Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

The Honey Badger

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 26 Ιουλίου 2026 at 20:15.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    1. Ανδρών επιφανών

    Το τελευταίο πράγμα που περίμενα τρώγοντας βραδιάτικα στα Mac Donalds ήταν να γνωρίσω μια κοπέλα που μου θα έκανε μετά από καιρό την καρδιά μου να χτυπήσει και πάλι δυνατά.

    Αλλά ας μην προτρέχω.

    Όλα ξεκίνησαν όταν με το μυαλό μου σούπα συνειδητοποίησα ότι είχα να φάω από εχθές, και έτσι έκανα ότι θα έκανε ένας αξιοπρεπής φοιτητής—έστω και διδακτορικός—στη θέση μου. Κατέβηκα στα Mac Donalds που ήταν πρακτικά δίπλα από εκεί που έμενα για να φάω ένα πλήρες και ισορροπημένο γεύμα…NOT.

    Την πρόσεξα επειδή ήταν η μόνη μέσα στο μαγαζί που δεν κοίταζε κινητό.

    Καθόταν μόνη της σ’ ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία, σκυμμένη πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο τόσο χοντρό, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως φονικό όπλο. Δίπλα του είχε ένα τετράδιο γεμάτο μικρά, πυκνά γράμματα, ένα κίτρινο μαρκαδόρο για υπογραμμίσεις, χωρίς καπάκι, και έναν δίσκο με πατάτες που κρύωναν παρατημένες στη μοίρα τους. Κρατώντας το ποτήρι με το αναψυκτικό στο ένα χέρι, με το άλλο ακολουθούσε μια γραμμή στο βιβλίο.

    Δεν διάβαζε απλώς. Είχε επιτεθεί στη σελίδα.

    Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, κομμένα σ’ ένα ίσιο καρέ που σταματούσε στους ώμους της. Οι άκρες γύριζαν ελάχιστα προς τα μέσα, πλαισιώνοντας μια απίστευτα γλυκιά φατσούλα—η αδυναμία μου στο αντίθετο φύλο. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, γεμάτα χείλη και μεγάλα μάτια πίσω από στρογγυλά γυαλιά μυωπίας.

    Μελιά μάτια.

    Το διαπίστωσα όταν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της προς τον πίνακα του καταστήματος, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί είχε έρθει εκεί. Το φως από την τζαμαρία έπεσε επάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν ζεστά, σχεδόν χρυσαφιά.

    Το υπόλοιπο πρόσωπό της, όμως, ακύρωνε κάθε υπόσχεση πραότητας.

    Τα φρύδια της ήταν ελαφρά σμιγμένα από τη συγκέντρωση και το στόμα της ήταν το σφιγμένο, πεισματάρικο. Δεν υπήρχε τίποτε εύθραυστο στον τρόπο που καθόταν. Ούτε στη ράχη της, ούτε στους γυμνούς ώμους της, ούτε στα πόδια της μέσα στο τζιν, σταθερά πατημένα στο πάτωμα.

    Φορούσε ένα απλό λευκό καλοκαιρινό φανελάκι, του οποίου το φούσκωμα υπόσχονταν διακριτικά εξαιρετικές αναλογίες, και τζιν. Τίποτε κραυγαλέο. Τίποτε που να ζητάει προσοχή.

    Την έπαιρνε μόνη της.

    Κατέβασα το βλέμμα στο βιβλίο της. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω μόνο έναν τίτλο κεφαλαίου, κάτι για οπλισμένο σκυρόδεμα, και ένα διάγραμμα με μια δοκό που είχε δεχτεί περισσότερα φορτία απ’ όσα της αναλογούσαν.

    Ένιωσα μια παράλογη συγγένεια με τη δοκό.

    Είχα πάει απλά να φάω κάτι πριν επιστρέψω στο διδακτορικό μου, το οποίο ύστερα από τριάμισι χρόνια είχε πάψει να αποτελεί ακαδημαϊκή φιλοδοξία και είχε μετατραπεί στην κατάρα της ύπαρξής μου. Το σχέδιο ήταν απλό: burger, αναψυκτικό, λίγη ώρα μακριά και αλάργα από πεπερασμένα στοιχεία, και μετά επιστροφή στην κόλαση.

    Αντί γι’ αυτό, στεκόμουν με τον δίσκο στα χέρια και κοιτούσα μια κοπέλα να μασάει αφηρημένα μια πατάτα, χωρίς να αποσπά ούτε δευτερόλεπτο την προσοχή της από την αστοχία μιας κολόνας.

    Δε χαμογελούσε. Δεν πόζαρε. Δεν είχε αντιληφθεί καν ότι την κοιτούσα.

    Και πάλι, υπήρχε κάτι σχεδόν προκλητικό στην απόλυτη αδιαφορία της για οτιδήποτε δε βρισκόταν πάνω στη σελίδα. Σαν να είχε διαιρέσει ολόκληρο τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: σε όσα άξιζαν την προσοχή της και σε όσα μπορούσαν να περιμένουν.

    Η τύχη με βοήθησε να μπορώ να κάτσω σε διπλανό τραπέζι χωρίς να καρφωθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καν τι έκανα εκεί, από τη φύση μου, και αν εξαιρέσεις την κολλητή μου την Ιωάννα—ή Τζο, όπως θέλει να την αποκαλούν—είμαι αρκετά συνεσταλμένος σε ό,τι έχει να κάνει με το αντίθετο φύλο.

    Ή ίσως είμαι αυτό που με κατηγορεί η Τζο, χαλβάς. Η ίδια ορκίζεται ότι είμαι ωραίος άντρας αλλά από την άλλη τα αγοράκια δεν είναι του γούστου της.

    Η αλήθεια είναι ότι πριν γίνει κολλητή μου μου είχε ρίξει μια μεγαλοπρεπέστατη χυλόπιτα που είχε κάνει το κεφάλι μου να γυρίσει τρεις φορές. Από την άλλη, πάλι, ούσα φοβερό τυπάκι, με είχε κερδίσει ο αέρας της και το χιούμορ της.

    «Και αν μου φας καμιά γκόμενα,» της είχα πει αστειευόμενος, καθώς η Τζο είναι girls only, «ψωμί κι αλάτι.»

    Και από πέρσι, που της έκανα την γνωριμία με την πρώτη μου ξαδέρφη, την Αλεξία, η οποία ανακάλυψα μέσω της Τζο ότι είναι επίσης girls only και η Τζο τρελά του γούστου της, έχει λυσσάξει να με «αποκαταστήσει.»

    «Άσε με ρε βάσανο!» ήταν η μόνη μου επωδός, αλλά κάπως την είχε δει θηλυκός—καίτοι μονογαμικός—Barney Stinson με εμένα να κάνω τον Ted.

    Anyway, πίσω στα δικά μας, κάποια στιγμή παραδόθηκα τελείως και απλά έμεινα να την κοιτάζω, μου ήταν αδύνατο να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της.

    Και όταν με πήρε χαμπάρι, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

    «Τρέχει τίποτα;» με ρώτησε στην ψύχρα; «Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;»

    «Όχι, όχι!» βιάστηκα να της απαντήσω. «Σας ζητώ συγνώμη για την αδιακρισία,» της έκανα.

    Με κοίταξε εξεταστικά για μερικές στιγμές—σας το ορκίζομαι, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου—και μετά γύρισε και πάλι στο βιβλίο της. Δυο λεπτά αργότερα με έπιασε πάλι στα πράσα να την κοιτάω.

    «Δε θα τα πάμε καλά,» μου είπε αλλά όχι ακριβώς με ζωνάρι της λυμένο για καυγά, πιο πολύ σαν ζοχαδιασμένη διασκέδαση... δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. «Σάμπως και δε σε κόβω μετανιωμένο.»

    «Πιθανότατα γιατί δεν είμαι,» της είπα χαρίζοντας της ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Συγνώμη για την αδιακρισία σας ζήτησα, δεν ισχυρίστηκα ότι το μετάνιωσα.»

    Αν κρίνω από τη ματιά της, μάλλον δεν περίμενε τέτοια απάντηση. «Πολιτικός Μηχανικός;» τη ρώτησα.

    «Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω,» ήταν η απάντησή της, αλλά αυτή τη φορά πιο χαλαρή, σχεδόν χαμογέλασε αδιόρατα.

    «Μιχάλης,» της είπα. «Και αν ζήσω, έζησα.» Και εκεί γέλασε... και σας το ορκίζομαι η καρδιά μου έχασε μερικούς χτύπους.

    «Μελίτη,» μου απάντησε, και το όνομά της ήταν το δεύτερο πράγμα που ερωτεύτηκα πάνω της. «Όσο για το άλλο,» συνέχισε, “the jury is still out!”

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος,» συνέχισα να αστειεύομαι, προσπαθώντας να συνεχίσω το ping-pong. «Αν και θα προτιμούσα κάτι πιο ηρωικό από καρφωμένο πλαστικό πιρούνι, beggars can be choosers!»

    Χαμογέλασε και πάλι. «Δε χρειάζομαι μαχαιροπίρουνα,» μου είπε πειρακτικά.

    «Οκ, σημειώνω: Μελίτη, assassin guild, όχι γκουρμεδιάρα!»

    “Your powers of deduction are impressive,” μου απάντησε και παρά την ειρωνεία το χαμόγελο της φαινόταν ειλικρινές, χαλαρό.

    «Και μιας και τα Mac Donalds δεν φημίζονται για τα βραβεία Michelin τους, το βουλώνω!» συνέχισα το πείραγμα.

    Χαμογέλασε ξανά και με κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, μαλάκα μου ένιωσα και πάλι σαν βαλίτσα σε αεροδρόμιο.

    «Πολιτική μηχανικός,» μου απάντησε τελικά.

    «Τι έτος αν επιτρέπεται;» τη ρώτησα και συμπλήρωσα στα γρήγορα «Θα με κλάψει που θα με κλάψει η μάνα μου ας πάω…» είπα και σταμάτησα και την κοίταξα σκανταλιάρικα.

    «Ας πας;» με ρώτησε, δείχνοντας αν μη τι άλλο διάθεση για παιχνίδι.

    «Πληροφορημένος!» της απάντησα deadpan, και αυτή τη φορά της ξέφυγε ένα ροχαλητό.

    «Τρίτο έτος,» μου απάντησε, clearly amused που λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

    «Συνάδελφος, λοιπόν!» της απάντησα και συνέχισα αστειευόμενος.

    «Έτος;» με ρώτησε δείχνοντας για πρώτη φορά στη βραδιά ενδιαφέρον.

    «Κατά κάποιο τρόπο κι εγώ τρίτο,» της είπα. «Διδακτορικού,» συμπλήρωσα αναστενάζοντας.

    «Και για να προσπαθείς να με πουντιάσεις καλοκαιριάτικα,» έκανε για πρώτη φορά αστείο, «τι καλά που πάει;»

    «“Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο οι διδακτορικοί φοιτητές το ξέρουνε μόνο,” που λέει και το γνωστό άσμα.»

    «Από οπτική καθαρά στατικής,» συνέχισε το παιχνίδι, «είναι όντως κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια… και δεν είναι ο βοριάς το μεγαλύτερο πρόβλημα!»

    “Touche!” της απάντησα. Και εκεί αποφάσισα να κάνω ένα στρατηγικό διάλειμμα. «Σε αφήνω στην ησυχία σου, να φάω κι εγώ το burger μου γιατί κοντεύω να γίνω walking x-ray image, και ότι θες σφύρα!»

    «Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι άλλη μια μερίδα πατάτες,» μου δήλωσε. «Και να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω μεθαύριο.»

    «Όπως λέει και η Τζο, η κολλητή μου, “Αν πεινάς και νυστάζεις, τότε φάε και κοιμήσου!”»

    «Χα!» μου έκανε ειρωνικά. «Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρεις;»

    «Αρχιτέκτονες,» της έκανα ανασηκώνοντας επιδεικτικά τους ώμους μου. «Καμιά επαφή με την πραγματικότητα!»

    «Μην το λες σε μένα, στη φίλη σου τη Τζο, πες το!»

    «Ναι… υπάρχει ένα θεματάκι!» της είπα καθώς εκεί μου ήρθε ξαφνική αναλαμπή. «Αν της το πω θα με φυτέψει επί τόπου…»

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος!» μου είπε πειρακτικά.

    «Αποκλείεται!» της απάντησα κατηγορηματικά. «Υπάρχει αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Μαχαιροπίρουνο Mac Donalds ή τέφρα!»

    Long story short, στο τέλος της βραδιάς είχα το Viber της. Ή, έστω, έναν αριθμό ο οποίος ήλπιζα να είναι πράγματι ο δικός της—έχει καεί η γούνα μου στο παρελθόν. Δεν ήθελα να φανώ πιεστικός οπότε το μόνο που έκανα ήταν να πω τα ψηφία ένα-ένα αργά για επιβεβαίωση.

    Μεταξύ μας δε φαινόταν για τύπος που θα χρειαζόταν να μου κάνει κόλπα για να με ξεφορτωθεί, όπως την είχα κόψει μια χαρά θα μπορούσε να μ’ έχει διαολοστείλει εξ αρχής.

    Τι τα θες; Όποιος καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι.

    Και μιας και είπα γιαούρτι, αύριο θα έπρεπε να κατέβω και για ψώνια καθώς, πέρα από τις μπύρες, το ψυγείο μου ήταν πιο άδειο και από την κλούβια μου την κεφάλα όταν αποφάσισα να κάνω διδακτορικό…
     
    Last edited: 26 Ιουλίου 2026 at 22:24
  2. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    02. It’s a date, then!

    Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής (Τζο, Αλεξία, Στέλιος—παιδικός φίλος, έτερο ρεμάλι, διδακτορικός και του λόγου του στη σχολή ναυπηγών, μπουζουξής και μπουζούκι μαζί) ήταν ότι δεν είχα περάσει απαρατήρητος στη στη μικρά, και λέω μικρά γιατί όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν πάνω-κάτω γύρω στα εικοσιπέντε με εικοσιέξι.

    «Κοίτα να δεις ρε που μια μέρα τον άφησα μόνο και ξεχαλβάδιασε!» μου είπε μάλιστα η Τζο.

    «Τι μια μέρα μωρή;» της είπα με όλη μου την αγάπη. «Μια εβδομάδα γκομενίζατε με την Αλεξία στην Πάρο!»

    «Αχ-αχ-αχ» έκανε το άλλο το όργιο σαν τη Βασιλειάδου στην «Ωραία των Αθηνών,» γεννώντας ασυναίσθητα στο μυαλό μου εικόνες που θα προτιμούσα να είχα αποφύγει, καθώς κάπως ήμουν σίγουρος ότι το «αχ-αχ-αχ» της δεν οφείλονταν στο ότι πάτησε κανένα αχινό, και είναι πρώτη μου ξαδέρφη τρομάρα της.

    «Όχι παίζουμε!» συμπλήρωσε αυτάρεσκα την καταστροφή η άλλη η μαλάκω, γιατί αλλοίμονο.

    “Niiiiiiice!” είπε ο Στέλιος, μάλλον έχοντας κάνει και εκείνος ανάλογη νοητική εικόνα—εκείνου χωρίς τα δικά μου κολλήματα.

    Η Αλεξία έκανε ότι φυσάει την κάνη του όπλου, και εκεί αποφάσισα να επιστρέψω στο θέμα μας, γιατί δε θα πήγαινε καλά.

    «Δείχνοντας αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση, κατάφερα και δεν της έστειλα μήνυμα το επόμενο πρωί!»

    Σταμάτησα θεατρικά και φούσκωσα σα διάνος.

    «Περίμενα μέχρι το μεσημέρι!»

    «Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε μπαγάσα,» μου έκανε ο Στέλιος υψώνοντας το ποτήρι της μπύρας. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης!»

    «Και κάπως έτσι ο χαλβάς που όλοι ξέρουμε και αγαπήσαμε, πήρε προαγωγή σε Φαρσάλων!» μου έκανε η Τζο, συνοδεύοντας το με ένα φάσκελο, να έχω να πορεύομαι.

    «Τουλάχιστον δεν μου βγήκε Βαγγέλης αυτή τη φορά,» είπα ανασηκώνοντας θεατρικά τους ώμους μου. «Ήταν όντως η Μελίτη!»

    Και μετά τους περιέγραψα αναλυτικά τα πέντε-δέκα (δηλαδή μετρημένα επτά,) μηνύματα που ανταλλάξαμε.

    Κάπως έτσι πήρα το θάρρος και τρεις μέρες αργότερα της έκανα μια πρόταση που δε μπορούσε να αρνηθεί.

    «Καλησπέρα. Αν είσαι ελεύθερη το βράδυ κερνάω bic-mac! Τι λες για γύρω στις δέκα;»

    (Στην αρχή ήθελα να προσθέσω και ένα “και δεν έχεις να κάνεις τίποτα καλύτερο” αλλά το πολιτμπιρό με συμβούλεψε ευγενικά—κοντολογίς με έκραξαν και οι τρεις—να αφαιρέσω την εν λόγω φράση γιατί εντάξει, είμαι χαλβάς, αλλά μη το διαφημίζω κιόλας!)

    Έστειλα το μήνυμα και προσπάθησα να γυρίσω στην εργασία μου, και εμένα μου λες; Τελικά το έριξα στο να χαζεύω βίντεο στο TikTok και αν τελειώσω ποτέ το διδακτορικό έτσι να μου τρυπήσετε τη μύτη.

    Πέντε λέξεις, δε χρειάστηκε τίποτα παραπάνω.

    “It’s a date then  ” συνοδευόμενο μάλιστα και από χαμογελάκι.

    Ναι, καλά το είπα, αν τελειώσω εγώ διδακτορικό έτσι, γράψτε μου.

    Γράφοντας στα παλιά μου τα παπούτσια το ότι μπορεί να τους διέκοπτα από κάτι σημαντικό—δηλαδή αλλού το έγραψα αλλά τέλος πάντων, είμαι και gentleman—κάλεσα με τη μία το group.

    «Ρε θα μας αφήσεις να τελειώσουμε καμιά δουλειά;» είπε ο Στέλιος ως ο πρώτος που απάντησε.

    «Γιατί, δουλεύεις;» τον ρώτησα γνωρίζοντας πολύ καλά την απάντηση—του λόγου του ήταν στο τέταρτο έτος του διδακτορικού του, καλά του πήγαινε και εκείνου.

    Δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί μπήκε το ζεύγος. Με μαγιό. Από την παραλία.

    Κατάλαβες φίλε μου; Εγώ να γαμιέμαι στη δουλειάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ και αυτές να τσιλιμπουρδίζουν στη θάλασσα.

    «Αν μ’ έκανες να φορέσω το πάνω μου χωρίς λόγο, θα σε γδάρω,» είπε η Αλεξία, φορτώνοντας μου ακόμα μία νοητική εικόνα που θα προτιμούσα να αποφύγω.

    «Και δεν το βγάζεις;» την τσίγκλησε ο Στέλιος. «Για σένα το λέω, όχι ότι έχω κανένα συμφέρον!»

    «Να σε δω να τα λες αυτά μπροστά στη Βίκυ,» τον τσίγκλησε η Τζο, εννοώντας την κοπέλα του Στέλιου—και τέταρτο μέρος του Πολιτμπιρό—η οποία ωστόσο αυτό τον καιρό είχε κάτι τρεχάματα στη Γερμανία—τόπο καταγωγής της—και έλειπε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

    «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας!» συνέχισα εγώ μιμούμενος τον Σταρένιο. «Μας αγαπάνε!»

    «Εντάξει, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα,» οπισθοχώρησε άτακτα ο Στέλιος καθότι η Βίκυ του έχει βάλει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι.

    «Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε Στέλιο,» του ανταπόδωσα στα ίσια. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης! Την έχεις σκίσει τη γάτα!»

    «Η κοτούλα κο-κο-κο, το κοκοράκι κι-κι-ρι-κι-κιιιιιιιιιιιιιι» του έκανε την καντάδα της η Αλεξία.

    Και επειδή είχε αρχίσει να γίνεται τελείως τσίρκο τους επανέφερα άμεσα στην τάξη.

    «Λοιπόν, αγαπητοί!» ξεκίνησα τον επικολυρικό. «Μαζευτήκαμε αυτή την όμορφη ζεστή καλοκαιρινή μέρα—»

    «Ποιος μαζεύτηκε ρε αρχίδαμε;» δεν κρατήθηκε η Τζο. «Εμείς παραλία είμαστε!»

    «Απαξιώ!» της έκανα θεατρικά. «Λοιπόν, σήμερα στις δέκα! Μου απάντησε “It’s a date then!”»

    «ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!» έκαναν θεατρικά και οι τρεις, και μετά άρχισαν τα «Καλό βόλι», «καλό μπάρκο», «καλά κούλουμα», «καλά σαράντα» και «καλά κρασιά.»

    Είναι να έχεις δίκτυο υποστήριξης.

    Η απόφαση της πλειοψηφίας της κεντρικής επιτροπής—απαρτία δε μπορούσε φυσικά να σχηματιστεί λόγω απουσίας της Βίκυς—ήταν να ντυθώ casual, αλλά όχι του τύπου “βγήκα από το λαγούμι της εξεταστικής για να φάω και μετά να επιστρέψω στη σπηλιά μου” και να είμαι αραχτός κελάη (ήτοι: αραχτός και light)

    «Μην το τρομάξεις το κορίτσι!»

    As if, να πούμε.

    Γιατί αυτό τον καιρό που τσατάραμε—δεν της ζήτησα από το πουθενά, έστω και με την ψυχή στα δόντια, να βγούμε έξω—είχα μάθει κάμποσα πράγματα για την αφεντιά της.
    • Καταγωγή από Κεφαλονιά.
    • Σκορπιός στο ζώδιο (και Καρκίνος εγώ, μια χαρά ταιριάζαμε σύμφωνα με την… επιστήμη, αν άντεχα το ξύλο.)
    • Aikido με μαύρη ζώνη και ένα νταν (γιατί αν είναι να φας ξύλο, μην το φας στο θεωρητικό!)
    • Αγγλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Ιταλικά παρακαλώ.
    • Είχε περάσει πρώτη στο έτος της (κι εγώ το ίδιο, και τι κατάλαβα; )
    • Δε χρωστούσε ούτε ένα μάθημα και μέχρι στιγμής ο μέσος όρος της ήταν πάνω από εννιά. (και ο δικός μου πάνω από εννιά ήταν, και τι κατάλαβα;—δις)
    • Είχε μηχανάκι (CBR-125 παρακαλώ!)
    • Είχε μια αδερφή, έξι χρόνια μεγαλύτερη που είχε σπουδάσει ιατρική και έκανε ειδικότητα.
    «Λύσσαξες κι εσύ, δεν κράτησες κάτι να έχετε να πείτε το βράδυ!» με πείραξε η Τζο.

    «Κάτι θα βρούμε!» είπα με σιγουριά, που δεν την ένιωθα ακριβώς, αλλά όπως λένε “Act as if you have faith, and faith shall be given to you,” ή αλλιώς “fake it until you make it.”

    Οι ώρες μέχρι να βρεθούμε με τη Μελίτη πέρασαν βασανιστικά αργά, σαν τις διαλέξεις στο «Οπλισμένο Σκυρόδεμα– Ι» του έκτου εξαμήνου, που ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι με δαύτο έβγαζε τα μάτια της την πρώτη φορά που τη συνάντησα.

    Αν έπαιρνε κατεύθυνση Δομοστατικού, το επόμενο εξάμηνο—γιατί μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου, δε θα είχα τελειώσει το διδακτορικό, θα είχε τη χαρά και την τιμή να με δει ως βοηθό στην «Ανάλυση Φορέων με Πεπερασμένα Στοιχεία.»

    Στη σκέψη με έπιασαν και πάλι οι φοβίες μου. Εντάξει, δεν υπήρχε κάποιο απαγορευτικό μεταπτυχιακός φοιτητής—έστω στην περίπτωσή μου διδακτορικός—στο να κάνει σχέση με προπτυχιακή φοιτήτρια αλλά ξέρω γω; Μπορεί η Μελίτη να το έβλεπε στραβά και να είχαμε δράματα.

    Θα μου πεις αυτό προϋποθέτει να υπάρχει σχέση, οπότε ναι, σάμπως και να προτρέχω κομμάτι. Αλλά, πάλι, όπως είχα μάθει και με το σκληρό τρόπο στην τρίτη λυκείου με την Ελευθερία, η ύπαρξη σχέσης, ακόμα και μακροχρόνιας, πάλι δε σε προστατεύει από το να σου έρθει κατακούτελα.

    Και ως γνωστόν εγώ φημίζομαι για την ψυχραιμία μου και τη δυνατότητά μου να αποκοπώ συναισθηματικά όταν χρειάζεται…NOT!

    (Η σκηνή της Ελευθερίας να φασώνεται στην πενταήμερη στο club με τον αρχίδα τον Ιάσωνα, ακόμα με στοιχειώνει. Εγώ να γράφω απελπισμένα κατεβατά και αφιερώσεις και αυτή να παίζει το γιατρό με τον παπάρα μέσα στον κόσμο. Και μετά να εξαφανίζονται διά τα περαιτέρω…)

    Ωραία που είχα περάσει στη Ρόδο…

    Τέλος πάντων, οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί, επίσης με τους πεθαμένους, γιατί τι είναι ο έρωτας χωρίς λίγο πασπάλισμα από the Walking Dead?

    I was spiraling again, που λέει και η Τζο, ρίχνοντάς μου φάσκελα με χέρια και με πόδια, και με τους άλλους τρεις να συμμετέχουν με ενθουσιασμό στο «βαράτε το μαλάκα το Μιχάλη!» Και εδώ που τα λέμε, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, η μαλακία μου είχε χάσει την μεταφορική της essence.

    Δε βαριέσαι, ότι δε σε σκοτώνει σου κάνει γερά μπράτσα, να πούμε. Ή έστω γερό δεξί μπράτσο, καθώς το αριστερό μου χέρι αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί.

    Με αυτές τις ευχάριστες σκέψεις η ώρα πήγε εννιά και μισή κι εγώ ούτε ντους δεν είχα κάνει, και το να πας στο ραντεβού σου σαν ιδρωμένος ασβός, δεν το λες και συνταγή επιτυχίας.

    Καλά, όχι ότι μου πήρε και πολύ ώρα—εντάξει, δε δούλευα και οδοποιία στο λιοπύρι, να πούμε. Βασικά πιο πολύ ώρα μου πήρε να περιποιηθώ μουστάκι και μούσι παρά τα υπόλοιπα.

    Με τούτα και με κείνα, λίγο πριν τις δέκα ήμουν στα McDonalds, ακριβώς την ώρα για να τρακάρω πάνω της.

    «Καλώς τη!» της έκανα χαρίζοντάς της το πιο γλυκό μου χαμόγελο.

    «Καλησπέρα!» μου έκανε χαμογελώντας, αρκετά πιο συγκρατημένα, είναι η αλήθεια, οπότε άρχισε να τραγουδάει για καμπάνες και καμπαναριά ο inner Νομικός μου.

    (Ναι, είμαι λίγο drama queen, sue me!)

    “Let’s rock your world!” της έκανα, δείχνοντάς της να περάσει στα ενδότερα.

    «Στα McDonalds;» με ρώτησε με ύφος που έδειχνε ξαφνικά να το διασκεδάζει. «Φιλόδοξος, μ’ αρέσεις!»

    «Ό,τι μπορούμε κάνουμε δεσποινίς!» της έκανα αντιγράφοντας στην ψύχρα τον Εξαρχάκο από την γκαρσονιέρα για δέκα.

    Και εκεί κάναμε να προχωρήσουμε μαζί και στουκάραμε ο ένας πάνω στον άλλον.

    «Πάνω που νόμιζα ότι το rocking ήταν μεταφορικό!» μου έκανε χωρίς να χάσει beat.

    «Εγώ και οι Queen,» της απάντησα, επίσης χωρίς να χάσω beat. «Μη μας περάσεις και για τίποτα τριτοδεύτερους!»

    «Σας;» με ρώτησε σκανταλιάρικα. «Σχιζοφρενής;»

    «Μεγαλοπρεπής!» της απάντησα, κερδίζοντας ένα αυθόρμητο γελάκι, και της έκανα ιπποτικό νόημα με το χέρι να περάσει.

    Και αυτή τη φορά καταφέραμε να μη στουκάρουμε πάλι ο ένας πάνω στον άλλον! Καλά το λένε, η επανάληψη είναι η μαμά της μάθησης!