Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

The Honey Badger

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 26 Ιουλίου 2026 at 20:15.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    1. Ανδρών επιφανών

    Το τελευταίο πράγμα που περίμενα τρώγοντας βραδιάτικα στα Mac Donalds ήταν να γνωρίσω μια κοπέλα που μου θα έκανε μετά από καιρό την καρδιά μου να χτυπήσει και πάλι δυνατά.

    Αλλά ας μην προτρέχω.

    Όλα ξεκίνησαν όταν με το μυαλό μου σούπα συνειδητοποίησα ότι είχα να φάω από εχθές, και έτσι έκανα ότι θα έκανε ένας αξιοπρεπής φοιτητής—έστω και διδακτορικός—στη θέση μου. Κατέβηκα στα Mac Donalds που ήταν πρακτικά δίπλα από εκεί που έμενα για να φάω ένα πλήρες και ισορροπημένο γεύμα…NOT.

    Την πρόσεξα επειδή ήταν η μόνη μέσα στο μαγαζί που δεν κοίταζε κινητό.

    Καθόταν μόνη της σ’ ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία, σκυμμένη πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο τόσο χοντρό, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως φονικό όπλο. Δίπλα του είχε ένα τετράδιο γεμάτο μικρά, πυκνά γράμματα, ένα κίτρινο μαρκαδόρο για υπογραμμίσεις, χωρίς καπάκι, και έναν δίσκο με πατάτες που κρύωναν παρατημένες στη μοίρα τους. Κρατώντας το ποτήρι με το αναψυκτικό στο ένα χέρι, με το άλλο ακολουθούσε μια γραμμή στο βιβλίο.

    Δεν διάβαζε απλώς. Είχε επιτεθεί στη σελίδα.

    Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, κομμένα σ’ ένα ίσιο καρέ που σταματούσε στους ώμους της. Οι άκρες γύριζαν ελάχιστα προς τα μέσα, πλαισιώνοντας μια απίστευτα γλυκιά φατσούλα—η αδυναμία μου στο αντίθετο φύλο. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, γεμάτα χείλη και μεγάλα μάτια πίσω από στρογγυλά γυαλιά μυωπίας.

    Μελιά μάτια.

    Το διαπίστωσα όταν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της προς τον πίνακα του καταστήματος, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί είχε έρθει εκεί. Το φως από την τζαμαρία έπεσε επάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν ζεστά, σχεδόν χρυσαφιά.

    Το υπόλοιπο πρόσωπό της, όμως, ακύρωνε κάθε υπόσχεση πραότητας.

    Τα φρύδια της ήταν ελαφρά σμιγμένα από τη συγκέντρωση και το στόμα της ήταν το σφιγμένο, πεισματάρικο. Δεν υπήρχε τίποτε εύθραυστο στον τρόπο που καθόταν. Ούτε στη ράχη της, ούτε στους γυμνούς ώμους της, ούτε στα πόδια της μέσα στο τζιν, σταθερά πατημένα στο πάτωμα.

    Φορούσε ένα απλό λευκό καλοκαιρινό φανελάκι, του οποίου το φούσκωμα υπόσχονταν διακριτικά εξαιρετικές αναλογίες, και τζιν. Τίποτε κραυγαλέο. Τίποτε που να ζητάει προσοχή.

    Την έπαιρνε μόνη της.

    Κατέβασα το βλέμμα στο βιβλίο της. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω μόνο έναν τίτλο κεφαλαίου, κάτι για οπλισμένο σκυρόδεμα, και ένα διάγραμμα με μια δοκό που είχε δεχτεί περισσότερα φορτία απ’ όσα της αναλογούσαν.

    Ένιωσα μια παράλογη συγγένεια με τη δοκό.

    Είχα πάει απλά να φάω κάτι πριν επιστρέψω στο διδακτορικό μου, το οποίο ύστερα από τριάμισι χρόνια είχε πάψει να αποτελεί ακαδημαϊκή φιλοδοξία και είχε μετατραπεί στην κατάρα της ύπαρξής μου. Το σχέδιο ήταν απλό: burger, αναψυκτικό, λίγη ώρα μακριά και αλάργα από πεπερασμένα στοιχεία, και μετά επιστροφή στην κόλαση.

    Αντί γι’ αυτό, στεκόμουν με τον δίσκο στα χέρια και κοιτούσα μια κοπέλα να μασάει αφηρημένα μια πατάτα, χωρίς να αποσπά ούτε δευτερόλεπτο την προσοχή της από την αστοχία μιας κολόνας.

    Δε χαμογελούσε. Δεν πόζαρε. Δεν είχε αντιληφθεί καν ότι την κοιτούσα.

    Και πάλι, υπήρχε κάτι σχεδόν προκλητικό στην απόλυτη αδιαφορία της για οτιδήποτε δε βρισκόταν πάνω στη σελίδα. Σαν να είχε διαιρέσει ολόκληρο τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: σε όσα άξιζαν την προσοχή της και σε όσα μπορούσαν να περιμένουν.

    Η τύχη με βοήθησε να μπορώ να κάτσω σε διπλανό τραπέζι χωρίς να καρφωθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καν τι έκανα εκεί, από τη φύση μου, και αν εξαιρέσεις την κολλητή μου την Ιωάννα—ή Τζο, όπως θέλει να την αποκαλούν—είμαι αρκετά συνεσταλμένος σε ό,τι έχει να κάνει με το αντίθετο φύλο.

    Ή ίσως είμαι αυτό που με κατηγορεί η Τζο, χαλβάς. Η ίδια ορκίζεται ότι είμαι ωραίος άντρας αλλά από την άλλη τα αγοράκια δεν είναι του γούστου της.

    Η αλήθεια είναι ότι πριν γίνει κολλητή μου μου είχε ρίξει μια μεγαλοπρεπέστατη χυλόπιτα που είχε κάνει το κεφάλι μου να γυρίσει τρεις φορές. Από την άλλη, πάλι, ούσα φοβερό τυπάκι, με είχε κερδίσει ο αέρας της και το χιούμορ της.

    «Και αν μου φας καμιά γκόμενα,» της είχα πει αστειευόμενος, καθώς η Τζο είναι girls only, «ψωμί κι αλάτι.»

    Και από πέρσι, που της έκανα την γνωριμία με την πρώτη μου ξαδέρφη, την Αλεξία, η οποία ανακάλυψα μέσω της Τζο ότι είναι επίσης girls only και η Τζο τρελά του γούστου της, έχει λυσσάξει να με «αποκαταστήσει.»

    «Άσε με ρε βάσανο!» ήταν η μόνη μου επωδός, αλλά κάπως την είχε δει θηλυκός—καίτοι μονογαμικός—Barney Stinson με εμένα να κάνω τον Ted.

    Anyway, πίσω στα δικά μας, κάποια στιγμή παραδόθηκα τελείως και απλά έμεινα να την κοιτάζω, μου ήταν αδύνατο να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της.

    Και όταν με πήρε χαμπάρι, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

    «Τρέχει τίποτα;» με ρώτησε στην ψύχρα; «Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;»

    «Όχι, όχι!» βιάστηκα να της απαντήσω. «Σας ζητώ συγνώμη για την αδιακρισία,» της έκανα.

    Με κοίταξε εξεταστικά για μερικές στιγμές—σας το ορκίζομαι, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου—και μετά γύρισε και πάλι στο βιβλίο της. Δυο λεπτά αργότερα με έπιασε πάλι στα πράσα να την κοιτάω.

    «Δε θα τα πάμε καλά,» μου είπε αλλά όχι ακριβώς με ζωνάρι της λυμένο για καυγά, πιο πολύ σαν ζοχαδιασμένη διασκέδαση... δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. «Σάμπως και δε σε κόβω μετανιωμένο.»

    «Πιθανότατα γιατί δεν είμαι,» της είπα χαρίζοντας της ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Συγνώμη για την αδιακρισία σας ζήτησα, δεν ισχυρίστηκα ότι το μετάνιωσα.»

    Αν κρίνω από τη ματιά της, μάλλον δεν περίμενε τέτοια απάντηση. «Πολιτικός Μηχανικός;» τη ρώτησα.

    «Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω,» ήταν η απάντησή της, αλλά αυτή τη φορά πιο χαλαρή, σχεδόν χαμογέλασε αδιόρατα.

    «Μιχάλης,» της είπα. «Και αν ζήσω, έζησα.» Και εκεί γέλασε... και σας το ορκίζομαι η καρδιά μου έχασε μερικούς χτύπους.

    «Μελίτη,» μου απάντησε, και το όνομά της ήταν το δεύτερο πράγμα που ερωτεύτηκα πάνω της. «Όσο για το άλλο,» συνέχισε, “the jury is still out!”

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος,» συνέχισα να αστειεύομαι, προσπαθώντας να συνεχίσω το ping-pong. «Αν και θα προτιμούσα κάτι πιο ηρωικό από καρφωμένο πλαστικό πιρούνι, beggars can be choosers!»

    Χαμογέλασε και πάλι. «Δε χρειάζομαι μαχαιροπίρουνα,» μου είπε πειρακτικά.

    «Οκ, σημειώνω: Μελίτη, assassin guild, όχι γκουρμεδιάρα!»

    “Your powers of deduction are impressive,” μου απάντησε και παρά την ειρωνεία το χαμόγελο της φαινόταν ειλικρινές, χαλαρό.

    «Και μιας και τα Mac Donalds δεν φημίζονται για τα βραβεία Michelin τους, το βουλώνω!» συνέχισα το πείραγμα.

    Χαμογέλασε ξανά και με κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, μαλάκα μου ένιωσα και πάλι σαν βαλίτσα σε αεροδρόμιο.

    «Πολιτική μηχανικός,» μου απάντησε τελικά.

    «Τι έτος αν επιτρέπεται;» τη ρώτησα και συμπλήρωσα στα γρήγορα «Θα με κλάψει που θα με κλάψει η μάνα μου ας πάω…» είπα και σταμάτησα και την κοίταξα σκανταλιάρικα.

    «Ας πας;» με ρώτησε, δείχνοντας αν μη τι άλλο διάθεση για παιχνίδι.

    «Πληροφορημένος!» της απάντησα deadpan, και αυτή τη φορά της ξέφυγε ένα ροχαλητό.

    «Τρίτο έτος,» μου απάντησε, clearly amused που λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

    «Συνάδελφος, λοιπόν!» της απάντησα και συνέχισα αστειευόμενος.

    «Έτος;» με ρώτησε δείχνοντας για πρώτη φορά στη βραδιά ενδιαφέρον.

    «Κατά κάποιο τρόπο κι εγώ τρίτο,» της είπα. «Διδακτορικού,» συμπλήρωσα αναστενάζοντας.

    «Και για να προσπαθείς να με πουντιάσεις καλοκαιριάτικα,» έκανε για πρώτη φορά αστείο, «τι καλά που πάει;»

    «“Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο οι διδακτορικοί φοιτητές το ξέρουνε μόνο,” που λέει και το γνωστό άσμα.»

    «Από οπτική καθαρά στατικής,» συνέχισε το παιχνίδι, «είναι όντως κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια… και δεν είναι ο βοριάς το μεγαλύτερο πρόβλημα!»

    “Touche!” της απάντησα. Και εκεί αποφάσισα να κάνω ένα στρατηγικό διάλειμμα. «Σε αφήνω στην ησυχία σου, να φάω κι εγώ το burger μου γιατί κοντεύω να γίνω walking x-ray image, και ότι θες σφύρα!»

    «Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι άλλη μια μερίδα πατάτες,» μου δήλωσε. «Και να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω μεθαύριο.»

    «Όπως λέει και η Τζο, η κολλητή μου, “Αν πεινάς και νυστάζεις, τότε φάε και κοιμήσου!”»

    «Χα!» μου έκανε ειρωνικά. «Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρεις;»

    «Αρχιτέκτονες,» της έκανα ανασηκώνοντας επιδεικτικά τους ώμους μου. «Καμιά επαφή με την πραγματικότητα!»

    «Μην το λες σε μένα, στη φίλη σου τη Τζο, πες το!»

    «Ναι… υπάρχει ένα θεματάκι!» της είπα καθώς εκεί μου ήρθε ξαφνική αναλαμπή. «Αν της το πω θα με φυτέψει επί τόπου…»

    «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος!» μου είπε πειρακτικά.

    «Αποκλείεται!» της απάντησα κατηγορηματικά. «Υπάρχει αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Μαχαιροπίρουνο Mac Donalds ή τέφρα!»

    Long story short, στο τέλος της βραδιάς είχα το Viber της. Ή, έστω, έναν αριθμό ο οποίος ήλπιζα να είναι πράγματι ο δικός της—έχει καεί η γούνα μου στο παρελθόν. Δεν ήθελα να φανώ πιεστικός οπότε το μόνο που έκανα ήταν να πω τα ψηφία ένα-ένα αργά για επιβεβαίωση.

    Μεταξύ μας δε φαινόταν για τύπος που θα χρειαζόταν να μου κάνει κόλπα για να με ξεφορτωθεί, όπως την είχα κόψει μια χαρά θα μπορούσε να μ’ έχει διαολοστείλει εξ αρχής.

    Τι τα θες; Όποιος καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι.

    Και μιας και είπα γιαούρτι, αύριο θα έπρεπε να κατέβω και για ψώνια καθώς, πέρα από τις μπύρες, το ψυγείο μου ήταν πιο άδειο και από την κλούβια μου την κεφάλα όταν αποφάσισα να κάνω διδακτορικό…
     
    Last edited: 26 Ιουλίου 2026 at 22:24
  2. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    02. It’s a date, then!

    Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής (Τζο, Αλεξία, Στέλιος—παιδικός φίλος, έτερο ρεμάλι, διδακτορικός και του λόγου του στη σχολή ναυπηγών, μπουζουξής και μπουζούκι μαζί) ήταν ότι δεν είχα περάσει απαρατήρητος στη στη μικρά, και λέω μικρά γιατί όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν πάνω-κάτω γύρω στα εικοσιπέντε με εικοσιέξι.

    «Κοίτα να δεις ρε που μια μέρα τον άφησα μόνο και ξεχαλβάδιασε!» μου είπε μάλιστα η Τζο.

    «Τι μια μέρα μωρή;» της είπα με όλη μου την αγάπη. «Μια εβδομάδα γκομενίζατε με την Αλεξία στην Πάρο!»

    «Αχ-αχ-αχ» έκανε το άλλο το όργιο σαν τη Βασιλειάδου στην «Ωραία των Αθηνών,» γεννώντας ασυναίσθητα στο μυαλό μου εικόνες που θα προτιμούσα να είχα αποφύγει, καθώς κάπως ήμουν σίγουρος ότι το «αχ-αχ-αχ» της δεν οφείλονταν στο ότι πάτησε κανένα αχινό, και είναι πρώτη μου ξαδέρφη τρομάρα της.

    «Όχι παίζουμε!» συμπλήρωσε αυτάρεσκα την καταστροφή η άλλη η μαλάκω, γιατί αλλοίμονο.

    “Niiiiiiice!” είπε ο Στέλιος, μάλλον έχοντας κάνει και εκείνος ανάλογη νοητική εικόνα—εκείνου χωρίς τα δικά μου κολλήματα.

    Η Αλεξία έκανε ότι φυσάει την κάνη του όπλου, και εκεί αποφάσισα να επιστρέψω στο θέμα μας, γιατί δε θα πήγαινε καλά.

    «Δείχνοντας αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση, κατάφερα και δεν της έστειλα μήνυμα το επόμενο πρωί!»

    Σταμάτησα θεατρικά και φούσκωσα σα διάνος.

    «Περίμενα μέχρι το μεσημέρι!»

    «Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε μπαγάσα,» μου έκανε ο Στέλιος υψώνοντας το ποτήρι της μπύρας. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης!»

    «Και κάπως έτσι ο χαλβάς που όλοι ξέρουμε και αγαπήσαμε, πήρε προαγωγή σε Φαρσάλων!» μου έκανε η Τζο, συνοδεύοντας το με ένα φάσκελο, να έχω να πορεύομαι.

    «Τουλάχιστον δεν μου βγήκε Βαγγέλης αυτή τη φορά,» είπα ανασηκώνοντας θεατρικά τους ώμους μου. «Ήταν όντως η Μελίτη!»

    Και μετά τους περιέγραψα αναλυτικά τα πέντε-δέκα (δηλαδή μετρημένα επτά,) μηνύματα που ανταλλάξαμε.

    Κάπως έτσι πήρα το θάρρος και τρεις μέρες αργότερα της έκανα μια πρόταση που δε μπορούσε να αρνηθεί.

    «Καλησπέρα. Αν είσαι ελεύθερη το βράδυ κερνάω bic-mac! Τι λες για γύρω στις δέκα;»

    (Στην αρχή ήθελα να προσθέσω και ένα “και δεν έχεις να κάνεις τίποτα καλύτερο” αλλά το πολιτμπιρό με συμβούλεψε ευγενικά—κοντολογίς με έκραξαν και οι τρεις—να αφαιρέσω την εν λόγω φράση γιατί εντάξει, είμαι χαλβάς, αλλά μη το διαφημίζω κιόλας!)

    Έστειλα το μήνυμα και προσπάθησα να γυρίσω στην εργασία μου, και εμένα μου λες; Τελικά το έριξα στο να χαζεύω βίντεο στο TikTok και αν τελειώσω ποτέ το διδακτορικό έτσι να μου τρυπήσετε τη μύτη.

    Πέντε λέξεις, δε χρειάστηκε τίποτα παραπάνω.

    “It’s a date then  ” συνοδευόμενο μάλιστα και από χαμογελάκι.

    Ναι, καλά το είπα, αν τελειώσω εγώ διδακτορικό έτσι, γράψτε μου.

    Γράφοντας στα παλιά μου τα παπούτσια το ότι μπορεί να τους διέκοπτα από κάτι σημαντικό—δηλαδή αλλού το έγραψα αλλά τέλος πάντων, είμαι και gentleman—κάλεσα με τη μία το group.

    «Ρε θα μας αφήσεις να τελειώσουμε καμιά δουλειά;» είπε ο Στέλιος ως ο πρώτος που απάντησε.

    «Γιατί, δουλεύεις;» τον ρώτησα γνωρίζοντας πολύ καλά την απάντηση—του λόγου του ήταν στο τέταρτο έτος του διδακτορικού του, καλά του πήγαινε και εκείνου.

    Δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί μπήκε το ζεύγος. Με μαγιό. Από την παραλία.

    Κατάλαβες φίλε μου; Εγώ να γαμιέμαι στη δουλειάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ και αυτές να τσιλιμπουρδίζουν στη θάλασσα.

    «Αν μ’ έκανες να φορέσω το πάνω μου χωρίς λόγο, θα σε γδάρω,» είπε η Αλεξία, φορτώνοντας μου ακόμα μία νοητική εικόνα που θα προτιμούσα να αποφύγω.

    «Και δεν το βγάζεις;» την τσίγκλησε ο Στέλιος. «Για σένα το λέω, όχι ότι έχω κανένα συμφέρον!»

    «Να σε δω να τα λες αυτά μπροστά στη Βίκυ,» τον τσίγκλησε η Τζο, εννοώντας την κοπέλα του Στέλιου—και τέταρτο μέρος του Πολιτμπιρό—η οποία ωστόσο αυτό τον καιρό είχε κάτι τρεχάματα στη Γερμανία—τόπο καταγωγής της—και έλειπε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

    «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας!» συνέχισα εγώ μιμούμενος τον Σταρένιο. «Μας αγαπάνε!»

    «Εντάξει, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα,» οπισθοχώρησε άτακτα ο Στέλιος καθότι η Βίκυ του έχει βάλει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι.

    «Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε Στέλιο,» του ανταπόδωσα στα ίσια. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης! Την έχεις σκίσει τη γάτα!»

    «Η κοτούλα κο-κο-κο, το κοκοράκι κι-κι-ρι-κι-κιιιιιιιιιιιιιι» του έκανε την καντάδα της η Αλεξία.

    Και επειδή είχε αρχίσει να γίνεται τελείως τσίρκο τους επανέφερα άμεσα στην τάξη.

    «Λοιπόν, αγαπητοί!» ξεκίνησα τον επικολυρικό. «Μαζευτήκαμε αυτή την όμορφη ζεστή καλοκαιρινή μέρα—»

    «Ποιος μαζεύτηκε ρε αρχίδαμε;» δεν κρατήθηκε η Τζο. «Εμείς παραλία είμαστε!»

    «Απαξιώ!» της έκανα θεατρικά. «Λοιπόν, σήμερα στις δέκα! Μου απάντησε “It’s a date then!”»

    «ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!» έκαναν θεατρικά και οι τρεις, και μετά άρχισαν τα «Καλό βόλι», «καλό μπάρκο», «καλά κούλουμα», «καλά σαράντα» και «καλά κρασιά.»

    Είναι να έχεις δίκτυο υποστήριξης.

    Η απόφαση της πλειοψηφίας της κεντρικής επιτροπής—απαρτία δε μπορούσε φυσικά να σχηματιστεί λόγω απουσίας της Βίκυς—ήταν να ντυθώ casual, αλλά όχι του τύπου “βγήκα από το λαγούμι της εξεταστικής για να φάω και μετά να επιστρέψω στη σπηλιά μου” και να είμαι αραχτός κελάη (ήτοι: αραχτός και light)

    «Μην το τρομάξεις το κορίτσι!»

    As if, να πούμε.

    Γιατί αυτό τον καιρό που τσατάραμε—δεν της ζήτησα από το πουθενά, έστω και με την ψυχή στα δόντια, να βγούμε έξω—είχα μάθει κάμποσα πράγματα για την αφεντιά της.
    • Καταγωγή από Κεφαλονιά.
    • Σκορπιός στο ζώδιο (και Καρκίνος εγώ, μια χαρά ταιριάζαμε σύμφωνα με την… επιστήμη, αν άντεχα το ξύλο.)
    • Aikido με μαύρη ζώνη και ένα νταν (γιατί αν είναι να φας ξύλο, μην το φας στο θεωρητικό!)
    • Αγγλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Ιταλικά παρακαλώ.
    • Είχε περάσει πρώτη στο έτος της (κι εγώ το ίδιο, και τι κατάλαβα; )
    • Δε χρωστούσε ούτε ένα μάθημα και μέχρι στιγμής ο μέσος όρος της ήταν πάνω από εννιά. (και ο δικός μου πάνω από εννιά ήταν, και τι κατάλαβα;—δις)
    • Είχε μηχανάκι (CBR-125 παρακαλώ!)
    • Είχε μια αδερφή, έξι χρόνια μεγαλύτερη που είχε σπουδάσει ιατρική και έκανε ειδικότητα.
    «Λύσσαξες κι εσύ, δεν κράτησες κάτι να έχετε να πείτε το βράδυ!» με πείραξε η Τζο.

    «Κάτι θα βρούμε!» είπα με σιγουριά, που δεν την ένιωθα ακριβώς, αλλά όπως λένε “Act as if you have faith, and faith shall be given to you,” ή αλλιώς “fake it until you make it.”

    Οι ώρες μέχρι να βρεθούμε με τη Μελίτη πέρασαν βασανιστικά αργά, σαν τις διαλέξεις στο «Οπλισμένο Σκυρόδεμα– Ι» του έκτου εξαμήνου, που ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι με δαύτο έβγαζε τα μάτια της την πρώτη φορά που τη συνάντησα.

    Αν έπαιρνε κατεύθυνση Δομοστατικού, το επόμενο εξάμηνο—γιατί μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου, δε θα είχα τελειώσει το διδακτορικό, θα είχε τη χαρά και την τιμή να με δει ως βοηθό στην «Ανάλυση Φορέων με Πεπερασμένα Στοιχεία.»

    Στη σκέψη με έπιασαν και πάλι οι φοβίες μου. Εντάξει, δεν υπήρχε κάποιο απαγορευτικό μεταπτυχιακός φοιτητής—έστω στην περίπτωσή μου διδακτορικός—στο να κάνει σχέση με προπτυχιακή φοιτήτρια αλλά ξέρω γω; Μπορεί η Μελίτη να το έβλεπε στραβά και να είχαμε δράματα.

    Θα μου πεις αυτό προϋποθέτει να υπάρχει σχέση, οπότε ναι, σάμπως και να προτρέχω κομμάτι. Αλλά, πάλι, όπως είχα μάθει και με το σκληρό τρόπο στην τρίτη λυκείου με την Ελευθερία, η ύπαρξη σχέσης, ακόμα και μακροχρόνιας, πάλι δε σε προστατεύει από το να σου έρθει κατακούτελα.

    Και ως γνωστόν εγώ φημίζομαι για την ψυχραιμία μου και τη δυνατότητά μου να αποκοπώ συναισθηματικά όταν χρειάζεται…NOT!

    (Η σκηνή της Ελευθερίας να φασώνεται στην πενταήμερη στο club με τον αρχίδα τον Ιάσωνα, ακόμα με στοιχειώνει. Εγώ να γράφω απελπισμένα κατεβατά και αφιερώσεις και αυτή να παίζει το γιατρό με τον παπάρα μέσα στον κόσμο. Και μετά να εξαφανίζονται διά τα περαιτέρω…)

    Ωραία που είχα περάσει στη Ρόδο…

    Τέλος πάντων, οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί, επίσης με τους πεθαμένους, γιατί τι είναι ο έρωτας χωρίς λίγο πασπάλισμα από the Walking Dead?

    I was spiraling again, που λέει και η Τζο, ρίχνοντάς μου φάσκελα με χέρια και με πόδια, και με τους άλλους τρεις να συμμετέχουν με ενθουσιασμό στο «βαράτε το μαλάκα το Μιχάλη!» Και εδώ που τα λέμε, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, η μαλακία μου είχε χάσει την μεταφορική της essence.

    Δε βαριέσαι, ότι δε σε σκοτώνει σου κάνει γερά μπράτσα, να πούμε. Ή έστω γερό δεξί μπράτσο, καθώς το αριστερό μου χέρι αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί.

    Με αυτές τις ευχάριστες σκέψεις η ώρα πήγε εννιά και μισή κι εγώ ούτε ντους δεν είχα κάνει, και το να πας στο ραντεβού σου σαν ιδρωμένος ασβός, δεν το λες και συνταγή επιτυχίας.

    Καλά, όχι ότι μου πήρε και πολύ ώρα—εντάξει, δε δούλευα και οδοποιία στο λιοπύρι, να πούμε. Βασικά πιο πολύ ώρα μου πήρε να περιποιηθώ μουστάκι και μούσι παρά τα υπόλοιπα.

    Με τούτα και με κείνα, λίγο πριν τις δέκα ήμουν στα McDonalds, ακριβώς την ώρα για να τρακάρω πάνω της.

    «Καλώς τη!» της έκανα χαρίζοντάς της το πιο γλυκό μου χαμόγελο.

    «Καλησπέρα!» μου έκανε χαμογελώντας, αρκετά πιο συγκρατημένα, είναι η αλήθεια, οπότε άρχισε να τραγουδάει για καμπάνες και καμπαναριά ο inner Νομικός μου.

    (Ναι, είμαι λίγο drama queen, sue me!)

    “Let’s rock your world!” της έκανα, δείχνοντάς της να περάσει στα ενδότερα.

    «Στα McDonalds;» με ρώτησε με ύφος που έδειχνε ξαφνικά να το διασκεδάζει. «Φιλόδοξος, μ’ αρέσεις!»

    «Ό,τι μπορούμε κάνουμε δεσποινίς!» της έκανα αντιγράφοντας στην ψύχρα τον Εξαρχάκο από την γκαρσονιέρα για δέκα.

    Και εκεί κάναμε να προχωρήσουμε μαζί και στουκάραμε ο ένας πάνω στον άλλον.

    «Πάνω που νόμιζα ότι το rocking ήταν μεταφορικό!» μου έκανε χωρίς να χάσει beat.

    «Εγώ και οι Queen,» της απάντησα, επίσης χωρίς να χάσω beat. «Μη μας περάσεις και για τίποτα τριτοδεύτερους!»

    «Σας;» με ρώτησε σκανταλιάρικα. «Σχιζοφρενής;»

    «Μεγαλοπρεπής!» της απάντησα, κερδίζοντας ένα αυθόρμητο γελάκι, και της έκανα ιπποτικό νόημα με το χέρι να περάσει.

    Και αυτή τη φορά καταφέραμε να μη στουκάρουμε πάλι ο ένας πάνω στον άλλον! Καλά το λένε, η επανάληψη είναι η μαμά της μάθησης!
     
  3. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    03. Ο Μπάμπης ο Φλου

    Μια ιστορία θα σας πω για το Μπάμπη, το Μπάμπη το φλου. Που βασικά δεν είναι ιστορία για κάποιο Μπάμπη έτσι στο φλου αλλά περιλαμβάνει κάποιον πολύ συγκεκριμένο Μπάμπη: τον σύζυγο της Τριανταφυλλιάς.

    Τριανταφυλλιά η οποία ήτο καλλίπυγος—διακορευμένη πολλάκις και ποικιλοτρόπως—πρώην κόρη, ετών τριάκοντα και επτά, και η οποία έβρισκε τον εικοσι-δύο Ιουλίων yours truly πολύ του γούστου της.

    Βέβαια, υπήρχε μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια: ήταν παντρεμένη με τον Μπάμπη και είχαν και ένα παιδί. Κρίνοντας το ιστορικό της μαζί μου, δε θα τον έκοβα ότι το παιδί είναι δικό του, αλλά αυτός πάντως το αγαπούσε σαν δικό του.

    Και κάπως έτσι γίναμε “δεν υπάρχει ευτυχία που να κόβεται στα τρία” και η σεμνή τελετή βάρεσε λήξη μια ατυχή μέρα που ο Μπάμπης παραλίγο να μας κάνει τσακωτούς επί το έργω, και με μένα να καταλήγω, τρεις τα χαράματα, ξεβράκωτος στο μπαλκόνι του δευτέρου με τα ρούχα και τα παπούτσια στο χέρι, και όλα αυτά στα μέσα Φλεβάρη.

    Ταρίφας ο Μπάμπης, και του είχε καθίσει βαρύ το βραδινό, και έτσι επέστρεψε σπίτι του—κομμάτι εσπευσμένα θα τολμούσα να ισχυριστώ.

    Κυριολεκτικά με έσωσε το κόψιμό του, με το που επέστρεψε αιφνιδιαστικά στο σπίτι του, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να χωθεί τρέχοντας στην τουαλέτα, δίνοντάς στην Τριανταφυλλιά και μένα το χρόνο να ανασυνταχτούμε.

    Δηλαδή εκείνη να κάνει ότι κοιμάται και εγώ να τουρτουρίζω στο μπαλκόνι και να κάνω τον καταδρομέα για να φύγω, καθότι—και δικαίως—θεώρησα προτιμότερο να γκρεμοτσακιστώ από τον δεύτερο από το να με πιάσει στα χέρια του ο Μπάμπης.

    Καλή και του λόγου της, να βγάζει τα μάτια της μαζί μου, με το μωρό της να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, καλός και του λόγου μου που είπα «δε γαμιέται» όταν με πήρε τηλέφωνο να μου πει ότι ο Μπάμπης ήταν νυχτερινός, έχοντας στο νου μου ακριβώς το αντίθετο.

    Και έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήμουν εγώ που είπα «τέλος» σε σχέση. Και (σ)χέστηκε τελείως η Τριανταφυλλιά, καθώς ωραία γυναίκα ήταν, μπορούσε να βρει πολλούς πρόθυμους… κηπουρούς.

    Ωστόσο τους τρεις μήνες που έβγαζα τα μάτια μου μαζί της έμαθα κάτι πολύτιμο. Όχι, δεν έγινα ο μύστης του γυναικείου οργασμού και περιχώρων, αλλά η Τριανταφυλλιά με τον τρόπο της, μου έδειξε ποιο είναι το μεγάλο μυστικό.

    Πρώτον: Δεν υπάρχει βασιλική οδός· κάθε γυναίκα είναι διαφορετική. Δεύτερον: Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο προσοχή στη λεπτομέρεια.

    Ή—όπως έλεγε ο Αρκάς ειρωνικά με το στόμα του λιονταριού στον Παντελή, τον φροντιστή του ζωολογικού κήπου που καθάριζε τις ακαθαρσίες των ζώων στα κλουβιά τους—Η εμμονή στη λεπτομέρεια δείχνει τον επαγγελματία.

    Έμαθα να μην παίρνω κατάκαρδα τις υποδείξεις την ώρα του φίκι-φίκι και των προκαταρκτικών αυτού, αλλά να τις βλέπω ακριβώς γι’ αυτό που είναι: καθοδήγηση. Να μάθω να ακούω τι της αρέσει και τι δεν της αρέσει. Να μάθω να ακούω τις ανάσες και τα τρέμουλα. Να καταλαβαίνω που πρέπει να γίνω πιο έντονος και που να κόψω ρυθμό.

    Και πάνω απ’ όλα να μάθω να προσέχω λεπτομέρειες. Στο ντύσιμο. Στις αντιδράσεις. Στις μικρό-εκφράσεις. Στις απαντήσεις. Στις ερωτήσεις. Να ακούω χωρίς να μιλάω και να μιλάω χωρίς να στρέφω την συζήτηση σε εμένα αν η συζήτηση δεν ήταν για μένα.

    Η Μελίτη, τώρα που την είδα για πρώτη φορά όρθια, ήταν πάνω-κάτω γύρω στο 1,65 (αργότερα έμαθα 1,67). Φορούσε καθημερινό υφασμάτινο παντελόνι με γαλάζια sneakers, που ταίριαζαν με το γαλάζιο μπλουζάκι της, με διακριτικό αλλά υπαρκτό ντεκολτέ. Ακόμα και το παντελόνι, πιθανότατα ασυναίσθητα, δεν είχε επιλεγεί τυχαία: τόνιζε διακριτικά τις καμπύλες της, ακριβώς τόσο-όσο.

    Το μαλλί της είχε αυτό το χαλαρό «ατημέλητο στυλ» αλλά ήταν περιποιημένο. Τα νύχια της, σε αντίθεση με την πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί, ήταν βαμμένα σε ένα πολύ ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο τόνο του ροζ.

    Μπορεί all-in-all αυτό να μην σήμαινε τίποτα περισσότερο, αλλά σήμαινε κάτι κατ’ ελάχιστο: Είχε περιποιηθεί την εικόνα της, έστω και για ένα ραντεβού στα McDonalds.

    «Θα το κάψουμε, Κυρ-Στέφανε,» της δήλωσα ως νέα Βουγιουκλάκη όταν φτάσαμε στον πάγκο για να παραγγείλουμε, και μπορεί να μην έπιασε την αναφορά, αλλά δεν την άφησε αναπάντητη.

    «Εντάξει, κι εμένα μ’ αρέσει το μπιφτέκι καλοψημένο, αλλά κάπου ώπα!»

    «Η μοσχαρίσια;» τη ρώτησα αμέσως.

    «Στο αίμα της!» μου απάντησε χωρίς περιστροφές. «Δρακουλιάρικα πράγματα!»

    «Μ’ αρέσεις!» της έκανα με στόμφο.

    «Λοιπόν, Romeo,» μου έκανε αφήνοντας την ατάκα μου αναπάντητη μεν, αλλά χωρίς να χαλάσει το παιχνίδι δε. «Καλά όλα αυτά αλλά μου έταξες rock and roll, και νηστικό αρκούδι δε χορεύει!»

    «Τι λαχταρά η ψυχάρα σας;» της είπα.

    «Χμμμ,» μου έκανε σα να το σκεφτόταν σοβαρά. «Δε θα έλεγα όχι για ένα Double big Tasty Mc Bacon και μια μεσαία μερίδα πατάτες.»

    «Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» της είπα. «Ψήνεσαι να μοιραστούμε και ένα tasty backet chicken? Μην αφήσουμε ζωντανό-για-ζωντανό αφάγωτο!»

    «Αμέ!» μου απάντησε χωρίς περιττές τζιριτζάτζουλες. «Και μια Zero, για τη σιλουέτα!» συμπλήρωσε χαχανίζοντας.

    «Sprite ή Coca-Cola;»

    «Βγαίνει και σε Sprite;» με ρώτησε με απορία. «Κοίτα ρε να δεις τι γίνεται στον κόσμο ενώ εγώ βγάζω τα μάτια μου με Μητρωική Στατική!» έκανε θεατρικά. “If nothing else, I’m up for a challenge! Sprite!»

    «“Οπλισμένο Σκυρόδεμα” δεν διάβαζες τις προάλλες;» την ρώτησα με απορία.

    «Αυτό διάβαζα, αλλά σε σχέση με μητρωική στατική και πεπερασμένα στοιχεία ραβδωτών φορέων είναι βόλτα στο πάρκο!»

    «Να σου πω ότι το διδακτορικό μου είναι σε πεπερασμένα στοιχεία ή θα μου ρίξεις το νταν που έχεις στο κεφάλι;» τη ρώτησα πειρακτικά.

    Έβαλε τα γέλια. Είχε υπέροχο, κοριτσίστικο γέλιο, που έκανε την καρδιά μου να ρίξει ακόμα ένα διπλό toe-loop και τριπλό axel.

    «Θα σε δείρω στο τραπέζι, καθότι πολιτισμένη!» μου είπε πειρακτικά.

    Κάναμε την παραγγελία μας και η κοπέλα στον πάγκο μας είπε πως όταν ήταν έτοιμη θα μας φωνάξει. Επιλέξαμε και πάλι ένα τραπέζι στην άκρη, αυτό που την είχα δει να κάθεται τις προάλλες, και καθίσαμε αντικριστά.

    «Δεν μπορείς να πεις, στα καλύτερα σε φέρνω!» της έκανα.

    «Ομολογώ ότι έχει μια ενδιαφέρουσα δευτεροτυπία!» μου έκανε πειράζοντάς με και εφευρίσκοντας και μια νέα λέξη. «Εντάξει, με τσάκωσες στα πράσα!» συνέχισε. «Στα δεκαπέντε μου είχα βγει ραντεβού σε fast food στο Ληξούρι!»

    «Μπορεί,» της είπα έχοντας ξαφνική έμπνευση, «ωστόσο εκεί απουσίαζε ένας εξαιρετικός παράγοντας. Εγώ!»

    Γέλασε και πάλι. «Δώσε θάρρος στον χωριάτη!»

    «Και τι χωριάτης, ε; Από τα βουνά της μαγευτικής Καρδίτσας!»

    «Με σφραγίδα γνησιότητας και ΠΟΠ;»

    «Χωρίς σφραγίδα, και ροκάς· να είναι καλά τα αδέρφια μου!»

    «Έχεις αδέρφια;» με ρώτησε με απορία.

    «Πολύ με συγκινείς που προσέχεις τι σου έχω γράψει στο Viber,» της έκανα προσπαθώντας να αστειευτώ και να κρύψω την πικρία μου.

    «Από και κλείεται!» μου είπε με σιγουριά. «Θα το θυμόμουν!»

    «Γι’ αυτό σου λέω, πολύ με συγκινείς!» συνέχισα το πείραγμα.

    Χωρίς να πει λέξη έβγαλε το κινητό της από το τσαντάκι της και το άνοιξε και άρχισε να ψάχνει μέχρι που βρήκε τον εν λόγω διάλογο.

    «Δίκιο έχεις…» μου είπε μετανιωμένη. «Είμαι γαϊδούρα ξεσαμάρωτη!»

    «Είσαι,» της απάντησα, και σκάλωσε.

    «Χμμμ… εδώ υποτίθεται ότι θα μου έλεγες “όχι, δεν είσαι, αυτά συμβαίνουν!”» μου είπε κοιτάζοντάς με καχύποπτα.

    “I’m all about tough love!” της απάντησα χαμογελώντας με το ύφος της.

    “Famous last words!” μου απάντησε με τη μία. «Να το θυμάσαι αυτό αν σε τουλουμιάσω!» συνέχισε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα.

    «Κάτσε, εσύ είσαι η γαϊδάρα, εγώ θα φάω το ξύλο;»

    «Κάποιο λόγο θα βρω να σε βαρέσω,» με διαβεβαίωσε. “As you say, it’s all about tough love!”

    «Αυτά όταν μιλάμε για τις αδερφές των άλλων!» της απάντησα, κερδίζοντας ξανά το γέλιο της.

    «Πόσο είναι τα αδέρφια σου; Δε μου το είχες γράψει αυτό!»

    «Δεκαεννιά και δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτεροι, ο Γιώργος 45 και ο Δημήτρης 43,» της απάντησα και γούρλωσαν τα μάτια της.

    «Και που νόμιζα ότι εγώ είχα μεγάλη αδερφή!» μου είπε και μετά γέλασε και πάλι σκανταλιάρικα. «Κι εσύ πώς προέκυψες; Διακοπή ρεύματος;» μου πέταξε κάνοντάς μου να μου ξεφύγει ένα δυνατό ροχαλητό.

    «Ας πούμε πως το ινδιάνικο μου όνομα είναι τρύπια καπότα!» της είπα, ανταποδίδοντας το ροχαλητό.

    Εκείνη τη στιγμή μας έκαναν νόημα ότι η παραγγελία μας ήταν έτοιμη και έκανε να σηκωθεί και εκείνη.

    «Ρε κατς κατ!» της είπα σε άψογα Καρδιτσιώτικα. «Η πρόταση για έξοδο περιλάμβανε κέρασμα!»

    «Καλά, μη μας δείρεις κιόλας!»

    «Πολλά πράγματα μπορεί να είμαι αλλά όχι αυτοκτονικός!» της απάντησα.

    “Attaboy!” μου έκανε χαχανίζοντας, και επειδή στο ταμείο είχαν αρχίσει και με αγριοκοίταζαν, πήγα να πάρω την παραγγελία. Ξύλο από εδώ και πέρα μόνο από τη Μελίτη!

    (Εντάξει, και την παρέα μου…)

    Γύρισα με το δίσκο με το φαγητό και με χαρά μου διαπίστωσα ότι η Μελίτη δεν ήταν από εκείνες που ντρέπονται. Εντάξει, πρώτο ραντεβού, δεν φάγαμε και σαν λιμοκτονούντες κανίβαλοι που ο Θεός στην άπειρη καλοσύνη του τους έστειλε ένα καλοθρεμμένο ιεραπόστολο, ωστόσο, και όλο της το φαγητό έφαγε, και σχεδόν το μισό bucket.

    Όσο τρώγαμε δε μιλούσαμε, ή—για να είμαι πιο ακριβής—δεν λέγαμε τίποτα περισσότερο από χαζομάρες για τη σχολή. Και μπράβο μας, καθώς όπως λέει και ο σοφός λαός «κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.»

    Και μπορεί το fast-food να μην είναι ο ορισμός της υγιεινής διατροφής, αλλά μια χαρά γεμίζει το στομάχι με φαγητό—και το μυαλό με τύψεις για τις θερμίδες, that is αν δεν είσαι όρθιο στειλιάρι σαν του λόγου μου.

    «Αααχ,» έκανα με απόλαυση όταν κατάπια και την τελευταία μπουκιά.

    «Έσκασες;»

    “I regret nothing!” της απάντησα χαϊδεύοντας την κοιλιά μου.

    “At least one of us doesn’t have regrets!” μου είπε με ανεξιχνίαστο τρόπο, και άρχισαν και πάλι να βαράνε κουδούνια.

    «Εντάξει, την επόμενη φορά σε σουβλατζίδικο,» προσπάθησα να αστειευτώ, αλλά η καρδούλα μου το ήξερε.

    “LOL!” μου έκανε. “You know the way to a woman's heart,” συνέχισε, πάλι στα αγγλικά, αυτή τη φορά συνοδεύοντάς το με ένα πλατύ χαμόγελο. «Αλλά δεν αναφερόμουν στη σημερινή κραιπάλη!»

    «Αλλά;» ρώτησα με περιέργεια.

    «Στη μαλακία που έκανα και δεν πήγα πενταήμερη για να κάτσω να διαβάσω, το ζώον,» απάντησε και έριξε και ένα θεατρικό φάσκελο στον εαυτό της.

    «Δε βαριέσαι ρε Μελίτη,» της είπα προσπαθώντας να την παρηγορήσω. «Κι εγώ που πήγα τι κατάλαβα;»

    «Δεν πέρασες καλά;» με ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον.

    «Απλά καλά; Τρίκαλα, Καρδίτσα και Λάρισα μαζί!» της απάντησα.

    «Μιλάς με γρίφους γέροντα,» μου απάντησε, προφανώς ήξερε το ανέκδοτο.

    «Ένα μήνα πριν την πενταήμερη, η τότε κοπέλα μου—και μιλάμε για σχέση από τις αρχές της πρώτης λυκείου—αποφάσισε να γίνει πρώην,» της απάντησα αναστενάζοντας.

    «Δεν το πήρες καλά, ε;» με ρώτησε με συμπάθεια.

    «Μη βγει παραέξω,» της είπα συνωμοτικά, «αλλά ήμουν και λίγο drama-queen στα νιάτα μου!»

    (Οκ, ακόμα είμαι, αλλά δεν τα λένε αυτά φόρα-παρτίδα! Προετοιμάζω το έδαφος, που λένε, να το ανακαλύψει μόνη της χωρίς να της έρθει νταμπλάς! Στρατηγικός καργιόλης, που λέει και ο Στέλιος!)

    Έκανε απότομα πίσω με έκπληξη. «Σοβαρά; Δε σε είχα κόψει για κλαψιάρη!» μου είπε.

    «Γκρινιάρης,» τη διόρθωσα, «όχι κλαψιάρης!»

    «Εντάξει,» μου είπε χαχανίζοντας. «Τό ‘σωσες!»

    «Τέλος πάντων… περνούσα που περνούσα το δράμα μου, την είδα και στο κλαμπ να παίζει το γιατρό μ’ ένα μαλάκα συμμαθητή μου, και μετά να εξαφανίζονται…»

    «Άουτς!» μου είπε συμπονετικά. «Καλά, εγώ δεν είχα τέτοια δράματα, μαλακία στο κεφάλι είχα!» συνέχισε αναστενάζοντας.

    «Ναι αλλά πέρασες πρώτη!» της υπενθύμισα. «Ουδέν κακό αμιγές καλού!»

    «Κάπως δε νομίζω ότι ήταν η πενταήμερη που έκανε τη διαφορά…» μου είπε με πικρό χαμόγελο. «Τέλος πάντων… υπάρχουν και χειρότερα!»

    «Όπως;»

    «Κοιτάξου στον καθρέφτη!» μου είπε γελώντας και μετά σοβάρεψε απότομα. «Εννοώ για αυτό που μου είπες!»

    «Ναι βρε,» της είπα χαμογελαστός, «το κατάλαβα!»

    Συνεχίσαμε την κουβέντα, μιλώντας για τα πάντα και το τίποτα και η ώρα πήγε σχεδόν μιάμιση χωρίς να το καταλάβουμε. Και, όχι τίποτε άλλο, αλλά τα συγκεκριμένα Mc Donalds είναι ανοιχτά επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οπότε δεν υπήρχε και κανείς να μας υπενθυμίσει την ώρα διώχνοντάς μας με τις κλωτσιές.

    Αν και εγώ ήμουν που θα χρειαζόμουν θεωρητικά προστασία να μην κυκλοφορώ μόνος στο δρόμο, τη συνόδεψα μέχρι την πόρτα της πολυκατοικίας της—κοντά μέναμε!

    «Σ’ ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά!» μου είπε πριν καληνυχτιστούμε.

    «Εμείς να είμαστε καλά,» της απάντησα, «και να δεις τι σού ‘χω για μετά!»

    «Σουβλατζίδικο;» με ρώτησε γελώντας. «Θα λιποθυμήσω!»

    «Σε πάω λάου-λάου μην τρομάξεις και μου λακίσεις!»

    «Εντάξει, αν με πας και σε πατσατζίδικο, θα ολοκληρωθώ η γυναίκα!» μου πέταξε και σας τ’ ορκίζομαι παραλίγο να κατουρηθώ.

    Μπορεί να αποχαιρετιστήκαμε χωρίς φιλί, ωστόσο, απ’ όσα τουλάχιστον μπορώ να καταλάβω για τις γυναίκες, πέρασε όμορφα. Εννοώ, αν είχε βαρεθεί δε θα είχαμε κάτσει άλλα είκοσι λεπτά να χαχανίζουμε μπροστά στην είσοδο.

    «Καληνύχτα!» μου είπε σχεδόν τρυφερά, και έκανε μεταβολή και μπήκε στην είσοδο και την περίμενα μέχρι που ήρθε το ασανσέρ.

    Και μετά ξαναπέρασα από τα McDonalds και πήρα ακόμα ένα burger για το σπίτι, γιατί η καλή διάθεση μου ανοίγει την όρεξη!