από κάτω είχε σχηματιστεί μία μεγάλη ουρά από σκιές και φιγούρες ανθρώπων.

    Έχουν έρθουν να σε γαμήσουν, της είπε. Η Λουκία προσπάθησε να γελάσει αλλά τα παράτησε.

    Ο Λουκάς συνέχισε να μιλάει, όταν μας αρέσει κάτι πολύ ή και το αντίθετο, τότε εκπέμπουμε σήματα που συντονίζουν τους εγκεφάλους των ανθρώπινων πλασμάτων. Δεν είναι ότι το θέλουμε – όμως συμβαίνει.

    Η Λουκία θα άνοιγε τα μάτια της τ’ απομεσήμερο της άλλης μέρας. Θα συνέχιζε αν δεν ήταν αυτός ο σιχαμένος εφιάλτης, ένας στρατός είχε περάσει από τα σκέλια της. Ήταν μπρούμητα, η αγαπημένη της θέση του ύπνου.

    Ξαφνικά θυμήθηκε τον Λουκά, όλα άρχισαν να μπαίνουν σε μία σειρά. Είχε το πρόσωπο βυθισμένο στα μαξιλάρια κι ένιωσε ένα αεράκι στον ξεσκέπαστο κωλαράκο – κι αμέσως μετά τον φαλλό!